Πρόνοια και παιδική προστασία: ο φτωχός συγγενής της δημόσιας διοίκησης

Standard

Από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τα χρόνια της κρίσης

του Γιώργου Νικολαΐδη

Από τις ευρωεκλογές και μετά, μια μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει στην Αριστερά, και ιδιαίτερα στον ΣΥΡΙΖΑ, για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει ενόψει των –ολοένα και πιθανότερων– πρόωρων εκλογών. Ωστόσο, το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα δεν μπορεί να εδράζεται στην αριθμητική των τακτικισμών ενόψει μιας εκλογικής αναμέτρησης. Αντιθέτως, για την Αριστερά αλλά και όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών είναι περισσότερο τι σκοπεύουν να πράξουν με αυτή την ψήφο. Σε αυτό το ερώτημα, δυστυχώς, οι απαντήσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στη λοιπή Αριστερά, είτε «δεξιόστροφες» είτε «αριστερόστροφες», ούτε πολλές ούτε επαρκείς είναι.

Έργο του Ερκούτ Τερλικσίζ

Στο «κυρίως μενού» της οικονομίας οι διαχωριστικές γραμμές των επαγγελλόμενων πολιτικών κάπως χαράζονται· κι αυτό παρά την παροιμιώδη ασάφεια ορισμένων καθοριστικών ζητημάτων (ιδιαίτερα από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ) ή την παντελή απουσία εξήγησης του πώς θα γίνουν όσα εξαγγέλλονται (στα προγραμματικά κείμενα της λοιπής Αριστεράς). Όμως, αν προχωρήσουμε στις επιμέρους θεματικές, εκεί η θολούρα είναι μάλλον ο κανόνας. Ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος από τον Άρη, παρατηρώντας την κατάσταση των πραγμάτων σε ζητήματα θεσμικής πολιτικής, θα μπορούσε να συμπεράνει πως τα αριστερά κόμματα, σε γενικές γραμμές, υποστηρίζουν τα αιτήματα των διαμαρτυρόμενων κλάδων και επαγγέλλονται περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες. Πέραν τούτου όμως; Έχουν διαφορετική προσέγγιση –που να απορρέει και από την ιδεολογική τους αφετηρία– για την οργάνωση της παιδείας, της υγείας, της δικαιοσύνης, του πολιτισμού, της αυτοδιοίκησης; Ο καλόπιστος ή αφελής παρατηρητής θα επισήμαινε, βέβαια, ότι και σημαντικό μέρος των απολογητών της κυβερνητικής πολιτικής (αν εξαιρέσουμε όσους διακηρύσσουν ότι το «Μνημόνιο είναι ευλογία», κάνοντας σημαία τη σύγκρουση με τις «συντεχνίες») υιοθετούν πολλά από τα αιτήματα, τουλάχιστον εν μέρει, ως δίκαια, αναβάλλοντας ωστόσο την ικανοποίησή τους έως ότου η οικονομική κατάσταση το επιτρέψει. Άρα η διαφορά είναι μόνο στη χρονική στιγμή; Ασφαλώς όχι· αλλά τότε γιατί δεν αναδεικνύεται; Συνέχεια ανάγνωσης

Ο καπιταλισμός-καζίνο, η διάλυση του κοινωνικού κράτους και ο επικείμενος θάνατος της δημοκρατίας

Standard

του Henry A. Giroux και του Χ. Ι. Πολυχρονίου

Μαξ Μπέκαμν, «Νύχτα», 1918-1919

Zούμε στην εποχή του φονταμενταλισμού της αγοράς. Η εξέλιξη από τον βιομηχανικό καπιταλισμό στην χρηματιστικοποίηση της οικονομίας έχει προκαλέσει βαθιές ρωγμές στον κοινωνικοοικονομικό ιστό των δυτικών  καπιταλιστικών κοινωνιών, με το χρέος και τη μόχλευση, τη λιτότητα και τις ακραίες οικονομικές ανισότητες, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και τη διάλυση των δημοκρατικών θεσμών να αποτελούν μόνο μερικά από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του «γενναίου νέου κόσμου» της νεοκαπιταλιστικής τάξης πραγμάτων.  Πρόκειται για τη διαμόρφωση μιας νέας δυστοπίας, αν και στο φαινόμενο αυτό υπάρχει ένα ιστορικό ανάλογο — η «επίχρυση εποχή» του καπιταλισμού στις ΗΠΑ και η δεκαετία του 1920.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, και ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, με την περιφέρεια της ευρωζώνης να βρίσκεται ήδη σε μια εξελιγμένη φάση, έχουν εισέλθει σε μια εποχή που σημαδεύεται από την αποεπένδυση στο κοινωνικό κράτος, τα δημόσια αγαθά και την κοινή πολιτειακή κουλτούρα. Ζητήματα πολιτικής, εξουσίας, ιδεολογίας, διακυβέρνησης, και οικονομικής πολιτικής μεταφράζονται τώρα με μη απολογητικό τρόπο σε μια συστημική αποεπένδυση στους θεσμούς και τις πολιτικές που οδηγούν σε περαιτέρω κατάρρευση των δημοσιών σφαιρών που παραδοσιακά παρείχαν τους ελάχιστους όρους για κοινωνική συνοχή, κοινωνική δικαιοσύνη, και δημοκρατική έκφραση.  Ο θεσμοποιημένος καπιταλισμός-καζίνο έχει γίνει το «νέο κανονικό πρότυπο». Συνέχεια ανάγνωσης

Κοινωνικό κράτος και δημοκρατία: η δίκαιη υπεράσπιση

Standard

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

 

Έργο του Τζωρτζ Γκρος, 1919

Το νέο «κοινωνικό ζήτημα»

 Παρόλο που, εδώ και μήνες, η δημόσια συζήτηση γύρω από την κρίση εξαντλείται στις διαχειριστικές δυσκολίες των δανειακών συμβάσεων (Μνημόνιο 1, 2 PSI κλπ.), ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι η κρίση επιτείνει την ταχύτατη αποσύνθεση όλων των δομών την κοινωνικής συνοχής και δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των δημοκρατικών θεσμών. Είναι πια προφανές πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δημοσιονομικό πρόβλημα μιας υπερχρεωμένης χώρας αλλά μπροστά σε ένα νέο «κοινωνικό ζήτημα»,  που διαχέεται παντού: στο πολιτικό σύστημα, στις εργασιακές σχέσεις, στη σχέση μας με την Ευρώπη, στην ίδια την καθημερινότητα. Η κρίση εκδιπλώνεται πλέον μέσα από μια ακραία τάση πόλωσης, που διαχωρίζει οριστικά την πολιτική από την κοινωνία, την παραγωγή από την αναδιανομή, την ανταγωνιστικότητα από την αλληλεγγύη, τον πολιτικό φιλελευθερισμό των δικαιωμάτων από την εξατομίκευση της διαπραγματευτικής ισχύος. (βλ. κατάργηση συλλογικών συμβάσεων).

Με άλλα λόγια, η κρίση, τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή της διάσταση, έχει ήδη καταδείξει πως η κοινωνική συνοχή εξαρτάται από την αλληλεξάρτηση του κοινωνικού με το οικονομικό πεδίο  και πως οι αιτίες των σημερινών αδιεξόδων δεν βρίσκονται μόνο στην παθογένεια του ελληνικού παραγωγικού συστήματος αλλά στο ίδιο το περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Ένας τρόπος, λοιπόν, για να σκεφτούμε διαφορετικά την κρίση είναι να επιστρέψουμε σε αυτές ακριβώς τις έννοιες, ακριβώς για να αποφύγουμε το στερεοτυπικό λόγο περί του «αυτονόητου μονόδρομου», αλλά και την εύκολη αντιπαράθεση μεταξύ μνημονιακής και αντιμνημονιακής ρητορείας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η πρόσφατη πρωτοβουλία για την «Υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας» (www. koindim.eu) συγκεντρώνει ένα ευρύ ενδιαφέρον πολιτών από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ακριβώς επειδή άνοιξε με τόλμη αυτή τη συζήτηση, αλλάζοντας την ποιότητα του διαλόγου στη δημόσια σφαίρα.

 Η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους 

 Στην παρούσα φάση της κρίσης, η σχέση του κοινωνικού κράτους με τη δημοκρατία δεν είναι απλώς μια τυπική σχέση θεσμικού εκσυγχρονισμού και πολιτειακής μέριμνας γύρω από τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού. Είναι το κεντρικότερο ίσως ζήτημα που θα κρίνει την ίδια την έννοια των μεταρρυθμίσεων, την αποτελεσματικότητα των μέτρων της κοινωνικής πολιτικής αλλά και την ίδια τη συμβολαιακή σχέση των υποκειμένων με την πολιτική. Για να το πω σχηματικά: σε καιρούς κρίσης, το θέμα δεν είναι να μιλάμε απλώς για «λιγότερο κράτος» αλλά να αντικαταστήσουμε το παθητικό κοινωνικό κράτος «των αποζημιώσεων και των επιδοτήσεων» με ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος του δικαιώματος στην εργασία, στην κοινωνική απασχόληση, στην ένταξη, στο δικαίωμα στη ζωή εν κοινωνία, όπως το ορίζει στις οξυδερκείς αναλύσεις του ο Πιέρ Ροζανβαλόν. Η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους αλλά η δομή ενός νέου δίκαιου φορολογικού συστήματος εμπεριέχει ένα τύπο «συμβολαίου» που θα επιτρέψει στους πολίτες να εμπιστευτούν ξανά την πολιτική αλλά και τη δημοκρατία, εμποδίζοντας τη μοναδοποίηση, τον ατομικισμό, την εξαθλίωση. Ας μην το ξεχνάμε: η δημοκρατία είναι ένα σύστημα που προγραμματικά προϋποθέτει τη μείωση των ανισοτήτων ως εγγύηση της λειτουργίας της. (Για αυτό, άλλωστε, και ο σοσιαλισμός δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατικός, αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση). Συνέχεια ανάγνωσης