Ανδρέας Μαλλιώρης, πολίτης της Πάτρας και της αριστεράς

Standard
Πορτρέτο του Ανδρέα Μαλλιώρη, από τον Γιάννη Ψυχοπαίδη

Πορτρέτο του Ανδρέα Μαλλιώρη, από τον Γιάννη Ψυχοπαίδη

Ο Ανδρέας Μαλλιώρης γεννήθηκε πριν 92 χρόνια, τον Απρίλιο του 1923. Γόνος πολυμελούς οικογένειας, πέρασε γρήγορα, στα νεανικά του χρόνια, τα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, στην εαμική αντίσταση αρχικά ως Επονίτης και μετά ως μέλος του ΚΚΕ.

Τα χρόνια της νιότης του τα πέρασε με διώξεις, καθώς εστάλη να υπηρετήσει τη θητεία του στο Α΄ Τάγμα της Μακρονήσου, όπου βρέθηκε στη δίνη της πιο αιματηρής περιόδου, με τη σφαγή της 29ης Φλεβάρη 1948. Ακολούθησε τρίχρονη κράτηση στο «σύρμα», καθώς δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας. Και, όπως οι άλλοι αγωνιστές αυτής της δρακογενιάς, είχε την τύχη  και το προνόμιο να λέει: Ναι, ήμουν εκεί, ήμουν στον αγώνα, έμεινα όρθιος και ζω. Συνέχεια ανάγνωσης

Ελληνικός Εμφύλιος: η Αδύνατη Επανάσταση

Standard

συνέντευξη του Πολυμέρη Βόγλη με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του «Η αδύνατη επανάσταση» (εκδ. Αλεξάννδρεια)

6-voglis-b

Ο Πολυμέρης Βόγλης. Φωτογραφία του Π. Κουπαράνη

Ήδη από το πρώτο βιβλίο του, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον Εμφύλιο Πόλεμο (εκδ. Αλεξάνδρεια) ο Πολυμέρης Βόγλης είχε φανερώσει τις αρετές της ιστορικής του γραφής. Όπως έχει επισημάνει ο Αντώνης Λιάκος, ο Π. Βόγλης μας έδειξε πώς η εμπειρία (της φυλακής και της εξορίας) μπορεί να γίνει αντικείμενο ιστορικής ανάλυσης, και μάλιστα συγκριτικής, καθώς και πώς η υποκειμενικότητα είναι εργαλείο της κοινωνικής ιστορίας (καθώς οι κρατούμενοι δεν αντιμετωπίζονταν ως παθητικά υποκείμενα). Τα γνωρίσματα αυτά, πιο ανεπτυγμένα και ώριμα, τα βρίσκουμε στη μελέτη του Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του Εμφυλίου Πολέμου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Θα επισημάνω, ειδικότερα, την ουσιαστική αξιοποίηση της θεωρητική συζήτησης για τις επαναστάσεις και τους εμφυλίους· και λέω ουσιαστική, γιατί ότι ο συγγραφέας τα σχήματα αυτά δεν τα «κοτσάρει» σαν βαρίδια ή στολίδια στο έργο του, αλλά δουλεύει και οργανώνει το υλικό του με βάση αυτά. Κατά τη γνώμη μου, η σπουδαία συνεισφορά της μελέτης αυτής είναι ότι θέτει την κοινωνική –και όχι τη στρατιωτική– δυναμική στο επίκεντρο, εντάσσοντας συγχρόνως οργανικά τη μελέτη του Ελληνικού Εμφυλίου στις διεθνείς σπουδές περί εμφυλίου, επανάστασης, κομμουνιστικού κινήματος και Ψυχρού Πολέμου.

Στρ. Μπ.

xofylloΗ έννοια «επανάσταση» είναι κεντρική για όλη την προβληματική της μελέτης σου. Γιατί αντιμετωπίζεις τον Εμφύλιο ως επανάσταση;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που με απασχόλησαν όταν έγραφα το βιβλίο ήταν το τι ήταν ο Eμφύλιος Πόλεμος. Ο όρος εμφύλιος πόλεμος είναι αρκετά περιγραφικός, στην ουσία χρησιμοποιείται για να διαχωριστεί ο πόλεμος που διεξάγεται εντός του έθνους-κράτους από τον διακρατικό πόλεμο. Ο όρος εμφύλιος πόλεμος δεν βοηθά να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει, ποιο είναι το διακύβευμα αυτής της εσωτερικής σύγκρουσης. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί εμφύλιοι πόλεμοι. Αν σκεφτούμε τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τον 19ο αιώνα, τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο ή τους πρόσφατους πολέμους σε χώρες της Αφρικής, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ο όρος αφορά συγκρούσεις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι επαναστάσεις ήταν αλληλένδετες με εμφυλίους πολέμους, ας σκεφτούμε για παράδειγμα τη Ρωσική ή την Κινεζική Επανάσταση. Με την εννοιολόγηση του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου ως επανάστασης επιδίωξα να δώσω περιεχόμενο και να αναδείξω το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης και να τον εντάξω σε μια ευρύτερη διεθνή συζήτηση περί επαναστάσεων. Στην ίδια κατεύθυνση, επίσης, ήθελα να στρέψω το ενδιαφέρον από τη μελέτη των εξωγενών παραγόντων (δηλαδή, τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις) στις εσωτερικές αντιθέσεις, τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές προϋποθέσεις της εμφύλιας σύγκρουσης. Τέλος, καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη πώς οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές χαρακτηρίζουν αυτό το οποίο κάνουν. Εκείνη την εποχή στελέχη και μέλη του κόμματος μιλούν για «λαϊκή επανάσταση» και περιγράφουν το Δημοκρατικό Στρατό ως «λαϊκό επαναστατικό στρατό».

Εξοπλισμένοι εθνικόφρονες χωρικοί (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)

Εξοπλισμένοι εθνικόφρονες χωρικοί (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού)

Επανάσταση, λοιπόν, και μάλιστα «αδύνατη επανάσταση». Ο αναγνώστης σκέφτεται αμέσως τους τίτλους των βιβλίων του Θανάση Χατζή και ιδίως του Άγγελου Ελεφάντη (στον δεύτερο αναφέρεσαι μάλιστα στην Εισαγωγή, εξηγώντας τις διαφορές). Στο βιβλίο σου μιλάς και για «αδύνατη» και για «επανάσταση που χάθηκε».

Ο Θ. Χατζής μιλά για «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» αναφερόμενος στην Κατοχή και το εαμικό κίνημα, ενώ ο Α. Ελεφάντης χρησιμοποιεί τον όρο «αδύνατη επανάσταση» για να εξηγήσει, πολύ εύστοχα, την αναντιστοιχία ανάμεσα στις ιδεολογικές εξαγγελίες της ηγεσίας του ΚΚΕ και την κοινωνική πραγματικότητα που επικρατούσε στην Ελλάδα το Μεσοπόλεμο. Η διαφορά με τον Μεσοπόλεμο είναι προφανής. Αφενός, η επαναστατική «έφοδος» στον Εμφύλιο ανταποκρινόταν στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, αντιστοιχούσε σε κοινωνικές διαθεσιμότητες. Αφετέρου, η επανάσταση στον Μεσοπόλεμο εξαγγέλλεται, ενώ μετά το 1947 επιχειρείται να πραγματοποιηθεί. Η σχέση του αριστερού κινήματος του Εμφυλίου Πολέμου με το εαμικό κίνημα είναι πιο σύνθετη. Το εαμικό κίνημα, επειδή συνδυάζει την εθνική απελευθέρωση με την κοινωνική αλλαγή, στις συγκεκριμένες συνθήκες που υπήρχαν στην Κατοχή, καταφέρνει και αποκτά μια πρωτοφανή κοινωνική δυναμική. Αυτή η δυναμική αρχίζει να συρρικνώνεται στη συνέχεια, ως συνέπεια αφενός της ήττας στα Δεκεμβριανά (αλλά και της έκρηξης της βίας στη «Μάχη της Αθήνας») και αφετέρου ως συνέπεια των διώξεων, της βίας, της τρομοκρατίας μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η επιλογή του ένοπλου αγώνα και η κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης από την πλευρά του ΚΚΕ συρρίκνωσαν ακόμα περισσότερο τα κοινωνικά ερείσματά του και τη δυναμική ανάπτυξης του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι η επανάσταση έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να ήταν νικηφόρα, και γι’ αυτό την ονομάζω αδύνατη επανάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

Κου – κου – τζα

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

 eyrobpyleytes-pshfodeltioΜπορεί να συνέβη και σ’ εσάς. Στον Δήμο Αθηναίων πάντως, στο τμήμα μου, την περασμένη Κυριακή, ο εκλογικός αντιπρόσωπος του ΚΚΕ χαιρόταν κάθε φορά που έβγαινε άκυρο μέσα απ’ το φάκελο — ειδικά αν ήταν άκυρο με ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ.

Έχει γραφτεί και ξαναγραφτεί: η στάση του ΚΚΕ είναι απαράδεκτη. Κι όσο περνάει ο καιρός και τα πράγματα γίνονται πιο σοβαρά, πιο πολωμένα, αλλά και πιο κοντά σε μια αλλαγή, η στάση αυτή γίνεται ακόμη πιο αχαρακτήριστη. Δεν είναι βέβαια ανεξήγητος ο στείρος αντισυριζισμός του ΚΚΕ: προδίδει φόβο, φόβο να μη χαθούν οι ψηφοφόροι προς ένα σχήμα που αναγνωρίζουν ως πιο κοντινό στα δικά τους πιστεύω — ευτυχώς οι ψηφοφόροι, όπως δείχνει ο δεύτερος γύρος, είναι εμφανώς πιο λογικοί από την ηγεσία του κόμματος. Ως εδώ η κατάσταση είναι λυπηρή μεν, γνωστότατη δε. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, παροξυμένη. Αντιμετωπίζουμε την απίθανη (θα έλεγα γελοία, αν δεν ήταν τρομακτική) κατάσταση κύριο αντικείμενο της κριτικής του ΚΚΕ να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, και όχι η κυβέρνηση και οι επιλογές της. Και να θεωρείται εξίσου βλαπτική, ισοβαρώς, η πολιτική τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Λιάνα Κανέλλη: Αποκάλυψη τώρα!

Standard

Νίκου Κοταρίδη

H Λιάνα Κανέλλη στην εκπομπή "Καρντάσιανς"

H Λιάνα Κανέλλη στην εκπομπή «Καρντάσιανς»

Η πολεμική του ΚΚΕ προς τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον θεμελιώδη άξονα της πολιτικής του. Βασικά στοιχεία της, η απόδειξη, η αντίκρουση (βλ. τη σ. Παπαρήγα), και κυρίως η «αποκάλυψη» του «σφάλματος» ή –στο ιδίωμα της Αριστεράς– της θεωρητικής, ιδεολογικής και ιστορικής πλάνης. Αυτοματικά παρεπόμενο: κάθε παρέκκλιση από τη «σωστή γραμμή» οδηγεί τελικά στην αποδυνάμωση του κινήματος.

Η λειτουργία ωστόσο της Λιάνας Κανέλλη στα τηλεοπτικά πάνελ ξεπερνάει τα παραπάνω· είναι ενδεικτική μιας ορισμένης συνθήκης στον δημόσιο διάλογο, όπου η αντιπαράθεση δεν αναφέρεται στις θέσεις του αντιπάλου και την πολιτεία του, αλλά σε ιδιότητες, κρυφές και ενίοτε δόλιες. Η «λογική πλάνη» δεν αφορά πια αστοχίες στην ανάλυση, αλλά την ουσιώδη θεωρητική, ιδεολογική και ηθικο-πολιτική ελλειμματικότητα του αντιπάλου: οπορτουνιστής, αναθεωρητής κλπ. Επομένως, δεν πρόκειται περί πλάνης, αλλά για την εκδήλωση συμφυών προς την ουσία του αντιπάλου ιδιοτήτων. Έτσι, η αντιπαράθεση μετατοπίζεται από τον έλεγχο των θέσεων στην «αποκάλυψη» του, σε «τελική ανάλυση», ρόλου του· από την κατάδειξη της πλάνης στην αποκάλυψη των σαγηνευτικών (επικοινωνιακών) κόλπων που στοχεύουν στην αποπλάνηση ενός άδολου και ανυποψίαστου ακροατηρίου, του λαού, στο «ξεσκέπασμα» της δόλιας φύσης και λειτουργίας του αντιπάλου (εξού και η «σωτηριώδης» λειτουργία της αποκάλυψης) και, τέλος, στο «ξεμπρόστιασμα»: ο αντίπαλος είναι διαφορετικός από αυτό που φαίνεται ή λέει. Επιπλέον, η ταυτότητά του δεν συγκροτείται στο εσωτερικό της Αριστεράς, αλλά ανάγεται σε ορισμένες «ιστορικά δόλιες» ιδιότητες του καπιταλισμού (π.χ. ενσωμάτωση των ταξικών του εχθρών, ανάσχεση ριζοσπαστικοποίησης). Ως εδώ όλα καλά και το στραβό το ριζικό μας… Συνέχεια ανάγνωσης

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Standard

ΦΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ-1

του Ηλία Νικολακόπουλου

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι, δυστυχώς, ένα έγκλημα που είχε προαναγγελθεί από καιρό. Ας θυμηθούμε πώς κινήθηκε η Χρυσή Αυγή, τα τελευταία πέντε χρόνια, δηλαδή από τη στιγμή που κατόρθωσε να περιθωριοποιήσει τα υπόλοιπα νεοναζιστικά μορφώματα. Ξεκίνησε αρχικά με κηρύγματα μίσους, βιαιοπραγίες και επιθέσεις εναντίον μεταναστών σε περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, γεγονός που της εξασφάλισε ένα σημείο αναφοράς, της επέτρεψε να διεκδικήσει μια συγκεκριμένη κοινωνική θεματική και της προσέφερε ορατότητα, σε γενικότερο επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την επιτυχία της στις δημοτικές εκλογές του 2010. Στη συνέχεια, στο περιβάλλον της βαθιάς κρίσης και της καταρράκωσης του πολιτικού συστήματος, εκμεταλλευόμενη και τις «κωλοτούμπες» του ΛΑΟΣ, με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η Χρυσή Αυγή κυριάρχησε απολύτως στο χώρο της ακροδεξιάς, πετυχαίνοντας μια εντυπωσιακή εκλογική πολυσυλλεκτικότητα με δύο κύρια σημεία αναφοράς. Αφενός τις υποβαθμισμένες περιοχές των αστικών κέντρων και αφετέρου τις περιοχές με ισχυρή ακροδεξιά ιστορική παράδοση ( π.χ. νότια και ανατολική Πελοπόννησος). Συνέχεια ανάγνωσης

Να ενισχύσουμε λοιπόν τον ριζοσπαστισμό του ΣΥΡΙΖΑ

Standard

Η κρυφή (αλλά λανθασμένη) γοητεία ενός «συνεχούς του ριζοσπαστισμού»

 

του Γ.Π. Στάμου

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Έργο του Φρανς Μασερεέλ

Ομολογώ ότι, τόσο κατά τις διαδικασίες του προσυνεδριακού διαλόγου όσο και κατά τις εργασίες του ίδιου του συνέδριου, με εντυπωσίασε η συχνή επίκληση στην ανάγκη περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ. Με μια πρώτη ματιά, τούτη η επίκληση ασφαλώς και δεν ανήκει στα κομβικά στοιχεία του συνεδριακού δαλόγου, είμαι όμως της γνώμης ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν συχνά το ζήτημα σηματοδοτεί κάτι σημαντικό και συνάμα επικίνδυνο. Με άλλα λόγια, θεωρώ προϊόν πλήρους συγχύσεως το γεγονός ότι η σχετική ρητορική εικονογραφούσε ένα «συνεχές του ριζοσπαστισμού». Συγκεκριμένα, προβαλλόταν, και μάλιστα με μια αίσθηση κρυφής γοητείας, ότι το θετικό, το αριστερό άκρο τού συνεχούς το κατέχει το ΚΚΕ. Στο αντίθετο, το δεξιό άκρο του συνεχούς, ταξιθετείται το απόλυτο κακό που ταυτίζεται με τη σοσιαλδημοκρατία: στα καθ’ ημάς την «αποτρόπαια ΔΗΜΑΡ» ή, ακόμα χειρότερα, τα «ρετάλια του ΠΑΣΟΚ». Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να καταλαμβάνει θέση κάπου ανάμεσα στα δύο άκρα.

Είμαι της γνώμης ότι η εμμονή σε αυτή τη γραμμή προσέγγισης του ριζοσπαστισμού ενέχει τον κίνδυνο εκτροπής του διαλόγου από το όντως ζητούμενο, δηλαδή την ενίσχυση του κινηματικού χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ, δηλαδή, την εικόνα του «συνεχούς» με τα δύο αντιδιαμετρικά άκρα να κατέχονται από το ΚΚΕ και τη σοσιαλδημοκρατία παραπλανητική. Αντίθετα, εκτιμώ ότι οι δύο αυτοί σχηματισμοί μοιράζονται μια κοινή βάση πάνω στην οποία οικοδομούν μια στατική εικόνα για τους κοινωνικούς αγώνες, πράγμα εντελώς ξένο προς την κινηματική λογική που κυριαρχεί στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, τον χαρακτηρίζει και τον έφερε ως εδώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία και προτιμήσεις: το ζήτημα της αυτονομίας της Νεολαίας Λαμπράκη

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

)

 Η απόφαση για τη δημιουργία της ενιαίας Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος, άνοιξε μια μικρή συζήτηση για την αυτονομία των αριστερών οργανώσεων νεολαίας. Εκεί αναδείχθηκε και το ζήτημα ότι στη συλλογική αριστερή συνείδηση θέση προτύπου αυτόνομης, μαζικής και ριζοσπαστικής οργάνωσης νεολαίας έχει η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ). Πολλές φορές, με βάση αυτή την εικόνα της ΔΝΛ, συγκροτούνται και θέσεις για τον χαρακτήρα που πρέπει να έχουν σήμερα οι οργανώσεις μας, συνήθως με τρόπο μονοδιάστατο. Πέρα από το λάθος του ιστορικού αναχρονισμού, της εξέτασης δηλαδή του παρελθόντος με τα κριτήρια του παρόντος, αυτή η μέθοδος στηρίζεται σε μια λανθασμένη βασική προκείμενη: την πεποίθηση για την ουσιαστική αυτονομία της Νεολαίας Λαμπράκη. Η αντίληψη πως η δυναμική και η μαζικότητα της ΔΝΛ πήγαζε κυρίως από τον «αυτόνομο» χαρακτήρα της και την απουσία ρητής σύνδεσής της με το κόμμα της ΕΔΑ είναι λανθασμένη, και μάλιστα για πολλούς λόγους, τους οποίους το άρθρο δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει επιγραμματικά.

Πρώτον, διότι, ήδη από το 1963, πριν τη δημιουργία της ΔΝΛ, η Νεολαία ΕΔΑ είχε αρχίσει να μαζικοποιείται έντονα.[1]

Δεύτερον, διότι η πολιτική σύνδεση της ΔΝΛ με την ΕΔΑ ήταν απολύτως γνωστή, τόσο λόγω της γενικότερης γραμμής της και της διαρκούς αναφοράς της ΕΔΑ στη ΔΝΛ, όσο και επειδή η οργάνωση είχε προκύψει από τη συγχώνευση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης με τη Νεολαία ΕΔΑ. Αυτή η σύνδεση γινόταν παραδεκτή ακόμα και σε βασικά κείμενα της Νεολαίας Λαμπράκη, όπου η συμφωνία με το πρόγραμμα της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής της ΕΔΑ (που ήταν το πρόγραμμα του ΚΚΕ) αναφερόταν ρητά ως όρος για την ένταξη στην οργάνωση.[2]

Τρίτον, είναι προφανώς λανθασμένο να μιλάμε για «αυτονομία», ειδικά με τους σημερινούς όρους, για μια οργάνωση της οποίας η δημιουργία αποφασίστηκε από την εκτός Ελλάδας ηγεσία του ΚΚΕ[3] στη Ρουμανία, ενώ για να γραφτούν τα ιδρυτικά της κείμενα ο Τάκης Μπενάς και ο Αντρέας Λεντάκης ταξίδεψαν στο Βουκουρέστι — κείμενα που μάλιστα έφτασαν στην Ελλάδα, μετά την επιστροφή των δυο τους, αλλαγμένα από την ηγεσία του κόμματος.[4] Συνέχεια ανάγνωσης