Όχι: De bono et malo

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Ανρί Ματίς, "Ο παράξενος χορός της φαραντόλα", 1838

Ανρί Ματίς, «Ο παράξενος χορός της φαραντόλα»

Από την περασμένη Παρασκευή όταν, στον Κήπο των Αρχαιολόγων, στο μεγάλο πάρτυ των «Ενθεμάτων»,  γύρω στα μεσάνυχτα, κλείσαμε τη μουσική και ακούγαμε «Κόκκινο», περιμένοντας το διάγγελμα Τσίπρα, ο χρόνος –ο πολιτικός, ο προσωπικός, ο καθημερινός–, ήδη πυκνός εδώ και καιρό, έγινε ακόμα πυκνότερος και βαρύτερος. Σκέψεις, πολλές σκέψεις όλες τις επόμενες μέρες: Πώς φτάσαμε εδώ, τι μπορούσε να γίνει αλλιώς, ανακούφιση, αγωνία, γιατί αυτός ο φίλος θα ψηφίσει έτσι ή αλλιώς, ποιες κλωστές που έρχονται από το παρελθόν ή οδηγούν το μέλλον καθορίζουν τη στάση μας, αν το «είναι» καθορίζει την ψήφο.

Ωστόσο, σήμερα, Σάββατο 4 Ιουλίου, μία μέρα πριν το δημοψήφισμα, αισθάνομαι ότι δεν είναι η ώρα των αναλύσεων και των χρονογραφημάτων. Αυτό που νιώθω, αναγνώστες μου της Κυριακής, είναι η ανάγκη να εξηγήσω τους λόγους που με οδηγούν να ψηφίσω Όχι, τις προοπτικές που ανοίγει ή κλείνει, κατά τη γνώμη μου, κάθε επιλογή. Και νιώθω αυτή την ανάγκη, καθώς από αυτές τις σελίδες «μιλάμε» μαζί εδώ και δεκαπέντε χρόνια – και τα τελευταία οχτώ χρόνια πολύ τακτικά. Θα σταθώ, λοιπόν, σε τρία σημεία. Και πριν ξεκινήσω θα πω ότι, ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν στο δημοψήφισμα, τα προβλήματά του, τους τακτικισμούς της κυβέρνησης, από τη στιγμή που εξαγγέλθηκε «αυτονομείται» ως γεγονός. Για να το πω απλοποιώντας, η κυβέρνηση μπορεί να το εξήγγειλε για να ξεφύγει από τα αδιέξοδα, ήδη όμως δύο μέρες μετά –ανεξάρτητα από την αφετηρία του, ξαναλέω– είχε πάρει διαστάσεις πανευρωπαϊκής μάχης ενάντια στη λιτότητα και υπέρ της δημοκρατίας.

  1. Το Όχι, λοιπόν, για μένα, είναι ένα δεσμός, ένα νεύμα, ένα χέρι που απλώνεται προς τα κινήματα της Ευρώπης, ίσως και του πλανήτη. Το δημοψήφισμα γίνεται εδώ, αλλά δεν είναι θέμα εσωτερικό. Ας φύγουμε μια στιγμή –«νοερά», που έλεγαν παλιότερα– από την Αθήνα, ας πετάξουμε στη Μαδρίτη, τη Βαρκελώνη, το Παρίσι, το Λονδίνο, ας δούμε από εκεί το Ναι και το Όχι. Διαβάστε τι γράφουν οι ξένοι φίλοι και συναγωνιστές μας, στις επόμενες σελίδες των «Ενθεμάτων», ο Ολλανδός Ζερόμ Ρους που ζει στη Φλωρεντία (που τον τελευταίο καιρό έχει εγκατασταθεί στην Αθήνα), η Πορτογαλίδα Καταρίνα Πρίνσιπε που ζει στο Βερολίνο, η Βουλγάρα Μαρία Ιβάντσεβα που ζει στο Δουβλίνο, η Πεϊνέτα από τη Μαδρίτη, η Σάσκια Σάσσεν. Παραθέτω δυο αράδες από το κείμενο της Καταρίνα: «Το να είσαι Νοτιοευρωπαίος σήμερα δεν είναι εύκολο Μας έκαναν φτωχούς, πρεκάριους, νομάδες· ανθρώπους που περιφέρουμε αυτό το βαθύ νοσταλγικό συναίσθημα που εμείς οι Πορτογάλοι αποκαλούμε “saudade”. Αλλά εσείς, οι Έλληνες μας δείξατε κάτι ανεκτίμητο: μας δείξατε ότι αν αντιπαλέψουμε μπορούμε πραγματικά να κερδίσουμε. Μας δείξατε ότι τίποτα σε αυτόν τον κόσμο που κυβερνιέται από τραπεζίτες και οικονομικές ελίτ, τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο. Μας διδάσκετε πώς να αγωνιζόμαστε». To Όχι μου, λοιπόν, αισθάνομαι ότι είναι μια ψήφος στην οποία με ωθούν όλοι αυτοί οι ξένοι σύντροφοι, που μας κοιτάζουν στα μάτια, με προσδοκία και αγωνία, από όλο τον πλανήτη. Όλοι οι ξένοι φίλοι και γνωστοί μου θα ψήφιζαν Όχι. Γιατί άραγε; Είναι μόνο η ασφάλεια της απόστασης ή ένας ευρύτερος ορίζοντας που ανοίγει το βλέμμα τους;
  2. Με το Όχι η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει. Και αυτό με καίει (όπως, άλλους τους καίει, ευλόγως, το αντίθετο: να πέσει). Για να συνεχίσει το έργο της (την ιθαγένεια, την ΕΡΤ, το σύμφωνο συμβίωσης τις τομές στο σωφρονιστικό, το μεταναστευτικό, την περίθαλψη στους ανασφάλιστους), αλλά και γιατί η επιστροφή Σαμαρά με ολίγη από ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι μου μοιάζει εφιάλτης. Κι ακόμα, επειδή δεν αντέχουμε τις νουθεσίες των Πιουριφόηδων του 21ιου αιώνα προς στον ελληνικό λαό, να δείξει «σύνεση» και «υπευθυνότητα», να «βάλει πια μυαλό».
  3. Ένα ισχυρό Όχι (όπως και ένα ισχυρό Ναι) θα στείλει πολιτικό μήνυμα σε όλους – και τους εταίρους. Βέβαια, με όλη την εμπειρία του προηγούμενου διαστήματος (και την πλήρη διάψευση της λογικής του «έντιμου συμβιβασμού», στην οποία τόσο πίστευε και για την οποία τόσο πάλεψε ο ΣΥΡΙΖΑ, με μηδαμινά αποτελέσματα), όχι απλώς δικαιούμαστε, αλλά επιβάλλεται να αμφιβάλλουμε αν θα οδηγήσει σε λύση· το αυτί των εταίρων μπορεί κάλλιστα (να συνεχίσει) να μην ιδρώνει.

Συνέχεια ανάγνωσης