Για μια λειτουργική και παραγωγική σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία

Standard

Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης-2

Το κείμενο βασίζεται  στην εισήγηση στην  εκδήλωση «Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης», που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου.

του Παύλου Κλαυδιανού

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, «Οι καθαριστές», 1912

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, «Οι καθαριστές», 1912

Ουσιαστικά, το θέμα που συζητάμε σήμερα, κατά τη γνώμη μου, είναι πώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα ασκήσει την κυβερνητική εξουσία χωρίς να εγκαταλείψει τον στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Ήθελα, επίσης, προκαταρτικά να πω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον πήρε την κυβέρνηση, ιστορικά είναι ενήμερος για τις δυσκολίες που υπάρχουνε όταν ένα κόμμα, και ιδίως της Αριστεράς, έρχεται στην εξουσία. Είναι μια συζήτηση που δεν έγινε έγκαιρα στο κόμμα, αλλά πρέπει να γίνει. Οι εξελίξεις, ευτυχώς, μας δίνουν περιθώριο για να συζητήσουμε πράγματα που δεν τα χουμε δουλέψει. Όχι μόνο για το κόμμα, αλλά και για το κίνημα, που το είδαμε τώρα, δυναμικό και ευρύ ξανά στους δρόμους, ενώ νομίζαμε ότι δεν υπάρχει. Αυτό μας δίνει το περιθώριο να διορθωθούν και λάθη, να καλυφθούν κενά, να γίνουν πιο συστηματικά τα πράγματα στον ΣΥΡΙΖΑ, στην κυβέρνηση του, στο κόμμα. Να είναι πιο λειτουργική και παραγωγική η σχέση του με την κοινωνία.

Το πρώτο σημείο προς αξιολόγηση γι’ αυτές τις τρεις πρώτες βδομάδες είναι η συμμαχία ΑΝΕΛ-ΣΥΡΙΖΑ. Συμφωνώ με τον Νίκο Γιαννόπουλο, ότι ήταν κατεπείγουσα ανάγκη να σταθεροποιηθεί το έδαφος όπου θα δράσουμε, να υπάρξει μια κυβέρνηση που ν’ αρχίσει αμέσως τη δουλειά. Αυτό, βέβαια, συνιστά αναμφισβήτητα έναν περιορισμό και θα πω στη συνέχεια για το πώς μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε.

Το δεύτερο, είναι η σύνθεση της κυβέρνησης. Η σύνθεση της κυβέρνησης έχει δυο πλευρές. Η μία, πολύ θετική, δηλαδή τα πρόσωπα που τη συγκροτούν που εκπέμπουν μια σιγουριά και επιπλέον εξουδετερώνουν, με την παρουσία τους, ενδεχομένως φάλτσα με άλλους υπουργούς. Επομένως, ο συλλογικός νους –πόσο συλλογικός ήταν δεν ξέρουμε, βέβαια– που έφτιαξε την κυβέρνηση είχε αυτή την έγνοια. Ωστόσο, βλέπουμε και κάποιες περιπτώσεις επιλογών που δεν είναι εύκολα υπερασπίσιμες ή που δεν είναι κατανοητές, με την πρώτη ματιά, ως προς την πολιτική του στόχευση. Με τα πρόσωπα που τοποθετούνται, προωθούνται και κάποιες απόψεις. Βεβαίως υπάρχει και το πρόβλημα της δημοκρατικής συλλογικής λειτουργίας, επομένως των αποφάσεων, ανεξάρτητα αν ήταν επιτυχείς ή όχι κτλ. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την κομματικότητα της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη (ΔΝΛ): Ανακρίβειες και αποσιωπήσεις

Standard

(σχετικά με το άρθρο του Στ. Παναγιωτίδη «Ιστορία και προτιμήσεις. Το ζήτημα της αυτονομίας της Νεολαίας Λαμπράκη», «Ενθέματα», 4.8.2013. Απάντηση του Στ. Παναγιωτίδη,εδώ)

του Δημήτρη Παπανικολόπουλου και του Βασίλη Ρόγγα

DNL4

Ο Μίκης Θεοδωράκης στα Γιάννενα, στη Λέσχη Νεολαίας Λαμπράκη, σε προσυνεδριακή συγκέντρωση, Χειμώνας 1964. ΕΜΙΑΝ, Φωτογραφική Συλλογή Παναγιώτη Σταμάτη.

Πρώτον, δεν ισχύει ότι «ήδη από το 1963 […] η Νεολαία ΕΔΑ είχε αρχίσει να μαζικοποιείται έντονα». Η προσχώρηση των παράνομων Επονιτών το ’58 και οι προσχωρήσεις μελών μέχρι το ’63 δεν είναι τίποτα μπροστά στην οργανωτική έκρηξη μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη. Άλλωστε, η έκρηξη οφείλεται στην ίδρυση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης (ΔΚΝΓΛ), και όχι στη μαζικοποίηση της Ν. ΕΔΑ. Και, ως γνωστόν, η ΔΚΝΓΛ αφενός επέδειξε ευελιξία ως προς τον τύπο ένταξης, αφετέρου είχε διακηρύξει ότι δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Αυτή η αυτονομία υπήρξε καθοριστική ώστε να μαζικοποιηθεί η αριστερή νεολαία την οποία κληρονόμησε η ΔΝΛ με τη συγχώνευση Ν. ΕΔΑ και ΔΚΝΓΛ.

Δεύτερον, πράγματι «η πολιτική σύνδεση ΔΝΛ και ΕΔΑ ήταν απολύτως γνωστή». Τι σχέση έχει όμως με τη δυναμική και τη μαζικοποίηση, θετική ή αρνητική; Για να απαντήσουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το απόγειο της οργανωτικής ανάπτυξης της ΔΝΛ υπήρξε το ιδρυτικό Συνέδριο (Μάρτης ’65), και όχι κάποια στιγμή της μετέπειτα «κομματικής» της πορείας. Από τη στιγμή που ο Μίκης δήλωσε ρητά ότι ο ίδιος και οι Λαμπράκηδες είναι κομμουνιστές, αυτό στοίχισε στην Οργάνωση. Όχι μόνο το εκμεταλλεύθηκε δεόντως η Δεξιά και έκτοτε η καταστολή άρχισε να πλήττει παντοιοτρόπως τη ΔΝΛ, περιορίζοντας τη μαζικότητά της, αλλά και πολλοί νέοι δεν ήθελαν να ταυτιστούν με τέτοιο τρόπο. Όπως σημειώνει εξέχον στέλεχος της ΔΝΛ, «το άπλωμα αυτής της επιρροής νομίζω ότι το υπερεκτιμήσαμε ως κατάκτηση και περιουσιακό στοιχείο της Αριστεράς. Αυτή η Οργάνωση έγινε γρήγορα κομματική οργάνωση. Τα συνθήματά της δηλαδή δεν ανταποκρίνονταν σε αυτό που προσήλκυσε τα ευρύτερα στρώματα της νεολαίας. […] Δηλαδή ο άλλος δεν τον είχε κατακτήσει η υπόθεση να γίνει σοβιέτ η Ελλάδα. […] Ήταν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι άλλα πράγματα περιμένανε. […] και έρχεται και η πίεση από τον αντίπαλο που του δημιουργεί δυσκολία και σου λέει “εγώ τώρα τι δουλειά έχω εδώ;”»[1].

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία και προτιμήσεις: το ζήτημα της αυτονομίας της Νεολαίας Λαμπράκη

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

)

 Η απόφαση για τη δημιουργία της ενιαίας Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος, άνοιξε μια μικρή συζήτηση για την αυτονομία των αριστερών οργανώσεων νεολαίας. Εκεί αναδείχθηκε και το ζήτημα ότι στη συλλογική αριστερή συνείδηση θέση προτύπου αυτόνομης, μαζικής και ριζοσπαστικής οργάνωσης νεολαίας έχει η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ). Πολλές φορές, με βάση αυτή την εικόνα της ΔΝΛ, συγκροτούνται και θέσεις για τον χαρακτήρα που πρέπει να έχουν σήμερα οι οργανώσεις μας, συνήθως με τρόπο μονοδιάστατο. Πέρα από το λάθος του ιστορικού αναχρονισμού, της εξέτασης δηλαδή του παρελθόντος με τα κριτήρια του παρόντος, αυτή η μέθοδος στηρίζεται σε μια λανθασμένη βασική προκείμενη: την πεποίθηση για την ουσιαστική αυτονομία της Νεολαίας Λαμπράκη. Η αντίληψη πως η δυναμική και η μαζικότητα της ΔΝΛ πήγαζε κυρίως από τον «αυτόνομο» χαρακτήρα της και την απουσία ρητής σύνδεσής της με το κόμμα της ΕΔΑ είναι λανθασμένη, και μάλιστα για πολλούς λόγους, τους οποίους το άρθρο δεν μπορεί παρά να παρουσιάσει επιγραμματικά.

Πρώτον, διότι, ήδη από το 1963, πριν τη δημιουργία της ΔΝΛ, η Νεολαία ΕΔΑ είχε αρχίσει να μαζικοποιείται έντονα.[1]

Δεύτερον, διότι η πολιτική σύνδεση της ΔΝΛ με την ΕΔΑ ήταν απολύτως γνωστή, τόσο λόγω της γενικότερης γραμμής της και της διαρκούς αναφοράς της ΕΔΑ στη ΔΝΛ, όσο και επειδή η οργάνωση είχε προκύψει από τη συγχώνευση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης με τη Νεολαία ΕΔΑ. Αυτή η σύνδεση γινόταν παραδεκτή ακόμα και σε βασικά κείμενα της Νεολαίας Λαμπράκη, όπου η συμφωνία με το πρόγραμμα της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής της ΕΔΑ (που ήταν το πρόγραμμα του ΚΚΕ) αναφερόταν ρητά ως όρος για την ένταξη στην οργάνωση.[2]

Τρίτον, είναι προφανώς λανθασμένο να μιλάμε για «αυτονομία», ειδικά με τους σημερινούς όρους, για μια οργάνωση της οποίας η δημιουργία αποφασίστηκε από την εκτός Ελλάδας ηγεσία του ΚΚΕ[3] στη Ρουμανία, ενώ για να γραφτούν τα ιδρυτικά της κείμενα ο Τάκης Μπενάς και ο Αντρέας Λεντάκης ταξίδεψαν στο Βουκουρέστι — κείμενα που μάλιστα έφτασαν στην Ελλάδα, μετά την επιστροφή των δυο τους, αλλαγμένα από την ηγεσία του κόμματος.[4] Συνέχεια ανάγνωσης

Για το νέο κόμμα: Διάλογος πέρα από τα προφανή

Standard

του Δημήτρη Γιατζόγλου

Αντρέ Κερτέζ, «Ακορντεονίστας», 1916

αποσαφηνίσουμε τον στόχο. Το νέο κόμμα συγκροτείται εντός προκαθορισμένων ορίων. Μια προϋπάρχουσα πολιτική δομή, ο υπαρκτός ΣΥΡΙΖΑ, θα μετασχηματιστεί σε ενιαίο πολιτικό φορέα. Αν αυτός ο μετασχηματισμός θα σημάνει μια «ριζική αναμόρφωση, ώστε να γεννηθεί ένα μαζικό, δημοκρατικό, αριστερό κόμμα», είναι ζήτημα ανοιχτό.

Αυτή η διαδικασία έχει τα πλεονεκτήματά της: υπάρχει μια κοινότητα ιδεών, ένα σημαντικό απόθεμα εμπειριών, μια ιστορικότητα. Όλα αυτά όμως συνυπάρχουν με αρκετές αβεβαιότητες, ασυμφωνίες και αποσιωπήσεις, που λειτουργούν ως αδρανειακή μάζα.

Υπάρχει, βεβαίως, η ώθηση της κοινωνικής δυναμικής και «οι νέες συνθήκες», η επιτάχυνση που η συγκυρία προσδίδει στον πολιτικό χρόνο. Μόνο που ένα εγχείρημα όπως η συγκρότηση ενός αριστερού κόμματος δεν προκύπτει ως αυτόματη αντανάκλαση της «αντικειμενικότητας», ως προσαρμογή στην προφάνεια της συγκυρίας. Η κοινωνική δυναμική πρέπει να γονιμοποιηθεί από ιδέες και να πολιτικοποιηθεί δραστικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Σχετικά με το ενιαίο κόμμα

Standard

του Βασίλη Ασημακόπουλου

Aντρέ Ντερέν, «Λουόμενοι», 1908

Σε προηγούμενα άρθρα στην κυριακάτικη Αυγή αναφερόμασταν στη διαμόρφωση των μνημονιακών πολιτικών δυνάμεων (Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ-ΛΑΟΣ-ΔΗΣΥ) μέσα από την πουλαντζική αναλυτική κατηγορία της εστίας ενιαίου κόμματος (5.2.2012), στη συζήτηση περί μετώπων και στη διαφαινόμενη ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ως πυρήνα του μετώπου λαϊκής ενότητας των κυριαρχούμενων τάξεων στην πάλη τους κατά του μνημονίου (26.2.2012), απαριθμώντας μερικά από τα ζητήματα που έθετε μια τέτοια προοπτική.[1] Τα αποτελέσματα των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ ως ηγεμονικού μετωπικού σχήματος και οι διεργασίες για τη μετατροπή του σε ενιαίο κόμμα της Αριστεράς επιβεβαίωσαν τις εκτιμήσεις μας. Επισημαίνουμε ότι δεν πρόκειται για παρατηρήσεις κάποιου τρίτου σχολιαστή των εξελίξεων, αλλά για θέσεις που διαμορφώθηκαν μέσα από τη συμμετοχή μας στη γενικότερη ιδεολογικοπολιτική πάλη της μνημονιακής συγκυρίας ή και προηγούμενα. Συνέχεια ανάγνωσης

Παρά τρίχα το Καμερούν να έφτανε στον τελικό του Μουντιάλ

Standard

 του Νίκου Γιαννόπουλου

Οι εργάτες των εργοστασίων Delahaye σε απεργία. Παρίσι, Ιούνιος 1936.
Φωτογραφία: Roger-Viollet

Ανήκω σε όσους πίστευαν ότι δεν ήμασταν έτοιμοι, ούτε η Αριστερά ούτε το κίνημα ούτε η κοινωνία. Ωστόσο, θα προτιμούσα να βγαίναμε πρώτοι: και επειδή ο κόσμος που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ είχε προσδοκίες, αλλά και επειδή στον κοινωνικό ανταγωνισμό και την ταξική πάλη, όταν οι χρόνοι πυκνώνουν, δεν διαλέγεις τη στιγμή, δεν λες: «Δεν είμαι ακριβώς έτοιμος, το παντελόνι δεν είναι σιδερωμένο, έχει και μια λαδιά». Θα προτιμούσα λοιπόν σαφώς ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι πρώτος. Όμως, αν επρόκειτο να είναι πρώτος με 1,5% διαφορά και να κρέμεται από τους εκβιασμούς της ΔΗΜΑΡ, του ΠΑΣΟΚ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων, προτιμώ σαφώς αυτό που έγινε. Άλλωστε, το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά θετικό: ο ΣΥΡΙΖΑ ανθίσταται στις πιέσεις, δεν υποχωρεί πολιτικά και παίρνει ένα πρωτοφανές ποσοστό. Κι αυτό δίνει πολύ μεγάλες δυνατότητες, καθώς, και με τη διεθνή αναφορά σε αυτόν, έχει τον αέρα όχι μόνο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και του ανατροπέα ενός ορισμένου σκηνικού, ελλαδικά και πανευρωπαϊκά.

Δεν χρειάζεται ούτε ένας υπεραισιόδοξος οπτιμισμός, του στυλ «η νίκη είναι βέβαιη», ούτε όμως και να ταυτίσουμε την πορεία την κοινωνικής αλλαγής και του κινήματος με το ότι η ΝΔ πέρασε μπροστά με 2,5%. Θεωρώ όσους πιστεύουν πως η κυβέρνηση δεν θα αντέξει παρά λίγους μήνες μάλλον βιαστικούς. Η τρόικα, ο αστικός πολιτικός κόσμος, το διεθνές κεφάλαιο δεν είναι διατεθειμένοι να πηγαίνουμε κάθε τόσο εκλογές. Περάσανε δύσκολα, παρά τρίχα το Καμερούν να φτάσει στον τελικό του Μουντιάλ. Θα κάνουν ό,τι μπορούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Για ένα μαζικό, δημοκρατικό αριστερό κόμμα

Standard

της Ελένης Πορτάλιου

Die Rote Fahne by Giangiacomo Spadari,1973-1974. Oil on canvas. Located in the Musee des Beaux-Arts, Pau, France. — Image by © The Gallery Collection/Corbis

Το θέμα της ριζικής αναμόρφωσης του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να γεννηθεί ένα μαζικό, δημοκρατικό, αριστερό κόμμα, όπως το διατύπωσε ο Αλέξης Τσίπρας, έχει ήδη τεθεί εκ των πραγμάτων, στη διάρκεια της πυκνής προεκλογικής περιόδου, όπου και αναδείχθηκαν οι δομικές παθογένειες, μαζί με τις ενδιάθετες δυνατότητες του ΣΥΡΙΖΑ.

Η συζήτηση για τους νέους θεσμούς δεν πρέπει να έχει εργαλειακό χαρακτήρα ή να τακτοποιεί παρελθούσες εκκρεμότητες και να ρυθμίζει νέες ισορροπίες. Η εμπιστοσύνη του λαού μάς υποχρεώνει να γίνουμε στοχαστικοί και δημιουργικοί, να επινοήσουμε, συνθέτοντας θεωρία και εμπειρία, μια σύγχρονη μορφή πολιτικού φορέα, ο οποίος θα αντλεί από το παρελθόν και θα παραπέμπει στο μέλλον της νέας κοινωνίας. «Βρισκόμαστε σήμερα», λέει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, «στο διαμετρικά αντίθετο σημείο από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η Αριστερά ήξερε «τι να κάνει» (να εγκαταστήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου), αλλά έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε “σαν να είμαστε ελεύθεροι”».

Η συζήτηση για την κρίση των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων

 Ο σκοπός της δικτατορίας του προλεταριάτου, μέσα σε συνθήκες ανελέητης καταστολής, δημιούργησε το προλεταριακό κόμμα της πρωτοπορίας των αποφασισμένων κομμουνιστών, τους οποίους συνείχε η σιδηρά πειθαρχία. Η συζήτηση για το κόμμα στις επαναστατικές δεκαετίες, από το 1960 μέχρι το 1980, γίνεται στο πλαίσιο της αναγνώρισης της κρίσης του μαρξισμού και των ιστορικών κομμουνιστικών κομμάτων της Δύσης και στον ορίζοντα της ρήξης με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, που ονομάστηκαν «υπαρκτός σοσιαλισμός» και κατέρρευσαν λίγο αργότερα. Ο χαρακτήρας του κόμματος αναζητήθηκε τότε στο πλαίσιο της πολιτικής θεωρίας και πράξης, στους ταξικούς λαϊκούς αγώνες και στη σχέση του κόμματος με το κράτος. Αυτή η σχέση αποτελεί και σήμερα, από πολλές πλευρές, σημείο-κλειδί για τον χαρακτήρα του κόμματος. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το κράτος ήταν (και είναι) καταλυτικός στη θεωρητική προσέγγιση και την υλική μορφή του επαναστατικού κόμματος.

Όπως επεσήμαινε ο Μπαλιμπάρ σε μια συζήτηση για το κόμμα, «η εικόνα ενός πρωτόγονου εργατικού κινήματος που στρατοπεδεύει “εκτός των τειχών” είναι εσφαλμένη γιατί, εφόσον οι μάζες ποτέ δεν βρίσκονται “εκτός κράτους”, ούτε το εργατικό επαναστατικό κίνημα βρίσκεται ποτέ “εκτός κράτους”». Απέναντι στη προσέγγιση του κράτους ως οχυρού της κυρίαρχης τάξης και ως ενδογενούς οντότητας, που παραπέμπει στην εξωτερικότητα των κυριαρχούμενων τάξεων, ο Νίκος Πουλαντζάς διατυπώνει τη ριζοσπαστική θέση: το κράτος, όπως και το κεφάλαιο, πρέπει να θεωρείται ως σχέση, «ακριβέστερα ως η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων, έτσι όπως αυτός εκφράζεται, πάντοτε με ειδικό τρόπο, μέσα στο Κράτος». Συνέχεια ανάγνωσης