Ιδιωτικοποιώντας τον έλεγχο της μετανάστευσης ή Business… as usual

Standard

της Όλγας Λαφαζάνη

 

 

«[…] έχοντας υπόψη […] την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για τη δημιουργία και άμεση λειτουργία εγκαταστάσεων κράτησης παρανόμως διαμενόντων στη χώρας μας αλλοδαπών που έχουν κατακλύσει το Κέντρο της πρωτεύουσας και άλλες μεγάλες πόλεις δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία και την οικονομία της χώρας μας».

 

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 1», 2010

Κυριάκος Κατζουράκης, «Φυλακή 1», 2010

Το απόσπασμα δεν προέρχεται από κάποιο ακροδεξιό έντυπο. Είναι τμήμα της εισαγωγικής παραγράφου της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 190, 8.10.2012), η οποία τροποποιεί τρία άρθρα που αφορούσαν τη «Ρύθμιση θεμάτων συμβάσεων που αφορούν Κέντρα Πρώτης Υποδοχής και Εγκαταστάσεων Κράτησης παράνομα διαμενόντων στη χώρα αλλοδαπών και τρόπο φύλαξης αυτών».

Ο λόγος που χρησιμοποιείται πλέον σε επίσημα κρατικά έγγραφα, για να περιγράψει ένα κοινωνικό φαινόμενο όπως η μετανάστευση, είναι εφάμιλλος ακροδεξιών οργανώσεων, κατασκευάζοντας εικόνες τόσο για τη μετανάστευση όσο και για την πόλη που οδηγούν στο ρατσιστικό μίσος, τον φόβο και την ανασφάλεια. Στο άρθρο αυτό όμως δεν θα ασχοληθώ με την «εξέλιξη» του δημόσιου λόγου περί μετανάστευσης , αλλά θα σταθώ σε ένα άλλο κρίσιμο σημείο: το γιατί η κατάσταση κρίνεται «έκτακτη», «εξαιρετικά επείγουσα» και «απρόβλεπτη» το φθινόπωρο του 2012, χρονιά, άλλωστε, που οι αφίξεις των μεταναστών και μεταναστριών χωρίς χαρτιά στα σύνορα είχαν μειωθεί κατά 42% σε σχέση με δύο χρόνια πριν.[1]

Όπως συμπεραίνουμε από την πρώτη τροποποίηση, η κατάσταση κρίνεται ως «εξαιρετικά επείγουσα», για να δικαιολογήσει τη σύναψη συμβάσεων χωρίς δημόσιο διαγωνισμό αλλά με διαδικασία «διαπραγμάτευσης». Έτσι, όλες πλέον οι υποδομές που αφορούν τα κέντρα κράτησης (π.χ. κατασκευή ή ανακατασκευή, εξοπλισμός, σίτιση κλπ.) ανατίθενται πλέον με «διαπραγμάτευση» σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες. Όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση: «προβλέπεται ρητά ότι οι ως άνω συμβάσεις [με διαπραγμάτευση και χωρίς δημόσιο διαγωνισμό] αφορούν κάθε κατηγορία υποδομών (Κέντρα και Μονάδες Πρώτης Υποδοχής – Κέντρα Κράτησης) και κάθε τόπο εγκατάστασής τους, ώστε να είναι δυνατή η άμεση σύναψη των συμβάσεων αυτών […]» (goo.gl/5guq3B). Συνέχεια ανάγνωσης

Οι «ναρκομανείς», τα ΚΑΠΗ και ο Γ. Μπουτάρης

Standard

Δημοτικές εκλογές και αστικός χώρος

 του Δημήτρη Μπαλαμπανίδη

 «Η σκέψη μας είναι να αξιοποιήσουμε για τη φύλαξη εθελοντικά μέλη των ΚΑΠΗ. Δύο-δύο ή τρεις-τρεις, θα περπατούν και θα λένε στους ναρκομανείς: “Μαζέψτε τα και φύγετε, αλλιώς παίρνω τηλέφωνο την Αστυνομία τώρα”. Βέβαια, οι εθελοντές πρέπει να είναι ενεργητικά άτομα. Δεν θα ήθελα να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, αλλά δυστυχώς η πολύ αυξημένη παραβατικότητα μας αναγκάζει».

Γιάννης Μπουτάρης, Τα Νέα, 5.4.2014

 

Παρίσι,  2014. Από το  streetartutopia.com

Παρίσι, 2014. Από το streetartutopia.com

Αυτά δήλωνε, κατά την επίσκεψή του στη φυλασσόμενη παιδική χαρά της πλατείας Αριστοτέλους, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης και υποψήφιος για δεύτερη φορά Γιάννης Μπουτάρης.[1] Η συγκρότηση ομάδων φύλαξης του δημόσιου χώρου από ενεργητικούς ηλικιωμένους εθελοντές παρουσιάζεται ως αναγκαστική λύση, ενώ ως «σοβαρή αιτία» που οδήγησε σ’ αυτήν αναφέρεται «ο πλήρης ευνουχισμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης». Οι δηλώσεις αναδημοσιεύθηκαν ευρέως στο διαδίκτυο, αντιμετώπισαν σφοδρή κριτική, αλλά και χαρακτηρίστηκαν, τσουβαλιασμένες μαζί με άλλες ιδέες του «ιδιότυπου» δημάρχου, ως πρωτότυπες, πρωτοποριακές, θετικά προκλητικές, ρηξικέλευθες (βλ., λ.χ., σχετικό δημοσίευμα του Πρώτου Θέματος, 5.4.2014).[2]

Θα ήθελα να σχολιάσω τις παραπάνω ιδέες για την αντιμετώπιση των τοξικοεξαρτημένων και την ασφάλεια στον δημόσιο χώρο από τη σκοπιά της πολεοδομίας και της κοινωνικής γεωγραφίας. Δηλαδή, από τη σκοπιά των επιστημών που μελετούν τη χωρική διάσταση των κοινωνικών φαινομένων και επιχειρούν, μέσα από την κατανόησή τους, να προτείνουν επεξεργασμένες λύσεις, αναγκαίες και όχι «αναγκαστικές».

Για όσους ασχολούνται με τον σχεδιασμό του χώρου, οι ιδέες του δημάρχου δεν έχουν τίποτα το πρωτοποριακό. Καταρχάς, πρόκειται για μπανάλ, παρωχημένες πρακτικές, που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια από ομάδες πολιτοφυλακής στις ΗΠΑ, αλλά και από τις πρόσφατες ομάδες κρούσης «ενεργών κατοίκων» σε κεντρικές γειτονιές της Αθήνας. Δεύτερον, πρόκειται για πρακτικές αυταρχικές, ρατσιστικές και αντιδημοκρατικές, καθώς συγχέουν το ρόλο των κρατικών οργάνων, των θεσμών και των πολιτών, προτάσσοντας την αυτοδικία στη θέση οργάνων και θεσμών που δεν λειτουργούν επαρκώς ή έχουν καταρρεύσει. Τρίτον, πρόκειται για πρακτικές «προκλητικές», με διαφορετικό όμως τρόπο απ’ αυτόν που υπονοήθηκε στον τύπο: είναι κοινωνικά προκλητικές, καθώς αντιμετωπίζουν τους ναρκομανείς αυτούς καθαυτούς ως πρόβλημα και όχι ως πολίτες που έχουν πρόβλημα και χρειάζονται φροντίδα – ειδικά σε μια περίοδο που οι δομές προστασίας και περίθαλψης έχουν συρρικνωθεί. Συνέχεια ανάγνωσης

Για το σχέδιο δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

Standard

Aπάντηση του γ.γ. Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

(και ανταπάντηση των συνεργατών των «Ενθεμάτων» στο τέλος του ποστ)

 του Γιώργου Σούρλα

Μαξ Μπέκμαν, «Αναχώρηση» (λεπτομέρεια), 1935

Μαξ Μπέκμαν, «Αναχώρηση» (λεπτομέρεια), 1935

Σε σχέση με το δημοσίευμα των «Ενθεμάτων» της Αυγής (4.1.2014), με τον τίτλο «Σχέδια επί χάρτου» (που υπογράφουν η Αφροδίτη Μπαμπάση και ο Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος), θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και να παρατηρήσω τα παρακάτω:

Αρχικά, επισημαίνουμε ότι για πρώτη φορά εκπονείται στην Ελλάδα ένα Εθνικό Σχέδιο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο ουσιαστικά κωδικοποιεί όλες τις δράσεις όπου τα συναρμόδια Υπουργεία και οι λοιποί φορείς υλοποιούν ή πρόκειται να υλοποιήσουν για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αποτελεί χρήσιμο οδηγό, τόσο εντός της Ελλάδας για την παρακολούθηση και το συντονισμό των δράσεων, όσο και ως σημείο αναφοράς για τους διεθνείς οργανισμούς. Όπως επισημαίνεται στο εισαγωγικό σημείωμα του Σχεδίου (σ. 11), με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα:

  • «Η Ελλάδα έχει πλέον να εμφανίσει στη Διεθνή Κοινότητα, στους Διεθνείς Οργανισμούς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δράσεων και ενεργειών για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  • Αρμόδιοι Κυβερνητικοί και Υπηρεσιακοί παράγοντες αναλαμβάνουν πλέον συγκεκριμένες δεσμεύσεις και προτεραιότητες για την εφαρμογή του προγράμματος.
  • Παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να έχουν πλήρη εικόνα των δράσεων, των ενεργειών και των παραλείψεων για να κάνουν την κριτική τους και να εκφράσουν τις απόψεις τους και προτάσεις για τη βελτίωσή του.
  • Σε περίπτωση πολιτικών μεταβολών αλλά και ενδοκυβερνητικών με αλλαγή ηγεσιών στα αρμόδια Υπουργεία, το Σχέδιο αυτό θα αποτελεί εργαλείο συνέχειας και συνέπειας».

Το Σχέδιο συντάχθηκε με την συνδρομή ειδικευμένων στελεχών από τα Υπουργεία, με τα οποία είχαμε επανειλημμένες συναντήσεις καθ όλη τη διάρκεια του 2013. Η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ανέλαβε ουσιαστικά να συντονίσει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και την περαιτέρω υλοποίηση των δράσεων που καταγράφονται στο Σχέδιο.

Αναφορικά με την ένσταση ως προς την «συρραφή» των συμβάσεων και νομοθεσιών, σας επισημαίνουμε ότι το κείμενο δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε εξειδικευμένους φορείς ή σε νομικούς, αλλά στον κάθε πολίτη ο οποίος χρειάζεται να γνωρίζει την ισχύουσα νομοθεσία και το πώς θωρακίζονται τα δικαιώματά του. Συνεπώς, η «σύντομη και ενδεικτική παράθεση» της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας δεν υποβαθμίζει την αξία του Σχεδίου. Εξάλλου η αναφορά της εθνικής νομοθεσίας είναι απαραίτητη, εφόσον έχει εκδοθεί σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Συνέχεια ανάγνωσης

Το αλυσοπρίονο. Και το συνέδριο

Standard

Ή εμείς ή αυτοί

 του Στρατή Μπουρνάζου

205367_10151087463407612_2009750557_n

Αφίσα από τις κινητοποιήσεις των ισπανών ανθρακωρύχων, Ιουλιος 2012

Η εικόνα υπερβαίνει κάθε περιγραφή — θα προσπαθήσω όμως να την αποδώσω. Τρίτη 9 του Ιούλη, μεσημέρι. Άνδρες των ΜΑΤ, εξοπλισμένοι με αλυσοπρίονο, εφορμούν στην πόρτα του περιβόλου της Πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που την έχουν κλείσει φοιτητές και υπάλληλοι. Το αλυσοπρίονο μπαίνει σε λειτουργία, αλλά καθώς το εμποδίζουν τα χέρια των ανθρώπων, δεκάδες χέρια, τελικά αναλαμβάνει δράση ο κλειδαράς: ανοίγει την πόρτα, τα ΜΑΤ εισβάλλουν, χώνουν κάμποσους φοιτητές στην κλούβα, ψεκάζουν τρεις παριστάμενους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και αναχωρούν όλοι μαζί για τη ΓΑΔΑ. Υποθέτω ότι ακόμα και οι λιγότερο ένθερμοι θιασώτες των φοιτητικών αιτημάτων θα συμφωνήσουν ότι τα προβλήματα δεν μπορούν να λύνονται, και δεν λύνονται, έτσι. Κι όμως, τα ΜΑΤ και η βία, άνευ και όρων άνευ ορίων, έχουν αναγορευθεί, από την κυβέρνηση, στον βασικό τρόπο επίλυσης κάθε διαφοράς, δίνουν το στίγμα άσκησης της εξουσίας. Το αλυσοπρίονο αποτελεί τον ανώτατο βαθμό αυτής της πολιτικής.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, που άρχισε την Τετάρτη; Φαινομενικά καμία, πλην της χρονικής εγγύτητας. Κατά βάθος, μεγάλη. Γιατί δεν είναι μόνο το αλυσοπρίονο. Είναι και η Ιερισσός. Και η «προστασία» του αρχαιολογικού περίπατου από ειρηνικές διαδηλώσεις με χημικά, ξύλο και συλλήψεις μέρα μεσημέρι. Και το «μαύρο» στην ΕΡΤ. Και η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών. Και η –αντισυνταγματική– κράτηση Σακκά. Και οι «ωσμώσεις» Ν.Δ. και Χρυσής Αυγής. Και η –αντισυνταγματική, επίσης– απόλυση χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, με κυνισμό και ανευθυνότητα. Και οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Και η διάλυση του κοινωνικού κράτους, τη στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Και το ξεπούλημα πόρων και δικαιωμάτων, και, και, και… Το αλυσοπρίονο, ποικιλοτρόπως και παντοιοτρόπως, είναι παντού. Δεν είναι εξαίρεση ή ατύχημα, είναι οργανικό κομμάτι αυτής της πολιτικής, όπου η (άγρια) λιτότητα στην οικονομία συνεπάγεται (εξίσου άγρια) λιτότητα στη δημοκρατία, όπου η διάλυση του κοινωνικού κράτους πάει χέρι χέρι με τη διάλυση του πολιτεύματος.

Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, που μας βυθίζει ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση (το Μνημόνιο δεν είναι μόνο άδικο· είναι και καταστροφικό: καταστρέφει την προοπτική για την πλειονότητα των ανθρώπων της χώρας, τους οδηγεί στην εξαθλίωση και την απελπισία), το ζήτημα της κυβέρνησης αποκτά βιοτική, υπαρξιακή σημασία. Γιατί, όσο και να μη θέλεις να ασχοληθείς με την κεντρική πολιτική, όσο και να λαχταράς να αφιερωθείς στα γραφτά σου, στα παιδιά σου ή τους φίλους σου, να καλλιεργήσεις τον κήπο ή τα ενδιαφέροντά σου, δεν μπορείς. Ούτε μπορείς να μένεις περίκλειστος στον πύργο σου ή να υφαίνεις μόνο κινηματικούς δεσμούς στο μικροεπίπεδο — όπως παλιότερα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ναρκωτικά: από την καταστολή στη θεραπεία

Standard

 του Νίκου Παρασκευόπουλου

Έργο του Έγκον Σίλε (λεπτομέρεια)

Έργο του Έγκον Σίλε (λεπτομέρεια)

Σημαντικά προβλήματα στον τομέα της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά είχαν καταστήσει επιτακτική την ανάγκη της μεταρρύθμισης. Το κυριότερο είναι ο υπερβολικά κατασταλτικός χαρακτήρας της, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των φυλακών (γύρω στο 40%, ενίοτε και άνω του 50%) να αποτελείται από κρατούμενους που σχετίζονται με αδικήματα περί τα ναρκωτικά. Όχι με τη χρήση, αλλά με τη διακίνηση σε διάφορους βαθμούς.

Oι εξαρτημένοι από ναρκωτικά στη φυλακή είναι βέβαια πολύ περισσότεροι, διότι πρέπει να συνυπολογίσουμε και μεγάλο αριθμό καταδικασμένων για κλοπές, πλαστογραφίες, σωματεμπορία, ληστεία — πράξεις που έχουν τελεστεί καθώς οι δράστες βρίσκονται στην καθημερινότητα της εξάρτησης. Η φυλακή όμως μπορεί να δημιουργήσει και ανθρώπους εξαρτημένους εντός της. Οι συνθήκες σ’ αυτήν είναι εξαρτησιογόνες: κάποιος που έκανε χρήση χωρίς να είναι εξαρτημένος, μέσα στη φυλακή έχει ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για χρήση.

Όταν η εμπορία ή η διακίνηση και η σχετική εγκληματικότητα αντιμετωπίζονται μόνο με την ποινή, είναι βέβαιο ότι αυτός που θα αποφυλακιστεί θα συνεχίσει την ίδια συμπεριφορά. Μάλιστα, θα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση, γιατί θα έχει αποδιοργανωθεί κοινωνικά, ενώ επιπλέον θα έχει συνδεθεί με πιάτσες και συμμορίες που γνώρισε στη φυλακή. Η κατασταλτική λογική σαφώς εντείνει την εγκληματικότητα. Αντίθετα, η απεξάρτηση έχει εμφανίσει αποτελέσματα όχι μόνο θεραπευτικά, αλλά και απεμπλοκής από την εγκληματικότητα.

Το σχέδιο νόμου επιχειρεί σημαντικές παρεμβάσεις σε τέσσερις άξονες: τιμωρία της χρήσης ναρκωτικών (ο λιγότερο σημαντικός, κατά τη γνώμη μου), τιμωρία της διακίνησης, καθιέρωση ενός εναλλακτικού δρόμου, αντί της καταστολής, προς τη θεραπεία, και θεσμική οργάνωση μιας εθνικής στρατηγικής για τα ναρκωτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Ασφαλείς πόλεις

Standard

Από  το 2001 έως σήμερα

 του Νίκου Μπελαβίλα

Εντουάρντο Παολότσι, «Ο Βιτγκενστάιν στη Νέα Υόρκη», 1965

 Στις 12 Σεπτεμβρίου του 2001,  μου τηλεφώνησε ο Άγγελος Ελεφάντης, ζητώντας να ετοιμάσω ένα κείμενο για τις ίδιες σελίδες όπου δημοσιεύεται σήμερα αυτό το άρθρο. Θέμα, η ασφάλεια στις πόλεις. Είχε προηγηθεί η επίθεση στους ουρανοξύστες του Μανχάταν. Ο κόσμος ήταν σοκαρισμένος. Του εξήγησα ότι  μου ήταν αδύνατον. Με μερικές χιλιάδες άμαχους νεκρούς στο κέντρο μιας ειρηνικής πόλης –στο όνομα ενός πολέμου που γινόταν αλλού– τι να πεις; Τότε, βέβαια, ούτε που μπορούσαμε να φανταστούμε τις έμμεσες επιπτώσεις ατου γεγονότος, όχι στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής, αλλά στα εσωτερικά μέτωπα των αστικών δημοκρατιών.

Πέρασαν τα χρόνια. Σταδιακά αλλά σταθερά στο όνομα της ασφάλειας άρχιζαν να εισβάλλουν στη ζωή μας καινοφανή μέτρα: νέοι διεθνείς κανονισμοί, ξεγυμνώματα, ολόσωμα σαρώματα σε αεροδρόμια και ένα  μόνιμο καθεστώς εκτός δικαίου στις πτήσεις, απόλυτη απομόνωση των λιμανιών από τον έξω κόσμο, συναινετική ανοχή στον έλεγχο του διαδικτύου και των επικοινωνιών. Το επόμενο βήμα ήταν η  ευθεία έκπτωση της  ελευθερίας αλλά και της ανθρώπινης ζωής ως αξίας. Στην αρχή τούτο αφορούσε τους συλληφθέντες στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», αυτούς που βασανίζονταν ή εξαφανίζονταν από προσώπου Γης στο Γκουαντάναμο, στο Αμπού Γκράιμπ, στις μυστικές πτήσεις της CIA. Μετά άρχισε να αφορά και άλλους. Εν ψυχρώ εκτελέσεις στους  υπόπτων, απλών παραβατών ή και άσχετων στους δρόμους, στο Λονδίνο, στο Λος Άντζελες, στο Παρίσι. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Nτέιβιντ Χάρβεϋ και η πολιτική οικονομία του δημόσιου χώρου της Αθήνας

Standard

Ο Nτέιβιντ Χάρβεϋ βρέθηκε τις προηγούμενες μέρες στην Αθήνα και έδωσε τρεις πολύ επιτυχημένες ομιλίες. Την τρίτη από αυτές, με τίτλο «Οι πολιτικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης: Ο νεοφιλελευθερισμός ενάντια στη δημοκρατία» (που συνδιοργάνωσαν το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς», το RedNotebook και τα «Ενθέματα» στο κηπάκι της Τσαμαδού 10, μπορείτε να την παρακολουθήσετε στο https://enthemata.wordpress.com/harvey_video/ ‎). Με την ευκαιρία αυτή, δημοσιεύουμε ένα σχετικό κείμενο του Γ. Βελεγράκη.

EΝΘΕΜΑΤΑ

 του Γιώργου Βελεγράκη

Ρόι Λίχτενστάιν, «Οφθαλμαπάτη με κεφάλι Λεζέ και πινέ-
λο», 1973

Ένα από τα λιγότερο γνωστά, αλλά πολύ σημαντικά κατά τη γνώμη μου «χωρικά έργα» του Χάρβεϋ είναι το κείμενο Η πολιτική οικονομία του δημόσιου χώρου (The political economy of public space) που εκδόθηκε το 2006 στις ΗΠΑ ως μέρος του συλλογικού έργου Οι πολιτικές του δημόσιου χώρου (The politics of public space) υπό την επιμέλεια των Neil Smith και Setha Low.1 Το κείμενο διερευνά τη σχέση μεταξύ της φυσικής υπόστασης του αστικού δημόσιου χώρου και των πολιτικών αυτού που νοείται ως δημόσια σφαίρα. Η δημόσια σφαίρα για τον Χάρβεϋ, όπως και για το σύνολο των ριζοσπαστών γεωγράφων, δεν είναι καθολική και αχωρική, ώστε στο πλαίσιό της να τελείται απρόσκοπτα ο δημόσιος δημοκρατικός διάλογος της αστικής δημοκρατίας, αλλά, αντίθετα, υπόκειται στις συγκεκριμένες γεωγραφικές και ιστορικές δεσμεύσεις του φυσικού χώρου. Γι’ αυτό ο σχεδιασμός και η φυσική υλικότητα της χωρικής οργάνωσης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα ή εκτός θέματος. Οι διάφορες γεωγραφίες του χώρου (και ειδικά στην πόλη ο σχεδιασμένος και οργανωμένος δημόσιος χώρος) είναι αυτές που επιβεβαιώνουν, αναιρούν ή αλλάζουν τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις της δημόσιας σφαίρας. Συνεπώς, είναι εύλογα τα ερωτήματα πώς ο φυσικός σχεδιασμός του δημόσιου χώρου της πόλης αντιστοιχεί σε πιο αυταρχικές ή πιο δημοκρατικές μορφές διακυβέρνησης2 και πώς σχετίζεται με τη δυνατότητα πολιτικής κινητοποίησης.

Ο Χάρβεϋ, μελετώντας την εμβληματική προσπάθεια αναδόμησης του Παρισιού από τον Οσμάν τις δεκαετίες του 1850 και του 1860, αναδεικνύει τη σχέση της οργάνωσης του δημόσιου χώρου με τις μεγάλες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές εκείνης της περιόδου. Οι νέες τεράστιες λεωφόροι και τα εμπορικά κέντρα που τότε ξεφυτρώνουν, συνδέονται και υπηρετούν την ανάδειξη της μεσαίας τάξης, τον ευρύτερο χωρικό διαμοιρασμό του πληθυσμού με ταξικά κριτήρια και τη διακυβέρνηση μέσω της εικόνας του μεγαλείου και της νέας καπιταλιστικής αφθονίας.

To Παρίσι εισέρχεται στην κατά Χομπσμπάουμ «εποχή του κεφαλαίου». Τα έργα ανοικοδόμησής του ήταν μεγάλες δημόσιες δαπάνες, σχεδιασμένες για να αναζωογονήσουν την οικονομία και, μέσω κυρίως της εξασφάλισης του ιδιωτικού κέρδους και την εκμετάλλευση της αστικής γης. Δημιουργείται μια νέα φαντασιακή αναπαράσταση για την πόλη: η πόλη του θεάματος (νέα μπαρ, καφέ, καμπαρέ και θέατρα), του ιμπεριαλιστικού μεγαλείου της Γαλλίας (στις μεγάλες λεωφόρους πραγματοποιούνται δημοτικές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις, «αριστοκρατικοί» γάμοι) και του κατά Μπένγιαμιν «προσκυνήματος του φετιχισμού του εμπορεύματος»3 (νέα μεγάλα εμπορικά κέντρα). Συνέχεια ανάγνωσης

Όλες οι μέρες (πλέον) είναι του Αλέξη

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Αφίσα της Σταυρούλας Β. Οικονόμου για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Σάββατο βράδυ στη γειτονιά των Εξαρχείων. Δύο αστυνομικοί  «περιπολούν» την περιοχή, με όσα εισαγωγικά έχουν ανάγκη οι λέξεις όταν η πραγματικότητα τις ξεπερνά  — η ακριβέστερη διατύπωση πιθανώς είναι: «δυο μπάτσοι πουλάνε νταηλίκι, τραμπουκίζοντας τους περαστικούς»· «μπάτσοι διαλεχτοί που ψάχνουν πασαρέλα», όπως λέει το γνωστό τραγούδι. Κατεβαίνουν από το περιπολικό και κατευθύνονται πεζοί προς ένα τσούρμο εφήβων. Φωνές, σειρήνες και πυροβολισμοί μπλέκονται σε μια περίεργη (αν και όχι πρωτότυπη) σύνθεση, μακάβρια. Απομακρύνονται αργά, χωρις να κοιτάξουν πίσω. Μπαίνουν στο περιπολικό και φεύγουν.

Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί κείτεται νεκρό, δολοφονημένο. Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το όνομά του, Αλέξης. Δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο μόνος που έχασε τη ζωή του από χέρι αστυνομικού στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Είχε προηγηθεί ο Ιάκωβος Kουμής, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, ο Μιχάλης Καλτεζάς, ο Νίκολας Τόντι και άλλοι, μετανάστες κυρίως, αλλά και Έλληνες, που δεν μάθαμε ποτέ ή δεν συγκρατήσαμε τα ονόματά τους. Κι ανάμεσά τους τα τόσα ακόμη κρούσματα και οι διαφορετικές μορφές καταστολής, βίας και αυθαιρεσίας που πληθαίνουν δημιουργώντας μια κανονικότητα· φέρνοντάς μας ξανά μπροστά στην κρίσιμη συζήτηση για την ύπαρξη και τον ρόλο της αστυνομίας, τον αυταρχισμό του κράτους, τα όρια αυτού που ονομάζουμε (καθ’ υπερβολή άραγε;) «δημοκρατία» και τους τρόπους αντίδρασης σε ό,τι συμβαίνει, τα δικά μας μέσα, τα ερωτήματα και τις απαντήσεις μας.

Αφίσα του Beekeeper για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, από την οποία μεθαύριο συμπληρώνονται τρία χρόνια, και τα γεγονότα που ακολούθησαν, υπήρξε αναμφισβήτητα ένα ορόσημο, συμβολικά και πραγματικά. Οι λέξεις «Δεκέμβρης» και «Δεκεμβριανά» ανασημασιοδοτήθηκαν, απέκτησαν μια δεύτερη ζωή που δεν αφορά ασφαλώς μόνο το στενά «κινηματικό» λεξιλόγιο. Πλέον πρέπει να διευκρινίζει κανείς για ποιόν Δεκέμβρη μιλάει· ενδεχομένως, μάλιστα, να είναι πια σχεδόν αδύνατη η μνημόνευση του ενός έξω απ’ το φίλτρο του άλλου.

 Από την άλλη μεριά, με αφορμή τον Δεκέμβρη άλλαξαν πολλά τόσο στον κινηματικό μας μικρόκοσμο όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. Το μέγεθος της συμμετοχής στην αντίδραση που συνέγειρε το γεγονός είναι ενδεικτικό. Η δολοφονία του Αλέξη προκάλεσε σε μεγάλη έκταση μια κοινωνική δυναμική αντίστασης, οργής και αγανάκτησης. Ένα κομμάτι της νεολαίας πολιτικοποιήθηκε εκ των πραγμάτων βίαια, μπαίνοντας (άτσαλα ίσως, είναι αλήθεια) στον κινηματικό στίβο. Νέες συλλογικότητες δημιουργήθηκαν, πολιτικοϊδεολογικοί χώροι και νοοτροπίες ενισχύθηκαν ή αποδυναμώθηκαν, νέα μέσα ενημέρωσης, διάδοσης της πληροφορίας και συμμετοχής μπήκαν για τα καλά στη ζωή μας, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τις εν λόγω έννοιες. Η διαδικασία αυτή, που ούτως ή άλλως είναι διαρκής, δεν έχει ολοκληρωθεί και παραμένει ανοιχτή. Τροφοδοτήθηκε δε στη συνέχεια από τις μορφές (και το λεξιλόγιο) της κρίσης που άγγιξαν και συσπείρωσαν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ανακάλυψη της ανομίας, παπάδες και υπουργοί, η ανεπάρκεια των δακρυγόνων και άλλες ιστορίες

Standard

του Γιάννη Η.  Χάρη

Όπως είναι πια ευρέως γνωστό, τα «Νέα»,  έπειτα από δώδεκα συναπτά έτη, διέκοψαν τη συνεργασία τους με τον Γιάννη Χάρη. Στο προπερασμένο φύλλο των «Ενθεμάτων», μόλις είχαμε μάθει την είδηση, επισημαίναμε το βάρος της απώλειας αλλά και το πώς η «περικοπή»  εντάσσεται σε μια γενικότερη πορεία ερημοποίησης του τοπίου του Τύπου. Στις δυο βδομάδες που πέρασαν, παρά τις διαμαρτυρίες, η απόφαση  δεν αναιρέθηκε. Αναδημοσιεύουμε σήμερα, από το μπλογκ του Γιάννη Χάρη (http://yannisharis.blogspot.com) την τελευταία του συνεργασία στη στήλη «Στην Αγορά», αυτή που δεν πρόλαβε ποτέ να δημοσιευθεί στα «Νέα» (ο τίτλος είναι των «Ενθεμάτων»). Την αναδημοσιεύουμε, καθώς είναι μια ευκαιρία να θυμηθούμε τα ωραία, αιχμηρά και εύστοχα κείμενα του Γ. Χάρη, κάθε Σάββατο. Και να ελπίσουμε ότι, εκτός από το μπλογκ του βέβαια, θα βρεθεί άλλος χώρος φιλόξενος γι’ αυτά — θα είναι κέρδος για όλους.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Όταν εμείς ανακαλύπταμε την ανομία…

Όταν εμείς ανακαλύπταμε την «ανομία», αυτοί, ανεβασμένοι πάνω στα δέντρα, μιλούσαν ακόμα για πολιτική…

Μπαλτύς, «Ο δρόμος», 1933

Με άλλα λόγια, όταν εμείς αναβαθμίσαμε σε ερμηνευτικό εργαλείο πολυσύνθετων κοινωνικών φαινομένων την ηθικολογική έννοια της «ανομίας», οι άλλοι, πάντα πάνω στα δέντρα, μιλούσαν ακόμα για πολιτική!

Οι Γερμανοί, λοιπόν (βλ. π.χ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 28/8, άρθρο του Αχιλλέα Φακατσέλη), και ειδικότερα οι Βερολινέζοι, παρατηρούν ανήσυχοι τους μαζικούς εμπρησμούς αυτοκινήτων στην πόλη τους: γύρω στα 2.000 αυτοκίνητα έχουν πυρποληθεί από το 2007, ενώ μέσα στο 2011 ξεπέρασαν ήδη τα 300.

Οι αστυνομικές αρχές μιλούν για «εγκληματικές πράξεις σχιζο-μητροπολιτικών προλετάριων». Όμως οι πολιτικοί, π.χ. ο υπουργός εξωτερικών και η ίδια η Άνγκελα Μέρκελ, δίνουν πολιτική διάσταση στο πρόβλημα και το θεωρούν προανάκρουσμα αναρχικής τρομοκρατίας. Πιστεύουν ότι το φαινόμενο, στις διαστάσεις που πήρε, ξεπερνά τα όρια της «παραβατικής συμπεριφοράς» και θυμίζει την παλιά πρακτική πολιτικής βίας.

Ανάλογα οι Βρετανοί επιχείρησαν να συνδέσουν τα εκτεταμένα επεισόδια του Αυγούστου, τους βανδαλισμούς και τις λεηλασίες, με την πολιτική:

«Δρέπουμε τους καρπούς όσων σπείραμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, δημιουργώντας μια κοινωνία με χονδροειδείς ανισότητες, με βάση την αξία “άρπαξε ό,τι μπορείς, όπως μπορείς”. […] Μια κοινωνία πλιατσικολόγων δημιουργημένη από τους βουλευτές και τις σκανδαλώδεις δαπάνες τους, τους τραπεζίτες και τα μπόνους τους, τις φοροδιαφεύγουσες επιχειρήσεις, τους δημοσιογράφους που υπέκλεπταν κινητά τηλέφωνα, τους αστυνομικούς που έπαιρναν μίζες…» (αντιγράφω από τη δική μας εφημερίδα, λόγια του βουλευτή των Εργατικών Τζον Μακντόνελ). Συνέχεια ανάγνωσης

Η μέθοδος της ασφυξίας

Standard

αναδημοσίευση από την Καθημερινή 1.7.2011

του Παντελή Μπουκάλα

Διπλός ήταν ο στόχος του κυβερνώντος κόμματος την Τετάρτη: να αποσπάσει το «ναι» των βουλευτών του για το Μεσοπρόθεσμο και να αδειάσει επιτέλους την πλατεία Συντάγματος από τους «Αγανακτισμένους». Αφού λοιπόν το Μεσοπρόθεσμο είναι ασφυκτικό για τα λαϊκά και τα μικρομεσαία στρώματα, επέλεξε και η κυβέρνηση τη μέθοδο της ασφυξίας για να πραγματοποιήσει και τον πρώτο στόχο της και τον δεύτερο. Οσοι πράσινοι βουλευτές είχαν δείξει σημάδια ασυμφωνίας, άρνησης, εναντίωσης ή και αποσκίρτησης, πολιορκήθηκαν μέχρις ασφυξίας από επιφανείς υπουργούς και κορυφαία κομματικά στελέχη. Τι ακριβώς διημείφθη ανάμεσα στους συντρόφους και συναγωνιστές, τους υποψήφιους αντάρτες από τη μια και τους παιδονόμους τους από την άλλη, μονάχα ο Σούπερ Κοριός το ξέρει, αλλά δεν θα μας το πει. Δεν θα πέφταμε έξω πάντως αν υποθέταμε ότι σ’ αυτά τα απόρρητα αλισβερίσια, και απειλές θα ακούστηκαν, και εκβιασμός παγκαλικής ποιότητας θα ασκήθηκε με μπόλικη αποστασιολογία, και πιθανά «ατοπήματα» και «υπερβάσεις» θα ανασύρθηκαν προς εκφοβισμό, και υποσχέσεις γενναιόδωρες θα δόθηκαν. Το αποτέλεσμα το είδαμε: η δημοκρατία θριάμβευσε. Συνέχεια ανάγνωσης

Το επίφοβο κενό

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Έγκον Σίλε, «Όρθιος άντρας με κόκκινο μεσοφόρι », 1954

Μια απεργιακή πορεία χιλιάδων ανθρώπων αντιμετωπίζει τη βαναυσότητα των ΜΑΤ με αποτέλεσμα πολλούς σοβαρά τραυματίες και έναν άνθρωπο τριάντα χρόνων, τον Γιάννη Καυκά, σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική. Στη συνέχεια οργανώνεται πορεία εναντίον της αστυνομικής βίας και των ρατσιστικών επιθέσεων στο κέντρο της Αθήνας. Και, κάποια στιγμή, μια ομάδα κρετίνων αποφασίζει να παίξει πόλεμο με την αστυνομία περνώντας μέσα από τον κόσμο μιας λαϊκής αγοράς. Αποτέλεσμα; Τραυματίες με σοβαρά εγκαύματα και ένας άνθρωπος στα πρόθυρα του θανάτου από εισπνοή τοξικών αερίων. Πώς να χωρέσουν άραγε όλες αυτές οι στιγμές σε μια αφήγηση της παρούσας κατάστασης; Πώς να χωρέσουν τόσα συντρίμμια το νόημα που θα ήθελε να τους δώσει ο καθένας μας;

Αυτό τον καιρό καταλαβαίνω κάπως περισσότερο όλους εκείνους που τηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στον δημόσιο σχολιασμό και στην έκφραση θέσης. Ακόμα και εκείνους που ισχυρίζονται ότι σε αυτούς τους καιρούς ο πρώτος λόγος «πρέπει να ανήκει στους ειδικούς» και όλοι εμείς οι υπόλοιποι καλό θα ήταν «να κάνουμε απλώς τη δουλειά μας».

Καταλαβαίνω, δίχως βεβαίως να συμφωνώ. Είναι σίγουρα πιο ανακουφιστικό να γράφεις μια επιφυλλίδα για τις μεταφορές στον Σεφέρη ή ένα άρθρο για τις υποθετικές κρίσεις στον Καντ, από το να αγγίζεις μια πραγματικότητα που μοιάζει συχνά με παραλήρημα. Και μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας ότι ετούτη η πραγματικότητα μπορεί να πιαστεί από κάπου, ότι μπορούμε να εξηγήσουμε την τάση ή το γενικό πλάνο των εξελίξεων. Τα ίδια τα γεγονότα έρχονται να στραπατσάρουν με αναίδεια θεωρήματα και διανοητικές κατασκευές. Τα γεγονότα ως πολλαπλασιαστές απορίας και επιταχυντές της διάλυσης των όποιων βεβαιοτήτων χτίστηκαν την προηγουμένη. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο πυρομανής πυροσβέστης και η μαλακή σκανδάλη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του  Κώστα Αθανασίου

Αντόνιο Μπέρνι, «Η διαδήλωση», 1934

«Ο δρόμος ήταν στρωμένος με φέιγ βολάν. Έσκυψα και πήρα ένα. Έλεγε: “Η Κοσμοχαλασιά που η κυβέρνηση αρνείται να δει”. Είχαν φωτογραφίες από ένα τετράγωνο, πριν και μετά την Κοσμοχαλασιά. Στο “πριν” έβλεπες σπίτια το ένα δίπλα στ’ άλλο, ενώ στο ‘μετά’ φαίνονταν μόνο άδειες αλάνες».

Η χρονιά της ερήμου, του Αργεντινού Πέδρο Μαϊράλ (μτφ. Β. Κνήτου, Πόλις), είναι ένα βιβλίο που σίγουρα έκανε αίσθηση το 2010, όταν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Ο Μαϊράλ περιγράφει μια δυστοπική κατάσταση, την Κοσμοχαλασιά, που εξαπλώνεται και κατατρώγει μια ολόκληρη χώρα, τη διαβρώνει, μέχρι που τελικά τη διαλύει. Η Κοσμοχαλασιά συντρίβει τα πάντα στο διάβα της· πάνω απ’ όλα όμως συντρίβει τους ανθρώπους, τη ζωή τους, τις σχέσεις ανάμεσά τους. Η Κοσμοχαλασιά, τελικά, είναι ένα κύμα αγριότητας που σαρώνει τα πάντα.

Ένα χαρακτηριστικό είναι το πώς, στα πρώτα στάδια της Κοσμοχαλασιάς, η καταστολή «κοινωνικοποιείται», ασκείται από τον διπλανό και τον γείτονα, παραλογίζεται, παίρνει διαστάσεις νοσηρές: «“Δεν μπορείτε να διαβάζετε στην ουρά, δεσποινίς”. “Γιατί;” τον ρώτησα, κι ένας τύπος που ήταν πιο πίσω, με την επιδοκιμασία όλων, είπε: “Δεν γίνεται να διαβάζεις, αγαπητή μου, αν περιμένεις, περιμένεις”».

   Το βιβλίο διαβάστηκε από πολλούς ως μια αλληγορία και απειλητική «υπενθύμιση» της ερήμωσης που έφεραν στην Αργεντινή τα χρόνια του ΔΝΤ (του «πυρομανή πυροσβέστη», όπως το αποκαλούσαν) και η οποία κορυφώθηκε με την κρίση του 2001, όταν η χώρα έζησε αυτό που ο οικονομολόγος Ατίλιο Μπορόν αποκάλεσε «κοινωνικό ολοκαύτωμα». Συνέχεια ανάγνωσης

Τα παιδία δέρνει

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Φωτογραφία του Γιάννη Καυκά, από την ενότητα «open wound» (από το μπλογκ του diffusedlight.blogspot.com)

To βίντεο κυκλοφορεί ευρύτατα στο διαδίκτυο, θα το έχετε δει. Ένας νεαρός σωριασμένος στο οδόστρωμα, και από πάνω τρεις άντρες των ΜΑΤ τον έχουν κυκλώσει και τον κοπανάνε. Σηκώνουν τα γκλομπ ψηλά, παίρνουν φόρα και τα κατεβάζουν με δύναμη. Ένας ακόμα Ματατζής τρέχει με σπουδή, μπας και δεν προλάβει το πανηγύρι, κι αρχίζει κι αυτός να κλωτσάει τον πεσμένο. Και άλλες εικόνες, αυτές τις είδα στο tvxs, τα ΜΑΤ να κραδαίνουν απειλητικά τα γκλομπ ανάποδα, για να μπορούν να χτυπάνε με τη μεταλλική λαβή. Και Ματατζήδες που βαράνε, καταπρόσωπα, με μπουνιές και γονατιές, έναν διαδηλωτή. Κάπως έτσι, σκέφτηκα, θα χτύπησαν και τον Γιάννη Καυκά που χαροπαλεύει στην Εντατική του Γενικού Κρατικού της Νίκαιας — κι όλες οι σκέψεις και οι ευχές μας, αν μπορούν οι ευχές να έχουν κάποια δύναμη, το μυαλό κι η καρδιά μας είναι εκεί, να ζήσει το παλικάρι και να μην του αφήσει κουσούρι η μανία των βαρβάρων.

Φωτογραφία του Γιάννη Καυκά, από την ενότητα «open wound»

Δεν θα επιμείνω, άλλωστε οι περισσότεροι τις έχουμε δει κάμποσες φορές τις εικόνες αυτές, όχι στην οθόνη, αλλά ζωντανά, στον δρόμο. Κι όμως, πιο τρομακτικές κι απ’ τις εικόνες μού φαίνονται οι αντιδράσεις των κυβερνητικών. Τη στιγμή που τα βίντεο κάνουν τον γύρο του κόσμου, τη στιγμή που ο Γ. Καυκάς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε «προθανάτιο κατάσταση» (κατά το ιατρικό ανακοινωθέν), που σε έναν ακόμα τραυματία έγινε σπληνεκτομή, τη στιγμή που μια κατά κοινή ομολογία ειρηνική πορεία καταλήγει με δεκάδες σοβαρά τραυματισμένους — αυτή τη στιγμή λοιπόν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος καταδικάζει τη βία «από όπου και αν προέρχεται», αφιερώνοντας τη μισή του δήλωση σε συμψηφισμούς, στηλιτεύοντας αυστηρά το γεγονός ότι οι συγκεντρωμένοι έξω από το Γενικό Κρατικό έκραξαν ή προπηλάκισαν τους ασφαλίτες που το επισκέφθηκαν. Ο δε Χάρης Καστανίδης, με τη σειρά του, δήλωσε: «Είναι παιδιά που συγκρούονται μεταξύ τους. Οι αστυνομικοί ήταν επί 4 μήνες σε συγκρούσεις στην Κερατέα δεχόμενοι μολότοφ, είναι άνθρωποι κι αυτοί που έχουν αντοχές»!

Όσον αφορά τον Γ. Πεταλωτή, με τον συμψηφισμό και τη διάχυση της βίας είναι σαφές ότι επιδιώκει τη σχετικοποίηση και την παράκαμψη των συγκεκριμένων περιστατικών. Καταδικάζουμε γενικώς την πάσης φύσεως βία (άρα μπαίνουν στο ίδιο ντορβά ο παρ’ ολίγον θάνατος και οι αποδοκιμασίες) από όποιον και αν προέρχεται (είτε είναι όργανο της πολιτείας είτε ο οιοσδήποτε), άρα ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ακόμα χειρότερα, οι δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης, αν το καλοσκεφτούμε, σημαίνουν κατάργηση της έννοιας του κράτους δικαίου — του κράτους, ως γνωστόν, που λειτουργεί με βάση το νόμο: περιγράφοντας τους άνδρες των ΜΑΤ όχι σαν κρατικούς λειτουργούς με συγκεκριμένα καθήκοντα και αποστολή, αλλά σαν (θερμόαιμα) «παιδιά» που συγκρούονται με άλλα «παιδιά», σαν ανθρώπους που επειδή έτρωγαν μολότοφ στην Κερατέα ξεσπάνε μόλις μπορέσουν, καταλύεις κάθε έννοια νομιμότητας. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, οι αστυνομικοί δρουν, τουλάχιστον οφείλουν να δρουν, βάσει εντολών, και όχι κινούμενοι από τα μεράκια ή τα ζόρια τους — εκτός αν πιστέψουμε ότι η εντολή είναι «βαράτε αλύπητα», οπότε τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα (βλ. και το σχόλιο του Γ. Κυρίτση, Η Αυγή, 13.5.2011). Συνέχεια ανάγνωσης