Η μέθοδος της ασφυξίας

Standard

αναδημοσίευση από την Καθημερινή 1.7.2011

του Παντελή Μπουκάλα

Διπλός ήταν ο στόχος του κυβερνώντος κόμματος την Τετάρτη: να αποσπάσει το «ναι» των βουλευτών του για το Μεσοπρόθεσμο και να αδειάσει επιτέλους την πλατεία Συντάγματος από τους «Αγανακτισμένους». Αφού λοιπόν το Μεσοπρόθεσμο είναι ασφυκτικό για τα λαϊκά και τα μικρομεσαία στρώματα, επέλεξε και η κυβέρνηση τη μέθοδο της ασφυξίας για να πραγματοποιήσει και τον πρώτο στόχο της και τον δεύτερο. Οσοι πράσινοι βουλευτές είχαν δείξει σημάδια ασυμφωνίας, άρνησης, εναντίωσης ή και αποσκίρτησης, πολιορκήθηκαν μέχρις ασφυξίας από επιφανείς υπουργούς και κορυφαία κομματικά στελέχη. Τι ακριβώς διημείφθη ανάμεσα στους συντρόφους και συναγωνιστές, τους υποψήφιους αντάρτες από τη μια και τους παιδονόμους τους από την άλλη, μονάχα ο Σούπερ Κοριός το ξέρει, αλλά δεν θα μας το πει. Δεν θα πέφταμε έξω πάντως αν υποθέταμε ότι σ’ αυτά τα απόρρητα αλισβερίσια, και απειλές θα ακούστηκαν, και εκβιασμός παγκαλικής ποιότητας θα ασκήθηκε με μπόλικη αποστασιολογία, και πιθανά «ατοπήματα» και «υπερβάσεις» θα ανασύρθηκαν προς εκφοβισμό, και υποσχέσεις γενναιόδωρες θα δόθηκαν. Το αποτέλεσμα το είδαμε: η δημοκρατία θριάμβευσε. Συνέχεια ανάγνωσης

Η επόμενη μέρα

Standard

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Πέμπτη πρωί, ξυπνάω με τις ειδήσεις. Είναι η επόμενη μέρα, απ’ αυτές που λόγω της προηγούμενης προτιμάς να μην ξυπνήσεις. Κανένα αίσθημα επιτυχίας, καμιά άγρια χαρά, τίποτα: μόνο θλίψη, απαισιοδοξία και βουβή οργή για την ανείπωτη αδικία. Σηκώνομαι και βλέπω τα βίντεο και τις φωτογραφίες. Με υπόκρουση όλη μέρα τις ενημερωτικές εκπομπές και την άλλη πραγματικότητα της κυβέρνησης και των λοιπών πολιτικών. Κατήφεια, μαυρίλα.

Λεπτομέρεια από άτιτλο σκίτσο μάνγκα του Κατουσίρο Ότομο, 2009

Την Τετάρτη πολλοί φίλοι μου δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν μέσα στο όργιο της αγριάδας και της βίας: έκατσαν κάτω και έβαλαν τα κλάματα. Από την αδικία και την απελπισία. Μου λένε για το μίσος στα μάτια των οργάνων της αστυνομίας. Εγώ το είδα μόνο από μακριά: την πρώτη επέλαση με μηχανάκια στην Αμαλίας. Οι πίσω καβαλάρηδες ήταν όρθιοι και ανέμιζαν στον αέρα τα γκλομπ τους. Έκανα στην άκρη τρομαγμένη. Θαύμασα όσους περπάτησαν στη μέση του δρόμου και τους απώθησαν.

Γύρισα σπίτι με τα πόδια, κοιτώντας μόνο τα παπούτσια μου. Πίσω μου το Σύνταγμα βουτηγμένο στο τοξικό σύννεφο. Μπροστά μου η παράλληλη πραγματικότητα: σε καφενεία λίγο πιο έξω απ’ το κέντρο, ο κόσμος παραγγέλνει φρεντοτσίνο καραμέλα. Εκεί κάπου η απελπισία με παραλύει. Συνέχεια ανάγνωσης