Ένα παρολίγον σπασμένο πόδι

Standard

Η υποψηφιότητα Θ. Καρυπίδη και ο ΣΥΡΙΖΑ

του Στρατή Μπουρνάζου

Μαν Ραίυ, "Σπασμένη καρέκλα με ένα κούτσουρο και παπούτσια μπαλέτου",  1942

Μαν Ραίυ, «Σπασμένη καρέκλα με ένα κούτσουρο και παπούτσια μπαλέτου», 1942

Ήταν το 1992, η εποχή των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό. Ο Λεωνίδας Κύρκος, βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης του ΣΥΝ τότε, πήρε τηλέφωνο τον Φίλιππο Ηλιού, να τον συμβουλευθεί αν έπρεπε να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Ο Ηλιού του είπε να μην πάει· επουδενί. Ο Κύρκος συμφωνούσε, αλλά ταυτόχρονα το έβρισκε μάλλον βαρύ να απουσιάσει, στο κλίμα «εθνικής έξαρσης» που κατέκλυζε τότε το πανελλήνιο. Στην αγωνία του, «μα πώς να μην πάω;» ο Φίλιππος του απάντησε το μνημειώδες: «Να σπάσεις το πόδι σου και να μην πας! Θα πονάς ένα μήνα, αλλιώς όμως θα ντρέπεσαι για όλη σου τη ζωή!». Ο Κύρκος τελικά πήγε, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που θυμήθηκα την ιστορία. Τη θυμήθηκα, παρά τις προφανείς διαφορές, εξαιτίας της υπόθεσης Καρυπίδη. Πίστευα, με λίγα λόγια, πως αν ο Καρυπίδης έμενε τελικά υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ θα ντρεπόμασταν, πολλοί, πολύ και για πολύ.

Είναι μάλλον η πρώτη φορά που ασχολούμαι, στις σελίδες αυτές, με «κομματικό ζήτημα». Ακριβώς επειδή το ζήτημα δεν είναι κομματικό. Ούτε πρόκειται για θέμα άποψης. Δεν αναζητώ να σμιλεύσω το καλούπι του ιδεοτυπικού υποψήφιου ούτε κάποια ουτοπική συμφωνία: και οι διαφοροποιήσεις και οι «αποκλίσεις» και τα τοπικά κριτήρια, όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Αυτό όμως που θεωρώ εκτός παιχνιδιού –του αριστερού παιχνιδιού, τουλάχιστον– είναι να καλείς τον Κασιδιάρη μισή ώρα στην εκπομπή σου, μετά τη διπλή δολοφονία στο Νέο Ηράκλειο, και να του δίνεις βήμα να εκθέσει όλο το πολιτικό του πρόγραμμα, χωρίς να του φέρεις ούτε μία αντίρρηση. Επίσης, το να γράφεις για «λαθρομετανάστες» οι οποίοι πλημμυρίζουν τα νοσοκομεία μας και, ασφαλώς, να αναπαράγεις ένα αντισημιτικό-συνωμοσιολογικό παραλήρημα περί της «εβραίκής λέξης» ΝΕΡΙΤ. Συνέχεια ανάγνωσης

Κηλίδα ανεξίτηλη

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Μνήμη" 1948

Ρενέ Μαγκρίτ, «Μνήμη» 1948

Δυο βδομάδες μετά, και η αθώωση Κασιδιάρη δε λέει να φύγει από το μυαλό μου. Έχει εγκατασταθεί εκεί, κηλίδα ανεξίτηλη: στεναχώρια, αποστροφή και απογοήτευση μαζί. Όχι μόνο, και όχι τόσο, για την αθώωση καθαυτή, αλλά για κάποια παρελκόμενα, που αποδείχθηκαν, τελικά, καρδιά της υπόθεσης.

Πρώτα, οι Χρυσαυγίτες που είχαν καταλάβει από πρωίας την αίθουσα και τους ενορχήστρωνε με κινήσεις του χεριού ο Χρήστος Παππάς. Έπειτα ο κατηγορούμενος, που είχε γίνει αρνάκι (αυτός, ο λιονταρής, που ωρύεται διαρκώς), δεν έβγαλε κιχ σ’ όλη τη δίκη, κι όταν ήρθε η ώρα είπε κάποια αβρά και στρογγυλεμένα λόγια, για να ξαναγίνει «θηρίος» μόλις αθωώθηκε, οπότε, βγαίνοντας από την αίθουσα, κατήγγειλε τα «τσοντοκάναλα» που τον διαβάλλουν, καταλήγοντας: «Είμαστε πανίσχυροι και πολύ σύντομα θα γίνουμε κυρίαρχοι!» (Για όλα αυτά, βλ. δύο ωραία άρθρα, της A.Z. στον Παραλληλογράφο [goo.gl/vuVqO] και του luben crew στο luben tv [goo.gl/NkF65]).

Δεν περίμενα τίποτα διαφορετικό από τους Χρυσαυγίτες — θα ήταν εντελώς ανόητο, άλλωστε. Άλλοι ήταν αυτοί για τους οποίους ήθελα να φωνάξω «Nτροπή!». Ο εισαγγελέας Γ. Πρασσάς, που αβάνταρε διαρκώς τους νεοναζί και απεφάνθη πως όλοι στην αίθουσα (και οι δεκάδες στρογγυλοκαθισμένοι Χρυσαυγίτες) «καταδικάζουν απερίφραστα τη βία». Ο πρόεδρος Βασίλης Τσιμπέρης, ο οποίος, καθώς δεν μπορούσε να αγνοήσει την κατάθεση της καθηγήτριας του Πολυτεχνείου που είχε σημειώσει τον αριθμό του αυτοκινήτου του Κασιδιάρη, υιοθέτησε ουσιαστικά τη χρυσαυγίτικη αθλιότητα ότι είναι «εγκάθετη» του ΣΥΡΙΖΑ. O συνήγορος του Κασιδιάρη, Γιάννης Ηρειώτης. Όχι επειδή είναι Χρυσαυγίτης, αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι, κι ωστόσο έχει αναλάβει μόνιμος συνήγορός τους. Είναι ασφαλώς δικαίωμα ενός δικηγόρου να αναλαμβάνει όποια υπόθεση θέλει, αλλά επίσης είναι δικαίωμα μα και υποχρέωσή μας να αισθανόμαστε αποστροφή για αυτόν που ήταν συνήγορος του δολοφόνου «Περίανδρου» και άλλων νεοναζιστών (και επιπλέον του Μαντέλη, του Λαυρεντιάδη, του Πατέρα, μέλος του Δ.Σ. του Παναθηναϊκού κ.ά.). Συνέχεια ανάγνωσης