Βήματα ψηφιακά και πραγματικά

Standard

Έργο του Edward McGowan από το μπλογκ http://underplot.tumblr.com/

 της Κατερίνας Δέδε

Οι φίλοι του Μνήμονα γνωρίζουν ότι η σχέση του με την ψηφιακή τεχνολογία υπήρξε μέχρι τώρα κάπως ασταθής. Και εξηγούμαι, προς άρσιν παρεξηγήσεων. Παρότι έκανε το πρώτο του ψηφιακό βήμα σχετικά νωρίς, κατασκευάζοντας την ιστοσελίδα του, δεν υπήρξαμε ενθαρρυντικοί αφού δεν την «αγκαλιάσαμε» πραγματικά. Βρισκόταν πάντα κάπου στο πλάι των ενδιαφερόντων και της μέριμνάς μας, σαν έναν γνωστό που τον σκεφτόμαστε πού και πού αλλά σπάνια τον παίρνουμε τηλέφωνο, κι ακόμα πιο σπάνια επιδιώκουμε να τον συναντήσουμε. Υπήρξαμε περισσότερο ενθαρρυντικοί στη χρήση, λίγα χρόνια αργότερα, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που, παρά τις όποιες ενστάσεις υπήρξαν, επέτρεψε την ταχύτερη και άμεση επικοινωνία με τα μέλη και τους φίλους του, αλλά κι αυτό το αντιμετωπίσαμε κάπως αδιάφορα ως ένα απόλυτα φυσικό γεγονός.

Σήμερα όμως, το περιοδικό Μνήμων, μετά από μια σειρά από δειλά βήματα, κάνει το μεγάλο άλμα και περνά στην ψηφιακή έκδοσή του. Και σ’ αυτό του το άλμα οφείλουμε να είμαστε απόλυτα ενθαρρυντικοί. Η απόφαση αυτή ήταν δύσκολη καθώς υπήρχαν σοβαρές ενστάσεις στο εσωτερικό του. Κι αυτό γιατί ο Μνήμονας –οι άνθρωποι του δηλαδή– δεν είναι στην πλειονότητά τους εικοσάχρονοι νεαροί απόλυτα εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Είναι περισσότερο άνθρωποι του χαρτιού, του τυπωμένου κειμένου και της φροντίδας που αυτό απαιτεί. Κάθε απομάκρυνση από το χαρτί έμοιαζε κάποιες φορές με «οπισθοχώρηση» και ενδεχομένως με «έκπτωση». Η μάχη αυτή δεν ήταν εύκολο να κερδηθεί. Αλλά τελικά κερδήθηκε γιατί (όσοι συμμετέχουν το ξέρουν καλά) στον Μνήμονα καμία μάχη δεν είναι εκ των προτέρων χαμένη. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τα σαραντάχρονα του «Μνήμονα»

Standard

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των 40 χρόνων από την ίδρυσή της ΕΜΝΕ-Μνήμων

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου: Αγνοημένοι φορείς μεταναστευτικής πολιτικής: Οι διεθνείς οργανισμοί και η μητέρα πατρίδα. Ομιλητές: Λίνα Βεντούρα, Ο Ψυχρός Πόλεμος και η Διακυβερνητική Επιτροπή Μεταναστεύσεως εξ Ευρώπης. Δημήτρης Χριστόπουλος: Ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας: μια απόπειρα περιοδολόγησης. Λάμπρος Μπαλτσιώτης: Η υποδοχή των ομογενών από τα Βαλκάνια και την ΕΣΣΔ στην Ελλάδα.

Ακολουθούν:

9.11.2011.Υγεία και ασθένεια: η ματιά του ιστορικού: Κατερίνα Γαρδίκα, Βάσια Λέκκα, Γιάννης Στογιαννίδης.

23.11.2011. Σχεδιάζοντας πολιτικές για τη δημόσια υγεία και την κοινωνική πρόνοια. Ιατρικός λόγος και υγειονομική επίβλεψη του πληθυσμού (19ος-20ός αιώνας): Βάσω Θεοδώρου, Δέσποινα Καρακατσάνη, Δέσπω Κριτσωτάκη, Λένα Κορμά, Θανάσης Μπαρλαγιάννης.

7.12.2011. Τα «μνημεία» της ιστορίας: εισαγωγή, τεκμηρίωση και διαχείριση των πηγών στο ψηφιακό περιβάλλον: Έλλη Δρούλια, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Δημήτρης Μπιλάλης, Φίλιππος Παππάς.

21.12.2011. Διακόσια χρόνια από τα επαναστατικά κινήματα για την ανεξαρτησία της Λατινικής Αμερικής: ερμηνείες του χθες, αναζητήσεις του σήμερα: Μαρία Δαμηλάκου, Χρήστος Λούκος (Με αφορμή την έκδοση των Πρακτικών του συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο, 19-20.11.2010, με οργανωτές το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και το Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου).

11.1.2012. Συζητώντας για τις ιστορίες της πόλης: Χριστίνα Αγριαντώνη, Γιάννης Γιαννιτσιώτης, Χρήστος Λούκος, Γιάννης Μπαφούνης.

25.1.2012. Οι πόλεις στον πόλεμο: Πολυμέρης Βόγλης, Μαρία Καβάλα, Βασιλική Λάζου, Μενέλαος Χαραλαμπίδης.

Οι συζητήσεις γίνονται στα γραφεία της ΕΜΝΕ (Ζωσίμου 11, κάθετος στη Λασκάρεως στο ύψος της Αλεξάνδρας) και αρχίζουν στις 8.00 ακριβώς.

Σεμινάρια της Ερμούπολης ετών εικοσιεφτά

Standard

της Κατερίνας Δέδε και του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Το σεμινάριο για το διαδίκτυο, στην αίθουσα των Γενικών Αρχείων του Κράτους στην Ερμούπολη, 7 Ιουλίου 2011

Το μακρινό 1984, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος εμπνεύστηκε και προχώρησε στην οργάνωση μιας σειράς καλοκαιρινών επιστημονικών συναντήσεων στην Ερμούπολη. Στόχος ήταν να βρεθούν μαζί άνθρωποι από τον ευρύτερο χώρο των ανθρωπιστικών κυρίως επιστημών, προκειμένου να ζυμωθούν απόψεις και ιδέες που ανήκαν σε γειτονικά γνωστικά πεδία και εκκινούσαν από διαμορφωμένους ή υπό διαμόρφωση προβληματισμούς. Ο χρόνος διεξαγωγής των συναντήσεων (Ιούλιος) και ο τόπος (Ερμούπολη) «υπέδειξαν», με τον τρόπο τους, τον τίτλο «Σεμινάρια της Ερμούπολης». Αυτή η επιλογή είχε τις θετικές συνέπειές της μέχρι και σήμερα. Τα Σεμινάρια διεξήχθησαν πάντοτε σε ένα κλίμα επιστημονικής, αλλά παράλληλα χαλαρής ατμόσφαιρας, που χωρούσε προβληματισμούς, ενίοτε διαφωνίες αλλά κυρίως πολλή συζήτηση — που συνεχιζόταν ακόμα και στον απογευματινό καφέ ή στη βραδινή μπύρα.

Εκτός από τον εμπνευστή τους, μια ολιγάριθμη ομάδα καταπιάστηκε τα χρόνια αυτά με τα οργανωτικά ζητήματα. Σημειώνουμε εδώ την Χριστίνα Αγριαντώνη που στρατεύθηκε με πάθος από τον πρώτο καιρό και την Εύη Ολυμπίτου που προστέθηκε αργότερα, της οποίας η συμβολή ήταν εμφανής σε όσους είχαν συμμετάσχει στο παρελθόν, όσο εμφανής ήταν και η απουσία της φέτος. Μια άλλη όμως πολυπληθής ομάδα ανθρώπων –που ξεπερνά τους 2.500– έδωσε το στίγμα στην οργάνωση συναντήσεων, τη συμμετοχή στις εργασίες των Σεμιναρίων, τις συζητήσεις που ακολουθούσαν στην αίθουσα των συνεδριάσεων. Η θεματολογία των κύκλων συζήτησης, το προφίλ όσων μετείχαν, οι ποικίλες επιστημονικές ή άλλες συσσωματώσεις και ομάδες εργασίας που έκαναν τα πρώτα βήματά τους στα Σεμινάρια για να συνεχίσουν κατόπιν αλλού τον δρόμο τους, ο πλούτος και το εύρος των θεωρήσεων αποτελούν αντικείμενο ενός συνολικού απολογισμού που εκκρεμεί, δεν μπορεί να αποτελέσει όμως αντικείμενο του σύντομου αυτού σημειώματος. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ένα εξαίσιο μέσο»: Ο Τύπος και η ιστορία του στις μέρες μας

Standard

συνέντευξη της Αικατερίνης Κουμαριανού στον Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Αικατερίνη Κουμαριανού

Η συζήτηση με την Αικατερίνη Κουμαριανού είναι πάντα μια συναρπαστική διανοητική περιπέτεια∙ μοιράζεσαι μαζί της την ευθύβολη κρίση, τη συσσωρευμένη γνώση, την αναστοχαστική διάθεση, κυρίως όμως την καθαρή ματιά μιας ιστορικού που από τα πρώτα της πνευματικά σκιρτήματα στον Μεσοπόλεμο και έως σήμερα διατήρησε αναλλοίωτη την «εφηβική» της περιέργεια, την έντονη αγωνία για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα.

Διαρκής και σταθερή συμμέτοχος σε αυτό που ο Κ.Θ. Δημαράς ονόμασε «νεοελληνική επιστήμη», η Αικατερίνη Κουμαριανού συνέδεσε τη μακρόχρονη συγγραφική και διδακτική της πορεία με καίρια εγχειρήματα του πνευματικού μας βίου, όπως τη συγκρότηση του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, τη μελέτη του κοραϊκού έργου, και ιδιαίτερα της αλληλογραφίας, τον περιηγητισμό, την ανάδειξη των σχέσεων της ευρωπαϊκής με την ελληνική παιδεία. Κυρίως όμως η Κουμαριανού συνέδεσε το όνομά της, για περισσότερα από πενήντα πέντε χρόνια, με τη μελέτη των διαδρομών του ελληνικού Τύπου, από τα πρώτα του φανερώματα στα προεπαναστατικά χρόνια, τη συμβολή του στα χρόνια του Αγώνα έως και τον 19ο αιώνα. Με το πρωτοπόρο έργο της και μέσα από τις διαδοχικές της προσεγγίσεις ανέδειξε τον Τύπο ως κορυφαίο χειραφετητικό όργανο μιας κοινωνίας σε αναβρασμό, ως κρίσιμο συντελεστή της πορείας προς το έθνος κράτος. Η πρόσφατη έκδοση της συναγωγής των μελετημάτων της για τον Τύπο, από το πρώτο άρθρο της το 1947 έως τα πλέον πρόσφατα (Ιστορία του ελληνικού Τύπου, 18ος -19ος αι., επιμελητής: Αλέξης Μάλλιαρης, Αθήνα, Ερμής/Νεοελληνικά Μελετήματα, 2011) μας επιτρέπει να σταθμίσουμε την ουσιαστική συμβολή της στη χαρτογράφηση ενός πεδίου που έως τότε είχε μείνει άγνωστη χώρα. Εφημερίδες, περιοδικά, εκδότες και δημοσιογράφοι, τα τυπογραφεία, η διακίνηση των ιδεών, οι διώξεις του Τύπου αποτελούν στοιχεία του πανοράματος που απλώνεται στις σελίδες του μοναδικού αυτού βιβλίου.

Με αφορμή λοιπόν την πρόσφατη έκδοση, συζητάμε με τη διαπρεπή ιστορικό για την ιστορία του Τύπου στην Ελλάδα, τα επιτεύγματα και τις ελλείψεις της, τις προοπτικές και τις κατευθύνσεις σε μια εποχή κρίσης και μεγάλων ανακατατάξεων.

Βαγγέλης Καραμανωλάκης


Προμετωπίδα της "Εφημερίδος" των αδελφών Μαρκιδών-Πούλιου, 1791-1792

 Ποια νομίζετε ότι είναι η χρησιμότητα της μελέτης του Τύπου ως πηγής, τόσο γενικά όσο και ειδικότερα για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία; Ποιες είναι οι όψεις που μπορεί να φωτίσει;

Αφήνοντας κατά μέρος τη γενικότερη αξιολόγηση του Τύπου ως πηγής, θα περιορισθώ στη χρησιμότητα, όση έχουν, οι καταγραφές του ελληνικού Τύπου για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Εξηγούμαι. Για μια περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας όπου δεν διαθέτουμε αφθονία πηγών, αρχειακών και άλλων, δημόσιων ή ιδιωτικών, όπου χρειάζεται ακόμη επίμονη εργασία για να αποκτήσουμε τα απαραίτητα έργα υποδομής, πιστεύω ότι η μελέτη του Τύπου, από την εποχή που υπάρχει ελληνικός Τύπος, μπορεί να συγκαταλεχθεί στα βασικά εργαλεία των ερευνητών.

Το έχω ήδη αναφέρει, σε διάφορες περιπτώσεις, ότι χάρη στην παρουσία του Τύπου, τόσο του προεπαναστατικού όσο και αυτού των χρόνων της Επανάστασης, αλλά και της περιόδου μετά την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κρατιδίου, μπορεί ο ιστορικός να προσεγγίζει με μεγαλύτερη ασφάλεια γεγονότα και εξελίξεις, συσπειρώσεις και συσχετισμούς, ρήξεις και αγκυλώσεις , τη λειτουργία των θεσμών, τη διαμόρφωση νοοτροπιών. Ακόμη και αν πολλά από τα κείμενα δημιουργούν ερωτήματα ως προς την ακρίβεια, την πιστότητα ή την αντικειμενικότητά τους. Το γεγονός ότι έχουν γραφεί με την επιδίωξη να αποδώσουν την όποια επικαιρότητα, και ιδίως ότι δεν έχουν υποστεί δεύτερες φροντίδες και επεξεργασίες, επιτρέπει την κατευθείαν πρόσβαση σε μια κλίμακα θεμάτων. Στην κρίση των ερευνητών και σε περαιτέρω επεξεργασίες έγκειται η θετική χρήση και χρησιμοποίηση όλων αυτών των στοιχείων. Συνέχεια ανάγνωσης

Εύη Ολυμπίτου (1962-2011): Αποχαιρετισμός σε έναν δικό μας άνθρωπο

Standard

Συγκλονισμένοι μάθαμε, το βράδυ της Τρίτης, το θάνατο της Εύης Ολυμπίτου, σε ηλικία σαράντα εννιά χρονών. Η Εύη γεννήθηκε στην Καβάλα και σπούδασε στη Φιλοσοφική Αθηνών, όπου και εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή, με θέμα την οργάνωση του χώρου στην Πάτμο (16ος-19ος αι.). Το διάστημα 1994-2003 συνεργαζόταν με το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ενώ από το 2003 ήταν επίκουρη καθηγήτρια εθνολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τα κύρια επιστημονικά της ενδιαφέροντα ήταν η μελέτη του υλικού πολιτισμού των προβιομηχανικών κοινωνιών, η οργάνωση και οι χρήσεις του οικισμένου χώρου και της υπαίθρου. Ήταν μέλος των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού-περ. Μνήμων και της ελληνικής επιτροπής για τη διατήρηση της βιομηχανικής κληρονομιάς. Ανάμεσα στα δημοσιεύματά της σημειώνουμε: Αρχείο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ. Συλλογή Αρχείων Σύγχρονης Kοινωνικής Ιστορίας. Κατάλογοι και Ευρετήρια, 2000 (σε συνεργασία με τον Δ. Δημητρόπουλο), Άνθρωποι και παραδοσιακά επαγγέλματα σε νησιά του Αιγαίου, 2003 (σε συνεργασία με την Κ. Κορρέ-Ζωγράφου), καθώς και την επιμέλεια του τόμου με κείμενα του Α. Μπριλλάκη Διαδρομές και αναζητήσεις της Αριστεράς μετά τον Εμφύλιο 2010 (σε συνεργασία με τον Η. Νικολακόπουλο).

Η Εύη, εκτός από αφοσιωμένη και σοβαρή επιστήμων, ερευνήτρια και δασκάλα, υπήρξε κατεξοχήν άνθρωπος της δικής μας Αριστεράς, μια συντρόφισσα με όλη τη σημασία της λέξης. Για πολλά χρόνια πρωτοστάτησε στις τοπικές πρωτοβουλίες και κινήσεις του Χαλανδρίου, όπου ζούσε· στις τελευταίες δημοτικές εκλογές ήταν υποψήφια με τον συνδυασμό «Αντίσταση με τους Πολίτες του Χαλανδρίου». Τις αριστερές της ιδέες τις υπηρέτησε, λόγω και έργω, με τη ζωή, το έργο και τη στάση της. Πώς να ξεχάσουμε, όσοι και όσες τη γνωρίσαμε, την απλότητα, το ήθος, τη ζεστασιά και την καλοσύνη της Εύης μας; Δημοσιεύουμε, σήμερα, τους επικήδειους με τους οποίους συνάδελφοι, φίλοι και συναγωνιστές την αποχαιρέτησαν, την Πέμπτη, στο Πρώτο Νεκροταφείο, καθώς και λίγους στίχους του συντρόφου της ζωής της, Κώστα Ευθυμίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Θα σε αναζητούμε πάντα στο μέλλον

του Δημήτρη Ανωγιάτη-Pelé

Εύη μας, αγαπημένη μας Εύη, βιάστηκες πάλι να μας συγκεντρώσεις όπως πάντα, σήμερα εδώ, εμάς τους φίλους και συναδέλφους σου. Αυτή τη φορά όμως με τον τόσο απρόσμενο και αιφνίδιο χαμό σου. Και μας κάλεσες να σου πούμε τι; Να σου απευθύνουμε το ύστατο αντίο; Να μιλήσουμε για σένα; Κάτι που πάντοτε απεχθανόσουν, που πάντοτε αυστηρά και επιτακτικά μας απαγόρευες. Αυτή τη φορά όμως δεν θα σε ακούσουμε, δεν θα σε αφήσουμε να μας πεις: Σταματήστε τις αηδίες σας. Τι πράματα είναι αυτά; Για μια φορά θα σε ξεγελάσουμε, όπως μας ξεγέλασες και εσύ, εγκαταλείποντάς μας τόσο πρόωρα, δημιουργώντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σε μένα λοιπόν έπεσε ο κλήρος να είμαι σκληρός μαζί σου, να παραβώ τη θέλησή σου και να μιλήσω για σένα εκ μέρους όλων μας, των φίλων και συναδέλφων απ’ το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Θα σεβαστούμε όμως μία από τις επιθυμίες σου: Δεν θα μιλήσουμε για τη σοβαρή επιστημονική σου δραστηριότητα και την προσφορά σου στη διανόηση, στη διδασκαλία και τη γνώση. Ας το κάνουν αυτό κάποιοι άλλοι. Αξίζει αναμφισβήτητα να γίνει από κάποιους.

Στη Σύρο, στα σεμινάρια της Ερμούπολης, με τη Λίνα Βεντούρα

Εμείς θα μιλήσουμε για το δικό μας άνθρωπο: την Εύη μας. Εμείς θα απευθυνθούμε στο Ευάκι μας, όπως συνηθίζαμε να σε αποκαλούμε στο Τμήμα. Για μας ήσουν, πάνω απ’ όλα, ο σπάνιος άνθρωπος με ήθος, που διέθετε, εκτός από την πνευματική, την έμφυτη ψυχική ευγένεια και σεμνότητα που αποτελούσαν ίδιον του χαρακτήρα σου και σε συνόδευαν σε όλες τις εκφάνσεις της προσωπικής και επαγγελματικής σου ζωής. Διακρινόσουν για το ευρύ σου πνεύμα, την κριτική σου σκέψη, τη δημοκρατική σου θεώρηση, τη συνεχή προτροπή σου στο να σκέφτεται και πάντα να ερευνά κανείς, να εξετάζει και να συγκρίνει.

Ήσουν αυτή που προσέφερε, πάντοτε μέσα από μια συνεχή διαθεσιμότητα, απλόχερα, με ανιδιοτέλεια, αθόρυβα και αποτελεσματικά σε ώρες ευθύνης, με όλες σου τις δυνάμεις. Ένας άνθρωπος με παραδειγματική συνέπεια, συνέπεια επιστημονικού λόγου, πολιτικής πράξης, προσωπικής στάσης και πίστης. Πάντοτε ανθρώπινη, σεμνή, ποτέ ακατάδεκτη και αλαζονική, ήσουν ανοικτή στις έγνοιες και τα προβλήματα των άλλων, που με προσοχή άκουγες, κατανοούσες, συμπονούσες και συνέδραμες.

Διατηρούσες μια απέχθεια στο «διανοουμενισμό» και την έπαρση. Το σεβασμό στην απλότητα τον έκανες πολιτισμό. Δίπλα σου, ακόμη και το πιο ασήμαντο γινόταν, άθελά του, σημαντικό, χωρίς να διεκδικήσεις ποτέ τίποτε, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Το χαμόγελό σου, η ευγένειά σου, η στωικότητά σου και η δεκτικότητά σου στα πειράγματα θα μας μείνουν ως εικόνα για πάντα.

Και κάτι τελευταίο, για να μη σε κουράσουμε περισσότερο με τη φλυαρία μας, κάτι που είναι ίσως πιο προσωπικό. Μετά το βραδινό φαγητό την περασμένη Δευτέρα στην Κέρκυρα και το τελευταίο ποτό που ήπιαμε με τη δική σου επιμονή και παρότρυνση στο αγαπημένο σου «Μικρό Καφέ», πριν αποχωριστούμε, αργά το βράδυ, μας υποσχέθηκες ότι θα βρισκόμασταν την επομένη στο Τμήμα, κάτι όμως που ποτέ δεν έγινε. Δεν ήρθες να μας βρεις. Εμείς σε ψάξαμε. Εμείς θα σε αναζητούμε. Εμείς θα σε ψάχνουμε πάντα στο μέλλον.


Η αφειδώλευτη προσφορά και το επιστημονικό ήθος

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, από κοινού με το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, θρηνεί σήμερα το χαμό της αγαπημένης συναδέλφου Εύης Ολυμπίτου. Η Εύη, που υπηρέτησε την επιστήμη και λάτρεψε τη ζωή, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Αθήνας όπου και υποστήριξε τη διδακτορική της διατριβή, μαθήτευσε όμως για πολλά χρόνια στο ΙΝΕ και σφραγίστηκε από τους εκεί δασκάλους της. Από το 1994 που ξεκίνησε η επιστημονική της συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών επέβλεψε και συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα, δημοσίευσε σημαντικές μελέτες της στις εκδόσεις του, μετείχε με ενθουσιασμό στο σχεδιασμό νέων ερευνητικών έργων, συνεισέφερε ιδέες και απόψεις, μοιράστηκε σκέψεις και αγωνίες, δούλεψε για τα «Σεμινάρια της Ερμούπολης», αλλά κυρίως αγάπησε τις ατελείωτες «άχρηστες» ώρες συζητήσεων για τα θέματα της επιστήμης, της πολιτικής και της επικαιρότητας, διότι γνώριζε καλά ότι το «χρήσιμο» και το «ωφέλιμο» δεν είναι έννοιες ταυτόσημες.

Παρότι μετά την εκλογή της στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο το 2003, δεν είχε πλέον τυπική εργασιακή σχέση με το ΙΝΕ, η παρουσία της ήταν πυκνή και ουσιαστική, αφού η Εύη –η δικιά μας Εύη– είχε το σπάνιο χάρισμα να έχει επιβληθεί στο χώρο και στους ανθρώπους με τη γλυκύτητα της φυσιογνωμίας της, την ευγένεια του χαρακτήρα της, την ηπιότητα και την ποιότητα του λόγου της και την αφειδώλευτη διάθεσή της να μοιραστεί και να προσφέρει σε όλους από το έχει της. Συνέχεια ανάγνωσης

Απαξιώνοντας την Αντίσταση

Standard

Mια «αποτίμηση» που σημαίνει υποτίμηση

 

του Πολυμέρη Βόγλη

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο

Η έκρηξη του ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος για τη δεκαετία του 1940, όπως είναι γνωστό, συνδυάστηκε με μια έντονη διαμάχη. Ένα από τα πιο επίμαχα ζητήματα αφορούσε τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου 1941-1944. Κοινή αφετηρία ήταν η κριτική στις αποσιωπήσεις και τους μύθους, με τους οποίους ο επίσημος λόγος είχε περιβάλει την «Εθνική Αντίσταση» στη μεταπολίτευση. Ωστόσο, κάποιοι μελετητές εστίασαν στις εμφύλιες συγκρούσεις της κατοχικής περιόδου και υποβάθμισαν την εθνικοαπελευθερωτική διάσταση της Αντίστασης, για να υποστηρίξουν ότι η Αριστερά ήδη από το 1943 επεδίωκε να καταλάβει βίαια την εξουσία. Το επόμενο βήμα, μετά την υποβάθμιση της εθνικοαπελευθερωτικής διάστασης της Αντίστασης, είναι η απαξίωση συλλήβδην της Αντίστασης.

Στην ειδική έκδοση της Καθημερινής της 8 Μαΐου 2011 δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Στάθη Καλύβα με τίτλο «Αποτιμώντας την Αντίσταση». Ο Σ. Καλύβας υποστηρίζει ότι τα όποια οφέλη της Αντίστασης για την Ελλάδα εντοπίζονται σε συμβολικό επίπεδο (εθνική υπερηφάνεια, αγώνας ενάντια στο φασισμό). Από την άλλη, οι ζημίες ήταν πολλαπλές. «Η Αντίσταση», διατείνεται ο αρθρογράφος, «απέτυχε στους περισσότερους στόχους της, ενώ επέβαλε ένα μεγάλο κόστος στη χώρα»: δεν έδιωξε τους κατακτητές αλλά μόνοι τους αποχώρησαν, οι περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ δεν ήταν ιδιαίτερα ελεύθερες, το κόστος που πλήρωσαν οι Γερμανοί ήταν μικρό, τα αντίποινα «που προκάλεσε η Αντίσταση» ήταν αιματηρά, η Αντίσταση μεγέθυνε τη συνεργασία με τους κατακτητές και, τέλος, η Αντίσταση «ταυτίστηκε με έναν εμφύλιο σπαραγμό που οδήγησε σε νέες μεταπολεμικές εμφύλιες συγκρούσεις». Μέσα από αυτή την ιδιότυπη προσέγγιση προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Αντίσταση ήταν «αντιπαραγωγική». Με άλλα λόγια, η Αντίσταση περισσότερο έβλαψε παρά ωφέλησε την Ελλάδα…

Γιάννης Τσαρούχης, "Η Εθνική Απελευθέρωσις", 1944

Ο αρθρογράφος δεν εξετάζει τα αίτια της εμφάνισης της Αντίστασης. Το κίνημα της Αντίστασης προέκυψε από τις συνθήκες που επέβαλαν οι κατακτητές στις κατεχόμενες χώρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η Αντίσταση δεν ήταν απλά και μόνο αποτέλεσμα του πατριωτισμού αλλά και της αυτοπροστασίας της κοινωνίας απέναντι στη βία και την εξαθλίωση που προκάλεσαν οι κατοχικές δυνάμεις. Η πείνα, η τρομοκρατία, οι απαγορεύσεις, οι στερήσεις ώθησαν τον πληθυσμό να συμμετάσχει στο κίνημα της Αντίστασης. Η Αντίσταση εμφανίζεται στις χώρες όπου το «κόστος» της Κατοχής είναι υψηλό για την κοινωνία. Με αυτή την έννοια, οι επιπτώσεις της Αντίστασης δεν μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις της Κατοχής.

Η δράση της Αντίστασης στην Ελλάδα δεν μπορεί να υποτιμηθεί, στο βαθμό που αποτελούσε έντονη πηγή ανησυχίας για τις κατοχικές δυνάμεις. Οι κινητοποιήσεις του ΕΑΜ στις πόλεις εμπόδισαν την πολιτική επιστράτευση στις αρχές του 1943. Οι επιθέσεις των ανταρτών του ΕΛΑΣ κατά μεταλλείων και ορυχείων και οι δολιοφθορές στο συγκοινωνιακό δίκτυο προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στη γερμανική στρατιωτική μηχανή. Οι απώλειες των γερμανικών στρατευμάτων δεν ήταν αμελητέες. Μεταξύ Μαρτίου 1943 και Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί έχασαν 4.000 άνδρες, ενώ άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν. Επειδή η ένοπλη Αντίσταση συνιστούσε πραγματική απειλή, οι Γερμανοί προχώρησαν στη διενέργεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και πολύνεκρων αντιποίνων. Τα αντίποινα, ωστόσο, δεν τα «προκάλεσε» η Αντίσταση. Τα αντίποινα τα προκάλεσε η λογική της βίας των κατοχικών στρατευμάτων, που εφάρμοσαν την αρχή της συλλογικής ευθύνης και της ασύμμετρης απάντησης και μια φυλετική θεώρηση που υποβίβαζε τη ζωή των ελλήνων πολιτών ως ανάξια ύπαρξης. Η ευθύνη των αντιποίνων βαραίνει αυτούς που τα διενεργούν, γι’ αυτό και μετά τη βαρβαρότητα των γερμανικών στρατευμάτων, τα αντίποινα περιορίστηκαν από το διεθνές δίκαιο (1949). Συνέχεια ανάγνωσης

Κέρδη και ζημίαι

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Τρικάκι της ΕΠΟΝ (ΑΣΚΙ)

Ωφέλησε ή έβλαψε τη χώρα μας η Αντίσταση; Ας σταθμίσουμε προσεκτικά τα υπέρ και κατά, μας λέει ο Στάθης Καλύβας (Η Καθημερινή, 8.5.2011), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ζημίες ήταν πολλές και ανεπανόρθωτες. Το επόμενο βήμα, το διά ταύτα, δεν διατυπώνεται, αλλά εξάγεται αβίαστα, άλλωστε τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται: αν η βλάβη υπήρξε ανήκεστος, τότε προφανώς η Αντίσταση ήταν –και είναι–, τουλάχιστον, αποφευκτέα: μόνο κάποιος παράφρων θα υποστήριζε εγχειρήματα τόσο βλαβερά και ζημιογόνα.

Ας θέσουμε και ας απαντήσουμε λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο, κάποια ανάλογα ερωτήματα: Όταν η Ελλάδα δέχτηκε τη γερμανική επίθεση, η αντίσταση του ελληνικού στρατού ωφέλησε ή έβλαψε; Έβλαψε, μάλλον, αφού ήταν μάταιη και είχαμε και νεκρούς. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου; Απ’ ό,τι φαίνεται, έβλαψε κι αυτή, αφού, εκτός τους νεκρούς, έθεσε τέλος στη «φιλελευθεροποίηση» Μαρκεζίνη, οδηγώντας στη σκλήρυνση του καθεστώτος και  την άνοδο Ιωαννίδη. Οι Πολωνοί εργάτες το 1956, οι Κινέζοι φοιτητές το 1989 και τόσοι άλλοι  τι άλλο κέρδισαν  εκτός από διώξεις, φυλακίσεις και νεκρούς; Προχωρώντας, αν αποδείξουμε με κάποιο σκεπτικό ότι η συνεργασία και ο δωσιλογισμός απέδωσαν οφέλη (λ.χ. άμβλυνση των συνεπειών της κατάκτησης), πρέπει άραγε να συνάγουμε ότι όφειλαν να γενικευθούν αποτελώντας πρότυπο, ότι ο Πεταίν θα όπως  και η γενικευμένη αποδοχή του καθεστώτος Πεταίν στη Γαλλία;

Όταν θέτουμε τέτοια ερωτήματα, η κουβέντα δεν μπορεί να περιοριστεί στο πεδίο της επιστήμης αλλά περνάει  στην επικράτεια των αξιών, των αρχών, του τρόπου που επιλέγουμε να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας.  Γιατί τέτοιες σταθμίσεις «οφέλους» και «ζημίας» έχουν δύο –σφαλερές και συνάμα θλιβερές– απολήξεις: είτε εκβάλλουν σε έναν λόγο υπέρ του δυνατού και ένα κήρυγμα εθελοδουλίας, αφού τα αντιστασιακά και εξεγερσιακά εγχειρήματα έχουν κόστος και πολύ συχνά δεν κερδίζουν· είτε σε μια εκ των υστέρων σοφία, υπέρ της αντίστασης όποτε αυτή τελικά υπερίσχυσε και έγινε ο ισχυρός: λ.χ. το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου ήταν επωφελές, φαντάζομαι, αφού ξέρουμε σήμερα ότι πέτυχε (αντίθετα, αν είχαν νικήσει οι Ιταλοί, θα αποφαινόμασταν ότι υπήρξε ζημιογόνο). Είναι προφανές ότι κάτι δεν πάει καλά. Συνέχεια ανάγνωσης

Iστορία της εργασίας: νέες προσεγγίσεις σε ένα διαρκές ζήτημα

Standard

συνέντευξη με τη Δήμητρα Λαμπροπούλου 

Το περιοδικό Ιστορείν, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την έκδοση του δέκατου τεύχους του, οργανώνει την επόμενη εβδομάδα ένα μεγάλο και ενδιαφέρον συνέδριο για την ιστορία της εργασίας. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με την ιστορικό Δήμητρα Λαμπροπούλου, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συνεδρίου.

 

Διαδήλωση υπαλλήλων, Αθήνα 1927 (Αρχείο ΓΣΕΕ)

Την πρώτη μου ερώτηση την αντιγράφω από το πρόγραμμα του συνεδρίου: «Γιατί ένα συνέδριο για την εργασία»; 

* Σε μια εποχή κατά την οποία η εργασία και το μέλλον της τελούν υπό καθεστώς έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, ο καιρός είναι ώριμος για να προβληματιστούμε πάνω στην ιστορία της εργασίας. Αυτή είναι μια πρόταση με την οποία ξεκινούσε ένα σημαντικό βιβλίο με τον τίτλο Τα ιστορικά νοήματα της εργασίας, που εκδόθηκε το 1987 υπό την επιμέλεια του βρετανού ιστορικού Πάτρικ Τζόις. Σχεδόν 25 χρόνια αργότερα, η πρόταση διατηρεί την επικαιρότητά της. Σκεφτείτε τα χαρακτηριστικά της τρέχουσας συγκυρίας που ξαναφέρνουν την εργασία στο επίκεντρο των δημόσιων παρεμβάσεων: η διεθνής οικονομική κρίση, τα σύγχρονα μεταναστευτικά ρεύματα, οι μετασχηματισμοί του διεθνούς καταμερισμού, η αποδιάρθρωση των κοινωνικών πολιτικών, οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις, η δραματική ανάκαμψη των δεικτών ανεργίας, η αγωνία για την επιδείνωση των όρων ένταξης στην εργασιακή διαδικασία, που φαίνεται να αποτελεί συστατικό της κοινωνικοποίησης των νεότερων γενεών. Οι οξυμένες μορφές που αποκτά το πρόβλημα στις συνθήκες της ύφεσης διασταυρώνονται με προγενέστερες έγνοιες, οι οποίες αφορούν το χαρακτήρα της εργασίας σε συνθήκες τριτογενοποίησης της οικονομίας και παγκοσμιοποίησης του παραγωγικού περιβάλλοντος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ιστορία στη χαμένη άνοιξη του 1960. Μια προσωπική κατάθεση εκ των υστέρων

Standard

του Σπύρου I. Ασδραχά

Βάσω Κατράκη, "Ψαράδες με καπέλα"

Με τίτλο «Στοιχεία για τη δεκαετία 1957-1967» κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες το 12ο τεύχος του Αρχειοτάξιου επικεντρωμένο στη ματαιωμένη άνοιξη της δεκαετίας του ’60.  Με μεγάλη χαρά φιλοξενούμε στα «Ενθέματα» ένα απόσπασμα από το κείμενο του Σπύρου Ασδραχά από τον σχετικό τόμο με θέμα την ιστοριογραφία της περιόδου.


[…] Κοντολογής, ποιες ήταν οι μαρξιστικές ιστορικές αναγνώσεις τη δεκαετία του 1960; Κυριαρχούνται από τις μεταφράσεις γενικών σοβιετικών συνθέσεων, στις οποίες ο ελληνοκεντρισμός μας (φυσικά ο νεώτερος ελληνοκεντρισμός) δύσκολα ανάπνεε: από την ημιτελή Διπλωματική Ιστορία του Ποτέμκιν ως την Παγκόσμια Ιστορία και της Ιστορία των Νεώτερων Χρόνων της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Βεβαίως ο κλήρος της Αρχαιότητας, και λιγότερο του Βυζαντίου, ήταν ο πιο μεγάλος και ριζοτομικός προς την κατεύθυνση μιας ιστορίας που διαλογιζόταν με τις πηγές, δίνοντας έτσι μια πρακτική εισαγωγή στη μεθοδολογία της ιστοριογραφίας και της ιστορικής έρευνας: αναφέρομαι στο μεταθανάτια εκδομένο έργο του Ρανόβιτς για τους ελληνιστικούς χρόνους που μεταφράστηκε από τις ΠΛΕ και κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα. Αλλά η μεθοδολογία της ιστοριογραφίας και της ιστορικής έρευνας ήταν μάλλον απούσα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορικά και πολιτικά αιτούμενα μιας συνεργασίας

Standard

Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Γ. ΣΚΛΗΡΟ ΣΤΟΝ Δ. ΧΑΤΖΗ

του Νίκου Πετραλιά

Αλφόν Χόροβιτς, "Μάης" ("Νέοι Πρωτοπόροι", Μάης 1936)

Είναι σε όλους γνωστή η πραγματικά σημαντική συμβολή των ΑΣΚΙ στη μελέτη της ιστορικής πορείας της ελληνικής Αριστεράς, και όχι μόνον. Κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων λειτουργίας τους κατόρθωσαν να εκφράσουν και να μετατρέψουν σε πράξη αυτό που ο Φίλιππος Ηλιού ονόμασε υπαγωγή της ιστορίας της Αριστεράς στις απαιτήσεις της επιστημονικής ιστοριογραφίας.

Όμως, η διερεύνηση της ιστορίας της Αριστεράς είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση, που δεν αφορά μόνον ιστορικούς και ιστοριογράφους. Αφορά επίσης, ίσως κατά κύριο λόγο, και την ίδια την Αριστερά. Και ακόμα περισσότερο τη ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά, αφού αυτή έχει αναλάβει την υποχρέωση να διασφαλίζει την ενότητα της αριστερής πολιτικής και της ιστορικής αυτογνωσίας, με την επιστημονική προσέγγιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει καθημερινά η κοινωνία και, μαζί με αυτήν, και η Αριστερά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ανάδευση μιας μαρξικής αυτογνωσίας

Standard

Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Γ. ΣΚΛΗΡΟ ΣΤΟΝ Δ. ΧΑΤΖΗ

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Γ. Σκληρός

Εκθέτω, με τη συντομία που επιβάλλει ο φιλόξενος χώρος των «Ενθεμάτων», το σκεπτικό που διέπει τις συναντήσεις που συνδιοργανώνουν τα ΑΣΚΙ και το Ινστιτούτο Ν. Πουλαντζάς:  πρόκειται για την μαρξιστικής αναφοράς ελληνική ιστοριογραφία. Σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να προσδιορίσουμε χρονικά το πεδίο παρατήρησης, αρχίζοντας από τον Γ. Σκληρό και καταλήγοντας στον Δ. Χατζή: ως προς την αφετηρία περιττεύουν οι εξηγήσεις· ως προς την κατάληξη αξίζει να υπομνησθεί η διαπλοκή τού ιστορικού με το πνευματικό, η θεώρηση, αλλοιώς, της διανοητικής ιστορίας υπό το πρίσμα μιας ιστορίας συνολικής που υπακούει σε μαρξικές υποθέσεις έρευνας.

Ο Δ. Χατζής με τον Ν. Καρβούνη στο βουνό, στα χρόνια της Αντίστασης

Κρίναμε επίσης ότι οι θεματικές διακρίσεις θα έπρεπε να συναρθρώνονται σε ένα τρίπτυχο, χρονολογικό, νοηματικό και παραδειγματολογικό. Το χρονολογικό αφορά τη διαχρονικότητα της ελληνικής ιστορίας, με εκπρεπέστερο εκπρόσωπό της τον Γιάνη Κορδάτο· ωστόσο, η διαχρονικότητα, κοντολογής το ζαμπελικό και παπαρρηγοπουλικό σχήμα, με τις αυτονόητες υπερβάσεις τους, δεν αποτέλεσε μιαν ενιαία θεματική ενότητα. Προκρίθηκε ένας άλλος καταμερισμός: Αρχαιότητα, Βυζάντιο (με τα δυτικά του παρεπόμενα), οθωμανική κυριαρχία, ελληνικό κράτος. Παράλληλα, άλλες θεματικές διακρίσεις, που περιττεύει να τις αναφέρω, καθώς αναγράφονται στο Πρόγραμμα. Θα επισημάνω μόνο ότι στην ενότητα της Αρχαιότητας συμπεριελήφθηκε ένα προδρομικό κείμενο του Δ. Γληνού, η «Εισαγωγή» στον Σοφιστή. Και τούτο γιατί θέτει καίρια προβλήματα: επιβίωση και αναβίωση, τύχες της Αρχαιότητας στον νεώτερο ελληνισμό κι ακόμη μεθοδολογικές προτάσεις και ανοίγματα, λόγου χάρη προς την ψυχανάλυση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κύκλοι συζητήσεων για τη μαρξιστική ιστοριογραφία στην Ελλάδα

Standard

Στον πρώτο κύκλο συναντήσεων τίθενται ζητήματα που αφορούν την οικονομική διάσταση της ελληνικής μαρξικής ιστοριογραφίας και τις μαρξιστικές προσεγγίσεις στην αρχαιότητα και στους κλέφτες και τους αρματολούς. Συμμετέχουν: Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Βαγγέλης Πρόντζας, Παντελής Λέκκας, Έλενα Πατρικίου, Νίκος Θεοτοκάς, Νίκος Κοταρίδης.

Συνέχεια ανάγνωσης