Οι δεκαπέντε μέρες που το Υπουργείο Υγείας έγινε όντως Υπουργείο Αλληλεγγύης

Standard

του Απόστολου Σαμπαζιώτη

 Το μπλογκ  του Συντονισμού Εργαζομένων-Απολυμένων Ψυχικής Υγείας-Πρόνοιας και Κατά των Εξαρτήσεων:  http://syntergpsyex.blogspot.com/

Φρανσίς Πικαμπιά, "Το φιλί"

Οι εργαζόμενοι στην ψυχική υγεία και την ειδική αγωγή από το 2005 ζούμε με όρους «μνημονίου»: οι δομές ειδικής αγωγής και αποασυλοποίησης –ξενώνες, οικοτροφεία, κέντρα ημέρας κλπ.–  υποχρηματοδοτούνται συστηματικά, μισθοί και λειτουργικά έξοδα καθυστερούν μήνες, με αποτέλεσμα κατά καιρούς να βρισκόμαστε σε κινητοποιήσεις.

Το καλοκαίρι του 2011, το Μεσοπρόθεσμο έδωσε τη χαριστική βολή: το Υπουργείο Οικονομικών σταματούσε τη χρηματοδότηση των δομών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, εν μέσω εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Σωματεία και εργαζόμενοι, μαζί με συναδέλφους της αντιμετώπισης της εξάρτησης, οργανώσαμε τότε μαζικές κινητοποιήσεις και πετύχαμε τη συνέχιση της χρηματοδότησης μέχρι περίπου τα τέλη της χρονιάς. Σύντομα ξαναβρεθήκαμε μπροστά στην απόφαση μείωσης του προϋπολογισμού του 2012 κατά 55%, πράγμα που σήμαινε την κατάρρευση των υπηρεσιών και της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, το κλείσιμο δομών και ξενώνων, την εγκατάλειψη παιδιών, εφήβων και ενηλίκων στους οποίους παρέχουμε υπηρεσίες, τη δημιουργία ασύλων, και την ανεργία για τους εργαζόμενους. Ήδη οι εργασιακές συνθήκες έχουν επιδεινωθεί σημαντικά: ανασφάλεια, απολύσεις, μη ανανεώσεις συμβάσεων, αλλαγές συμβάσεων από οκτάωρο σε τετράωρο. Έτσι, την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου οργανώσαμε κινητοποίηση και διαμαρτυρία στο υπουργείο Υγείας.

Με μια αυθόρμητη κίνηση, αποφασίσαμε να παραμείνουμε στο Υπουργείο διεκδικώντας τα αυτονόητα για την ψυχική υγεία και την ειδική αγωγή. Η εμπειρία του αγώνα του Σεπτέμβρη, τα αδιέξοδα της δουλειάς μας και η ανθρωπιστική κρίση που ζούμε αρκούσαν για να μας πείσουν. Έτσι, περνούσαμε τις μέρες και τις νύχτες μας στο ισόγειο του υπουργείου: ορίσαμε βάρδιες, ανταλλάσσαμε ιδέες, μιλούσαμε για τις αλλαγές γύρω μας, την καθημερινότητα στους χώρους εργασίας, τη ματαίωση και τον ενθουσιασμό μας, συναντιόμασταν στις συνελεύσεις. Αρχίσαμε να φέρνουμε φαγητά στην κατάληψη, να παίζουμε μουσική και να τραγουδάμε: μετά από καιρό κοινών συναντήσεων, τώρα πια συνδεόμασταν ουσιαστικά! Την Κυριακή 12 Φλεβάρη, την ημέρα της άγριας καταστολής και ψήφισης του Μνημονίου 2, αυτό που κατακτούσαμε με την παρουσία μας στην κατάληψη μας ανακούφισε από το συνηθισμένο συναίσθημα της ήττας μετά από κάθε διαδήλωση.

Παρά το ότι μέρα με τη μέρα αυτοί που καταφέρναμε να εντάξουμε την κατάληψη στην καθημερινότητά μας δεν ήμασταν όσοι στην αρχή, καθημερινά κατέφθαναν μηνύματα συμπαράστασης, δημοσιογράφοι από την Ελλάδα και άλλες χώρες, ψηφίσματα από σωματεία και εργαζόμενους από την υγεία και αλλού. Έτσι, αποφασίσαμε να επιδιώξουμε το συντονισμό όσων χώρων της υγείας πλήττονται από την πολιτική της κυβέρνησης και της τρόικας, με στόχο τη δημιουργία Πανυγειονομικού Συντονιστικού. Η συσπείρωση ανθρώπων από διαφορετικούς χώρους στις συνελεύσεις έδειξε ότι η ανάγκη αυτή δεν ήταν μόνο δική μας: συνάδελφοι από την αντιμετώπιση της εξάρτησης, νοσοκομεία, υπουργεία, συνάνθρωποί μας που λαμβάνουν τις υπηρεσίες μας και εκπρόσωποι των οικογενειών τους ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας. Η αίσθηση ότι δεν είμαστε πια μόνοι ήταν διάχυτη. Την Πέμπτη 23 του Φλεβάρη, σε μια πανηγυρική Συνέλευση, ύστερα από πορεία διαμαρτυρίας στη Βουλή και τη ΓΣΕΕ, αποφασίσαμε να λήξουμε τη κατάληψη και να συνεχίσουμε τον αγώνα μας στους δρόμους, στους χώρους δουλειάς μας, στα σωματεία, στο Πανυγειονομικό Συντονιστικό. Δυο βδομάδες μετά, ο σκοπός της κατάληψης είχε δικαιωθεί: δημιουργήσαμε ένα δημόσιο χώρο, όπου συναντηθήκαμε εργαζόμενοι και απολυμένοι από αρκετούς χώρους με όπλο την ελπίδα ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι.

Αυτές τις δύο εβδομάδες καταφέραμε να δώσουμε το δικό μας νόημα στο πώς στεκόμαστε απέναντι στην κρίση, στις αποφάσεις που απαξιώνουν τη δημόσια υγεία, που υποβαθμίζουν την ποιότητα της ζωής μας και τη δημοκρατία. Με το να απεγκλωβιστούμε από τη μοναξιά και το συναίσθημα του αβοήθητου μπροστά σε αποφάσεις που παίρνονται για εμάς χωρίς εμάς, νιώσαμε τη δύναμή μας. Το επόμενο βήμα είναι να μοιραστούμε και με άλλους συναδέλφους και συνανθρώπους μας αυτή μας την εμπειρία, να τη συμπεριλάβουμε στον τρόπο ζωής μας και στη δουλειά μας. Άλλωστε, είμαστε ό,τι κάνουμε για να αλλάξουμε αυτό που είμαστε.

O Απόστολος Σαμπαζιώτης είναι ψυχολόγος

 

Ποιος θα καταλάβει το Σύνταγμα;

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Πάμπλο Πικάσο, "Ταύρος και άλογο", 1931

Το κίνημα της αγανάκτησης και της αμφισβήτησης του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος συνεχίζει ακάθεκτο να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε τις τελευταίες ημέρες. Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πρωτοφανών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας των αγανακτισμένων πολιτών είναι αφενός η μαζικότητα και η διάρκειά τους και αφετέρου το ετερόκλητο του πλήθους και η πανσπερμία των αιτημάτων που διατυπώνονται. Αν επιχειρούσε κάποιος να αναλύσει, όχι τα στοιχεία τα οποία ενώνουν τους διαδηλωτές και σε γενικές γραμμές είναι προφανή, αλλά αυτά που διαφοροποιούν τη στάση τους, θα μπορούσε να προβεί στην εξής βασική κατηγοριοποίηση: μια μερίδα των Αγανακτισμένων αντιλαμβάνεται ως αιτία της κρίσης την κυριαρχία του άκρατου οικονομικού φιλελευθερισμού και, συνεπώς, διεκδικεί την επιστροφή της πολιτικής στο προσκήνιο και την υποταγή της οικονομίας σε αυτήν, ενώ μια άλλη θεωρεί ότι η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου ολόκληρης σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας έχει προέλθει από φαινόμενα κακοδιαχείρισης και, κυρίως, διαφθοράς του πολιτικού προσωπικού της χώρας.

Οι διαφορετικές αυτές προσλήψεις της πραγματικότητας διαμορφώνουν δύο πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις στο εσωτερικό του κινήματος των αγανακτισμένων, που, κατά τη γνώμη μου, βρίσκονται σε μια συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους. Η πρώτη από αυτές διατυπώνει το αίτημα του εκδημοκρατισμού της λειτουργίας των πολιτικών θεσμών και, ταυτόχρονα, αναζητεί στις λαϊκές συνελεύσεις τις γενικές κατευθύνσεις θεσμικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα αφαιρέσουν από τα διάφορα κέντρα οικονομικής ισχύος, κυρίως τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, την τεράστια πολιτική δύναμη που έχουν αποκτήσει, ώστε αυτή να επιστρέψει και ουσιαστικά στα χέρια του τυπικού φορέα της, του κυρίαρχου λαού. Η δεύτερη τάση κινείται μάλλον αντίρροπα, καθώς διαθέτει έντονα αντιπολιτικά και αντικοινοβουλευτικά χαρακτηριστικά, τα οποία εκφράζονται μέσω συνθημάτων, δρώμενων και χειρονομιών, που δηλώνουν πλήρη απαξία όχι μόνο για όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς, αλλά και για την ίδια την μορφή του πολιτεύματος. Με άλλα λόγια, εξελίσσεται στην πλατεία Συντάγματος, και όπου αλλού συναθροίζονται Αγανακτισμένοι, μια διαπάλη ανάμεσα στο αίτημα για εμβάθυνση της δημοκρατίας και τις κραυγές που απαιτούν τη συρρίκνωσή της. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι είναι και πού πηγαίνει το κίνημα των Αγανακτισμένων;

Standard

της Ντίνας Τζουβάλα

Αλμπέρτο Τζιβέρι, «Ο χορός», 1937

Έπειτα από ένα σχεδόν μήνα κινητοποιήσεων στις πλατείες της χώρας, το ερώτημα τι είναι και πού πηγαίνει το κίνημα των «Αγανακτισμένων» παραμένει ανοικτό.  Σίγουρα κάποιες απόπειρες απάντησης μοιάζουν πιο εφικτές σήμερα, καθώς υπάρχει περισσότερο πραγματολογικό υλικό στη διάθεσή μας. Η απεργία και η περικύκλωση της Βουλής την περασμένη Τετάρτη, καθώς και τα όσα ακολούθησαν, μπορούν να είναι αρκετά διαφωτιστικά για το τι όντως συμβαίνει.

Όσες και όσοι κάνουν κριτική στο κίνημα των Πλατειών «από τα αριστερά»  θέτουν σε αντιπαράθεση τον «γνήσιο» ταξικό αγώνα με τη «διαταξική σούπα» των Αγανακτισμένων. Ο πρώτος υλοποιείται από τα συνδικάτα και τις δυνάμεις της Αριστεράς και της αναρχίας, με αποκορύφωμα –στην παρούσα φάση–τις γενικές απεργίες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια-ος που συντάσσεται με τις δυνάμεις της εργασίας  και αμφισβητεί την κομβικότητα της οργάνωσης στους χώρους εργασίας, τη δύναμη των απεργιών ή τη γραφειοκρατικοποίηση και απαξίωση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Παρ’ όλα αυτά, η απόρριψη του κινήματος Πλατειών με ένα τέτοιο σκεπτικό παραβλέπει κάτι: το 20% των ανέργων και τον απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό –κυρίως νέων– εργαζομένων, οι οποίοι βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ ανεργίας και εργασίας, δουλεύοντας κάποιες μέρες το μήνα ή την εβδομάδα, κυρίως υπό τον νομικό μανδύα του δελτίου παροχής υπηρεσιών. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή είναι  αποκλεισμένοι από την εργασία, αδυνατούν δομικά να χρησιμοποιήσουν την αποχή από αυτή ώστε να πιέσουν την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Είμαι απόλυτα πεισμένη ότι η Πλατεία Συντάγματος, της οποίας η καθημερινή λειτουργία απαιτεί  αφιέρωση χρόνου, δεν θα μπορούσε να κρατηθεί τόσες μέρες αν δεν κάλπαζε η ανεργία, γεγονός που «εξασφαλίζει» πολύ ελεύθερο χρόνο, ειδικά σε νέες και νέους. Ίσως αυτός ο τρόπος οργάνωσης και διαμαρτυρίας να μην είναι ο πλέον αποτελεσματικός γι’ αυτές τις προσφάτως περιθωριοποιημένες κατηγορίες. Όποιος και όποια όμως έχει κατά νου κάτι αποτελεσματικότερο και «ταξικότερο» ας το προτείνει. Σε αντίθετη περίπτωση, επιβεβαιώνεται η  ανησυχητική υποψία ότι υπάρχουν πολιτικοί χώροι με αναφορά στο κίνημα που κάνουν πολιτική όπως ακριβώς έκαναν την εποχή που επικρατούσε η πλήρης απασχόληση και η ανεργία ήταν περιορισμένη. Αν μη τι άλλο, κάτι τέτοιο είναι πολύ πιο προβληματικό από το αν στο Σύνταγμα υπάρχουν πέντε, δέκα ή πενήντα πέντε ελληνικές σημαίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πλήθος στην πλατεία και στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων

Standard

στο τέλος του post δημοσιεύεται μια εκτενέστερη και αναλυτικότερη μορφή του άρθρου

 του Κώστα Δουζίνα

 Πλήθος και Αριστερά

Near Ground Zero, NYC, 2009. Φωτογραφία του Δημήτρη Μέλλου, από την έκθεση «Its Strangest Patterns» (γκαλερί Taf, Νορμανού 5, Μοναστηράκι)

Οι επαναστάσεις στην Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Συρία, το Μπαχρέιν και την Υεμένη, οι «αγανακτισμένοι» στην Ισπανία και την Ελλάδα θέτουν το πλήθος στην πλατεία, στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Εντούτοις, οι αντιδράσεις της Αριστεράς για το «Σύνταγμα» ήταν αρκετά επιφυλακτικές και οι θεωρητικές προσεγγίσεις σχεδόν ανύπαρκτες. Η αδυναμία πρόβλεψης, και ακόμα περισσότερο κατανόησης, του φαινομένου σχετίζονται, πιστεύω, με τη σχετική αδιαφορία της Αριστεράς και της θεωρίας για τις μεταμαρξιστικές και μεταδομιστικές τάσεις. Το άρθρο επιχειρεί μια προσπάθεια ανάλυσης της «επανάστασης της πλατείας», με εργαλείο τη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία. Εκεί ίσως ανακαλύψουμε ιδέες για την προσαρμογή της αριστερής στρατηγικής στις συνθήκες του ύστερου βιοπολιτικού καπιταλισμού.

Πλήθος και βιοπολιτική στον ύστερο καπιταλισμό

Από πού έρχεται το πλήθος; Γεμίζουν οι πλατείες από τυχαία σύμπτωση στο Κάιρο, τη Μαδρίτη και την Αθήνα ή κάτι τέτοιο αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της εποχής μας;

Η οργάνωση της κοινωνίας υπηρεσιών του ύστερου καπιταλισμού έχει αλλάξει τις βασικές παραμέτρους της ριζοσπαστικής πρακτικής και θεωρίας. Ο νεοφιλελευθερισμός ωθεί τους ανθρώπους να κατανοούν τη ζωή τους και να σχετίζονται με τους άλλους ως καταναλωτές χωρίς όρια, ως μηχανές επιθυμίας. Ως αποτέλεσμα, η ολοκλήρωση οικονομίας-κοινωνίας-πολιτικής είναι άμεση, έντονη και οργανώνεται μέσω του ελέγχου της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας. Ο άνθρωπος που δανείζεται για να καταναλώσει έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και συμφέρον για την επιτυχή λειτουργία του καπιταλισμού, πιστεύει σ’ αυτήν. Συνέχεια ανάγνωσης