Από τη γειτονιά στην πόλη: κενά κτίρια, καταγραφή και επανάχρηση

Standard

Η Τόνια Κατερίνη (αρχιτέκτων), εκ μέρους των «Ενθεμάτων», συζητάει με τους αρχιτέκτονες Γιάννη Βλαχάκη, Δανάη Ιωαννίδη, Θάλεια Νινιού, Γιώργο Νίνο και τον εικαστικό Νικόλα Κόσκορο, μέλη της αρχιτεκτονικής ομάδας της Κίνησης Κατοίκων του 6ου Διαμερίσματος (Στην αρχιτεκτονική ομάδα μετέχουν ακόμα η Χρυσάνθη Καστάνη, αρχιτέκτων, και η Ήρα Βλαχάκη  εικαστικός)

 Τόνια Κατερίνη: Πώς συναντήθηκε η Κίνηση Κατοίκων με την αρχιτεκτονική ομάδα;

Γιώργος Νίνος: Η πρωτοβουλία ήταν της Μαρίνας Βήχου. Μετά την ιστορία του πάρκου Κύπρου και Πατησίων, σκεφτόμασταν τι άλλο μπορούσαμε να κάνουμε. Διατυπώθηκε η ιδέα να καταγράψουμε τα αξιόλογα κτίρια του διαμερίσματος, ξεκινώντας από τον Αγ. Παντελεήμονα. Αρχίσαμε την άνοιξη του 2010· στην αρχή μετείχα μόνο εγώ σαν αρχιτέκτονας.

Τόνια: Πώς μπήκαν οι υπόλοιποι;

Μακέτα της αρχιτεκτονικής ομάδας, με τα κενά κτίρια, από την έκθεση στην γκαλερί "Ηώς"

Γιάννης Βλαχάκης: Ήταν κάπως σαν σκυταλοδρομία. Εγώ μετείχα σε μια ομάδα που ετοίμαζε την έκθεση «Κρυμμένη Αθήνα», στο TAF. Περπατώντας στην περιοχή, συνάντησα μια κυρία από την Κίνηση. Είχε τελειώσει η καταγραφή και οργανώσαμε τη συζήτηση «Τα κενά και τα πλήρη της πόλης: η περίπτωση του Αγ. Παντελεήμονα». Η ιδέα προήλθε από ένα γεγονός που μας εντυπωσίασε: από τα 376 καταγεγραμμένα κτίρια, τα 105 ήταν κενά. Έγινε μια πρώτη επεξεργασία από τον Ηλία Γιαννίρη, και στη συζήτηση, που συντόνισα εγώ, συμμετείχαν ο Θόδωρος Ρουμπάνης, ο Ηλίας Γιαννίρης, η Ελένη Πορτάλιου και ο Σταύρος Σταυρίδης. Η συζήτηση έθεσε πολλά ζητήματα σχετικά με την πόλη και την επανάχρηση των κτιρίων. Η πρόκληση ήταν πώς από τη μικρή κλίμακα περνάμε στη μεγάλη, από τη γειτονιά στην πόλη. Το εγχείρημα ξεκίνησε από ένα κίνημα συγκεκριμένων ανθρώπων του διαμερίσματος και προχώρησε και σε πιο θεωρητικό επίπεδο.

Ετοιμάζοντας τις εκθέσεις για την κρυμμένη Αθήνα, σκεφτήκαμε να γίνει μια έκθεση με το ίδιο θέμα για τον Άγιο Παντελεήμονα, όπου επεξεργαστήκαμε τα στοιχεία της καταγραφής με αρχιτεκτονικά μέσα: σχέδια, χάρτες, μακέτα και στατιστικές ταξινομήσεις. Εκεί δημιουργήθηκε η αρχιτεκτονική ομάδα της Κίνησης Κατοίκων.

Δανάη Ιωαννίδη: Η συγκεκριμενοποίηση της δουλειάς ολοκληρώθηκε με τη δεύτερη έκθεση, στη Χέυδεν. Εκεί άνοιξε μια συζήτηση με τους κατοίκους και τα μέλη της Κίνησης για το τι θα κάνουμε μετά, τι προοπτικές υπάρχουν.

Θάλεια Νινιού: Ο λόγος που επιλέξαμε τον Άγ. Παντελεήμονα ήταν τα κρυμμένα στοιχεία της περιοχής, που δεν φαίνονται πια, ενώ φαίνονται άλλα. Οι άνθρωποι της Κίνησης ήταν εκεί, ενθουσιασμένοι, καθώς στην αρχική καταγραφή δεν είχαν φανεί όλα τα στοιχεία που αναδείχτηκαν με τα διαγράμματα.

Γιώργος: Ήταν πολύ σημαντικό το υλικό της επεξεργασίας μετά την καταγραφή. Οι κάτοικοι το περίμεναν, και περιμένουν και τη συνέχεια, λ.χ. να ασχοληθούμε με ένα επόμενο κομμάτι του διαμερίσματος.

Γιάννης: Στα εγκαίνια έγινε χαμός. Το κοινό ήταν πολύ ευρύτερο από τα μέλη της Κίνησης, και ακόμη περισσότερο στη συζήτηση που οργανώθηκε μετά. Στο TAF το γεγονός ήταν πιο κοσμικό και εικαστικό.

Νικόλας Κόσκορος: Ας μην υποτιμούμε το εικαστικό. Το έκθεμα ήταν υπέροχο, ήταν το κέντρο της έκθεσης και τραβούσε τον κόσμο σαν μαγνήτης. Νομίζω ότι επικοινώνησε πολύ καλά το θέμα. Δεν ξέρω τι συνέπειες είχε, αν υπήρξε κάποια ευαισθητοποίηση, αλλά σίγουρα δεν ήταν ξένο σώμα.

Γιάννης: Η δουλειά μας έχει έναν ακτιβισμό, ο οποίος μπορεί να συνοδεύεται από μια εικόνα εικαστικά ενδιαφέρουσα. Παρ’ όλα αυτά, η παρέμβαση επιτόπου στον χώρο είναι αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Τόνια: Ξέρουμε ότι στην περιοχή υπάρχει μια ένταση. Εισπράξατε κάτι τέτοιο;

Γιώργος: Το αντίθετο. Οι άνθρωποι μας έβαζαν σπίτι τους, μας έλεγαν τις ιστορίες τους, μας έδιναν το τηλέφωνό τους, είχαν μια διάθεση πολύ φιλική που έδειχνε ενδιαφέρον για τη γειτονιά.

Τόνια: Γιατί επιλέξατε αυτό το κομμάτι του διαμερίσματος;

Γιώργος: Κάποιοι μέναμε εδώ και υπήρχε γνώση του κομματιού, και βέβαια γιατί η περιοχή έχει προβλήματα και είναι κάπως φορτισμένη. Θέλαμε να δείξουμε ότι, ανάμεσα στα προβλήματα, υπάρχει και κάτι άλλο που ο κόσμος δεν το ξέρει, να το προβάλουμε και να το διατηρήσουμε.

Τόνια: Έτσι εξηγείται και η επιλογή να καταγράψετε τα κτίρια μέχρι τον Πόλεμο;

Γιώργος: Ναι, αλλά υπάρχει και ένας πρακτικός λόγος: είναι δύσκολο για κάποιον μη ειδικό να καταλάβει αν ένα κτίριο είναι του ’50 ή του ’60.

Τόνια: Σε σχέση όμως με την ιδέα της επανάχρησης, το λέτε και στα κείμενά σας, υπάρχει και στα νεότερα κτίρια ένας εν δυνάμει σημαντικός κοινωνικός εξοπλισμός: άδεια καταστήματα, διαμερίσματα κλπ. Υπάρχει πρόθεση να καταγραφούν;

Θάλεια: Ασφαλώς, υπάρχουν και άλλα που πρέπει να καταγραφούν. Καταρχάς, οι ελεύθεροι χώροι, τους οποίους δεν τους αγνοήσαμε, αλλά προτιμήσαμε να δώσουμε περισσότερη σημασία στα κτίρια. Σκοπός μας είναι να επεκταθεί η καταγραφή σε όλο το εύρος του λανθάνοντος δυναμικού της περιοχής. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία της σύγχρονης Αθήνας: από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα

Standard

 της Λήδας Παπαστεφανάκη

Η Αθήνα αλλάζει και το χτες δεν λογαριάζει

Γιάννης  Πούλος

Φωτογραφία του Σπύρου Δρίβα

Ο ιστορικός της νεότερης εποχής, αλλά και ο ενήμερος πολίτης που περπατά στην Αθήνα, διαπιστώνει συχνά πόσο λίγο παρούσα  είναι η ιστορία στους δρόμους της, και, κυρίως, πόσο λίγο γνωρίζουν οι Αθηναίοι την ιστορία της πόλης τους. Η πολυπολιτισμική Αθήνα του 2011, η τεράστια αυτή μητρόπολη που απλώνεται άτακτα στο λεκανοπέδιο, μοιάζει μια πόλη σχεδόν χωρίς ιστορία, την ίδια στιγμή που πέφτει πάνω της βαριά η σκιά της αίγλης της κλασικής αρχαιότητας· μια πόλη την οποία η πλειονότητα των κατοίκων, παλαιών και νεότερων, επήλυδων και αυτοχθόνων, δεν αγαπά και δεν αναγνωρίζει σαν δική της.

Η μεταφορά της πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το 1834, από το Ναύπλιο στην Αθήνα εξυπηρέτησε κυρίως ιδεολογικούς λόγους: ήταν μια αναφορά στη δόξα του αρχαίου κόσμου και συμβόλιζε τα ιδεώδη του νεότερου ελληνισμού·ο συμβολισμός αυτός αποτυπώθηκε στη διαμόρφωση του χώρου, στην προβολή των αρχαίων μνημείων, στον νεοκλασικισμό — προβλήθηκε δηλαδή στον χώρο η αρχαιοελληνική πτυχή της νεοελληνικής ταυτότητας. Όπως η καθαρεύουσα, επίσημη γλώσσα του κράτους, έτσι και η πρωτεύουσα επιζήτησε τη μία και μοναδική σχέση με την αρχαιότητα: μεταλλάχθηκε έτσι σε «καθαρεύουσα πόλη», αποτινάσσοντας κάθε μεταγενέστερη κληρονομιά, γυρεύοντας «να μηδενίσει τον ενδιάμεσο χρόνο».[1] Παράλληλα με την κυριαρχία του νεοκλασικισμού, μια ακόμα τάση διαμορφώθηκε στην πόλη: η κυριαρχία του ιδιωτικού. Τα κτίρια της Αθήνας του 19ου αιώνα είναι όλα αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των δωρεών εκείνων που αργότερα θα ονομαστούν «εθνικοί ευεργέτες», ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν –ώς τη δεκαετία του 1920– τα δημόσια μνημεία. Συνέχεια ανάγνωσης