Αλαίν Μπαντιού ή η αναγέννηση της Ιστορίας

Standard

 του Κώστα Δουζίνα

Φωτογραφία του Robert Carrithers από το «Έρωτας και σεξ. Μια σειρά φωτογραφιών αφιερωμένων στο βιβλίο του Αλαίν Μπαντιού “Eγκώμιο για τον έρωτα”», 2012

Φωτογραφία του Robert Carrithers από το «Έρωτας και σεξ. Μια σειρά φωτογραφιών αφιερωμένων στο βιβλίο του Αλαίν Μπαντιού “Eγκώμιο για τον έρωτα”», 2012

 Τον Ιανουάριο του 2013, στη διάρκεια του συνεδρίου «Το Ελληνικό Σύμπτωμα» στο Παρίσι, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τον Αλαίν Μπαντιού. Παρουσίασα τη γνωστή μου άποψη ότι, σ’ όλο τον κόσμο, έχουμε μπει σε μια νέα «εποχή αντίστασης» με τρεις κοινές μορφές: εξεγέρσεις (χρησιμοποίησα το παράδειγμα του Δεκέμβρη), μαρτύριο/μαρτυρία και έξοδος (Υπατία) και αμεσοδημοκρατικές καταλήψεις (Αγανακτισμένοι). Aκούγοντας την απάντηση του Μπαντιού, η έκπληξη μου ήταν τέτοια, που νόμιζα ότι δεν κατάλαβα καλά. Την αντιγράφω από το άρθρο του «Ή σημερινή μας αδυναμία»: «Θαυμάζω βεβαίως την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, που στήριξε τη δεδηλωμένη αισιοδοξία του με ακριβείς αναφορές σε όσα θεωρεί καινούργια πολιτικά στοιχεία της λαϊκής αντίστασης στην Ελλάδα, όπου διέκρινε επίσης την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν πείστηκα […] Τα ίδια είδαμε […] τον Μάη του ’68 στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρχαν και στις εποχές του Σπάρτακου ή του Τόμας Μίντσερ».[1]

Ο Μπαντιού είναι πιθανόν ο τελευταίος μεγάλος γάλλος φιλόσοφος της γενιάς των ’60. Η θεωρία του συμβάντος, η μαθηματική οντολογία, η κριτική του ηθικισμού και του νομικισμού και το λογοτεχνικό του έργο αποτελούν άξια συνέχεια του Φουκώ, του Λακάν, του Σαρτρ. Θεωρώ όμως τις πρόσφατες πολιτικές παρεμβάσεις του και την πεποίθηση περί «ανικανότητας» της Αριστεράς προβληματικές. Συνέχεια ανάγνωσης

Για να ξαναονειρευτούμε τον κομμουνισμό

Standard

συνέντευξη της Μπίνι Αντάμτσακ στη Σοφία Κουσιάντζα

 Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο


Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο

Μια ιστορία για παιδιά, εικονογραφημένη από τη συγγραφέα, που μιλάει για τον κομμουνισμό. Μια ιστορία όπου η συγγραφέας χρησιμοποιεί για τα πάντα θηλυκό γένος. Το Κομμουνισμός. Μια μικρή ιστορία για το πώς επιτέλους θα αλλάξουν όλα της Μπίνι Αντάμτσακ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το καλοκαίρι (εκδόσεις νήσος). Η Αντάμτσακ γεννήθηκε το 1979, σπούδασε φιλοσοφία, είναι περφόρμερ και εικαστικός και ζει στο Βερολίνο. Ζητήσαμε από τη φίλη και μεταφράστρια του βιβλίου, Σοφία Κουσιάντζα, μια συνέντευξη με την Μπ. Αντάμτσακ. Την ευχαριστούμε θερμά, όπως και τη συγγραφέα, για την προθυμία και την ανταπόκριση.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο «Κομμουνισμός. Μια μικρή ιστορία για το πώς επιτέλους θα αλλάξουν όλα».


Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο

Πότε έγραψες το βιβλίο και με ποιο κίνητρο;

Το 2003 οργανώθηκε στη Φραγκφούρτη ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο «indeterminate! kommunismus». Λίγο πριν είχα παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για τα νεανικά χειρόγραφα του Μαρξ και σκόπευα να γράψω μια εργασία για το πώς αντιλαμβάνεται και πώς περιγράφει ο Μαρξ τον κομμουνισμό. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είχε επίτηδες σιωπήσει επ’ αυτού. Ωστόσο, από τη μελέτη του έργου του προκύπτει ότι υπάρχουν διάσπαρτες σε κείμενά του συμβουλές για το πώς θα μπορούσε ή πώς θα έπρεπε να είναι μια κομμουνιστική κοινωνία — από τα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα έως την Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Όταν όμως έκατσα να γράψω την εργασία, μπλόκαρα. Κι ένα πρωί, έπειτα από μια μακριά νύχτα που δεν είχα καταφέρει να γράψω ούτε μια αράδα, it struck me: για τον κομμουνισμό δεν μπορείς να γράψεις σε γλώσσα επιστημονική. Για τον κομμουνισμό, το όνειρο μιας διαφορετικής, καλύτερης ζωής, δεν μπορείς να γράψεις χωρίς λαχτάρα.

Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα, αφού το γράψιμο ανοίγει την όρεξη. Καθώς έγραφα γελούσα συχνά, όπως και οι φίλες μου που τους διάβαζα το κείμενο. Η παιδική γλώσσα επιτέλεσε το σκοπό της: σε μια εποχή όπου είχε πεθάνει η ελπίδα για την κοινωνική προοπτική που είχε συνδεθεί με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, μια εποχή που η τάξη πραγμάτων είχε επιβεβαιωθεί άλλη μια φορά μετά τις 11/9, το τέχνασμα με την παιδική γλώσσα έδωσε ξανά τόπο στο όνειρο. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έλεγε ότι ο κομμουνισμός είναι το εύκολο που είναι δύσκολο να το κάνεις. Το 2003 απείχαμε πάρα πολύ απ’ το να είναι εφικτός ο κομμουνισμός, εμένα όμως με ενδιέφερε να τον ξανακάνω προσιτό στη φαντασία. Ο κομμουνισμός ήταν λοιπόν τώρα το εύκολο που ήταν εύκολο να το επιθυμείς.

 Φοβήθηκες ότι η παιδική γλώσσα απλοποιεί το περιεχόμενο ή αφήνει απέξω σημαντικές λεπτομέρειες;

Ο κίνδυνος αυτός υπάρχει, και τον είχα συνειδητοποιήσει απολύτως. Έχω μεγαλώσει κι η ίδια με παιδικά βιβλία κοινωνικής κριτικής, που εξηγούσαν στα παιδιά τις κοινωνικές ανισότητες στις σχέσεις των τάξεων και των φύλων. Η δεκαετία του ’70 υπήρξε στον τομέα αυτό πολύ γόνιμη –αντιαυταρχική εκπαίδευση, Σάμερχιλ κ.λπ.–, και στα χέρια μου έφταναν παιδικά βιβλία και από τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας. Μερικά από αυτά προσωποποιούν τις κοινωνικές σχέσεις. Λόγου χάρη, ένα εικονογραφημένο βιβλίο με την ιστορία των γιγάντων και των νάνων: οι νάνοι αντιπροσώπευαν τις εργάτριες, οι γίγαντες ήταν οι τεμπέλες καπιταλίστριες. Οι σχέσεις στον καπιταλισμό παρουσιάζονταν έτσι ως έκφραση δόλιων προθέσεων των κακών, τεμπέληδων ανθρώπων, τσιγκούνηδων και εξουσιομανών, που στα παραμύθια είχαν την εικόνα που τους ταίριαζε: ήταν άσχημοι. Συνέχεια ανάγνωσης

Η άγνωστη ιστορία των ελληνοαμερικανών κομμουνιστών τον 20ό αιώνα

Standard

 Με αφετηρία το ντοκυμαντέρ «Ταξισυνειδησία»

Συνέντευξη του Κωστή Καρπόζηλου

Κωστής Καρπόζηλος

Κωστής Καρπόζηλος

Την Πέμπτη 11 Ιουλίου, στις 9.00 το βράδυ, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-136) στο Θησείο, θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε ένα ντοκυμαντέρ που ξεχώρισε και συζητήθηκε πολύ φέτος: «Ταξισυνειδησία. Η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού», του Κώστα Βάκκα (σκηνοθεσία) και του Κωστή Καρπόζηλου (έρευνα-κείμενο). Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση, με ομιλητές τον Κωστή Καρπόζηλο και τον Δημήτρη Χριστόπουλο (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και συντονιστή τον Γιώργο Κουκουλέ (ΑΣΚΙ, Πάντειο). Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), τα «Ενθέματα» και ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων. Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Κωστή Καρπόζηλο.

 

Τα γραφεία του Σπάρτακου, του Ελληνικού Εργατικού Εκπαιδευτικού Συνδέσμου, στη Νέα Υόρκη (8η Λεωφόρος και 25 δρόμοι) την Πρωτομαγιά του 1934.

Τα γραφεία του Σπάρτακου, του Ελληνικού Εργατικού Εκπαιδευτικού Συνδέσμου, στη Νέα Υόρκη (8η Λεωφόρος και 25 δρόμοι) την Πρωτομαγιά του 1934.

Aς ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Τι σημαίνει αυτή η περίεργη λέξη, ταξισυνειδησία;

 Η λέξη «ταξισυνειδησία», η ελληνοαμερικανική εκδοχή του class consciousness, συμπυκνώνει, ουσιαστικά, το ντοκυμαντέρ. Εμφανίζεται στον λόγο της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, συχνά και σαν επίθετο: «Όλοι οι ταξισυνείδητοι εργάτες πρέπει να…». Μέσα από αυτή την παράδοξη λέξη θέλαμε να δείξουμε πώς αναπτύσσεται ο ελληνοαμερικανικός κοινωνικός και πολιτικός ριζοσπαστισμός, ως σημείο συνάντησης της εθνοτικής ιδιότητας, της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας, με τις ιδέες της κοινωνικής χειραφέτησης, όπως εκδηλώνονται όμως στις ΗΠΑ. Γιατί ένα συχνό πρόβλημα είναι ότι ερμηνεύουμε την πολιτική συμπεριφορά των μεταναστών μόνο ως υπερατλαντική έκφραση ευρωπαϊκών ρευμάτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινα αβγά, κόκκινες σημαίες

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

1-SARANTAKOS-b

Eπαναστάτριες ξεσηκώνουν τον λαό, 1843

Παρά τον τίτλο, η στήλη απλώς αφορμή θα πάρει από το πασχαλινό έθιμο με τα αβγά που τα βάφουμε κόκκινα και τα τσουγκρίζουμε· έτσι κι αλλιώς, αν με ρωτήσετε για ποιο λόγο βάφουμε τ’ αβγά, και ειδικότερα γιατί τα βάφουμε κόκκινα, θα σας απαντήσω ότι δεν ξέρω. Έχουν διατυπωθεί δεκάδες θεωρίες· ας περιοριστούμε στο ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Ιησού ή στην πιο πρακτική προτροπή που έδωσε ένας επίσκοπος στον νεαρό Εμμ. Ροΐδη που τον είχε ρωτήσει σχετικά: «Τρώγε και μη ερεύνα!». Ευκαιρία είναι όμως να πούμε μερικά πράγματα για το κόκκινο χρώμα.

Το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος και του κινδύνου, του πάθους και της φωτιάς, της θυσίας και του θυμού, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Κόκκινο, σε διάφορες αποχρώσεις, φορούσαν οι αυτοκράτορες και οι άλλοι εστεμμένοι, κόκκινο είναι το χρώμα των απαγορευτικών πινακίδων της τροχαίας και των πυροσβεστικών οχημάτων, των χρεωμένων λογαριασμών και των σπιτιών του πληρωμένου έρωτα. Κόκκινη κάρτα δείχνει ο διαιτητής στους άτακτους παίχτες, κόκκινες γραμμές υποτίθεται ότι βάζει η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές (αλλά πάσχει από αχρωματοψία), κόκκινες είναι και οι ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας.

Η αρχαία λέξη, ερυθρός, ήδη μυκηναϊκή, ομόρριζη με τις άλλες των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (red, λατινικό ruber απ’ όπου γαλλ. rouge κτλ.), επιβιώνει και σήμερα, στον Ερυθρό Σταυρό, τους ερυθρόδερμους και τους ερυθρόλευκους, στο ερύθημα (κοκκίνισμα) αλλά και στο λυθρίνι (ερυθρίνος).

Ωστόσο, συνήθως λέμε κόκκινος, που και αυτό αρχαίο είναι, αλλά ελληνιστικό, και προέρχεται από τον κόκκο· κόκκος σήμαινε κυρίως κουκούτσι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν τα αβγά ενός εντόμου, που λέγεται κόκκος ο βαφικός, και που συσσωματωμένα πολλά μαζί σε μικρές μπαλίτσες σαν μεγάλες φακές, τις κηκίδες ή πρινοκόκκια, τα έβρισκαν κολλημένα στις βελανιδιές και σε άλλα δέντρα (και στην αρχή τα νόμιζαν καρπούς των δέντρων).

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Ο κόκκος από τα νεολιθικά χρόνια χρησίμευε, αφού τον ξέραιναν και τον άλεθαν, για την παρασκευή κόκκινης χρωστικής, κι έτσι η λέξη «κόκκινος» από την αρχική της σημασία (ύφασμα βαμμένο με κόκκο, π.χ. καταπέτασμα εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα) υποκατέστησε τελικά την παλιότερη «ερυθρός».

Και το πορφυρό χρώμα είναι επισημότερη και βαθύτερη απόχρωση του κόκκινου, και οφείλει κι αυτό την ονομασία του σε ζώο: σε ένα οστρακοφόρο μαλάκιο που χρησίμευε για την παρασκευή του χρώματος, την πορφύρα, που από τον αδένα του έβγαζε τη βαθυκόκκινη χρωστική που χρησιμοποιούσαν για τα πανάκριβα ρούχα των εστεμμένων, γι’ αυτό και ονομάστηκε Πορφυρογέννητος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ — η λέξη έχει περάσει και στο αγγλικό purple. Έχουμε ακόμα το πυρρό (της φωτιάς το χρώμα) ή το ρούσο, το ξανθοκόκκινο, το χρώμα των Ρουσίων του βυζαντινού ιπποδρόμου, από το λατινικό russeus και άσχετο με τους Ρώσους. Αλλά και πολλές άλλες λέξεις υπάρχουν για αποχρώσεις του κόκκινου: το άλικο (ανοιχτό κόκκινο, τουρκικό δάνειο), το κρεμεζί (δάνειο από τα τουρκικά, που ανάγεται τελικά στην περσική λέξη για το ίδιο εντομάκι που παράγει την κόκκινη χρωστική, από εκεί και το αγγλικό crimson) ή το σκαρλάτο (που ανάγεται μέσω του βυζαντινού σιγιλλάτος στο λατινικό sigillum, σφραγίδα, στάμπα).

Η σύνδεση του κόκκινου με τα αριστερά κινήματα έχει τις ρίζες της στη Γαλλική Επανάσταση. Αρχικά, η Εθνοφρουρά ύψωνε την κόκκινη σημαία σαν προειδοποίηση ότι θα ανοίξει πυρ· έτσι έγινε και στη σφαγή του Πεδίου του Άρεως, στις 17 Ιουλίου 1791, όταν οι Εθνοφρουροί έπνιξαν στο αίμα μια αντιμοναρχική διαδήλωση, και από τότε οι Γιακωβίνοι υιοθέτησαν το κόκκινο σε ανάμνηση των θυμάτων της μέρας εκείνης. Η κόκκινη σημαία πρωταγωνίστησε και στην Επανάσταση του 1848, όταν παραλίγο να αντικαταστήσει την τρίχρωμη ως εθνική σημαία της Γαλλίας, και δέθηκε αδιάρρηκτα με τα σοσιαλιστικά, εργατικά και κομμουνιστικά κινήματα μετά την Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Όπως έγραψε ο Κάρολος Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, «ο παλιός κόσμος έβγαζε αφρούς λύσσας μπροστά στην Κόκκινη Σημαία, το σύμβολο της δημοκρατίας της εργασίας, που ανέμιζε στο δημαρχείο». Και σ’ ένα ελληνικό Εγκόλπιον εργάτου του 1893 διαβάζουμε: «Η ερυθρά σημαία του σοσιαλισμού φέρει χρυσοίς γράμμασιν: Ελευθερία, όλοι ίσοι». Συνέχεια ανάγνωσης

ΑΦΙΕΡΩΜΑ-6: Ένας κοσμοπολίτης και διεθνιστής Εβραίος

Standard

του Άνσελ Πφέφερ

Ο «Χομπσμπάουμ δεν ήταν ένας Εβραίος ιστορικός. Ήταν ένας ιστορικός που έτυχε να είναι Εβραίος», είπε ο καθηγητής Ντόναλντ Σασούν, μαθητής, φίλος και συνάδελφος του.

Ο Χομπσμπάουμ αποκαλούσε τον εαυτό του «μη εβραίο Εβραίο, «αποφεύγοντας την ταμπέλα «αυτο-μισούμενος Εβραίος». Προτίμησε να επικεντρωθεί στα επιτεύγματα των χειραφετημένων Εβραίων της Ευρώπης αντί να εγκύψει στα δεινά τους. Το 2002, στην αυτοβιογραφία του Συναρπαστικά χρόνια, έγραφε: «Δεν έχω καμία συναισθηματική σχέση με τις τελετές της θρησκείας των προπατόρων και ακόμη λιγότερο με το μικρό, μιλιταριστικό, πολιτισμικά μίζερο και πολιτικά επιθετικό έθνος-κράτος, που ζητά την αλληλεγγύη μου για φυλετικούς λόγους».

«Ήταν σίγουρα αντισιωνιστής», είπε ο Σασούν. «Χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, που για τον ίδιο όμως σήμαινε ότι δεν συμμεριζόταν την ιδέα του εβραϊκού εθνικισμού για ένα εθνικά καθορισμένο κράτος στην Παλαιστίνη. Γι’ αυτόν, το να είσαι Εβραίος σήμαινε να είσαι κοσμοπολίτης και αντιεθνικιστής. Μισούσε κάθε είδος εθνικισμού, συμπεριλαμβανομένου των εβραϊκού. Ήταν κομμουνιστής, επειδή ανέκαθεν πίστευε ότι ο κομμουνισμός ήταν ένα διεθνιστικό κίνημα». […] Συνέχεια ανάγνωσης

Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο: Ιστορίες του Μαρξ και του μαρξισμού

Standard

Το βιβλίο Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Ιστορίες του Μαρξ και του μαρξισμού του Έρικ Χομπσμπάουμ κυκλοφόρησε μόλις στα ελληνικά (μετάφραση: Μάνια Μεζίτη, εκδόσεις Θεμέλιο), λίγους μήνες μετά την αγγλική του έκδοση. Το έργο, μια επισκόπηση της διαδρομής της σκέψης του Μαρξ και των ιστορικών πραγματώσεών της, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, παρουσίασαν, στη Στοά του Βιβλίου, την Τρίτη 20.12 ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ο Γιάννης Βούλγαρης, ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ο Νίκος Καραπιδάκης, ο Ηλίας Νικολακόπουλος και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Δημοσιεύουμε σήμερα –και θα επανέλθουμε σε επόμενο φύλλο– τον χαιρετισμό που έστειλε ο Έρικ Χομπσμπάουμ και διαβάστηκε στην εκδήλωση.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση: Μάνια Μεζίτη

Μαρκ Σαγκάλ, "Επανάσταση"

Είναι μεγάλη τιμή για μένα να συγκεντρώνονται τόσοι πολλοί διακεκριμένοι έλληνες συνάδελφοί μου στην ιστορία και στις πολιτικές επιστήμες για να παρουσιάσουν την ελληνική έκδοση του βιβλίου μου Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου που το βιβλίο αυτό, μια συλλογή από μελέτες για την ιστορία του Μαρξ και του μαρξισμού, γραμμένες σε διάφορες περιόδους ανάμεσα στο 1957 και το 2010, εκδίδεται σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η μεγαλύτερη κρίση μετά τη δεκαετία του 1930 στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αποδεικνύει, για άλλη μια φορά, τη σπουδαιότητα της ανάλυσης του καπιταλισμού από τον σημαντικότερο επικριτή του. Για σαράντα περίπου χρόνια, η οικονομική θεωρία και η πολιτική των περισσότερων κυβερνήσεων ασπάζονταν την πεποίθηση, ότι μια ελεύθερη αγορά που δεν συγκρατείται από τη δημόσια δράση ή από το ενδιαφέρον για την ευημερία του ανθρώπου θα παρήγαγε ένα σύστημα οικονομικής ανάπτυξης που, αφενός, θα σταθεροποιούνταν από μόνο του και, αφετέρου, όλοι θα ωφελούνταν από αυτό. Καθώς κάτι τέτοιο δεν ήταν μόνο θεωρητικά αστήρικτο αλλά και εντελώς μη ρεαλιστικό στην πράξη, οι αυξανόμενες αστάθειες της οικονομίας και οι συγκλονιστικά αυξανόμενες οικονομικές ανισότητες συγκαλύπτονταν από τη γιγάντια έξαρση της οικονομικής κερδοσκοπίας και του χρέους. Συνέχεια ανάγνωσης

Λούτσιο Μάγκρι (1932-2011): Διάλογος με ένα σύντροφο που δραπέτευσε

Standard

του Γιάγκου Ανδρεάδη

Ο σύντροφος Λούτσιο Μάγκρι διάλεξε να τελειώσει τη ζωή του τη Δευτέρα, στα 79 του χρόνια, με «επικουρούμενο θάνατο» στην Ελβετία, όπου η ευθανασία δεν διώκεται, «για προσωπικούς και πολιτικούς λόγους». Είχε κάνει ήδη το ίδιο ταξίδι προς την Ελβετία μια ή δυο φορές, αλλά είχε επιστρέψει στην Ιταλία, γιατί δεν ένιωθε βέβαιος ότι ήταν έτοιμος να αναχωρήσει. Κάποιοι από τους πιο στενούς  του φίλους, ειδοποιημένοι για το έσχατο αυτό ταξίδι του, περίμεναν συγκεντρωμένοι στο σπίτι του με ένα ποτήρι κρασί το τηλεφώνημα που ανήγγειλε ότι αυτή τη φορά δεν θα υπήρχε επιστροφή.

Ο σύντροφος Μάγκρι ζήτησε να μη γραφούν νεκρολογίες. Σεβόμενος την επιθυμία του θα μιλήσω σα να ήταν ζωντανός, για τις ιδέες, τις θέσεις του και τη δράση του, για τον κόσμο του Ιl manifesto και τη σχέση του με τον κομμουνισμό, την επανάσταση, καθώς και με την ελληνική αντίσταση κατά της Χούντας. Και, αψηφώντας μια παράδοση που θέλει τους αριστερούς να μιλούν μόνον για τα συλλογικά, για τη μορφή του και τη ζωή του.

Ο Μάγκρι ήταν από τους πιο όμορφους άντρες που είδα ποτέ μου. Μαζί με τη σύντροφό του, τη Λουτσιάνα Καστελίνα, ήταν για μας τους νεότερους, που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 βρεθήκαμε κοντά στο Ιl manifesto, το χρυσό ζευγάρι της ιταλικής Aριστεράς. Οι δυο τους, μαζί με τη Ροσάνα Ροσάντα, τον Πιντόρ, τον Νατόλι και άλλους νέους, αποτελούσαν το ρεύμα της κομμουνιστικής Αριστεράς, που συσπειρώνονταν γύρω από τον Πιέτρο Ινγκράο, τον ηγέτη που με τη δράση, τα γραφτά, αλλά κυρίως με την καθημερινή πράξη του, όπως μπορέσαμε να γνωρίσουμε από κοντά οι Έλληνες, έπειθε ότι κομμουνισμός μπορεί να σημαίνει ανθρωπισμός.

Όταν η ομάδα διαγράφηκε από το κόμμα, ο Ινγκράο δεν τους ακολούθησε. Παρά ταύτα, ολόκληρα τμήματα του κόμματος σε πανιταλική κλίμακα, κυρίως σε επίπεδο μεσαίων στελεχών, μπήκαν σε επαφή με την επιθεώρηση και στη συνέχεια με την εφημερίδα του Il Manifesto, και τελικά προσχώρησαν στην οργάνωση που σχηματίστηκε γύρω της. Γνώρισα την ηγετική ομάδα από κοντά σε σύντομα ταξίδια και στη συνέχεια όταν, μετά τις συλλήψεις των μελών του «Κινήματος 20 Οκτώβρη», το 1970, έμεινα στην Ιταλία, ως συνεργάτης της εφημερίδας. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημόσια ιδιοκτησία και κοινοκτημοσύνη

Standard

του Άντον Πάννεκουκ

μετάφραση από τα αγγλικά: Γ. Παπαπαναγιώτου

Στις 28 Απριλίου συμπληρώθηκαν 51 χρόνια από τον θάνατο του Άντον Πάννεκουκ. Με την ευκαιρία αυτή, και με μικρή καθυστέρηση, δημοσιεύουμε το κείμενο του Πάνεκουκ «Δημόσια ιδιοκτησία και κοινοκτημοσύνη» (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Western Socialist, τον Νοέμβριο του 1947), μαζί με εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή, Γιώργου Παπαναγιώτου. Επίσης, στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» (enthemata.wordpress.com) δημοσιεύονται σήμερα τέσσερα ακόμα κείμενα του Πάννεκουκ («Η αποτυχία της εργατικής τάξης», «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα», «Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών», «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης»), όλα σε μετάφραση Γ. Παπαναγιώτου.

«Ε»

 Όλοι παραδέχονται ότι στόχος του σοσιαλισμού είναι να πάρει τα μέσα παραγωγής από τα χέρια της καπιταλιστικής τάξης και να τα παραδώσει στους εργαζόμενους. Μιλώντας γι’ αυτόν τον στόχο, χρησιμοποιούνται αδιακρίτως –σα να ήταν ταυτόσημες– οι εκφράσεις «δημόσια ιδιοκτησία» και «κοινοκτημοσύνη» των μέσων παραγωγής. Κι όμως, υπάρχει σαφής και θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο εκφράσεων.

Δημόσια ιδιοκτησία είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δηλαδή το δικαίωμα διάθεσης, που ασκείται από ένα δημόσιο σώμα το οποίο εκπροσωπεί την κοινωνία, δηλαδή από μια κυβέρνηση, από την κρατική εξουσία ή από κάποιο άλλο πολιτικό σώμα. Τα πρόσωπα που αποτελούν αυτό το σώμα, οι υπουργοί, οι πολιτικοί, οι αξιωματούχοι, οι διοικητές, οι διαχειριστές, είναι οι άμεσοι κύριοι των μέσων παραγωγής· αυτοί διευθύνουν και ρυθμίζουν την παραγωγική διαδικασία και διοικούν τους εργαζόμενους. Από την άλλη πλευρά, η κοινοκτημοσύνη είναι το δικαίωμα διάθεσης που ασκείται από τους ίδιους τους εργαζόμενους· η ίδια η εργατική τάξη –με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου, δηλαδή του συνόλου όσων συμμετέχουν στην καθαρά παραγωγική εργασία, συμπεριλαμβανομένων των εργατών, των υπαλλήλων, των αγροτών και των επιστημόνων–, οι εργαζόμενοι, είναι οι άμεσοι κύριοι του παραγωγικού μηχανισμού, διαχειρίζονται, διευθύνουν και ρυθμίζουν οι ίδιοι την παραγωγική διαδικασία, η οποία είναι στην πραγματικότητα η κοινή τους εργασία. Συνέχεια ανάγνωσης

Άντον Πάννεκουκ* (1873-1960)

Standard

του Γιώργου Παπαπαναγιώτου

Γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1873, στο Βάσσεν, ένα μικρό χωριό της αγροτικής επαρχίας Γκέλντρε της Ολλανδίας.[1] Από τα χρόνια που πέρασε εκεί, διατήρησε τη συνήθεια να εκφράζεται με απλότητα και αμεσότητα. Σπούδασε μαθηματικά, φυσική και αστρονομία στο πανεπιστήμιο του Λέιντεν.[2] Πέθανε, σε ηλικία ογδόντα επτά ετών, το 1960.

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ήδη ευρύτατα γνωστός στην Ευρώπη και τη Β. Αμερική ως θεωρητικός του μαρξισμού –με τ’ όνομά του και με το ψευδώνυμο Καρλ Χόρνερ –, όχι μόνον για τη βαθιά γνώση του, αλλά και για τη σχολαστική ακρίβεια, την απλότητα, τη σαφήνεια, τη ζωντάνια και την αμεσότητα που τον χαρακτηρίζουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αποτυχία της εργατικής τάξης

Standard

 του Άντον Πάννεκουκ

 Μετάφραση: Γ. Παπαπαναγιώτου

 (γράφηκε στα αγγλικά και δημοσιεύτηκε στην αμερικανική επιθεώρηση Politics, το 1946, πηγή: Kurasje archives)

Άντεν Πάννεκουκ

Σε προηγούμενα τεύχη της πολιτικής επιθεώρησης Politics, τέθηκαν τα εξής ζητήματα: Γιατί η εργατική τάξη απέτυχε στην ιστορική της αποστολή; Γιατί δεν αντιστάθηκε στον Εθνικοσοσιαλισμό στη Γερμανία; Γιατί δεν υπάρχει ούτε ίχνος επαναστατικού κινήματος στους εργαζόμενους της Αμερικής; Τι έχει συμβεί στην κοινωνική ζωτικότητα της παγκόσμιας εργατικής τάξης; Γιατί, σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, οι μάζες δεν φαίνονται πια ικανές ν’ αναλάβουν οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της αυτο-απελευθέρωσής τους;

Ελπίζουμε οι σκέψεις που ακολουθούν να μπορέσουν να ρίξουν λίγο φώς σ’ αυτόν τον προβληματισμό.

Είναι πολύ εύκολο να αναρωτιέται κανείς: «Γιατί δεν εξεγέρθηκαν οι εργαζόμενοι εναντίον της φασιστικής απειλής». Για ν’ αγωνιστείς, όμως, πρέπει να έχεις μια ξεκάθαρη και θετικά φορτισμένη επιδίωξη. Σε σχέση με το φασισμό, στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, υπήρχαν γι’ αυτούς μόνον δύο τρόποι αντίδρασης: θα έπρεπε είτε να τον υποστηρίξουν είτε να επιστρέψουν στον παλιό καπιταλισμό, με την ανεργία του, τις κρίσεις του, τη διαφθορά και την αθλιότητά του – τη στιγμή που ο Εθνικοσοσιαλισμός παρουσιαζόταν ως μια αντικαπιταλιστική βασιλεία της εργασίας, χωρίς ανεργία, μια βασιλεία εθνικού μεγαλείου και πολιτικών πρακτικών που ενέτασσαν τον καθένα και όλους μαζί στους κόλπους μιας μεγάλης εθνικής ενότητας.  Συνέχεια ανάγνωσης

Δύο άρθρα του Πάννεκουκ μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ

Standard

 Τα δύο άρθρα που ακολουθούν, «Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών» και «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης», γράφηκαν τον Μάρτιο του 1933, εν θερμώ, αμέσως μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (του γερμανικού κοινοβουλίου), στις 27 Φεβρουαρίου, από τον κομμουνιστή Μαρίνους Βαν ντερ Λούμπε, που ήθελε με αυτόν τον τρόπο να διαμαρτυρηθεί για την άνοδο των ναζί στην εξουσία (οι ναζί πήραν το 33,1% των ψήφων στις εκλογές του Νοέμβριου του 1932 και τους δόθηκε εντολή να σχηματίσουν κυβέρνηση – εντελώς νόμιμα- στις 30 Ιανουαρίου του 1933).

Σχετικά με το γεγονός, διατυπώθηκαν από τους ιστορικούς πολλές εκδοχές. Μερικοί ισχυρίζονται ότι τη νύχτα της 27ης Φεβρουαρίου, ένα τμήμα των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, χρησιμοποιώντας ένα υπόγειο διάδρομο από την κατοικία του ναζί υπουργού εσωτερικών (του Γκαίρινγκ) έως το κοινοβούλιο, πήγαν εκεί και διασκόρπισαν πολύ εύφλεκτα υλικά. Η παρουσία του Βαν ντερ Λούμπε, την ίδια στιγμή και σ’ εκείνο το σημείο, την ώρα που έβαζε κι αυτός φωτιά, ήταν απλώς μια σύμπτωση. Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, κάποιοι μυστικοί πράκτορες των ναζί παρέσυραν επιτήδεια τον Βαν ντερ Λούμπε στο απονενοημένο του διάβημα. Το σίγουρο είναι ότι ο Χίτλερ αξιοποίησε με μεγάλη επιδεξιότητα την παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος.

Γ.Π.

Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών

του Άντον Πάννεκουκ

(δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1933, στο Persdienst Van De Groep Van Internationale Communisten No 7)

Α. Πάννεκουκ

Για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ (σ.τ.μ., του γερμανικού κοινοβουλίου) από τον Van der Lubbe, διατυπώθηκαν πολλές και διαφορετικές απόψεις. Στα όργανα της κομμουνιστικής αριστεράς (Spartacus, De Radencommunist), η πράξη χαρακτηρίστηκε ως πράξη ενός επαναστάτη κομμουνιστή. Να επιδοκιμάζεις και να χειροκροτείς μια τέτοια πράξη σημαίνει ότι την φέρνεις σαν παράδειγμα προς μίμησιν, ότι προτείνεις να επαναληφθεί. Αξίζει, λοιπόν, να μπούμε στον κόπο να καταλάβουμε ποια ήταν όντως η χρησιμότητά της.

Πως θα μπορούσε να έχει νόημα μια τέτοια πράξη; Μόνον εάν είχε ως στόχο και αποτέλεσμα να δώσει ένα χτύπημα και να αποδυναμώσει την κυρίαρχη αστική τάξη. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Η αστική τάξη δεν πληγώθηκε ούτε τόσο δα από τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ, η κυριαρχία της δεν απειλήθηκε καθόλου, απ’ όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς. Ίσα-ίσα, η κυβέρνηση των ναζί άρπαξε την ευκαιρία να ενισχύσει σημαντικά τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την τρομοκρατία της εναντίον του εργατικού κινήματος – και πρέπει να μελετηθούν με προσοχή οι μελλοντικές συνέπειες αυτής της νέας κατάστασης[1].

Ακόμη, όμως, κι αν μια τέτοια πράξη όντως έπληττε ή αποδυνάμωνε την κυρίαρχη αστική τάξη, η μόνη συνέπειά της θα ήταν να οδηγήσει τους εργάτες στο συμπέρασμα ότι για την απελευθέρωσή τους τέτοιες ατομικές πράξεις θα ήταν αρκετές από μόνες τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα

Standard

του Άντον Πάννεκουκ

μετάφραση: Γιώργος Παπαπαναγιώτου

 (Δημοσιεύτηκε το φθινόπωρο του 1940, στο περιοδικό Living Marxism, τόμος 5, Νο 2. H συγκεκριμένη μετάφραση  δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 72, Νοέμβριος 2010, του περιοδικού Σημειώσεις των εκδόσεων Έρασμος. )

Τζορτζ Γκρος, "Ρομπότ της δημοκρατίας"

Πριν από τριάντα χρόνια, όλοι οι σοσιαλιστές ήταν πεπεισμένοι ότι ο επερχόμενος πόλεμος μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων θα σήμαινε την τελική καταστροφή του καπιταλισμού και ότι θα ακολουθούνταν από την προλεταριακή επανάσταση. Αυτές οι ελπίδες παρέμειναν ισχυρές, ακόμη και μετά το ξέσπασμα του πολέμου και την κατάρρευση του σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος ως επαναστατικού παράγοντα. Ακόμη και τότε, ήταν πεπεισμένοι ότι η παγκόσμια επανάσταση θα επακολουθούσε,  σαν συνέπεια του παγκόσμιου πόλεμου. Και, πράγματι, ήρθε. Σαν φωτεινό μετέωρο, η Ρωσική επανάσταση φούντωσε και έλαμψε σ’ όλη τη γη, και οι εργαζόμενοι σε όλες τις χώρες του κόσμου αναθάρρησαν κι άρχισαν να κινητοποιούνται.

Λίγα χρόνια μετά, όμως, έγινε σαφές ότι η επανάσταση έπαιρνε την κατιούσα, ότι οι κοινωνικές αναταραχές μειώνονταν και ότι το καπιταλιστικό καθεστώς, σιγά – σιγά, παλινορθωνότανε στην εξουσία. Σήμερα, το επαναστατικό εργατικό κίνημα βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του και ο καπιταλισμός είναι πιο ισχυρός από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Για άλλη μια φορά, γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος και ξανά οι εργαζόμενοι και οι κομμουνιστές αναρωτιούνται: άραγε αυτός ο πόλεμος θα αποδυναμώσει το καπιταλιστικό σύστημα σε τέτοιο βαθμό ούτως ώστε να προκύψει μια εργατική επανάσταση; Άραγε θα επαληθευτεί αυτή τη φορά η προσδοκία μιας νικηφόρας πάλης για την ελευθερία της εργατικής τάξης; Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος του κομμουνισμού και η επιστροφή του Μαρξ

Standard

Το τελευταίο βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ, How to change the world: Tales of Marx and Marxism, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα, βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων και έγινε ήδη μπεστσέλερ. Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη που έδωσε ο μεγάλος ιστορικός στον Gabriele Pantucci (Repubblica, 28.1.2011), καθώς και αποσπάσματα της κριτικής του καθηγητή λογοτεχνίας και ιστορίας των ιδεών στο Καίμπριτζ  Stefan Collini (Guardian, 22.1.2011).

συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση από τα ιταλικά: Στάθης Λουκάς

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου  γράφετε ότι ο Μαρξ παραμένει ένας μεγάλος διανοητής της εποχής μας». Και ότι, παραδόξως, «οι καπιταλιστές είναι αυτοί που τον ανακάλυψαν, όχι οι σοσιαλιστές».

 

Προς πώλησιν («Guardian», 22.1.2011)

Δύο είναι οι λόγοι που εξηγούν τη σημασία του. Πρώτα απ’ όλα, το τέλος του επίσημου μαρξισμού της ΕΣΣΔ απελευθέρωσε τον Μαρξ από την ταύτισή του με τον λενινισμό και τα λενινιστικά καθεστώτα. ΄Εγινε έτσι δυνατό να ανακτηθεί  η σκέψη του και εκείνο που είχε να πει σχετικά με τον κόσμο. Προπαντός, όμως, ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός που αναπτύχθηκε μετά το 1990 ήταν αυτό που είχε περιγράψει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, πράγμα που έγινε κατανοητό στην κρίση του 1998: μια πολύ δύσκολη χρονιά για την παγκόσμια οικονομία, και, ταυτόχρονα, η 150ή επέτειος από  την έκδοση αυτού του μικρού και καταπληκτικού βιβλίου. Αλλά, ακριβώς, αυτή τη φορά ήταν οι καπιταλιστές και όχι οι σοσιαλιστές εκείνοι που το ανακάλυψαν. Ίσως οι σοσιαλιστές βρίσκονταν σε μεγάλη αμηχανία για να γιορτάσουν αυτή την επέτειο.

Πότε αντιληφθήκατε αυτή την επιστροφή του Μαρξ;

Επικοινώνησε μαζί μου ο διευθυντής του περιοδικού  που εκδίδει η  United Airlines για τους επιβάτες της, που είναι σχεδόν όλοι αμερικανοί επιχειρηματίες. Είχα γράψει ένα άρθρο για το Μανιφέστο: με ρώτησε αν μπορούσαν να το δημοσιεύσουν, τους ενδιέφερε η συζήτηση. Έπειτα από κάποιο καιρό, ο Τζωρτζ Σόρος με ρώτησε τι γνώμη έχω για τον Μαρξ. «Αυτός ο άνθρωπος», μου είπε ο Σόρος, «ανακάλυψε, εδώ και 150 χρόνια, κάτι για τον καπιταλισμό που πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας σήμερα». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Μαρξ επέστρεψε στο κέντρο της σκηνής.

Υπάρχουν και άλλα σημάδια;

Βέβαια, ακόμα και ελαφρότερα, σύμβολα μιας μόδας. Μια δημοσκόπηση του BBC ανέδειξε τον Μαρξ σαν τον πιο μεγάλο φιλόσοφο, ενώ αν χτυπήσετε το όνομά του στο Google θα δείτε ότι, από τους διανοούμενους, τον ξεπερνούν μόνον ο Δαρβίνος και ο Αϊνστάιν,  και είναι μπροστά από τον  Άνταμ Σμιθ και τον Φρόυντ.

Στο βιβλίο αναφέρετε το μοντέλο ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», που υπήρχε πριν από την εποχή Ρήγκαν-Θάτσερ. Υπάρχει ακόμα σήμερα;

Μια τέτοια θέση αποτελούν μέρος της παράδοσης πολλών καπιταλιστικών χωρών, από τα  ρεύματα της μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατίας μέχρι τις θεωρίας του χριστιανοκοινωνισμού. Τα οικονομικά κέρδη πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα που εξασφαλίζουν την ευημερία του λαού, αν μη τι  άλλο για να αποφευχθούν κοινωνικοί και πολιτικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τις υπερβολικές ανισοτιμίες. Αυτές οι ιδέες γεννήθηκαν σαν αντίδραση στην ανάπτυξη των εργατικών και σοσιαλιστικών  κομμάτων, προς το τέλος του 19ου αιώνα,  και ακόμα και τώρα, για καλή μας τύχη, διαφοροποιούν τη Δυτική Ευρώπη από τις ΗΠΑ. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης

Standard

του Στέφανου Δημητρίου και του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Είναι πάντα καλοδεχούμενη η κριτική, αρκεί να αφορά την επιχειρηματολογία ενός άρθρου και όχι τις προθέσεις των συντακτών του. Παρόλο που στην απάντηση του M. Σκομβούλη («Ενθέματα», 30.5.2010) δεν είναι σαφή τα όρια ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα, θα ήταν χρήσιμο να επαναλάβουμε πως η «δική μας Aριστερά» –δηλαδή, η ανανεωτική Aριστερά του «δημοκρατικού σοσιαλισμού»– εδώ και χρόνια, έχει απορρίψει, (ελπίζουμε οριστικά) την επικίνδυνη εξίσωση της δημοκρατίας με τον «καπιταλο-κοινοβουλευτισμό». Η εγκατάλειψη της μακράς παράδοσης δυσπιστίας και σκεπτικισμού απέναντι στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, οδήγησε, κυρίως με το έργο του Νίκου Πουλαντζά, σε μια συνολική επανεξέταση της σχέσης μεταξύ σοσιαλισμού και δημοκρατίας, καθιστώντας το κράτος κρίσιμο στρατηγικό έδαφος για τους αγώνες της Aριστεράς.  Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η δράση της δημοκρατικής Aριστεράς περνάει μέσα από τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του κράτους και όχι μέσα από την καταστροφή του. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια κριτική της κριτικής στην «Κομμουνιστική υπόθεση» του Αλαίν Μπαντιού

Standard

του Μιχάλη Σκομβούλη

Από τον "Οκτώβρη" του Σεργκέι Αϊζενστάιν

Στα «Ενθέματα» προ δύο εβδομάδων δημοσιεύθηκε κείμενο κριτικής στο βιβλίο Η κομμουνιστική υπόθεση του Aλαίν Μπαντιού, αλλά και στην πολιτική πρόσεγγισή του: το άρθρο «Κόκκινες ιδέες χωρίς Ιστορία» του Στ. Δημητρίου και του Γ. Παπαθεoδώρου. Είναι καταρχάς πολύ θετικό ότι δύο θεωρητικοί επιδιώκουν την αποτίμηση μιας πολιτικής παρέμβασης, που πράγματι υπήρξε σημείο ιδεολογικής αναφοράς της Αριστεράς το τελευταίο διάστημα. Χωρίς να γνωρίζω πλήρως τις αφετηρίες τους (παρότι η πολιτικά κριτική πρόθεσή τους είναι σαφής, όταν αρχίζουν γράφοντας:  «από τα διεθνή συνέδρια πολιτικής φιλοσοφίας μέχρι το πρόσφατο συνέδριο της Nεολαίας του ΣΥΝ [ομιλία Αλέξη Τσίπρα], ο Μπαντιού έκοψε ένα “εισιτήριο διαρκείας” μέσα στη σύγχρονη αριστερή σκέψη, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο των νοητικών εργαλείων και του θεωρητικού προγράμματος εντός του οποίου αναπτύσσεται το κεντρικό επιχείρημά του». Οφείλω να πω ότι το κείμενό τους μου προξενεί σε πολλά σημεία ερωτήματα, και το κυριότερο ότι κινδυνεύει να είναι περισσότερο δογματικό από τον δογματισμό που καταγγέλλει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η «κομμουνιστική υπόθεση»

Standard

του Στέφανου Δημητρίου και του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Καταστατικό της Γ΄ Διεθνούς, ισπανική έκδοση

Λονδίνο, Πρωτομαγιά 1928

Αν και τα «κόκκινα χρόνια» πέρασαν, ο Αλαίν Μπαντιού, στο πολύ γνωστό βιβλίο του Η κομμουνιστική υπόθεση, επιχειρεί να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους η ιδέα του κομμουνισμού παραμένει επίκαιρη αλλά και αλώβητη, χωρίς σημάδια από την ιστορική περιπέτεια του 20ού αιώνα. Η προφητική πρότασή του για την επερχόμενη «έλευση» του κομμουνισμού βρήκε ήδη πρόσφορο έδαφος: από τα διεθνή συνέδρια πολιτικής φιλοσοφίας μέχρι το πρόσφατο συνέδριο της Nεολαίας του ΣΥΝ (ομιλία Αλέξη Τσίπρα), ο Μπαντιού έκοψε ένα «εισιτήριο διαρκείας» μέσα στη σύγχρονη αριστερή σκέψη, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο των νοητικών εργαλείων και του θεωρητικού προγράμματος εντός του οποίου αναπτύσσεται το κεντρικό επιχείρημά του.

Διασώζοντας τον κομμουνισμό

Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινισθεί –προκειμένου να είναι σαφείς οι θέσεις που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια– ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στο να προσπαθεί κάποιος να διασώσει τα χαρακτηριστικά μιας ιδέας, επειδή πιστεύει ότι αυτή έχει υποστεί ιστορικές στρεβλώσεις και παραφθορές, οπότε θα πρέπει να την αποκαταστήσει στην αρχική αυθεντική μορφή και σημασία της. Δεν υπάρχει κάτι μεμπτό σε αυτό το διασωστικό εγχείρημα, διότι είναι απολύτως θεμιτό  να αποπειραθεί κάποιος να αποκαταστήσει το κύρος, την επικαιρότητα και την αξία μιας ιδέας, αφού βεβαίως την εξετάσει στο πλαίσιο και των ιστορικών συμφραζομένων, με βάση τα οποία αυτή έχει περιγραφεί  και εντός των οποίων μας έχει γίνει γνωστή.

Συνέχεια ανάγνωσης