Η εικόνα της βαρβαρότητας και η βαρβαρότητα της εικόνας

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

«Αυτό είναι το χειρότερο». Χαρακτικό του Φρανσίσκο Γκόγια, 1812-1815.

Δεν είναι  ο θάνατος που με τρόμαξε. Ούτε κι η βιαιότητά του. Ακόμη κι αν δεν τον έσυραν απάνω στους αγκαθερούς ασπαλάθους, ο  τύραννος πλήρωσε τα κρίματά του, τα πολλά και άθλια, με τη ζωή του. Συμβαίνει κι αυτό κάποτε, όσοι περιφρόνησαν τόσο επιδεικτικά την ανθρώπινη ύπαρξη κι αξιοπρέπεια να πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα. Ούτε κι η σκύλευση της σωρού του: πανάρχαια συνήθεια των νικητών, ήταν σχεδόν αναμενόμενη έτσι όπως συνέβη η θανάτωσή του. Ούτε ακόμη κι αυτή η παράξενη πομπή που σχηματίστηκε από όλους εκείνους που θέλησαν να αγγίξουν να βάλουν το δάχτυλο εις τον τύπον των ήλων για να πειστούν ή για να διηγούνται έπειτα από χρόνια ότι ήταν κι εκείνοι εκεί∙ το σώμα του αντικείμενο διαπόμπευσης, υλικό τεκμήριο της νίκης των εχθρών του, της νίκης της Αυτοκρατορίας.

Δεν είναι τα παραπάνω που με τρόμαξαν τόσο πολύ. Είναι κυρίως η διαχείριση της εικόνας τούτου του θανάτου, η βίαιη εισβολή του στις οθόνες όλου του κόσμου. Μέρες τώρα, αυτές οι σκηνές του τρόμου –χωρίς καμιά παρέμβαση, χωρίς καν την προειδοποίηση του εκφωνητή για τη βιαιότητα των όσων θα ακολουθήσουν– παίζουν στην τηλεόραση, σε εφημερίδες σε ιστοσελίδες, παντού, πρωί μεσημέρι και βράδυ. Στο όνομα της ελευθερίας της πληροφόρησης, που προφανώς δεν αφορούσε λ.χ. την εκτέλεση του Οσάμα Μπιν Λάντεν, η εικόνα του νεκρού Καντάφι συμπλέκεται –δίκαια έγραφε η Πόπη Διαμαντάκου για ύβρι στα Νέα της περασμένης βδομάδας– με την εικόνα της υπερφίαλης αμερικανίδας υπουργού των Εξωτερικών, με τις χαρούμενες  δηλώσεις των ευρωπαίων ηγετών, κι ας μην έχουν ακόμη προλάβει να στεγνώσουν στα χέρια τους τα αποτυπώματα από τα δικά του, από τις χειραψίες στις λογής λογής συναντήσεις των τελευταίων χρόνων. Συνέχεια ανάγνωσης

Λιβύη και Αριστερά

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Αφίσα του freestyle (Michael Thopmpson) για την αραβική επανάσταση, από το flickr

Εδώ και δυο μήνες στο χώρο της Αριστεράς, σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, περίσσεψαν οι αναλύσεις για τις αραβικές εξεγέρσεις. Πολλές και ενδιαφέρουσες ματιές, μεταφράσεις κειμένων που φώτιζαν ιστορικές καταβολές, κοινωνικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Και βέβαια όλα αυτά με έμφαση στο γεωπολιτικό βάρος των σημερινών ρηγμάτων, στις συσχετίσεις τους με την καπιταλιστική κρίση, το ενεργειακό πρόβλημα, τη σχέση των ηγετικών ελίτ της Δύσης με φαύλα καθεστώτα και εγκληματικές δυναστείες.

Αυτή όμως η κινητικότητα στο επίπεδο της ανάλυσης και της πληροφόρησης σημαδεύτηκε από την ανυπαρξία κάποιας –συμβολικής– κινηματικής διάθεσης για συμπαράσταση στις λαϊκές εξεγέρσεις των Αράβων. Πυρετός λόγου και απροθυμία ή περίεργες σιωπές στο επίπεδο της ορατής πράξης. Η «υψηλή πολιτική» –μέχρι και η λεπτομερής εξιστόρηση των φυλετικών διαστάσεων της σύγκρουσης στη Λιβύη– σα να κατάπιε τους λόγους της δέσμευσης και το επείγον της πολιτικής αλληλεγγύης. Και το άγχος για διαφοροποίηση από τον («αστικό»;) ανθρωπισμό και τη λιτανεία των αφηρημένων οικουμενικών αξιών να τροφοδοτεί, με λίγες εξαιρέσεις, προσεγγίσεις οι οποίες έψαχναν στις σχισμές της ζωντανής και θερμής Ιστορίας να βρουν τις «δομές» που θα τις δικαιώσουν.

 

Αφίσα του freestyle (Michael Thopmpson) για την αραβική επανάσταση, από το flickr

Ο ακραίος οικονομισμός, ο «ρεαλισμός», οι ασκήσεις ύφους στις θεωρίες του ιμπεριαλισμού σφράγισαν αυτή την παράδοξα αφ υψηλού στάση. Και με την έναρξη της στρατιωτικής επέμβασης τούτη η αναλυτική πολυπραγμοσύνη έδωσε γρήγορα τη θέση της στη μαγική απλούστευση. Για να προβληθεί σε όλους τους τόνους η πλέον κοινότοπη αλήθεια, μια αλήθεια που στην πραγματικότητα δεν διαφωτίζει κανέναν: ότι «όλα σε τελική ανάλυση» αφορούν τα πετρέλαια, τα συμβόλαια, τα deals, την αναδιοργάνωση των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Σα τους φοιτητές που συνηθίζουν να απαντούν –νομίζοντας ότι έτσι ξεφεύγουν από την επίπλαστη αγγελική ηθικολογία του Λυκείου- ότι όλα τελικά γίνονται για τα «συμφέροντα». Ατυχώς, μια τέτοια τετριμμένη «συμφεροντολογία» προσλαμβάνεται συχνά ως εισαγωγή στην καλή υλιστική ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων.

Απέναντι λοιπόν στον δυτικό επιλεκτικό «ιδεαλισμό» επιστρατεύεται ο ψυχρός και αληθινός αντιιμπεριαλιστικός «ρεαλισμός». Απέναντι σε όσους αγνοούν ή καμώνονται πως αγνοούν ότι υφίσταται ιμπεριαλισμός και καπιταλισμός και όχι μια υπερβατικά αθώα διεθνής κοινότητα, προβάλλεται η θέση ότι όλα ή περίπου τα πάντα είναι παιχνίδια ισχύος ανάμεσα σε μερίδες, στρατούς, συμφέροντα των ιμπεριαλιστών. Ο μυστικισμός του ιμπεριαλισμού και του αντι-αποικιοκρατισμού ορθώνεται απέναντι στην απατηλή αθωότητα των γαλλικών, βρετανικών και αμερικανικών χτυπημάτων. Και έτσι λύθηκε το πρόβλημα. Έτσι υπερβαίνονται οι αμηχανίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Λαϊκή Τζαμαχιρία* της Λιβύης

Standard

* Τζαμαχιρία: εξουσία, κράτος των μαζών

του Στρατή Μπουρνάζου

Κι αν η μισή μας καρδιά βρίσκεται, αναγνώστες μου, όπως πάντα, εδώ (στη διαδήλωση της Τετάρτης, στους απεργούς πείνας της Υπατίας, στην εφιαλτική προφυλάκιση της Φέι Μάγερ), η άλλη μισή, βδομάδες τώρα, βρίσκεται στο Μαγκρέμπ και τη Μέση Ανατολή, στους δρόμους της Τύνιδας και στην πλατεία Ταχρίρ, στην Υεμένη και το Μπαχρέιν. Και, βέβαια, στη Λιβύη. Στη Λιβύη, στα πλήθη που ξεχύνονται σ’ όλη τη χώρα, στην απελευθερωμένη Βεγγάζη, στον Καντάφι, πατέρα και υιό –ο πρώτος να δηλώνει ότι θα πεθάνει σαν οσιομάρτυρας και ο δεύτερος να τάζει μεταρρυθμίσεις, απειλώντας ταυτόχρονα με εμφύλιο–, στα αεροπλάνα που βομβαρδίζουν πολίτες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αριστερός, δημοκράτης, ευαίσθητος άνθρωπος, που η καρδιά του, τις μέρες αυτές, να μη χτυπάει στη Λιβύη. To γιατί είναι προφανές, εγώ όμως στέκομαι σε τρία σημεία.

Πρώτα απ’ όλα, τους νεκρούς. Εκατοντάδες, χιλιάδες, κανένας δεν ξέρει με ακρίβεια, κι ο αριθμός καθημερινά μεγαλώνει. Και, πέρα από τον αριθμό, εκείνο που σοκάρει είναι ο τρόπος με τον οποίο βρήκαν τον θάνατο: ριπές στο ψαχνό και, η αποθέωση του τρόμου, στρατιωτικά αεροπλάνα που ρίχνουν βόμβες στον κόσμο. Την Πέμπτη το πρωί κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι υπήρχαν 10.000 νεκροί και 50.000 τραυματίες. Προφανώς, και ευτυχώς, δεν ήταν πραγματική· ωστόσο, και μόνο το ότι για ώρες διερωτόμασταν μήπως αληθεύει, καθώς και ότι την υιοθέτησαν ειδησεογραφικά μέσα όπως το in.gr ή η ΝΕΤ, μας δίνει ένα μέτρο για το πού έχει φτάσει το κακό.

Έπειτα, είναι η υποκρισία των κυβερνήσεων, αλλά και γενικότερα της δυτικής «κοινής γνώμης», που κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα. Εννοώ την ανακάλυψη, εν μια νυκτί, και τον «αποτροπιασμό», αίφνης, για το ότι ο Καντάφι είναι δικτάτωρ, παράφρων, λαομίσητος, αιμοσταγής κ.ο.κ. — κι ας υπήρχαν εδώ και δεκαετίες οι λεπτομερέστατες καταγγελίες όχι μόνο διαφόρων αντιφρονούντων ή «περίεργων», αλλά και καθ’ όλα αξιοσέβαστων οργανώσεων όπως η Διεθνής Αμνηστία ή το Human Rights Watch. To φαινόμενο βέβαια είναι πολύ γενικότερο, ισχύει και για τον Μπεν Άλι και τον Μουμπάρακ (ας θυμηθούμε ότι διαγράφτηκαν από τη Σοσιαλιστική Διεθνή λίγες στιγμές πριν την πτώση τους), ενώ πιθανόν αύριο, εξίσου «κατάπληκτοι», θα ανακαλύψουμε ότι και ο φιλλέλην εμίρης του Κατάρ[1] που μας επισκέπτονταν συχνά πυκνά ή ο αειθαλής σαουδάραβας μονάρχης δεν αποτελούν ακριβώς την επιτομή της δημοκρατίας και το πρότυπο του λαοφιλούς ηγέτη. Παραπέμπω, επ’ ευκαιρία, στο κείμενο «VIP δικτάτορες στην παρέλαση για τη γιορτή της Γαλλικής Δημοκρατίας», από το εξαίρετο μπλογκ L’Enfant de la Haute Mer (http://inconue.wordpress.com/2010/07/15/very-important-dictateurs-au-defile-du-14-juillet/). Εκεί μαθαίνουμε πώς μια ντουζίνα δικτάτορες εκπροσωπήθηκαν στη γιορτή-σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας, την περίφημη 14η Ιουλίου, ενώ στρατιωτικά αγήματα των χωρών τους παρέλασαν, την ίδια μέρα, στα Ηλύσια Πεδία. Συνέχεια ανάγνωσης

Το ρεζίλεμα της υψηλής διπλωματίας της Γαλλίας

Standard

του Στέφαν Ζίμονς

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Κατέφθασε με 100 λιμουζίνες, υποσχέθηκε μπίζνες δισεκατομμυρίων και κατασκήνωσε μες στο κέντρο του Παρισιού: για τους γάλλους διπλωμάτες, ο Μουαμάρ αλ-Καντάφι ήταν ο εξαγνισμένος ηγεμόνας, ένας καλοδεχούμενος επισκέπτης. Η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά μετά τη δολοφονική επίθεση ενάντια στον ίδιο του το λαό.

Τιμητική υποδοχή, επίσημο δείπνο στο Μέγαρο των Ηλυσίων και δύο προσωπικές συναντήσεις με τον πρόεδρο Νικολά Σαρκοζύ — η επίσκεψη του Καντάφι το 2007 ήταν μια πενθήμερη υπόκλιση διαρκείας στον ηγέτη της λιβυκής επανάστασης. Έφτασε με συνοδεία 400 ατόμων και με στόλο από 100 λιμουζίνες, έστησε βεδουίνικο αντίσκηνο στο προαύλιο ενός μεγάρου στο κέντρο του Παρισιού και έκανε το γύρο της πόλης με πλοίο — εκείνες τις ώρες απαγορεύτηκε η κυκλοφορία στις γέφυρες του Σηκουάνα.

Για να συμπληρωθεί το ρεζίλεμα του πρωτοκόλλου, ο Καντάφι έγινε δεκτός στη χώρα «της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης» ακριβώς την «Παγκόσμια Ημέρα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Ο υπουργός Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ, που μεταπήδησε στην κυβέρνηση από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, κόμπιασε σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη, προσπαθώντας να αποφύγει τον χαρακτηρισμό «δικτάτορας» για τον Καντάφι. Η Ραμά Γιαντ, τότε υφυπουργός για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων (στον επόμενο ανασχηματισμό έγινε υφυπουργός Αθλητισμού και αργότερα δεν περιλήφθηκε ξανά στο κυβερνητικό σχήμα [Σ.τ.Μ.]), κατέκρινε έντονα την επίσκεψη του λίβυου ηγέτη, λέγοντας ότι «η χώρα μας δεν είναι χαλάκι για να σκουπίζει ο κάθε ηγέτης τα πόδια του από το αίμα των εγκλημάτων του» και κλήθηκε έπειτα από τον Σαρκοζύ να δώσει λογαριασμό για αυτά της τα λόγια.

Δεν είναι ν’ απορεί κανείς: ο Καντάφι είχε υποσχεθεί στον γάλλο ομόλογό του την αγορά πολεμικών αεροσκαφών και στρατιωτικών ελικοπτέρων, για την οποία τα συμβόλαια, όπως ήλπιζε ο Σαρκοζύ, θα έφταναν «στο ύψος των 10 εκατομμυρίων ευρώ».

Απερίσκεπτος πραγματισμός

 

Σκίτσο του Λατούφ

Στην επίσκεψη εκείνη, το Παρίσι είχε τιμήσει τον ηγεμόνα της ερήμου επειδή είχε απελευθερώσει τις βουλγάρες νοσοκόμες, τις οποίες είχε πρώτα φυλακίσει αυθαίρετα η λιβυκή δικαιοσύνη. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, ένα μούδιασμα απλώνεται στους διπλωματικούς κύκλους — όχι μόνο γιατί η παραγγελία των εξοπλισμών εξέπεσε σε αγορά 20 μόνο Αίρμπας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και προκάτοχοι του Σαρκοζύ στο προεδρικό μέγαρο, όπως ο Ζωρζ Πομπιντού, είχαν πουλήσει την Τρίπολη αεροσκάφη Μιράζ· αναμφίβολα, επίσης, ορισμένοι γάλλοι αριστεροί θεωρούσαν τον χαμαιλέοντα δικτάτορα μπροστάρη στη μάχη κατά του ιμπεριαλισμού.

Τώρα, μια ομάδα διπλωματών καταγγέλλει δημοσίως και με ασυνήθιστα έντονο ύφος τον «ερασιτεχνισμό» και τον «παρορμητισμό» της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία καθορίζεται κυρίως από την ατζέντα δημοσίων σχέσεων του Μεγάρου των Ηλυσίων. Μια ομάδα ειδικών του υπουργείου Εξωτερικών, που διατηρούν την ανωνυμία τους, περιγράφουν σε άρθρο τους στη Le Monde την πορεία του Σαρκοζύ στην εξουσία ως μια αλληλουχία από ήττες και αποτυχίες, η οποία, τώρα, ενόψει της κρίσης στη βόρεια Αφρική, αναδεικνύεται πάλι ανάγλυφα και φανερώνει την αδυναμία της Γαλλίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Κατάληψη στο LSE για να σταματήσει η χρηματοδότηση από τον Καντάφι

Standard

 

Από την κατάληψη: "Το LSE παίρνει 300 χιλιάδες ματωμένεςλ λίρες από τον Καντάφι. Λέμε Όχι!"

Την Τρίτη 22 Φεβρουαρίου, φοιτητές του London School of Economics (LSE), κατέλαβαν μια αίθουσα στο Παλαιό Κτίριο, απαιτώντας το σταμάτημα κάθε σχέσης της Σχολής με το καθεστώς της Λιβύης. Πέτρα του σκανδάλου, η επιχορήγηση του LSE, το 2009, από το Διεθνές Φιλανθρωπικό και Αναπτυξιακό Ίδρυμα Καντάφι (GICDF) με 1,5 εκατομμύρια λίρες, με σκοπό τη δημιουργία ενός ερευνητικού προγράμματος για την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία της Βόρειας Αφρικής. Ας σημειωθεί επίσης ότι ο γιος και «διάδοχος» του Καντάφι, Σαΐφ, έχει πάρει το διδακτορικό του από το LSE, με θέμα τον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και των διεθνών οργανισμών στον εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων, η διοίκηση του LSE, είχε αναγκαστεί να ανακοινώσει, μια μέρα πριν, ότι θα αρνηθεί στο εξής χορηγίες συνδεόμενες με το καθεστώς Καντάφι.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Η προκήρυξη των φοιτητών

Ζητάμε:

α) Η διοίκηση του LSE να καταγγείλει δημόσια την πρόσφατη βάναυση καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς Καντάφι, καθώς τις απειλές που εκτόξευσε ο Σαΐφ Καντάφι εναντίον των διαδηλωτών στη Λιβύη.

Σκίτσο του Τζων Σπρινγκς, από το NYRB

β) Το LSE να δεσμευτεί επισήμως ότι θα σταματήσει κάθε συνεργασία με το καθεστώς της Λιβύης, όπως και οποιοδήποτε άλλο δικτατορικό καθεστώς που είναι γνωστό ότι ευθύνεται για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

γ) Το LSE να αρνηθεί το υπολειπόμενο ποσό της χορηγίας του Διεθνούς Φιλανθρωπικού και Αναπτυξιακού Ιδρύματος Καντάφι (GICDF), που ανερχόταν συνολικά σε 1,5 εκατομμύριο λίρες· και να εργαστεί

για τη δημιουργία ενός κεφαλαίου για τη χορήγηση υποτροφιών σε άπορους λίβυους φοιτητές, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από τις 300.000 λίρες που έχει ήδη λάβει το LSE από το Ίδρυμα Καντάφι και δεν τις έχει ακόμα αξιοποιήσει.

δ) Να διαγραφεί ο Σαΐφ Καντάφι από τον σύλλογο των αποφοίτων, διότι οι δημόσιες δηλώσεις του την Κυριακή 20 Φεβρουαρίου, αλλά και μια σειρά εκθέσεις διεθνών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα δείχνουν με σαφήνεια ότι εμπλέκεται στη δολοφονία αθώων πολιτών, καθώς και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ένταξή του στην κοινότητα του LSE, και κυρίως στο σώμα όσων σπούδασαν σε αυτό, είναι ένα όνειδος που δεν μπορούμε να ανεχθεί κανένας από εμάς, εργαζόμενους, φοιτητές και αποφοίτους του LSE. Συνέχεια ανάγνωσης

Το LSE και ο Καντάφι: για άλλη μια φορά στη λάθος πλευρά της Ιστορίας

Standard

του Τζέρομ Ρους

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η εγκάρδια σχέση του LSE με το καθεστώς Καντάφι αποτελεί ένα μόνο παράδειγμα ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος: της μόνιμης αποτυχίας των φιλελεύθερων δυτικών υπερασπιστών της ελευθερίας και της δημοκρατίας να εφαρμόσουν στην πράξη αυτά που διακηρύσσουν. […]

 

Mνημείο στην Τρίπολη που αναπαριστά το «Πράσινο Βιβλίο» του Καντάφι. (The New York Times)

Οι φιλελεύθεροι της Δύσης μπορεί να πιστεύουν βαθιά ότι η ελευθερία και η δημοκρατία είναι αναπαλλοτρίωτες, όπως και τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, η καταπάτηση των οποίων είναι απαράδεκτη, αλλά αυτή η γνήσια ηθική αίσθηση παραβιάζεται συστηματικά όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις όσον αφορά τους συνομιλητές τους: α) είναι πλούσιοι, β) προσεγγίζουν οι ίδιοι την εξιδανικευμένη δυτική εικόνα του Άλλου ως αντανάκλαση του Εαυτού.

Πράγματι, σε αυτό το σημείο η ψυχολογία, η ανθρωπολογία, τα οικονομικά και η πολιτική συγκλίνουν. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο Guardian, ο Σαΐφ αλ Καντάφι ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο οι Δυτικοί θα μπορούσαν να κάνουν μπίζνες. Εκτός του ότι ήταν πάμπλουτος, δεν είχε γένια, φορούσε κοστούμι και μιλούσε άπταιστα αγγλικά, ο Σαΐφ πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το LSE με θέμα «Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στον εκδημοκρατισμό της παγκόσμιας διακυβέρνησης», ενώ διακήρυσσε την ειλικρινή θέλησή του να μεταρρυθμίσει τη χώρα του σε μια φιλελεύθερη δημοκρατική κατεύθυνση. Με άλλα λόγια, ήταν ένας πραγματικός τζέντλεμαν, κι έτσι ο Λόρδος Μάντελσον, o Ναθάνιελ Ρότσιλντ, ο Δούκας του Γυορκ και ο Ντέιβιντ Χελντ μπορούσαν όλοι τους να συμφάγουν άνετα μαζί του, χωρίς να αισθάνονται άβολα με τη διαφορετικότητα του ομοτραπέζου τους. […]

Στην πραγματικότητα, όπως παρατήρησε πρόσφατα ο Ταρίκ Ραμαντάν σε μια διάλεξή του στο Άμστερνταμ η «Μεγάλη Φιλελεύθερη Προδοσία» βρίσκεται στο απώτατο σημείο της, κινούμενη από τον συνδυασμό της ξέφρενης επιδίωξης του κέρδους που έχει η Δύση, της επιθυμίας της να αναδημιουργήσει τον κόσμο κατ’ εικόνα της και του βαθιού τραύματος (και του βαθιά ριζωμένου φόβου) για τον μουσουλμάνο Άλλο. […] Συνέχεια ανάγνωσης