ΠΓΔ της Μακαρονάδας (*)

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Mπαστ, "Μεγαλέξανδρος και Ρωξάνη"

Mπαστ, «Μεγαλέξανδρος και Ρωξάνη»

«Ο υπουργός μετανάστευσης της Ελλάδας παραιτήθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, επειδή αποκάλεσε “Μακεδονία” τη Μακεδονία» (πηγή: businessinsider.com). O τίτλος συμπυκνώνει, νομίζω, τον τρόπο με τον οποίο όλος ο πλανήτης (δεν) αντιλαμβάνεται την «υπόθεση Μουζάλα», καθώς και τον τραγέλαφο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο ζήτημα της γειτονικής χώρας. Όποια εγκυκλοπαίδεια ή ξένη εφημερίδα κι ανοίξει κανείς, με όποιον κι αν μιλήσει στο εξωτερικό διαπιστώνει ότι όλος ο κόσμος αποκαλεί τη γειτονική χώρα Macedonia. Ούτε FYROM ούτε φυσικά «Σκόπια» Άλλωστε κι εμείς δεν λέμε «Βασίλειο των Κάτω Χωρών» αλλά Ολλανδία, δεν λέμε «Γαλλική Δημοκρατία» αλλά Γαλλία, δεν λέμε «Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού» αλλά Μεξικό — έτσι και την (παλιά Γιουγκοσλαβική) «Δημοκρατία της Μακεδονίας» τη λένε παντού Μακεδονία.

Αυτό το γνωρίζουν όλοι, μα όλοι, οι πολιτικοί και διπλωμάτες της χώρας μας. Γιατί, απλούστατα, σε οποιαδήποτε συζήτηση ο συνομιλητής τους για «Μακεδονία» μιλάει. Δεν ξέρω πώς ακριβώς το χειρίζονται οι Έλληνες συνομιλητές. Είμαι πάντως σίγουρος ότι δεν βγάζουν λογύδρια υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας ούτε τους διαβάζουν εκλεκτές περικοπές του Μέρτζου. Πιθανότατα, και οι ίδιοι τον ίδιο ακατανόμαστο όρο χρησιμοποιούν. Γιατί, σύμφωνοι, να πεις FYROM (παρότι, βέβαια, όπως αναρωτιόταν η Μαρία Λυκούρα, το «Μ» της FYROM σημαίνει Μακαρονάδα;) Αλλά μετά; Θα λες για φυρομιανή κυβέρνηση, φυρομιανές αρχές, ελληνοφυρομιανά σύνορα; Συνέχεια ανάγνωσης

Όμως εγώ παραδέχτηκα την ήττα…

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

 Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935


Άρθουρ Ντόουβ, «Κόκκινος ήλιος», 1935

Ο τίτλος, καρφωμένος στο μυαλό μου εδώ και δυο βδομάδες, προσπαθεί να εκφράσει δύο βασικά, για μένα, πράγματα, προκειμένου να συνεχίσουμε: την ήττα και την παραδοχή της. Θα προσπαθήσω να τα εξηγήσω, μαζεύοντας τη σκέψη και τα κουράγια μου.

α) Λέμε όλοι, και σωστά, ότι η συμφωνία (θα) είναι κακή, απέχει από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, συνιστά ήττα. Ασφαλώς. Όμως πρόκειται για κάτι πολύ παραπάνω. Όχι μόνο δεν ακυρώσαμε τα Μνημόνια, αλλά θα υπογράψουμε ένα καινούργιο· κι αυτό δεν είναι «λεπτομέρεια», αλλά σεισμός, καθώς η κατάργηση των Μνημονίων υπήρξε, τα τελευταία χρόνια, κορμός της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, συνεκτικό του στοιχείο και βασικός λόγος της ανόδου του. Έτσι, η ήττα πλήττει συνολικά τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ. Ας υποθέσουμε, λ.χ., ότι (αν και μοιάζει απίθανο σήμερα) χάνει τις επόμενες εκλογές· σε ποια βάση θα αντιπολιτευθεί και θα αντιπαλέψει το Μνημόνιο, αφού το έχει αποδεχθεί;

Υπάρχει, εδώ, μια ποιοτική διαφορά, σε σχέση με άλλες ήττες (ενός συνδικάτου, λ.χ.): η άσκηση της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς βρίσκεται στην κυβέρνηση, είναι αναγκασμένος –με όποιες «ρωγμές»– να εφαρμόσει τα αντίθετα από όσα έλεγε.

β) Η ήττα αφορά, αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλους όσους υποστηρίξαμε το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς, ο ρόλος της Μέρκελ και του Σόιμπλε είναι καθοριστικός, και η όλη ιστορία αποκαλυπτική για την «υπαρκτή Ε.Ε.». Ωστόσο, αυτό δεν συνιστά άλλοθι, για να καταλήξουμε ότι, τελικά, εμείς δεν φταίμε. Όχι, δεν τα λέγαμε καλά· και το γράφω, ασφαλώς, και σε ό,τι με αφορά. Και η διάθεση ωραιοποίησης ή υπεκφυγής μου φαίνεται ό,τι χειρότερο· χρειάζεται, νομίζω, συναίσθηση, αναστοχασμός αλλά και, πώς να το πω, ταπεινότητα, συντριβή· όχι για να σκύψουμε το κεφάλι, αλλά για μπορούμε να κοιτάζουμε τους άλλους στα μάτια. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπόθεση Χαϊκάλη: Mια πολύ σοβαρή υπόθεση

Standard

WEB ONLY- MONO ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΩΝ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ

του Στρατή Μπουρνάζου

 Bosch_Cristo_03Έμαθα για την υπόθεση Χαϊκάλη απόγευμα Παρασκευής, ενώ ήδη είχαμε σελιδοποιήσει τα «Ενθέματα». Παρότι το άρθρο που μόλις είχα γράψει σχετιζόταν άμεσα με τα καταγγελλόμενα, προτίμησα να μην κάνω κάποια προσθήκη «επί του πιεστηρίου». Όχι επειδή το θέμα ήταν ασήμαντο αλλά τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή ήταν εξαιρετικά σημαντικό (και σκοτεινό, βέβαια), κι έτσι δεν μπορούσα το ξεπετάξω με τρεις αράδες.

Δυο μέρες μετά, η αρχική μου αίσθηση έχει ενισχυθεί. Θεωρώ, λοιπόν, πρόκειται για υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή – και αυτό ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα ή τη φερεγγυότητα των εμπλεκόμενων και πρωταγωνιστών.

Όποια από τις δύο εκδοχές που κυκλοφορούν και αν ισχύει (είτε έχουμε απόπειρα χρηματισμού του Π. Χαϊκάλη, είτε μια υπόθεση που «έστησαν» οι ΑΝΕΛ) το πολιτικό ζήτημα είναι τεράστιο. Στην πρώτη, η κυβέρνηση (ή η ΝΔ ή κύκλοι της) εξαγοράζει ψήφους, στη δεύτερη ένα κοινοβουλευτικό κόμμα (και ενδεχομένως σύμμαχος του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας), ακόμα κι αν είναι το φαιδρότερο, στήνει μια τέτοια σκευωρία. Γι’ αυτό, όσο κι αν αηδιάζουμε από την υπόθεση (γιατί η ίδια αλλά και τα παραφερνάλιά της –γι’ αυτά γράφω πιο κάτω– έχουν κάτι εντόνως αηδές), όσο και αν το νοσηρό κλίμα που δημιουργείται αποπροσανατολίζει από πολλά άλλα σοβαρά (από τη βροχή τροπολογιών μέχρι την αποθέωση της νομιμοποίησης των καταπατήσεων και της υφαρπαγής δημόσιας γης), δεν μπορούμε να την προσπεράσουμε.

Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή είναι μόνο η αφετηρία της συζήτησης. Δεν μπορούμε να μείνουμε στο είτε-είτε (είτε χρηματισμός είτε σκευωρία), όσο κι αν αυτό είναι ίσως βολικό, όση απόγνωση κι αν μας δημιουργεί ότι πρέπει να βουτηχτούμε στον βούρκο για να βγάλουμε άκρη. Δεν μπορούμε, πιστεύω, ως υπεύθυνα πολιτικά όντα, να πούμε ότι μπορεί να ισχύει το ένα μπορεί και το άλλο, είναι και τα δυο αηδή, και αφού εμείς δεν έχουμε σχέση, ας τα ξεκαθαρίσουν μεταξύ τους. Και δεν μπορούμε να το πούμε, ακριβώς επειδή δεν γίνεται να ισχύουν και τα δύο, και έχει μεγάλη πολιτική σημασία τι ισχύει. Ούτε μπορούμε να ξεφορτωθούμε την υπόθεση, επαφιέμενοι στη δικαιοσύνη (αν και ασφαλώς πρέπει να απαιτούμε τη δικαστική διερεύνηση, τάχιστα). Σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, οφείλουμε να τοποθετηθούμε· όχι ως ντετέκτιβ, δικαστές ή παντογνώστες. Τοποθετούμαι λοιπόν, με τη διάθεση να μοιραστώ δημόσια τις θέσεις μου, αλλά και επειδή θεωρώ ότι η τοποθέτηση (με τον κίνδυνο της διάψευσης) είναι στοιχείο πολιτικής υπευθυνότητας.

α) Πιστεύω ότι  υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι η καταγγελία είναι σοβαρή και βάσιμη (και πρωτίστως το ίδιο υλικό), ενώ δεν έχουμε κάποιο χειροπιαστό στοιχείο που να την κλονίζει σοβαρά. Όλα τα αντίθετα που έχουν ειπωθεί (η αφερεγγυότητα των ΑΝΕΛ, η φαιδρότητα και η εμπλοκή Καμμένου σε σκοτεινές υποθέσεις, το πολιτικό όφελος των ΑΝΕΛ), παρότι τα συμμερίζομαι, δεν στοιχειοθετούν ενδείξεις για να θεωρήσουμε ότι η υπόθεση «στήθηκε» από τον Καμμένο-Χαϊκάλη.

Αν ήταν έτσι, τότε στην υπόθεση Καισιδιάρη-Μπαλτάκου, θα έπρεπε να θεωρήσουμε εξαρχής το βίντεο χαλκευμένο, αφού ο Κασιδιάρης είναι εξ ορισμού ραδιούργος, συνωμότης και αφερέγγυος. Και όμως το βίντεο το πήραμε στα σοβαρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποληπτόμαστε στο ελάχιστο τον Κασιδιάρη. Στην παρούσα υπόθεση, μάλιστα, μια σειρά στοιχεία που λέγονται για να κλονίσουν την αξιοπιστία της καταγγελίας (ότι οι ΑΝΕΛ είναι «ψεκασμένοι», ότι ο Αποστολόπουλος διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Καμμένο) ενισχύουν, στα μάτια μου, τη φερεγγυότητά της. Γιατί είναι προφανές ότι οι ενδιαφερόμενοι ούτε τον Γλέζο ούτε την Παπαρήγα ούτε τον Δρίτσα ούτε τον Άγιο Φραγκίσκο θα προσέγγιζαν· κάποιον «ψεκασμένο» και πολιτικά κοντινό θα έψαχναν, και θα τον προσέγγιζαν μέσω κάποιου προσώπου που θα ενέπνεε στον προσεγγιζόμενο εμπιστοσύνη, προσωπικά και πολιτικά. Συνέχεια ανάγνωσης