Το μαχαίρι και το πεπόνι ή το γκλοπ και το κεφάλι;

Standard

του Μάνου Αυγερίδη 

Πωλ Σεζάν, «Νέκρή φύση με πεπόνια και μήλα»,

Πωλ Σεζάν, «Νέκρή φύση με πεπόνια και μήλα»,

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015. Ας κρατήσουμε αυτήν την ημερομηνία. Από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιανουαρίου και μετά έχουμε μιλήσει αρκετές φορές για «ιστορικές μέρες». Η ιστορική μέρα της νίκης, της πολιτικής ορκωμοσίας, της ψήφου εμπιστοσύνης, της πανευρωπαϊκής αλληλεγγύης, της διαδήλωσης χωρίς αστυνομία και πάει λέγοντας. Ίσως πρέπει να δούμε και την Παρασκευή αυτή ως μια εξίσου ιστορική μέρα. Πρώτα απ’ όλα, επειδή η ψήφιση του νομοσχεδίου για το σωφρονιστικό σηματοδοτεί την αρχή μιας σειράς σημαντικών πρωτοβουλιών για την προοδευτική μεταρρύθμιση του κράτους· μια μεταρρύθμιση αναγκαία και κρίσιμη τόσο για τις φυλακές, όσο και για την ίδια την έννοια της δημοκρατίας, που έχει καταταλαιπωρηθεί τα τελευταία χρόνια. Αλλά και γιατί η ίδια αυτή μέρα «αμαυρώθηκε» (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ αυτό το χιλιοφορεμένο ρήμα) από την είσοδο δυνάμεων των ΜΑΤ και της Πυροσβεστικής στην κατειλημμένη Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εικόνες καταστολής και κρατικής επιβολής, συνηθισμένες στο παρελθόν και δοκιμασμένες επανειλημμένα· πάνω μας. Συνέχεια ανάγνωσης

Κάποια νεώτερα απ’ το ιταλικό μέτωπο

Standard

Κινηματικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία

 του Μάρκου Βογιατζόγλου

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Καρυάτιδα», π. 1919

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Καρυάτιδα», π. 1919

Φλωρεντία, 14.1.2014. Όταν μετακόμισα στην Ιταλία, το 2011, είχα την αίσθηση πως εγκαταστάθηκα στην πλέον σκοτεινή γωνιά μιας Μεσογείου που φλεγόταν. Απ’ όπου κι αν το ’πιανε κανείς, η σύγκριση ήταν απογοητευτική: Στην Πορτογαλία κάθε μήνα πορεύονταν μισό εκατομμύριο άνθρωποι ενάντια στα μέτρα λιτότητας. Σε Ελλάδα και Ισπανία, το κίνημα των πλατειών παρέσερνε στο διάβα του όλα τα δεδομένα που ’χει κανείς για το πώς πρέπει να μοιάζει ένα μαζικό κίνημα. Σε Αίγυπτο και Τυνησία, οι λαϊκές εξεγέρσεις γκρέμιζαν δικτατορίες δεκαετιών. Ακόμα και στην Τουρκία του αυτοκράτορα Ερντογάν, η οργασμική πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα της νεολαίας των πόλεων θα τροφοδοτούσε, λίγα χρόνια αργότερα, το κίνημα του πάρκου Γκεζί.

Στην Ιταλία, ουδέν το αξιοσημείωτο. Κι ας αφήσουμε κατά μέρος τα κινηματικά — που, όπως και να ’χει, είναι ως ένα βαθμό εφήμερα. Στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό του Ευρωπαϊκού Νότου καταγράφηκε, τα τελευταία τρία χρόνια, μια σημαντική ριζοσπαστικοποίηση του πληθυσμού και ενίσχυση των σχηματισμών της Αριστεράς. Πέραν της Ελλάδας, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ένα βήμα πριν την ανάληψη της κυβέρνησης, στην Ισπανία οι δημοσκοπήσεις δίνουν την Ενωμένη Αριστερά κάπου στο 15%-17%. Στην Πορτογαλία, οι δύο αριστεροί συνασπισμοί μαζεύουν αθροιστικά από 16% έως 18%.

Στην Ιταλία, το μόνο άξιο λόγου «αριστερό» κόμμα (το SEL του Νίκι Βέντολα) μπήκε οριακά στη Βουλή με 3,2%, τον Φλεβάρη του 2013 — κι αυτό μόνο χάρη σ’ έναν ανίερο εκλογικό συνασπισμό με το Δημοκρατικό Κόμμα. Όλοι οι υπόλοιποι (της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης συμπεριλαμβανομένης) καταβαραθρώθηκαν.

Τρία χρόνια μετά, μπορώ με χαρά να σας γράψω πως υπάρχουν, πλέον, αισιόδοξα νέα από το ιταλικό μέτωπο. Ανάμεσα στα πολλά που συμβαίνουν εδώ, ξεχωρίζω δύο κινηματικές διαδικασίες μείζονος κλίμακας.

Πρώτον, το κίνημα NOTAV, ενάντια στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας Τορίνο-Λυών. Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, το NOTAV όχι μόνο δεν υπέκυψε στην τερατώδη προπαγάνδα και καταστολή των αστυνομικών αρχών, των μαφιόζων εργολάβων που έχουν αναλάβει το έργο, του μηντιακού κατεστημένου και της πολιτικής εξουσίας, αλλά αντιθέτως θέριεψε, μετατρέποντας το ζήτημα της σιδηροδρομικής γραμμής σε σύγκρουση εθνικής εμβέλειας. Εικάζεται, μάλιστα, από αρκετούς, ότι εντέλει το NOTAV θα επικρατήσει. Αν συμβεί κι αυτό, θα μιλάμε για απίστευτη έκπληξη, δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση, όπως και στην Ελλάδα –λ.χ. στην Κερατέα και στη Χαλκιδική– το NOTAV σηματοδοτεί τη μετεξέλιξη των λεγόμενων «NIMBY» κινημάτων[1] σε μια μορφή επαγωγικών κινητοποιήσεων, όπου οι συμμετέχοντες, εκκινώντας από τοπικά ζητήματα, καταλήγουν να επεξεργάζονται και να προτείνουν εναλλακτικά μοντέλα ανάπτυξης και δημοκρατίας — για όλους μας. Συνέχεια ανάγνωσης

Μονταζιέρες, νεοθατσερισμός και η στρατηγική της έντασης

Standard

του Μάρκου Βογιατζόγλου

Ζωρζ Σερά, "Το τσίρκο", 1891

Ζωρζ Σερά, «Το τσίρκο», 1891

Τον τελευταίο ενάμιση μήνα, από τα υπόγεια της Συγγρού και του Μεγάρου Μαξίμου ξεδιπλώνεται ένας βρώμικος πόλεμος έναντιον του αγωνιζόμενου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Αξιοποιώντας το ολιγόμηνο «μορατόριουμ κακών μαντάτων» που εξασφάλισε από την τρόικα, η κυβέρνηση επιχειρεί να καταλάβει όσο το δυνατόν καλύτερες θέσεις ενόψει του –διαφαινόμενου ζοφερού — 2013. Η επιχείρηση ξεδιπλώνεται σε τρία, προσώρας, μέτωπα· παρότι τα «παπαγαλάκια» των ΜΜΕ επιλέγουν να ομογενοποιούν τα πεδία της σύγκρουσης, εμείς θα πρέπει να τα διακρίνουμε, προκειμένου να προετοιμάσουμε τις αναγκαίες απαντήσεις.

Το πρώτο πεδίο είναι το χιλιοστό επεισόδιο της σαπουνόπερας «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ». Το χαρτί αυτό έχει ήδη καεί δημοσκοπικά, ενώ οι ερασιτεχνισμοί των «κοπτοραπτούδων» του Μαξίμου καταλήγουν ενίοτε σε φαιδρά αποτελέσματα, όπως, π.χ. στο μοντάζ των δηλώσεων Διαμαντόπουλου. Η προφανής σκοπιμότητα είναι η μετατόπιση της ατζέντας της επικαιρότητας σε λιγότερο βλαβερή, για την κυβέρνηση, θεματολογία και η παρέλκυση του ΣΥΡΙΖΑ σε θέσεις άμυνας. Δεδομένου όμως ότι το χαρτί «Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ» παρουσιάζει γεωμετρικά μειούμενη αποτελεσματικότητα σε επαναλαμβανόμενη χρήση, είναι ερώτημα το γιατί οι κυβερνώντες αποφάσισαν να το παίξουν τώρα. Αν αύριο καταρρεύσει η ΔΗΜΑΡ ή το ΠΑΣΟΚ και οδηγηθούμε σε νέες εκλογές, στο Μαξίμου θα τραβάνε τα μαλλιά τους.

Το δεύτερο μέτωπο είναι η –θατσερικού τύπου– προσπάθεια εξουδετέρωσης των συνδικάτων. Είναι ακόμα νωρίς για αναλύσεις και αποτίμηση, όμως δύο σημεία όπου πρέπει να δοθεί προσοχή είναι τα εξής: Πρώτον, προκειμένου να προχωρήσει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, ορισμένα μάχιμα συνδικάτα θα πρέπει να απονευρωθούν. Δεύτερον, η κυβέρνηση –ορθά– τρέμει μια ενδεχόμενη «επί το ριζοσπαστικότερον» μεταστροφή της πλειοψηφίας στο επερχόμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ (Μάρτιος 2013). Ως εκ τούτων,  πρέπει να αναμένουμε ολοκληρωτική επίθεση σε σωματεία και ομοσπονδίες που εμπλέκονται στα παραπάνω.

Το τρίτο σημείο που χρήζει ανάλυσης είναι η αποκαλούμενη στρατηγική της έντασης, την οποία εγκαινίασε ο Ν. Δένδιας μέσα απ’ την επιχείρηση «Βίλλες Ανομίας». Εδώ τα πράγματα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα, κυρίως διότι οι κυβερνώντες βαδίζουν σ’ αχαρτογράφητα, γι’ αυτούς, μονοπάτια.

Από τα ιστορικά παραδείγματα και τη βιβλιογραφία προκύπτει πως η στρατηγική της έντασης ανακύπτει σε περιόδους ύφεσης της κινηματικής δραστηριότητας, έπεται δηλαδή  έντονων και συγκρουσιακών κινητοποιήσεων. Αυτό είναι, όντως, το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε, από τον Ιούνιο του 2012 κι έπειτα. Σ’ ετούτο το στάδιο, λοιπόν, όσοι, προερχόμενοι απ’ τα ριζοσπαστικά κομμάτια του κινήματος, θεωρούν εαυτούς ως τους πιο «αφοσιωμένους αγωνιστές», έρχονται αντιμέτωποι μ’ ένα οδυνηρό δίλημμα: Είτε θα πρέπει να γυρίσουν σπίτι τους είτε να επιλέξουν μορφές αγώνα λιγότερο εξαρτημένες από τη μαζική συμμετοχή και την ανοιχτή κοινωνική δράση. Κι εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το κράτος και οι εκάστοτε παρακρατικοί μηχανισμοί. Η στρατηγική της έντασης αποτελείται από τα εξής δομικά υλικά: προβοκάτσια, καταστολή (αστυνομική, νομοθετική και δικαστική), παραπληροφόρηση. Και ως μοναδικό στόχο έχει το να λύσει το δίλημμα των «αφοσιωμένων αγωνιστών», εξωθώντας τους στα άκρα. Μια επιτυχημένη στρατηγική της έντασης δημιουργεί ένα εφιαλτικό πεδίο μάχης, όπου όποιος δεν επιστρέψει γρήγορα γρήγορα στον καναπέ του, θα συρθεί σε μια ολοκληρωτική σύγκρουση με το κράτος και τις παραφυάδες του – και, φυσικά, θα χάσει. Ταυτόχρονα, οι –πάλαι ποτέ– σύμμαχοι του «αφοσιωμένου αγωνιστή», ανήμποροι να ακολουθήσουν την απότομη άνοδο του πήχυ της βίας, θα υποχρεωθούν να πάρουν αποστάσεις. Μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια για το κράτος — τουλάχιστον, στη θεωρία.

Η υπόθεση όμως ενδέχεται να εξελιχθεί με ιδιαίτερα προβληματικό τρόπο για την κυβέρνηση — οι μέχρι στιγμής χειρισμοί έχουν παράξει αμφίβολα αποτελέσματα. Παρότι η εκκένωση της Βίλλας Αμαλίας ήταν σημαντικό χτύπημα για τους αναρχικούς, οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν συσπείρωσαν σε πρωτοφανή βαθμό τις διάφορες συλλογικότητες του αντιεξουσιαστικού χώρου, επιτάχυναν τις εσωτερικές διαδικασίες ανασυγκρότησής τους, τους ανέδειξαν (στα αριστερά του πολιτικού φάσματος) ως αθώα θύματα της καταστολής και τους έδωσαν άφθονο μιντιακό χρόνο — εν ολίγοις, τους χάρισαν το μομέντουμ που είχαν χάσει εδώ και κάποια χρόνια.

Οι κίνδυνοι, όμως, παραμένουν: αν και οι αναρχικοί παίζουν έξυπνα μέχρι στιγμής, ελλείψει κεντρικής πολιτικής στρατηγικής κι ευπρόσβλητοι, καθώς είναι, στην προβοκάτσια, θα μπορούσαν εύκολα να βρεθούν με την πλάτη στον τοίχο.

Οι μόνοι που δικαιούνται μέχρι στιγμής να πανηγυρίζουν για τις πολιτικές Δένδια είναι οι Χρυσαυγίτες. Όσο διαρκεί η στρατηγική της έντασης, η ατζέντα τους θα παραμένει νομιμοποιημένη στο σύνολο του πολιτικού τόξου που ξεκινάει από αυτούς και φτάνει μέχρι και τη ΔΗΜΑΡ. Δεν πρέπει να αγνοήσουμε, τέλος, τους κινδύνους ενός απρόβλεπτου περιστατικού, π.χ. μιας βόμβας, μιας δολοφονίας ή μιας ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης. Με δεδομένη την πολιτικοποίηση της ΕΛΑΣ, το ρευστό πολιτικό σκηνικό και τη συσσωρευμένη οργή στη βάση της ελληνικής κοινωνίας, οι Χρυσαυγίτες μπορούν να προσδοκούν ότι θα είναι αυτοί που θα δρέψουν τους καρπούς μιας ενδεχόμενης κοινωνικής απαίτησης για αποκατάσταση «του νόμου και της τάξης».  Χρειάζεται προσοχή, λοιπόν, από όλους, καθαρό μυαλό και στρατηγική σκέψη.

Ο Μάρκος Βογιατζόγλου είναι πολιτικός επιστήμονας (European University Institute, Φλωρεντία).

Ανομία, διαστολή και καταστολή

Standard

Από το ποινικό δίκαιο της πράξης στο δίκαιο της διάχυτης υποψίας

 της Κλειώς Παπαπαντολέων

Πάμπλο Πικάσο, «Μινώταυρος με νεκρή φοράδα, μπροστά σε μια σπηλιά και ένα κορίτσι με πέπλο», 1936

 Οι διακηρύξεις των εκάστοτε κυβερνώντων περί «μηδενικής ανοχής στην ανομία» έχουν, διαχρονικά και χωρίς εξαίρεση, ένα σύστοιχο: τη διαστολή της έννοιας της ανομίας. Έτσι, έκνομο, άνομο ή παράνομο χαρακτηρίζεται οτιδήποτε παρεκκλίνει, διαφοροποιείται ή αντιτίθεται στην εξουσία, ασχέτως του εάν χαρακτηρίζεται ως τέτοιο –δηλαδή παράνομο– από το ποινικό δίκαιο. Αυτή η διαστολή της έννοιας της ανομίας συμβαίνει κατεξοχήν με το παράδειγμα των καταλήψεων σήμερα: οι ιστορικές αυτές κοινωνικές πρακτικές, ζωντανές μέχρι και σήμερα σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, αίφνης ανανοηματοδοτήθηκαν και επαναπροσδιορίστηκαν ως «ανομία». Και, πηγαίνοντας ένα κρίσιμο βήμα πιο πέρα, στην κρατική ιεράρχηση για την πάταξη της ανομίας οι καταλήψεις έρχονται πρώτες. Συνέχεια ανάγνωσης

H γερμανική αστική νομιμότητα… και οι βίλες «Αμαλία και λοιπές»

Standard

της Όλγας Μοσχοχωρίτου

olga swsto

Ερίκου Ίψεν, «Ένας εχθρός του λαού», σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ, Schaubühne, 2012

Έχουμε βάσιμους λόγους να πιστεύουμε ότι εάν η γερμανική κυβέρνηση και το αντίστοιχο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ακολουθούσαν τη γραμμή του κ. Δένδια, μάλλον θα είχαμε στερηθεί τον πιο ρηξικέλευθο σκηνοθέτη της θρυλικής γερμανικής Σαουμπίνε, του μεγαλύτερου και πιο καταξιωμένου θεατρικού οργανισμού αυτής της χώρας.

Μιλάω για τον Τόμας Οστερμάιερ, που έγινε διευθυντής της το 1999, στα 31 του. Tον γνωρίσαμε το 2006, στο Φεστιβάλ Αθηνών, με την ανατρεπτική του «Νόρα» του Ίψεν. Έκτοτε, παρακολουθήσαμε τη σκηνοθετική του προσέγγιση σε πολλά κλασικά κείμενα. Σκηνοθεσίες που έφεραν στη σκηνή την κοινωνική πραγματικότητα, μεταφέροντας μια λεκτική και φυσική βία, συχνά ακραία, περίπου ξεκοιλιάζοντας το έργο και παραθέτοντας σε κοινή θέα τα σωθικά των πασχόντων αλλά και του συγγραφέα. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπέρ καταλήψεων συνηγορία

Standard

Ανοιχτή επιστολή σε συναδέλφους και συναδέλφισσες

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

10 Οκτωβρίου 1979. Οι φοιτητές των κατειλημμένων σχολών διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας κατά του νόμου 815 (Αρχείο Παν. Δεληκάρη-Μ. Κατσίγερας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», τόμ. Β΄: «1946-2000», Ποταμός, Αθήνα 2001)

Αγαπητέ μου  συνάδελφε,

Διάβασα με ενδιαφέρον το δημόσιο κείμενό σου, όπου, μαζί με άλλους συναδέλφους και συναδέλφισσες,  τασσόσασταν ενάντια στις καταλήψεις. Υπάρχουν πράγματα στα οποία  συμφωνούμε και πράγματα στα οποία διαφωνούμε. Δυστυχώς, για μένα, αυτά στα οποία συμφωνούμε είναι πολύ λίγα. Συμφωνούμε ότι οι καταλήψεις έχουν πολύ λίγο κόσμο. Διαφωνούμε όμως στο τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε αυτές. Ας αρχίσω με αυτά στα οποία διαφωνούμε.

Σκεφτόμουνα, διόλου τυχαίο, τις μέρες αυτές τον Μάη του ’68. Σήμερα τον δοξολογεί ολόκληρη η Αριστερά. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να τον δοξολογούν και φιλελεύθεροι στοχαστές ή ακόμα και ακροδεξιοί, εντάσσοντάς τον βέβαια στη δική τους οπτική. Ξέρεις πόσες αστοχίες των φοιτητών υπήρχαν τις μέρες εκείνες. Επίτρεψε μου να ασχοληθώ με μία μόνον από αυτές. Όταν ο Κον-Μπεντίτ και η παρέα του βγήκαν από τη Σορβόννη τιμωρημένοι από το πειθαρχικό, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν οι συγκεντρωμένοι απ’ έξω φοιτητές ήταν να στήσουν οδοφράγματα. Το ίδιο έκαναν και τις επόμενες μέρες. Δεν υπήρχε πιο αλλόκοτο πράγμα από αυτό. Όταν οι πρόγονοι τους επαναστάτες του 1848 η αργότερα, το 1871, στη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, ύψωναν οδοφράγματα είχαν ως στόχο να εμποδίσουν τα άλογα των δυνάμεων καταστολής να τους προσεγγίσουν καθώς και τις σφαίρες που η τροχιά τους κινιόταν σε ευθεία γραμμή να τους πλήξουν. Το ’68 όμως η αστυνομία είχε αύρες στη διάθεση της και  ο στρατός τανκς  που κανένα οδόφραγμα δεν θα μπορούσε να τα σταματήσει, ενώ τα δακρυγόνα, έτσι όπως εκτοξεύονται, μπορούν να πλήξουν τους διαδηλωτές όσο ψηλό και να είναι το οδόφραγμα που έχουν σηκώσει. Επιπλέον, πολλές φορές στήνανε τα οδοφράγματα χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πίσω τους δρόμους διαφυγής με αποτέλεσμα, μόλις η αστυνομία τα γκρέμιζε να τους λιανίζει με μια αγριότητα που ο μακαρίτης ο Ελεφάντης, αυτόπτης μάρτυρας, όταν τη συνέκρινε με αυτή των δικών μας, θεωρούσε τους Έλληνες συναδέλφους τους παιδιά της χορωδίας.

Απέναντι, λοιπόν, στους εξεγερμένους γάλλους φοιτητές του Μάη μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε δυο στάσεις. Η πρώτη είναι να  τους οικτίρεις για την αφέλειά  τους, η δεύτερη είναι να καταλάβεις ότι ακόμη και οι πιο πρωτοπόροι δεν ξεφεύγουν από ένα συλλογικό πολιτικό υποσυνείδητο που περιέχει μέσα του τις μνήμες επαναστατικών αναστατώσεων του παρελθόντος.

Πάμε στα δικά μας. Ας περιοριστώ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Εξάλλου, οι έλληνες φοιτητές δεν διαθέτουν τις «ευκολίες» των γάλλων συναδέλφων τους, δηλαδή,  τα ιστορικά έργα του Μαρξ, για να ταξιδέψουν στις  αναστατώσεις του πιο μακρινού  τους παρελθόντος. Για δες. Στη διάρκεια της χούντας, και η Νομική και το Πολυτεχνείο καταλήψεις ήταν.  Το 1979, ο «ελληνικός Μάης», με καταλήψεις ακύρωσε έναν ψηφισμένο νόμο, τον 815. Το 1990-1991 το πολυνομοσχέδιο του Κοντογιαννόπουλου, μετά από καταλήψεις και τη δολοφονία του Τεμπονέρα, αποσύρεται. Το 2006, το ΠΑΣΟΚ αναγκάζεται να αποσύρει την υποστήριξη του στη ΝΔ για κατάργηση του άρθρου 16, μετά από ένα μεγάλο κίνημα, όπου τον τόνο δίναν οι καταλήψεις. Και μην μου πεις, όπως μου έχεις ξαναπεί, αν το ΠΑΣΟΚ δεν  απέσυρε την υποστήριξή του, δεν θα γινόταν τίποτα. Γιατί θα σου ανταπαντήσω ότι αν δεν προηγούνταν οι ζυμώσεις και οι μετατοπίσεις που προκάλεσαν οι καταλήψεις, κανένα ΠΑΣΟΚ δεν θα απέσυρε τίποτα. Συνέχεια ανάγνωσης