Στο εξοχώτατο φύλλο της 18.12

Standard

Διορθώθηκε το πρόβλημα που είχε εμφανιστεί με τα λινξ των άρθρων του Χ. Παπαδόπουλου, του Κ. Αθανασίου και του Σ.Ι. Ασδραχά!

 

Το ΔΝΤ στην Ελλάδα: η θεραπεία είναι πιο επικίνδυνη από την ασθένεια: Κώστας Δουζίνας

Μια μικρή ψηφίδα σε μια μεγάλη εικόνα: Χριστόφορος Παπαδόπουλος

Η Συλλογική Κουζίνα στη Χαλυβουργία. Μια ανάσα αντίστασης και αλληλεγγύης: Κυριακή Κλοκίτη

Η βία  κατά των γυναικών στο Μεξικό — η σιωπή και οι ρωγμές: Κώστας Αθανασίου

Ο Νίκος Σβορώνος, η Λευκάδα και οι Λευκαδίτες: Σπύρος Ι. Ασδραχάς

Η γλώσσα του σοσιαλισμού. Ταξική προοπτική και εθνική ιδεολογία στον ελληνικό 19ο αιώνα: Βίκυ Καραφουλίδου

Από την κοινωνική τάξη στην ουτοπία: η επιστημονική και πολιτική διαδρομή του Ράιτ: Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος

Προτάσεις για μια ρεαλιστική ουτοπία της Αριστεράς: Έλικ Όλιν Ράιτ

Το χριστουγεννιάτικο διήμερο των ΑΣΚΙ. Γιορτάζοντας μέσα στην κρίση: Αγγελική Χριστοδούλου

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Η γλώσσα του σοσιαλισμού

Standard

 Ταξική προοπτική και εθνική ιδεολογία στον ελληνικό 19ο αιώνα

της Βίκυς Καραφουλίδου

 Τα «Ενθέματα», με ιδιαίτερη χαρά,  αναγγέλλουν την κυκλοφορία της μελέτης της Β. Καραφουλίδου Η γλώσσα του σοσιαλισμού. Ταξική προοπτική και εθνική ιδεολογία στον ελληνικό 19ο αιώνα (εκδ. Βιβλιόραμα), που θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία την επόμενη Πέμπτη. Με χαρά, όχι τόσο επειδή η συγγραφέας τυγχάνει φίλη, αλλά επειδή πρόκειται για ένα βιβλίο προικισμένο: ένα απαιτητικό και συνάμα εξόχως ενδιαφέρον θέμα, ένα φιλόδοξο ερευνητικό σχέδιο,  πραγματώνονται με το απαιτούμενο θεωρητικό εύρος και την κατάλληλη πραγματολογική τεκμηρίωση, χαρίζοντάς μας μια άρτια μελέτη. Δεν μένει παρά να το διαπιστώσετε, ιδίοις όμμασι.

Στρ. Μπ.

Horace Vernet (χαράκτης: J. P. M. Jazet), «Μάστιγες του 19ου αιώνα: σοσιαλισμός και χολέρα». Επιχρωματισμένη χαλκογραφία. Από το εξώφυλλο του βιβλίου (μακέτα: Εριφύλη Αράπογλου)

 Στη δημιουργία ενός πυκνού πλέγματος επιχειρημάτων κατά του σοσιαλισμού και της νεωτερικής ταξικής διαστρωμάτωσης, κοντά στα μοτίβα αμφισβήτησης της βιομηχανίας, της ύπαρξης προλεταριάτου και της απόρριψης του εθνικά επιζήμιου εμφυλίου πολέμου, έρχονταν να προστεθούν και άλλες δύο καθοριστικές αρνήσεις, αυτές της επιστήμης και του δυτικού πολιτισμού. […] Ο «σοσιαλισμός» συγκαταλεγόταν χλευαστικά στις επιστημονικές θεωρίες της [ευρωπαϊκής] μόδας και περιγραφόταν ως ξένες έγνιες και παράξενες έννοιες. Το διακύβευμα πάντως διαφαινόταν ακόμα καθαρότερα, όταν ο Κ. Χατζόπουλος στηλίτευε ακριβώς αυτόν τον στρουθοκαμηλισμό απέναντι στον ευρωπαϊκό κόσμο. Η Ελλάδα ανήκε στη Δύση και έπρεπε κάποια στιγμή να το πάρει οριστικά απόφαση: Κ’ εμείς ενώ απ’ τόνα μέρος πασχίζομε να συγκοινωνήσωμε και σιδηροδρομικώς με την Ευρώπη, απ’ τ’ άλλο θέλομε ν’ αντισταθούμε στην εξέλιξη, που θα μας φέρη κατ’ ανάγκη η στενότερη συνάφειά μας τον πολιτισμό της. […] Κινέζικη τακτική […] Ο πολιτισμός αυτός, θέλοντας και μη θα σας κατακτήση. Στο πλάι του, και στην υποστήριξη μιας Ευρώπης-προτύπου, με τον πολιτισμό και τις επιστήμες της, στρατεύονταν όχι μόνο οι δηλωμένοι σοσιαλιστές, αλλά και όλοι οι δημοτικιστές που είχαν υπερασπιστεί, άμεσα ή έμμεσα, τον Σκληρό. Πιο γλαφυρός ανάμεσά τους, ο Φώτος Πολίτης, διατρέχει με το βλέμμα μια Γερμανία που γνωρίζει αρκετά καλά για να τη ζηλέψει βαθιά, συγκρίνοντάς την ανηλεώς με τις ανεπάρκειες της «θλιβερής» του πατρίδας. Εκεί, εργασία, μόρφωση, βιβλιοθήκες, φοιτήτριες, ζωντανές συζητήσεις, πολιτική: Η θρησκεία, ο σοσιαλισμός, το ζήτημα της χειραφέτησης, είναι θέματα από καθημερνές διαλέξεις. […] για όλα τα κοινωνικά ζητήματα. Κι’ ο εργάτης, κι’ ο μπακάλης, κ’ η δούλα, πάνε το βράδυ κι ακούνε. Εδώ, τεμπελιά, το καφέ του Ζαχαράτου, αρχαιολογία και πατριαρχικά ράσα, επικίντυνη επιπολαιότητα, φοβισμένα κορίτσια που κρατάνε το φουστάνι της μάννας τους: Είναι αστείο να λέμε πως είμαστε έξυπνη φυλή, όταν μας λείπει το  δ η μ ι ο υ ρ γ ι κ ό   π ν ε ύ μ α […] ο  χ α ρ α κ τ ή ρ α ς λείπει από κάθε έργο μας […] Κι’ αν τολμήση κανείς καμμιά φορά ν’ ανοίξη μια χαραμάδα, για να φυσήξη ελαφρά μέσα ο καθαρός αγέρας […] θαν τον πνίξουν οι καλοθελητάδες του έθνους και θα σπάσουν τις καμπάνες τους οι εκατόν ογδόντα πέντε εκκλησίες που λειτουργάνε στην Αθήνα, φωνάζοντας το λαό ν’ αποτελειώση τον προδότη.

Σε αυτόν τον μακρύ διάλογο, οι κομβικοί άξονες της διαμάχης είχαν γίνει ξεκάθαροι: νεωτερικότητα/Δύση/βιομηχανία/επιστήμη/ταξική κοινωνία. Από τη μία πλευρά, η δυσπιστία. Από την άλλη, ο θαυμασμός. Στο ενδιάμεσο, η συμβιβαστική τακτική του εκδότη, που αγκάλιαζε με φροντίδα όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του, φωτισμένα μυαλά […] και ψυχές φιλελεύτερες […] σοσιαλίστες και νατσιοναλίστες, εξίσου: θα δώσουνε στο τέλος τα χέρια κ’ έτσι σιγά σιγά θα γεννηθεί στην πατρίδα μας ένας καινούριος σοσιαλισμός που να ταιριάζει και με την ψυχή μας, και με τη ζωή μας, και με το κλίμα μας, ακόμα και με τα όνειρά μας τα εθνικά, ένα είδος να πούμε  Ρ ω μ α ί ϊ κ ο ς  σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς. Η προσδοκία δεν ευοδώθηκε. Αντίθετα, φαίνεται πως, με αφορμή το διάλογο πάνω στο έργο του Σκληρού, η ασθενής συζυγία σοσιαλισμού και δημοτικισμού έφερε στο φως κάτι άλλο. Το πρόπλασμα ενός ευρύτερου προοδευτικού χώρου, που θα υπερασπιζόταν την κοινωνική ευαισθησία, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, την εξυγίανση των κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών δομών, τη χειραφέτηση από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, την ευθυγράμμιση με την Ευρώπη. Σε μια αρκετά καλά υπολογισμένη ανταλλαγή, όπως τουλάχιστον τη βλέπει κανείς εκ των υστέρων, οι σοσιαλιστές προσέφεραν κοινωνικό έρεισμα, οι δημοτικιστές δημόσιο ακροατήριο και πολιτική νομιμοποίηση. Και οι δύο από κοινού σμίλευαν το πρώτο μόρφωμα μιας ευρύτερης «αριστεράς». Μιας αριστεράς που δεν θα συμφωνούσε πάντα στις προτεινόμενες λύσεις του κοινωνικού ζητήματος, αλλά θα στήριζε συστηματικά κάθε απόπειρα που έκρινε πως διευκόλυνε την προοδευτική κίνηση του ανθρώπινου χρόνου. Από τη στιγμή αυτή και πέρα, ο «σοσιαλισμός», ως γενικότερη απελευθερωτική διαδικασία δίχως ευκρινές τέλος, έμπαινε στη δημόσια πολιτική, ανοίγοντας δειλά το δρόμο τόσο για τη συνεργασία με τον Βενιζέλο, όσο και για τις αλλεπάλληλες στρατηγικές και θεωρητικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του μέχρι πρότινος συμπαγούς κοινωνικού λόγου. Συνέχεια ανάγνωσης