Δημόσια ιδιοκτησία και κοινοκτημοσύνη

Standard

του Άντον Πάννεκουκ

μετάφραση από τα αγγλικά: Γ. Παπαπαναγιώτου

Στις 28 Απριλίου συμπληρώθηκαν 51 χρόνια από τον θάνατο του Άντον Πάννεκουκ. Με την ευκαιρία αυτή, και με μικρή καθυστέρηση, δημοσιεύουμε το κείμενο του Πάνεκουκ «Δημόσια ιδιοκτησία και κοινοκτημοσύνη» (δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Western Socialist, τον Νοέμβριο του 1947), μαζί με εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή, Γιώργου Παπαναγιώτου. Επίσης, στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» (enthemata.wordpress.com) δημοσιεύονται σήμερα τέσσερα ακόμα κείμενα του Πάννεκουκ («Η αποτυχία της εργατικής τάξης», «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα», «Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών», «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης»), όλα σε μετάφραση Γ. Παπαναγιώτου.

«Ε»

 Όλοι παραδέχονται ότι στόχος του σοσιαλισμού είναι να πάρει τα μέσα παραγωγής από τα χέρια της καπιταλιστικής τάξης και να τα παραδώσει στους εργαζόμενους. Μιλώντας γι’ αυτόν τον στόχο, χρησιμοποιούνται αδιακρίτως –σα να ήταν ταυτόσημες– οι εκφράσεις «δημόσια ιδιοκτησία» και «κοινοκτημοσύνη» των μέσων παραγωγής. Κι όμως, υπάρχει σαφής και θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο εκφράσεων.

Δημόσια ιδιοκτησία είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δηλαδή το δικαίωμα διάθεσης, που ασκείται από ένα δημόσιο σώμα το οποίο εκπροσωπεί την κοινωνία, δηλαδή από μια κυβέρνηση, από την κρατική εξουσία ή από κάποιο άλλο πολιτικό σώμα. Τα πρόσωπα που αποτελούν αυτό το σώμα, οι υπουργοί, οι πολιτικοί, οι αξιωματούχοι, οι διοικητές, οι διαχειριστές, είναι οι άμεσοι κύριοι των μέσων παραγωγής· αυτοί διευθύνουν και ρυθμίζουν την παραγωγική διαδικασία και διοικούν τους εργαζόμενους. Από την άλλη πλευρά, η κοινοκτημοσύνη είναι το δικαίωμα διάθεσης που ασκείται από τους ίδιους τους εργαζόμενους· η ίδια η εργατική τάξη –με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου, δηλαδή του συνόλου όσων συμμετέχουν στην καθαρά παραγωγική εργασία, συμπεριλαμβανομένων των εργατών, των υπαλλήλων, των αγροτών και των επιστημόνων–, οι εργαζόμενοι, είναι οι άμεσοι κύριοι του παραγωγικού μηχανισμού, διαχειρίζονται, διευθύνουν και ρυθμίζουν οι ίδιοι την παραγωγική διαδικασία, η οποία είναι στην πραγματικότητα η κοινή τους εργασία. Συνέχεια ανάγνωσης

Άντον Πάννεκουκ* (1873-1960)

Standard

του Γιώργου Παπαπαναγιώτου

Γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1873, στο Βάσσεν, ένα μικρό χωριό της αγροτικής επαρχίας Γκέλντρε της Ολλανδίας.[1] Από τα χρόνια που πέρασε εκεί, διατήρησε τη συνήθεια να εκφράζεται με απλότητα και αμεσότητα. Σπούδασε μαθηματικά, φυσική και αστρονομία στο πανεπιστήμιο του Λέιντεν.[2] Πέθανε, σε ηλικία ογδόντα επτά ετών, το 1960.

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ήδη ευρύτατα γνωστός στην Ευρώπη και τη Β. Αμερική ως θεωρητικός του μαρξισμού –με τ’ όνομά του και με το ψευδώνυμο Καρλ Χόρνερ –, όχι μόνον για τη βαθιά γνώση του, αλλά και για τη σχολαστική ακρίβεια, την απλότητα, τη σαφήνεια, τη ζωντάνια και την αμεσότητα που τον χαρακτηρίζουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η αποτυχία της εργατικής τάξης

Standard

 του Άντον Πάννεκουκ

 Μετάφραση: Γ. Παπαπαναγιώτου

 (γράφηκε στα αγγλικά και δημοσιεύτηκε στην αμερικανική επιθεώρηση Politics, το 1946, πηγή: Kurasje archives)

Άντεν Πάννεκουκ

Σε προηγούμενα τεύχη της πολιτικής επιθεώρησης Politics, τέθηκαν τα εξής ζητήματα: Γιατί η εργατική τάξη απέτυχε στην ιστορική της αποστολή; Γιατί δεν αντιστάθηκε στον Εθνικοσοσιαλισμό στη Γερμανία; Γιατί δεν υπάρχει ούτε ίχνος επαναστατικού κινήματος στους εργαζόμενους της Αμερικής; Τι έχει συμβεί στην κοινωνική ζωτικότητα της παγκόσμιας εργατικής τάξης; Γιατί, σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, οι μάζες δεν φαίνονται πια ικανές ν’ αναλάβουν οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της αυτο-απελευθέρωσής τους;

Ελπίζουμε οι σκέψεις που ακολουθούν να μπορέσουν να ρίξουν λίγο φώς σ’ αυτόν τον προβληματισμό.

Είναι πολύ εύκολο να αναρωτιέται κανείς: «Γιατί δεν εξεγέρθηκαν οι εργαζόμενοι εναντίον της φασιστικής απειλής». Για ν’ αγωνιστείς, όμως, πρέπει να έχεις μια ξεκάθαρη και θετικά φορτισμένη επιδίωξη. Σε σχέση με το φασισμό, στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, υπήρχαν γι’ αυτούς μόνον δύο τρόποι αντίδρασης: θα έπρεπε είτε να τον υποστηρίξουν είτε να επιστρέψουν στον παλιό καπιταλισμό, με την ανεργία του, τις κρίσεις του, τη διαφθορά και την αθλιότητά του – τη στιγμή που ο Εθνικοσοσιαλισμός παρουσιαζόταν ως μια αντικαπιταλιστική βασιλεία της εργασίας, χωρίς ανεργία, μια βασιλεία εθνικού μεγαλείου και πολιτικών πρακτικών που ενέτασσαν τον καθένα και όλους μαζί στους κόλπους μιας μεγάλης εθνικής ενότητας.  Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα

Standard

του Άντον Πάννεκουκ

μετάφραση: Γιώργος Παπαπαναγιώτου

 (Δημοσιεύτηκε το φθινόπωρο του 1940, στο περιοδικό Living Marxism, τόμος 5, Νο 2. H συγκεκριμένη μετάφραση  δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 72, Νοέμβριος 2010, του περιοδικού Σημειώσεις των εκδόσεων Έρασμος. )

Τζορτζ Γκρος, "Ρομπότ της δημοκρατίας"

Πριν από τριάντα χρόνια, όλοι οι σοσιαλιστές ήταν πεπεισμένοι ότι ο επερχόμενος πόλεμος μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων θα σήμαινε την τελική καταστροφή του καπιταλισμού και ότι θα ακολουθούνταν από την προλεταριακή επανάσταση. Αυτές οι ελπίδες παρέμειναν ισχυρές, ακόμη και μετά το ξέσπασμα του πολέμου και την κατάρρευση του σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος ως επαναστατικού παράγοντα. Ακόμη και τότε, ήταν πεπεισμένοι ότι η παγκόσμια επανάσταση θα επακολουθούσε,  σαν συνέπεια του παγκόσμιου πόλεμου. Και, πράγματι, ήρθε. Σαν φωτεινό μετέωρο, η Ρωσική επανάσταση φούντωσε και έλαμψε σ’ όλη τη γη, και οι εργαζόμενοι σε όλες τις χώρες του κόσμου αναθάρρησαν κι άρχισαν να κινητοποιούνται.

Λίγα χρόνια μετά, όμως, έγινε σαφές ότι η επανάσταση έπαιρνε την κατιούσα, ότι οι κοινωνικές αναταραχές μειώνονταν και ότι το καπιταλιστικό καθεστώς, σιγά – σιγά, παλινορθωνότανε στην εξουσία. Σήμερα, το επαναστατικό εργατικό κίνημα βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο του και ο καπιταλισμός είναι πιο ισχυρός από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Για άλλη μια φορά, γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος και ξανά οι εργαζόμενοι και οι κομμουνιστές αναρωτιούνται: άραγε αυτός ο πόλεμος θα αποδυναμώσει το καπιταλιστικό σύστημα σε τέτοιο βαθμό ούτως ώστε να προκύψει μια εργατική επανάσταση; Άραγε θα επαληθευτεί αυτή τη φορά η προσδοκία μιας νικηφόρας πάλης για την ελευθερία της εργατικής τάξης; Συνέχεια ανάγνωσης

Δύο άρθρα του Πάννεκουκ μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ

Standard

 Τα δύο άρθρα που ακολουθούν, «Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών» και «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης», γράφηκαν τον Μάρτιο του 1933, εν θερμώ, αμέσως μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (του γερμανικού κοινοβουλίου), στις 27 Φεβρουαρίου, από τον κομμουνιστή Μαρίνους Βαν ντερ Λούμπε, που ήθελε με αυτόν τον τρόπο να διαμαρτυρηθεί για την άνοδο των ναζί στην εξουσία (οι ναζί πήραν το 33,1% των ψήφων στις εκλογές του Νοέμβριου του 1932 και τους δόθηκε εντολή να σχηματίσουν κυβέρνηση – εντελώς νόμιμα- στις 30 Ιανουαρίου του 1933).

Σχετικά με το γεγονός, διατυπώθηκαν από τους ιστορικούς πολλές εκδοχές. Μερικοί ισχυρίζονται ότι τη νύχτα της 27ης Φεβρουαρίου, ένα τμήμα των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, χρησιμοποιώντας ένα υπόγειο διάδρομο από την κατοικία του ναζί υπουργού εσωτερικών (του Γκαίρινγκ) έως το κοινοβούλιο, πήγαν εκεί και διασκόρπισαν πολύ εύφλεκτα υλικά. Η παρουσία του Βαν ντερ Λούμπε, την ίδια στιγμή και σ’ εκείνο το σημείο, την ώρα που έβαζε κι αυτός φωτιά, ήταν απλώς μια σύμπτωση. Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, κάποιοι μυστικοί πράκτορες των ναζί παρέσυραν επιτήδεια τον Βαν ντερ Λούμπε στο απονενοημένο του διάβημα. Το σίγουρο είναι ότι ο Χίτλερ αξιοποίησε με μεγάλη επιδεξιότητα την παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος.

Γ.Π.

Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών

του Άντον Πάννεκουκ

(δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1933, στο Persdienst Van De Groep Van Internationale Communisten No 7)

Α. Πάννεκουκ

Για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ (σ.τ.μ., του γερμανικού κοινοβουλίου) από τον Van der Lubbe, διατυπώθηκαν πολλές και διαφορετικές απόψεις. Στα όργανα της κομμουνιστικής αριστεράς (Spartacus, De Radencommunist), η πράξη χαρακτηρίστηκε ως πράξη ενός επαναστάτη κομμουνιστή. Να επιδοκιμάζεις και να χειροκροτείς μια τέτοια πράξη σημαίνει ότι την φέρνεις σαν παράδειγμα προς μίμησιν, ότι προτείνεις να επαναληφθεί. Αξίζει, λοιπόν, να μπούμε στον κόπο να καταλάβουμε ποια ήταν όντως η χρησιμότητά της.

Πως θα μπορούσε να έχει νόημα μια τέτοια πράξη; Μόνον εάν είχε ως στόχο και αποτέλεσμα να δώσει ένα χτύπημα και να αποδυναμώσει την κυρίαρχη αστική τάξη. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Η αστική τάξη δεν πληγώθηκε ούτε τόσο δα από τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ, η κυριαρχία της δεν απειλήθηκε καθόλου, απ’ όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς. Ίσα-ίσα, η κυβέρνηση των ναζί άρπαξε την ευκαιρία να ενισχύσει σημαντικά τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την τρομοκρατία της εναντίον του εργατικού κινήματος – και πρέπει να μελετηθούν με προσοχή οι μελλοντικές συνέπειες αυτής της νέας κατάστασης[1].

Ακόμη, όμως, κι αν μια τέτοια πράξη όντως έπληττε ή αποδυνάμωνε την κυρίαρχη αστική τάξη, η μόνη συνέπειά της θα ήταν να οδηγήσει τους εργάτες στο συμπέρασμα ότι για την απελευθέρωσή τους τέτοιες ατομικές πράξεις θα ήταν αρκετές από μόνες τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος του κομμουνισμού και η επιστροφή του Μαρξ

Standard

Το τελευταίο βιβλίο του Έρικ Χομπσμπάουμ, How to change the world: Tales of Marx and Marxism, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα, βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων και έγινε ήδη μπεστσέλερ. Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη που έδωσε ο μεγάλος ιστορικός στον Gabriele Pantucci (Repubblica, 28.1.2011), καθώς και αποσπάσματα της κριτικής του καθηγητή λογοτεχνίας και ιστορίας των ιδεών στο Καίμπριτζ  Stefan Collini (Guardian, 22.1.2011).

συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ

μετάφραση από τα ιταλικά: Στάθης Λουκάς

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου  γράφετε ότι ο Μαρξ παραμένει ένας μεγάλος διανοητής της εποχής μας». Και ότι, παραδόξως, «οι καπιταλιστές είναι αυτοί που τον ανακάλυψαν, όχι οι σοσιαλιστές».

 

Προς πώλησιν («Guardian», 22.1.2011)

Δύο είναι οι λόγοι που εξηγούν τη σημασία του. Πρώτα απ’ όλα, το τέλος του επίσημου μαρξισμού της ΕΣΣΔ απελευθέρωσε τον Μαρξ από την ταύτισή του με τον λενινισμό και τα λενινιστικά καθεστώτα. ΄Εγινε έτσι δυνατό να ανακτηθεί  η σκέψη του και εκείνο που είχε να πει σχετικά με τον κόσμο. Προπαντός, όμως, ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός που αναπτύχθηκε μετά το 1990 ήταν αυτό που είχε περιγράψει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, πράγμα που έγινε κατανοητό στην κρίση του 1998: μια πολύ δύσκολη χρονιά για την παγκόσμια οικονομία, και, ταυτόχρονα, η 150ή επέτειος από  την έκδοση αυτού του μικρού και καταπληκτικού βιβλίου. Αλλά, ακριβώς, αυτή τη φορά ήταν οι καπιταλιστές και όχι οι σοσιαλιστές εκείνοι που το ανακάλυψαν. Ίσως οι σοσιαλιστές βρίσκονταν σε μεγάλη αμηχανία για να γιορτάσουν αυτή την επέτειο.

Πότε αντιληφθήκατε αυτή την επιστροφή του Μαρξ;

Επικοινώνησε μαζί μου ο διευθυντής του περιοδικού  που εκδίδει η  United Airlines για τους επιβάτες της, που είναι σχεδόν όλοι αμερικανοί επιχειρηματίες. Είχα γράψει ένα άρθρο για το Μανιφέστο: με ρώτησε αν μπορούσαν να το δημοσιεύσουν, τους ενδιέφερε η συζήτηση. Έπειτα από κάποιο καιρό, ο Τζωρτζ Σόρος με ρώτησε τι γνώμη έχω για τον Μαρξ. «Αυτός ο άνθρωπος», μου είπε ο Σόρος, «ανακάλυψε, εδώ και 150 χρόνια, κάτι για τον καπιταλισμό που πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας σήμερα». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Μαρξ επέστρεψε στο κέντρο της σκηνής.

Υπάρχουν και άλλα σημάδια;

Βέβαια, ακόμα και ελαφρότερα, σύμβολα μιας μόδας. Μια δημοσκόπηση του BBC ανέδειξε τον Μαρξ σαν τον πιο μεγάλο φιλόσοφο, ενώ αν χτυπήσετε το όνομά του στο Google θα δείτε ότι, από τους διανοούμενους, τον ξεπερνούν μόνον ο Δαρβίνος και ο Αϊνστάιν,  και είναι μπροστά από τον  Άνταμ Σμιθ και τον Φρόυντ.

Στο βιβλίο αναφέρετε το μοντέλο ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», που υπήρχε πριν από την εποχή Ρήγκαν-Θάτσερ. Υπάρχει ακόμα σήμερα;

Μια τέτοια θέση αποτελούν μέρος της παράδοσης πολλών καπιταλιστικών χωρών, από τα  ρεύματα της μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατίας μέχρι τις θεωρίας του χριστιανοκοινωνισμού. Τα οικονομικά κέρδη πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα που εξασφαλίζουν την ευημερία του λαού, αν μη τι  άλλο για να αποφευχθούν κοινωνικοί και πολιτικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τις υπερβολικές ανισοτιμίες. Αυτές οι ιδέες γεννήθηκαν σαν αντίδραση στην ανάπτυξη των εργατικών και σοσιαλιστικών  κομμάτων, προς το τέλος του 19ου αιώνα,  και ακόμα και τώρα, για καλή μας τύχη, διαφοροποιούν τη Δυτική Ευρώπη από τις ΗΠΑ. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μεταπολιτική ρητορεία της επανάστασης

Standard

του Στέφανου Δημητρίου και του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Είναι πάντα καλοδεχούμενη η κριτική, αρκεί να αφορά την επιχειρηματολογία ενός άρθρου και όχι τις προθέσεις των συντακτών του. Παρόλο που στην απάντηση του M. Σκομβούλη («Ενθέματα», 30.5.2010) δεν είναι σαφή τα όρια ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα, θα ήταν χρήσιμο να επαναλάβουμε πως η «δική μας Aριστερά» –δηλαδή, η ανανεωτική Aριστερά του «δημοκρατικού σοσιαλισμού»– εδώ και χρόνια, έχει απορρίψει, (ελπίζουμε οριστικά) την επικίνδυνη εξίσωση της δημοκρατίας με τον «καπιταλο-κοινοβουλευτισμό». Η εγκατάλειψη της μακράς παράδοσης δυσπιστίας και σκεπτικισμού απέναντι στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, οδήγησε, κυρίως με το έργο του Νίκου Πουλαντζά, σε μια συνολική επανεξέταση της σχέσης μεταξύ σοσιαλισμού και δημοκρατίας, καθιστώντας το κράτος κρίσιμο στρατηγικό έδαφος για τους αγώνες της Aριστεράς.  Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η δράση της δημοκρατικής Aριστεράς περνάει μέσα από τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του κράτους και όχι μέσα από την καταστροφή του. Συνέχεια ανάγνωσης