Β. Τρομοκρατία και τρομοκράτηση

Standard

Πέρασαν εβδομήντα χρόνια- 2

Του Βασίλη Κρεμμυδά

υπερ του βασιλεωςΈνα παιδάκι δέκα, έντεκα, δώδεκα χρoνών δεν μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες· ούτε το «κλίμα» της παιδικής εποχής του καν· κάτι να του κολλήσει στο μυαλό, μπορεί. Εμένα μου κόλλησε, δε βγήκε ποτέ από το μυαλό μου δηλαδή, ένα όνομα: Μαγγανάς. Στο άκουσμα μόνο «έρχεται ο Μαγγανάς!» τρέχαμε να κρυφτούμε, να γλιτώσουμε από την αντικομμουνιστική μανία αυτού του εγκληματία: διαθέτοντας πολυπληθή και πάνοπλη συμμορία είχε αναλάβει από μόνος του να εξαφανίσει κάθε εαμικό υπόλοιπο στη νότια Μεσσηνία· έφτασε στο σημείο να καταλάβει ολόκληρη πόλη, την Καλαμάτα, να συλλάβει 80 ομήρους και να εκτελέσει 14 στελέχη του ΕΑΜ.

Σημαδιακός χρόνος το 1945· έπρεπε να «τακτοποιηθούν» πολλά από τα πράγματα που προέκυψαν από τον πόλεμο και την Kατοχή. Από την Κατοχή πολλοί βγήκαν κατεστραμμένοι υλικά, εξουθενωμένοι ψυχικά — και διωκόμενοι. Βγήκαν οι πεινασμένοι· βγήκαν και οι πλούσιοι — οι νεοπλούσιοι. Και ας προσέξουμε: στην Κατοχή –και για κάμποσα χρόνια μετά– δεν πείνασαν όλοι! Συνέχεια ανάγνωσης

Α. Εικόνα καταστροφής

Standard

 Πέρασαν εβδομήντα χρόνια

του Βασίλη Κρεμμυδά

Θα μπορούσα να το πω και αλλιώς, ίσως πιο κομψά, ίσως πιο επιστημονικά: «συμπληρώνονται φέτος εβδομήντα χρόνια!». Προτιμώ το «πέρασαν»· από πότε; από το 1945. Και τι έγινε το 1945; τίποτε, αλλά πάρα πολλά.

Θέλω να περιδιαβάσω, έτσι το λέγαμε παλιά, αυτά τα εβδομήντα χρόνια κοιτάζοντας τα από βαθειά όπως τα είδα — όχι, δεν πρόκειται για προσωπικές αφηγήσεις και βιώματα: και να ήθελα να το κάνω, αμφιβάλλω αν θα μπορούσα· η ματιά του ιστορικού έχει κυριαρχήσει σε κάθε έκφανσή μου, θέλω-δε θέλω. Αυτό που λέω, επομένως, είναι ότι για να γράψω τα σημειώματα που θα ακολουθήσουν δεν έχω κάνει πρωτογενή έρευνα.

Αίθουσα σχολείου, 1945-46. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη)

1945 λοιπόν, και η χώρα μετράει τις πληγές της· θα καταφέρει να τις μετρήσει; όχι! είναι αμέτρητες. Είχαν καταστραφεί όλα από τον πόλεμο και την Κατοχή. Και εντωμεταξύ, στο τέλος του προηγούμενου έτους ο Τσώρτσιλ μεγάλος νικητής του πολέμου, με το στρατηγό Σκόμπι, ήρθαν να ενισχύσουν τη νόμιμη κυβέρνηση – ποια ήταν αυτή και από πού ήταν νόμιμη; και με τον βασιλιά τι θα γινόταν; και τα Δεκεμβριανά; και επιτέλους αυτή η ελληνική κοινωνία που έβγαινε από έναν πόλεμο, από μια σκληρή Κατοχή και μια μεγαλειώδη Αντίσταση τι ήταν; Ποια ήταν η μορφή και ο χαρακτήρας της; Θα τα δούμε όλα αυτά. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι ψάχνει η σύγχρονη λογοτεχνία στην ιστορία;

Standard

 Σκέψεις πάνω στο έργο της Μάρως Δούκα

της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη

 

«Άτιμο πράγμα η Ιστορία. Πέφτει πάνω στη ζωή και την πλακώνει».

Σοφία Νικολαΐδου, Απόψε δεν έχουμε φίλους.[1]

Μάρω Δούκα

Μάρω Δούκα

Η ελληνική πεζογραφία τείνει τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει μια προνομιακή σχέση με την ιστορική αναπαράσταση: Από τους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης με την Εβραία Νύφη του Δαβέττα, τον Εμφύλιο και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μέχρι τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Οδησσού, τον Εθνικό Διχασμό, το Βυζάντιο, τους Τουρκοκρητικούς (Αθώοι και φταίχτες, Μάρω Δούκα) και τον Αγώνα του 1821 (Ρέα Γαλανάκη). Η λίστα είναι μακρά, ιδιαίτερα για όσους από εμάς ασχολούμαστε με τη δεκαετία του ‘40: Πολιορκία, Ιαγουάρος του Κοτζιά, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, το Πένθιμο Εμβατήριο του Πατατζή, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Ζέη ή η Κάθοδος των Εννιά και η Ορθοκωστά του Βαλτινού…

Συγγραφείς που θεωρήθηκε ότι «παρεκκλίνουν» και δεν ακολούθησαν τον δρόμο της υπεράσπισης των κομματικών ιδανικών στη γραφή τους, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Δημήτρης Χατζής, έπιασαν το νήμα της ιστορίας, άλλοτε με συνέπειες και άλλοτε με προσωπικές ματαιώσεις. Ο πρώτος έγραψε τα ποιήματά του και το θεατρικό του έργο Αντιγόνη εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και απομονωμένος από τους συνεξόριστούς του. Αρκετά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι πια, έγραψε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας, το συγκλονιστικό Κιβώτιο. Όσο για τον Δημήτρη Χατζή, το διήγημά του «Ανυπεράσπιστοι», δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1964, προκάλεσε την αντίδραση του κομματικού μηχανισμού. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μας θυμίζει ότι ο ταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού Ασπροπόταμος το χαρακτηρίζει «φιλολογικό φτύσιμο, που καλά θα ’κανε ο άκαπνος συγγραφέας να το κρατήσει για τον εαυτό του». Ο κομματικός «Λογοτεχνικός κύκλος» που συνεδρίασε εσπευσμένα έκρινε ότι το διήγημα «Ανυπεράσπιστοι» του Δ. Χατζή φανερώνει υποχώρηση του συγγραφέα στην πίεση της αστικής ιδεολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντίσταση ή υπακοή;

Standard

22 Iουλίου: 70 χρόνια από τη μαζικότερη αντιστασιακή κινητοποίηση της Κατοχής

 

του Μενέλαου Χαραλαμπίδη

 8888888888888888888888Σπάνια βλέπουμε την Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής ως ένα τεράστιο ηθικό, πολιτικό και ψυχολογικό δίλλημα που έθεσε τις επιλογές, διαμόρφωσε τις συνειδήσεις και καθόρισε τις ζωές των ανθρώπων: Αντίσταση ή υπακοή; Δράση ή αναμονή; Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, κάθε αντίσταση ενάντια στον κατακτητή φαινόταν μάταιη. Ο αήττητος στρατός της ναζιστικής Γερμανίας κατέλαβε αστραπιαία σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι υποστηρικτές της υπακοής απέναντι στους κατακτητές και της στάσης αναμονής έως τη λήξη του πολέμου δικαιώνονταν από τις εξελίξεις. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το ξέσπασμα του κατοχικού λιμού. Η τρομοκρατία της πείνας και των 50.000 περίπου νεκρών, διέγραψε το δίλλημα αυτό από τις σκέψεις των λιμοκτονούντων Αθηναίων. Τα λαϊκά στρώματα γνώρισαν την απόλυτη ανθρωπιστική κρίση της βιολογικής εξόντωσης, τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης εξανεμίζονταν από τον πληθωρισμό και η ακίνητη περιουσία της πωλούνταν στους μαυραγορίτες, ακόμη και μερίδα των μεγαλοαστών του Μεσοπολέμου έχασε τις επιχειρήσεις της που έκλειναν λόγω των τεραστίων ελλείψεων σε πρώτες ύλες και εμπορεύματα. Η πλήρης εξαθλίωση βύθιζε την ελληνική κοινωνία σε αδράνεια. Η καθημερινότητα αναλωνόταν στην προσπάθεια εξεύρεσης τροφίμων. Φαίνεται λοιπόν ότι είχε δίκιο ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, όταν έγραφε στο ημερολόγιό του:  «Οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών είναι βουτηγμένοι στις υλικές έγνοιες. Η πείνα και το κρύο είναι στην ημερήσια διάταξη. Άνθρωποι που η μοίρα τους έχει χτυπήσει τόσο σκληρά, σε γενικές γραμμές δεν κάνουν επαναστάσεις».[1]

Η εξέλιξη που ανέστρεψε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, που επανέφερε το δίλημμα αντίσταση ή υπακοή, δεν ήταν η απόλυτη απόγνωση και εξαθλίωση του πληθυσμού, αλλά η εμφάνιση της οργανωμένης αντίστασης. Στην Αθήνα, από την άνοιξη του 1942, με την ύφεση του λιμού, οι αντιστασιακές οργανώσεις δραστηριοποιούμενες στους χώρους εργασίας και εκπαίδευσης, κατάφεραν να κινητοποιήσουν μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, που αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του μαζικότερου αντιστασιακού κινήματος πόλεων πανευρωπαϊκά. Οι συνεχείς μικρές και μεγάλες κινητοποιήσεις έφτασαν στο απόγειό τους τον Φεβρουάριο-Μάρτιο  του 1943, όταν ο αγώνας ενάντια στην πολιτική επιστράτευση οδήγησε στην απόσυρσή της και την αποφυγή της αποστολής δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στα γερμανικά εργοστάσια για καταναγκαστική εργασία.[2] Η μεγάλη νίκη της Αντίστασης, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της φασιστικής Ιταλίας, αναπτέρωσε τις ελπίδες του κατεχόμενου λαού. Η Αντίσταση κέρδιζε ανέλπιστες, μέχρι πριν λίγους μήνες, νίκες, πείθοντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού για το αναγκαίο της δράσης της. Το δίλημμα αντίσταση ή υπακοή έμπαινε ξανά με διαφορετικούς πλέον όρους. Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστερά και αστικός πολιτικός κόσμος: ένα συνέδριο στο Πάντειο, 17-20.4.2013

Standard

Ο καθοριστικός ρόλος της Αριστεράς τις δεκαετίες 1940 και 1950

του Προκόπη Παπαστράτη

 Το συνέδριο «Αριστερά και πολιτικός κόσμος, στις δεκαετίες του 1940 και 1950», που οργανώθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου υπήρξε ένα συνέδριο αξιοπρόσεκτο από πολλές απόψεις: της επιλογής της θεματολογίας, της συμμετοχής πολλών νέων ερευνητών, για τα ιστοριογραφικά και πολιτικά ζητήματα που θέτει, ζητήσαμε από τον Προκόπη Παπαστράτη, εκ των οργανωτών, να μας συνοψίσει το κλίμα και τα συμπεράσματα του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

TELIKOS PROKΗ οργάνωση συνεδρίων για αυτή την περίοδο (τις δεκαετίες  του 1940 και 1950), ένα ενδιαφέρον θέμα που έχει τη δική του ιστορία, έχει ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όπως αρκετοί γνωρίζουν, ενώ άλλοι επιλέγουν να ξεχνούν. Αυτή η διαδικασία συνέβαλε, σε συνδυασμό με τις διδακτορικές διατριβές που είχαν ήδη υποστηριχθεί ή ήταν σε εξέλιξη (όχι φυσικά στην Ελλάδα), να ανοίξει η συζήτηση και η μελέτη σε νέα πλαίσια.  Ως γνωστόν, η συζήτηση αυτή δεν είχε σταματήσει ποτέ, σε πείσμα των απαγορεύσεων και των διοικητικών μέτρων που εκπορεύονταν από τους θεωρητικούς ταγούς της εθνικοφροσύνης.

Παρά τη διάχυτη αισιοδοξία την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, ήταν τουλάχιστον σαφής η δυσπιστία και η βολική αδράνεια απέναντι στη σύγχρονη ιστορία, και συγκεκριμένα στη δεκαετία του 1940.  Στην αναζήτηση των αιτίων, που αναπόφευκτα απασχολούσε την κοινωνία, αυτό το νέο έναυσμα επέβαλε ουσιαστικά το τεκμήριο της επιστημονικότητας, σε ευθεία αντιπαράθεση με την ψυχροπολεμική επιχειρηματολογία που είχε επιβληθεί άνωθεν.

Από τον τίτλο και τη θεματική του Συνεδρίου επισημαίνεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει η Αριστερά σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες.  Αυτό είναι εμφανέστερο στη δεκαετία του 1940, όπου η δυναμική εδραίωση και απήχηση του ΕΑΜ, ως εν δυνάμει εναλλακτικής πολιτικής λύσης, αναγκάζει τον ξένο παράγοντα να προσαρμόσει ριζικά τα αρχικά του σχέδια ώστε, να αποτρέψει την πολιτική και κυρίως την υποτιθέμενη στρατιωτική απειλή του ΕΑΜ.  Αλλά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου η δια πυρός και σιδήρου απόρριψη κάθε διαπραγματευτικής πρότασης στοχεύει στην εξάλειψη αυτής της επιρροής της Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Νεοναζί: το Ολοκαύτωμα της μνήμης

Standard

Η καινούργια ταινία του Στέλιου Κούλογλου «Νεοναζί: το Ολοκαύτωμα της μνήμης», με αφετηρία την άνοδο της Χρυσής Αυγής, ερευνά την μνήμη, τη λήθη και την ιστορική αλήθεια στη σύγχρονη Ελλάδα. Το ντοκιμαντέρ επικεντρώνεται στα εγκλήματα των ναζί κατακτητών στα Καλάβρυτα, το Δίστομο και τον Χορτιάτη, συνδυάζοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων, άγνωστο αρχειακό υλικό, τα  αφοπλιστικά λόγια των μαθητών του Λυκείου στο Δίστομο και τις αποκαλυπτικές δηλώσεις εκπροσώπων της Χρυσής Αυγής που επιχειρούν να πάρουν τη ρεβάνς, 70 χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού. Συζητήσαμε με τον Στέλιο Κούλογλου για τα ζητήματα που θέτει η ταινία.

Στρ. Μπ.

«Ορφανά από το Δίστομο». Φωτογραφία του Ντιμίτρι Κέσελ,Οκτώβριος - Νοέμβριος 1944

«Ορφανά από το Δίστομο». Φωτογραφία του Ντιμίτρι Κέσελ,
Οκτώβριος – Νοέμβριος 1944

Πώς ξεκίνησες, γιατί αποφάσισες να κάνεις αυτή την ταινία;

Μετά τις εκλογές του 2012 και την άνοδο της Χρυσής Αυγής, αποφάσισα να καταγράψω μαρτυρίες για τα εγκλήματα των ναζί στην Ελλάδα, στην διάρκεια της Κατοχής. Ήθελα να θυμίσω τι είχε συμβεί και συγχρόνως με ενδιέφερε να καταλάβω τις αιτίες που η ιστορική μνήμη φαινόταν να έχει εξασθενίσει, ακόμη και στις μαρτυρικές πόλεις. Γιατί μετά τις εκλογές του περασμένου Μαΐου, τα ΜΜΕ μετέδωσαν ότι η Χρυσή Αυγή έλαβε περίπου 1.000 ψήφους στα  Καλάβρυτα και το Δίστομο. Τις αμέσως επόμενες μέρες, στην ερώτηση αν είναι νεοναζί και αν σχετίζονται με τον Χίτλερ, οι εκπρόσωποι της Χρυσής Αυγής απαντούσαν: «Οι δημότες στα Καλάβρυτα και το Δίστομο απάντησαν ήδη, με την ψήφο τους». Στην πορεία ανακάλυψα ότι η είδηση ήταν κατασκευασμένη.

 Είχε γίνει μεγάλος θόρυβος τότε για τις ψήφους στις μαρτυρικές πόλεις…

Τα Καλάβρυτα και το Δίστομο είναι καλλικρατικοί δήμοι, αλλά τα συνεχή ρεπορτάζ το απέκρυψαν. Λέγανε π.χ. ότι στο Δίστομο η Χρυσή Αυγή είχε πάρει 350 ψήφους, αλλά μετράγανε και τις ψήφους από την Αράχοβα, τα Άσπρα Σπίτια, όλα τα γύρω χωριά. Μέσα στο Δίστομο, η Χρυσή Αυγή είχε πάρει 8 ψήφους. Οι μαθητές του Διστόμου λένε στο ντοκιμαντέρ ότι επεσήμαναν το λάθος στα τηλεοπτικά συνεργεία που κατέφθασαν επιτόπου, αλλά δεν συμπεριέλαβαν τις διαμαρτυρίες στα ρεπορτάζ τους.

 Θεωρείς ότι η ιστορική μνήμη μπορεί να είναι αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα κατά του νεοναζισμού και της Χρυσής Αυγής; Το ρωτάω αυτό γιατί υπάρχει και η άποψη ότι το βάρος πρέπει να πέσει στο σήμερα, στην εγκληματική της δράση κλπ.

Υπάρχει μια ιστορική συνέχεια, την οποία είναι απαραίτητο να υπογραμμίζουμε, αντιμετωπίζοντας την Χρυσή Αυγή: ότι πρόκειται για πολιτικούς απόγονους των ταγματασφαλιτών. Η ταινία είναι «ένα ντοκιμαντέρ μέσα στο ντοκιμαντέρ». Πήγα σε ένα λύκειο στο Δίστομο και τους πρόβαλα ένα ντοκιμαντέρ για τις ναζιστικές θηριωδίες στα Καλάβρυτα, στον Χορτιάτη, στο Άουσβιτς. Ύστερα κατέγραψα τη συζήτηση με τους μαθητές, που ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Συνέχεια ανάγνωσης

Το ανεξόφλητο παρελθόν των ελληνογερμανικών σχέσεων

Standard

Συνέντευξη της Κατερίνας Κράλοβα στον Σπύρο Κακουριώτη

 

Kατερίνα Κράλοβα

Οι ταραγμένες σχέσεις Ελλάδας – Γερμανίας, από την περίοδο της Κατοχής μέχρι και τις μέρες μας, αποτελούν το αντικείμενο έρευνας της ιστορικού Κατερίνας Κράλοβα, καθηγήτριας στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας. Η μελέτη της Τσέχας ιστορικού, που ειδικεύεται σε θέματα σύγχρονης ελληνικής και βαλκανικής ιστορίας, πρόκειται να κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, με τον (προσωρινό) τίτλο Το ανεξόφλητο παρελθόν: Οι ελληνογερμανικές σχέσεις στη σκιά του ναζισμού, προσφέροντας μια διαφορετική, «από τα έξω», ματιά σε αυτή τη σχέση. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε μαζί της, με επίκεντρο τα ζητήματα των αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου.

Σπ. Κ.

Μπορείτε να μας δώσετε μια γενική εικόνα για το βιβλίο σας;

Το Ανεξόφλητο παρελθόν, που εκδόθηκε φέτος από τον έγκυρο επιστημονικό εκδοτικό οίκο της Πράγας Karolinum, αφορά το μη επαρκώς ερευνημένο θέμα των ελληνογερμανικών σχέσεων μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται ίσως για τη μοναδική μελέτη που επιχειρεί να καλύψει όλη αυτήν την περίοδο και επιχειρεί μια διερεύνηση των διαδικασιών με τις οποίες η ελληνική κοινωνία διαχειρίστηκε την κληρονομιά της ναζιστικής κατοχής, ιδιαίτερα δε το θέμα των εγκλημάτων πολέμου, όπως και των γερμανικών αποζημιώσεων για τα θύματα. Τα θέματα αυτά αναλύονται σε επίπεδο πολιτικό και νομικό, ενώ επισημαίνεται ο ρόλος που διαδραμάτισαν τα οικονομικά συμφέροντα στις ελληνογερμανικές σχέσεις.

Γερμανοί στρατιώτες στη Θεσσαλονίκη, καθ’ οδόν προς την Αθήνα, Απρίλιος 1941 (Bundesarchiv, Koblenz)

Πώς και ασχοληθήκατε με ελληνικό θέμα;

Δεν είναι η πρώτη φορά που καλούμαι να δώσω απάντηση στην ίδια λίγο-πολύ στερεότυπη ερώτηση: Γιατί εγώ, μια Τσέχα ιστορικός, χωρίς ελληνικές ή γερμανικές ρίζες, αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέμα. Έχω σπουδάσει στη Γερμανία και στην Ελλάδα, όμως, πέραν των προσωπικών σχέσεων που απέκτησα με την Ελλάδα και τους πολίτες της, το αρχικό έναυσμα συνδέεται με την αντίληψη ότι στην ιστορία δεν υπάρχουν «εθνικές αποκλειστικότητες». Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: Τα πλέον φρικτά γεγονότα μπορούν κατ’ επανάληψη να σημειωθούν σε εντελώς διαφορετικές χώρες, ανεξαρτήτως πολιτικών συγγενειών ή γεωγραφικών αποστάσεων. Χάρη στους Έλληνες φίλους μου γνώρισα πιο καλά την ιστορία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, συνειδητοποιώντας πως οι Γερμανοί κατακτητές δεν εξολόθρευσαν χωριά μόνο στην πατρίδα μου, ότι δεν ήταν μόνο οι Εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης που οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων, ότι δεν ήταν μόνο στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ που συνεργάτες των κατακτητών πέρασαν στην υπηρεσία των νέων καθεστώτων παραμένοντας ατιμώρητοι, ενόσω τα πραγματικά θύματά τους μάταια περίμεναν κάποια δικαίωση.

Πώς κρίνετε τη στάση της Γερμανίας απέναντι στις διεκδικήσεις ιδιωτών, όπως του Διστόμου;

Τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’60 η Ομοσπονδιακή Γερμανία προβάλλει σταθερά τον ισχυρισμό ότι τις νομικές υποχρεώσεις προς τα πληγέντα κράτη τις έχει εκπληρώσει. Στις πρωτοβουλίες που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις της Βόννης κυριαρχούσαν τα πολιτικά συμφέροντα της Γερμανίας, τα οποία ενδεχομένως υπαγόρευαν θετική στάση προς τους εταίρους της. Οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι της Δ. Γερμανίας αποδείχτηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικοί σε ό,τι αφορά την αποφυγή δημιουργίας οποιουδήποτε δεδικασμένου, ακόμα και στις περιπτώσεις που η χώρα προέβαινε σε διάφορες φιλικές χειρονομίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το θέμα του ηθικού χρέους συρρικνώθηκε στην υποχρέωση της Γερμανίας να εξοφλήσει κάποιες οικονομικές διεκδικήσεις. Μετά το 1989, το επίκεντρο του δημόσιου λόγου μετατοπίστηκε από την απάλειψη των αδικιών του παρελθόντος στη βελτίωση των σχέσεων, από τη συμφιλίωση στη συγγνώμη. Ωστόσο, από νομικής πλευράς η προσέγγιση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως κανονιστική πραγματικότητα. Συνέχεια ανάγνωσης