Να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά

Standard

Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης-3

Το κείμενο βασίζεται  στην εισήγηση στην  εκδήλωση «Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης», που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου.

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Η Αριστερά ως τα σήμερα είτε δεν έπαιρνε σοβαρά το κράτος, είτε το έπαιρνε σοβαρά μόνο ως αντίπαλο. Ήρθε η ώρα να πάρουμε στα σοβαρά το κράτος όχι μόνο ως αντίπαλο διότι απλώς το κράτος δεν είναι ένα πράγμα. Το κράτος είναι πριν απ’ όλα μια κοινωνική σχέση, είναι –παραθέτω Πουλαντζά  –«η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις όπως αυτή εκδηλώνεται με ειδικό τρόπο μέσα στους κόλπους του ίδιου του κράτους».

Rene Magritte - The cicerone

Rene Magritte – The cicerone

Το πλεονέκτημα μεταξύ άλλων αυτής της θέσης είναι ότι θέτει ανάγλυφα ένα σοβαρό ζήτημα στρατηγικής σημασίας: το γεγονός ότι το κράτος δεν είναι ένα μονολιθικό μπλοκ, χωρίς χαραμάδες, που θα αντιμετώπιζαν οι «μάζες» μετωπικά όντας έξω απ’ αυτό και που θα έπρεπε να το αποδιαρθρώσουν συνολικά μέσω μιας μετωπικής εξέγερσης. Αντίθετα, επειδή το κράτος είναι «μια υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων» διατρέχεται από αντιφάσεις. Είναι ουσιωδώς τόπος αντιφάσεων, και μάλιστα στο σύνολο των μηχανισμών του, τόσο στους μηχανισμούς εκείνους όπου ο πληθυσμός δίνει το φυσικό του παρόν, όπως η εκπαίδευση, όσο και στους μηχανισμούς όπου είναι φυσικά απών, όπως κατεξοχήν η δημόσια διοίκηση.

Στο πεδίο των πολιτειακών μηχανισμών που χαρακτηρίζονται από τη μαζική παρουσία των ανθρώπων, η Αριστερά, λόγω συνδικαλιστικής δράσης, έχει μια επαφή. Με τα καλά και τα κακά της φυσικά που παρέλκει εδώ να αναφερθούν. Ωστόσο, στους υπόλοιπους μηχανισμούς, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά. Διότι, κακά τα ψέματα, η Αριστερά πάσχει από έναν λειτουργικό αναλφαβητισμό στη γλώσσα της δημόσιας διοίκησης. Διαβάζουμε, αλλά δεν γράφουμε. Δεν έχουμε μάθει να γράφουμε διοικώντας το κράτος. Κι αυτό είναι μεγάλο έλλειμμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός

Standard

του Γιάννη Σταφίδα

Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για το τι σημαίνουν, για τους κατοίκους της Κεφαλονιάς, τα χτυπήματα του Εγκέλαδου: φόβο, τρόμο, πόνο, ανατροπή της καθημερινότητας, απώλεια των κόπων μιας ζωής, καταστροφή. Τα λόγια των ανθρώπων, οι εικόνες κτιρίων και προσώπων μας το δείχνουν εύγλωττα. Και, συνάμα, οι σεισμοί, για τους Κεφαλονίτες αλλά και όλους εμάς τους «υπόλοιπους», μας θυμίζουν τι πραγματικά είναι σημαντικό στη ζωή: «καταρχάς, αυτή η ίδια η ζωή· αλλά και όσα τείνουμε να θεωρούμε αυτονόητα, όπως το να έχεις ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι και να μην είσαι έκθετος στη βροχή και το κρύο» (editorial του left.gr, 4.2.2014).

Έργο του Ρόι Λιχτενστάιν, 1979

Έργο του Ρόι Λιχτενστάιν, 1979

Για τον σεισμό αυτό καθαυτό δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτα: ούτε να τον αποτρέψει ούτε να προβεί σε αξιόπιστες προγνώσεις. Μπορεί ωστόσο, και πρέπει, να κάνει πολλά, πριν και μετά. Δεν μιλάω σε φιλοσοφικό και υπαρξιακό επίπεδο, για τις σοβαρές αναστοχαστικές διαδικασίες που μπορεί να ανακινήσει ένα τέτοιο σοκ. Μιλάω για ενέργειες πρόληψης, ελαχιστοποίησης των δεινών και αποκατάστασης. Μένω στο «μετά», μια που αυτή την περίοδο διανύουμε, και μένω σε τρεις λέξεις: κράτος, αλληλεγγύη, αυτοοργάνωση.

Ξεκινάω από το κράτος. Τέτοιες μέρες, και ο πιο ακραιφνής αντικρατικιστής γίνεται ένθερμος θιασώτης του κράτους, δεν μπορεί να αρνηθεί τη σημασία του. Ο ρόλος του είναι καθοριστικός, όχι μόνο για την «αποκατάσταση των υλικών ζημιών», μα κυρίως για να ξαναπάρει μπρος μια ολόκληρη κοινωνία, οικονομία, καθημερινότητα. Τέτοιες μέρες, καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα, πιο εύκολα από ό,τι ρίχνει τα κτίρια ο σεισμός, οι διάφορες «προφανείς» –και απολύτως κυνικές– ατομικιστικές αποφάνσεις. Ποιος μπορεί να πει, λ.χ, οι Κεφαλονίτες να βρουν τη λύση μόνοι τους, ότι είναι άξιοι της μοίρας τους ή γιατί να πληρώνουμε όλοι εμείς, αφού ούτε σπίτια έχουμε εκεί ούτε θα πάμε ίσως ποτέ κ.ο.κ; Τέτοιες «σοφίες» (που σε άλλες περιστάσεις ακούγονταν, λ.χ. «γιατί να πληρώνω ΕΡΤ αφού δεν έχω τηλεόραση») φαίνονται εδώ απλώς εξοργιστικές και ανόητες. Συνέχεια ανάγνωσης

Επικίνδυνοι πολίτες τότε και τώρα

Standard

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά των «Επικίνδυνων πολιτών» 

 συνέντευξη της Νένης Πανουργιά

 nea neniΗ μελέτη της Νένης Πανουργιά Επικίνδυνοι πολίτες. Η ελληνική Αριστερά και η κρατική τρομοκρατία, που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (μετάφραση: Νεκτάριος Καλαϊτζής, εκδ. Καστανιώτης·είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα αγγλικά το 2009, από τις Fordham University Press) είναι ένα βιβλίο με πολλαπλό ενδιαφέρον και σημασία: Σημασία επιστημονική (καθώς μελετάει, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ιστορίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας ένα θέμα κομβικό για την ελληνική μεταπολεμική ιστορία), αλλά και πολιτική (καθώς το ερώτημα πώς το σύγχρονο κράτος κατασκευάζει τους εκάστοτε «επικίνδυνους πολίτες» επανακάμπτει απειλητικά στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα). Για όλα αυτά μιλήσαμε με τη συγγραφέα Νένη Πανουργιά (New School for Social Research, Νέας Υόρκης), που βρέθηκε στην Αθήνα.

4-panourgia-a

Μακρόνησος, 1949.

 Τα «επικίνδυνα» άτομα είναι μια έννοια που εμφανίζεται στη Γαλλία με την ανάπτυξη των πρώτων ασύλων. Την έννοια την παίρνω από τον Φουκώ, που βλέπει να αποδίδεται επικινδυνότητα στους ανθρώπους με ψυχική ασθένεια, και δεν τους ονομάζει βέβαια πολίτες. Ο Φουκώ δεν περιγράφει μια εφήμερη κατάσταση ή σχέση (μεταξύ κράτους-ιατρικού κατεστημένου-ασθενών), αλλά δείχνει όλη τη δομή των μηχανισμών που εμπλέκονται και καλούνται να καθορίσουν τον ψυχικά ασθενή ως πρακτικά και δυνητικά επικίνδυνο. Στο βιβλίο βάζω την έννοια αυτή της επικινδυνότητας να συνομιλήσει με την έννοια του πολίτη, το ελληνικό κράτος, την Αριστερά.

Η έννοια, όπως έχει δείξει ο Νίκος Αλιβιζάτος, ανάγεται στο 1871, στον νόμο περί ληστείας, συγκροτείται όμως ως καταστατική κατηγορία του κράτους με το ιδιώνυμο, το 1929. Βέβαια, δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο· ας θυμηθούμε τη Γερμανία και την αντιμετώπιση των πρώτων συνδικαλιστών, των Σπαρτακιστών κλπ. Στην Ελλάδα, η διαρκής συγκρότηση του πολίτη ως επικίνδυνου είναι κάτι που ιδρύεται με το ιδιώνυμο και φτάνει μέχρι σήμερα.

  Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η έννοια σταματάει το 1974 (ή το 1981), ή τουλάχιστον ότι έχουμε θεμελιώδεις διαφορές.

 Ασφαλώς υπάρχουν διαφορές. Το 1974 βέβαια είναι τομή, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν συνέχειες, στο επίπεδο της λογικής και των πρακτικών του κράτους.

Μετά το 1974, η εννοιολόγηση της Αριστεράς ως επικίνδυνης είναι διαφορετική, για προφανείς λόγους – με πρώτο τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της Αριστεράς, και μετά την πτώση της Χούντας δεν παύει να εμπεριέχει την παλιά αντίληψη γι’ αυτήν ως επικίνδυνο μέρος του κοινωνικού σώματος. Και, βέβαια, κάτι θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει μία ενιαία Αριστερά – όσο κι αν εμφανίζεται έτσι στην «κοινή γνώμη». Στο θέμα που συζητάμε, η ζώνη της επικινδυνότητας» δεν συμπεριλαμβάνει, λ.χ. το ΚΚΕ· στη δεδομένη συγκυρία περιλαμβάνει συλλήβδην τον ΣΥΡΙΖΑ, την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και τον χώρο πέραν αυτών, τον αντιεξουσιαστικό. Και υπάρχουν βέβαια «εξάρσεις» όπως τον Δεκέμβρη του 2008. Συνέχεια ανάγνωσης

Πλειστηριασμοί, «κόκκινα δάνεια», ακίνητη περιουσία: Η λογική του παράλογου

Standard

 της Δήμητρας Σιατίτσα

Χανς Μέμιντορφ, "Σπίτι-κεφάλι"

Χανς Μέμιντορφ, «Σπίτι-κεφάλι»

Το έχουμε ακούσει πάμπολλες φορές: τα μέτρα αποτελούν «μονόδρομο», «ορθολογική επιλογή», «μόνη λύση για την έξοδο από την κρίση» κ.ο.κ. Κι ας έχουν αποτύχει ακόμα και στους ίδιους τους ρητά διακυρηγμένους στόχους τους, τα μέτρα νομιμοποιούνται μέσα από τη ρητορική της ορθολογικής επιλογής, η οποία (μετά την απαραίτητη διαδικασία κάθαρσης και εξυγίανσης), θα σταθεροποιήσει, θα εξορθολογίσει και θα εκσυγχρονίσει την οικονομία και τον διοικητικό μηχανισμό. Η ρητορική, παρά τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις, επιμένει, ενώ οι συνέπειες αντιμετωπίζονται με κυνισμό.

Ας σταθούμε σε ένα βασικό, για τον μνημονιακό σχεδιασμό, και επίκαιρο τις μέρες αυτές σημείο: την απελευθέρωση των πλειστηριασμών και τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας. Αναζητώντας τη λογική τους, διακρίνουμε δύο βασικούς άξονες.

Ο πρώτος ανάγεται στο κεντρικό νεοφιλελεύθερο αξίωμα ότι οι περιορισμοί δρουν στρεβλωτικά στην «ελεύθερη» λειτουργία της αγοράς, εμποδίζοντας την αυτορρύθμισή της. Υποστηρίζεται, έτσι, ότι ο έλεγχος/περιορισμός των διαδικασιών κατάσχεσης υποθηκευμένων (ή μη) ακινήτων παρεμβαίνει αρνητικά, τόσο στη σταθεροποίηση των τραπεζών όσο και στην αναθέρμανση της κτηματαγοράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Η δημοκρατία είναι μια έννοια διφορούμενη

Standard

Μια εκτενέστερη εκδοχή της συνέντευξης δημοσιεύεται στο RedNotebook (rnbet.gr)

Για τη δημοκρατία, τη «Λατινική Αυτοκρατορία» της Ευρώπης, τον Φουκώ, τον Μπένγιαμιν και τον Καρλ Σμιτ, την «κατάσταση εξαίρεσης»

Συνέντευξη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

στην Αναστασία Γιάμαλη και τον Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο

O Tζ. Αγκάμπεν στην Αθήνα, στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι Νέοι-Νέες του ΣΥΡΙΖΑ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

Από την ομιλία του Τζ. Αγκάμπεν στην Αθήνα, στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι Νέοι-Νέες του ΣΥΡΙΖΑ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν βρέθηκε στην Αθήνα, το προηγούμενο Σάββατο. Μίλησε, στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της Τεχνόπολης, με θέμα  «Μια θεωρία για την εξουσία της απογύμνωσης και της ανατροπής», στην κεντρική εκδήλωση που οργάνωσαν, για τα σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου οι Νέοι-Νέες του ΣΥΡΙΖΑ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς,  Την Κυριακή, μετά την πορεία του Πολυτεχνείου, τον συνάντησαν και συζήτησαν μαζί του η Αναστασία Γιάμαλη εκ μέρους της Αυγής και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος εκ μέρους του RedNotebook.

Το Σάββατο είπατε, ακολουθώντας τον Φουκώ, ότι η «λογική» της νεωτερικής εξουσίας δεν είναι η αντιμετώπιση των κρίσεων, αλλά η διαχείριση των συνεπειών τους. Είναι άραγε μοιραία η ενσωμάτωση μιας πολιτικής δύναμης που θέλει να αντιμετωπίσει τις αιτίες των προβλημάτων στη λογική αυτή; Και, αντίστροφα: ένα εγχείρημα «αλλαγής των ορίων», μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει, αν ταυτόχρονα δεν διεκδικεί να αλλάξει τα πράγματα; 

4-agaben-1Θεωρώ το σημείο αυτό (ότι οι νεωτερικές  ή τουλάχιστον οι σύγχρονες κυβερνήσεις δεν θέλουν να κυβερνήσουν αντιμετωπίζοντας τις αιτίες, αλλά μόνο τις συνέπειες) εξαιρετικά σημαντικό. Γιατί αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, σε σχέση  με την παραδοσιακή αντίληψη που έχουμε –σύμφωνα με την αντίληψη του Φουκώ για το κυρίαρχο κράτος– για την εξουσία.

Έχουμε μια εξουσία που απλώς διαχειρίζεται συνέπειες. Ήταν πολύ καθαρό στην περίπτωση του αστυνομικού που δολοφόνησε τον Κάρλο Τζουλιάνι, το 2001, ο οποίος είπε το απίστευτο: η αστυνομία δεν διαχειρίζεται την τάξη, αλλά τους μπελάδες, την αταξία. Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία ζούμε, όχι μόνο στην εσωτερική, αλλά και στην εξωτερική πολιτική λ.χ. των ΗΠΑ: να δημιουργείς ζώνες αταξίας, ώστε να μπορείς να τις διαχειρίζεσαι επ’ ωφελεία σου.

4-agaben-2Στην Ιταλία, τα κόμματα της Αριστεράς παγιδεύτηκαν σ’ αυτή τη λογική της διαχείρισης των συνεπειών. Είναι πιο εύκολη και αποδίδει περισσότερο. Είναι άραγε μοιραίο να συμβεί αυτό; Ίσως όχι. Αποτελεί, όμως, μια ακόμα ένδειξη ότι η πολιτική εννοιολογία πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάτι που δεν είναι ούτε αιτία ούτε συνέπεια· χρειάζεται να βρούμε κάτι τρίτο ως τον σωστό τόπο της πολιτικής. Θεωρώ απαραίτητη μια μεγάλη εννοιολογική αλλαγή,  αλλιώς θα χάσουμε. Είναι αδύνατο να νικήσεις μια εξουσία, αν δεν καταλάβεις τη λογική της.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο θυμίσατε τη «Λατινική Αυτοκρατορία» του Αλεξάντρ Κοζέβ (1947). Εκεί ο Κοζέβ προτείνει τη συγκρότηση μιας «αυτοκρατορίας» της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, οι οποίες σε συνεργασία με τα κράτη της Μεσογείου θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την ανερχόμενη Γερμανία. Θεωρείτε ένα τέτοιο σχέδιο δυνητικό αντίβαρο στον ηγεμονισμό της Μέρκελ, φαίνεται ότι οι ηγέτες αυτών των χωρών ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιτυχία του «δόγματος Μέρκελ» στις χώρες τους, παρά για τις επιπτώσεις του δόγματος σε μια Ευρώπη όλο και πιο διαιρεμένη.

Ήταν κυρίως μια πρόκληση για να ξεκινήσει μια κριτική στην Ευρώπη. Ήθελα να θυμίσω ότι η  σημερινή Ευρώπη, ακόμα και από θεσμικής άποψης, είναι μη νομιμοποιημένη. Όπως ξέρετε, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν είναι Σύνταγμα, αλλά μια συνθήκη μεταξύ κρατών — δηλαδή το αντίθετο ενός Συντάγματος, αφού τα Συντάγματα φτιάχνονται από τον λαό. Το μοντέλο του Κοζέβ είναι ενδιαφέρον γιατί δεν βασίζεται σε μια αφηρημένη ενότητα, αλλά σε μια πολύ συγκεκριμένη ενότητα, που στηρίζεται στην παράδοση, τον τρόπο ζωής, τη θρησκεία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ισχυρός προνοιακός μηχανισμός, όχι αστυνομικά μέτρα

Standard
ΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΟΥΣ ΡΟΜΑ-1

Συνέντευξη του Γιώργου Μόσχου, Βοηθού Συνήγορου του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγγίδη

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγκίδη

Θα θέλαμε, καταρχάς, ένα σχόλιό σας για τη στάση όσων ενεπλάκησαν στην υπόθεση της τετράχρονης Μαρίας (ΜΜΕ, Χαμόγελο του Παιδιού, κρατικές υπηρεσίες).

 Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά, μια υπόθεση που επικεντρωνόταν στην προσωπική ιστορία ενός παιδιού υπήρξε αφορμή για εκτενή τηλεοπτικά προγράμματα και ρεπορτάζ, που ωστόσο δεν αρκέστηκαν στην ενημέρωση του κοινού και την αντικειμενική αναζήτηση των παραγόντων που συνέθεταν το ιστορικό της υπόθεσης, αλλά έδωσαν χώρο σε ποικίλες εικασίες, στερεοτυπικές προσεγγίσεις σε βάρος μιας πληθυσμιακής ομάδας (του τύπου «οι τσιγγάνοι κλέβουν παιδιά») και καλλιέργεια τρομολαγνικών και ρατσιστικών αντιλήψεων. Η εξακολουθητική αναπαραγωγή της εικόνας της μικρής, που δόθηκε στη δημοσιότητα με εισαγγελική διάταξη για συγκεκριμένο σκοπό, ακόμη μάλιστα και όταν ο σκοπός εξέλειπε (δηλαδή όταν εντοπίστηκαν οι φυσικοί γονείς της), όσο και άλλου οπτικοακουστικού υλικού, σε συνδυασμό με αυθαίρετες γενικεύσεις και αναλύσεις, συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής ζωής της ανήλικης αλλά και γενικότερα προσβολή της παιδικής ηλικίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Το μαχαίρι και το γιαούρτι

Standard

του Θέμη Παπαδέα

themos

Χαρακτικό του Γκόγια

Η βία είναι ένα ζήτημα κρίσιμο: για τα κινήματα, την Αριστερά και τη δημοκρατία. Η πρόσφατη σχετική συζήτηση, λοιπόν, θα ήταν καλοδεχούμενη, αν δεν προσέκρουε σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: από πλευράς όσων την ανακινούν, γίνεται προσχηματικά. Κίνητρο δεν είναι ο προβληματισμός ούτε κάποια υγιής –έστω και συντηρητική– ανησυχία για την ένταση της βίας. Το ερώτημα, «Καταδικάζετε ή όχι τη βία;» (που έθετε ο Γ. Μιχελάκης στην «Ανατροπή») με υψωμένο το δάχτυλο, έχει άλλο στόχο: να στριμώξει την Αριστερά, και γι’ αυτό είναι ακατάλληλο για την εκκίνηση μιας ουσιαστικής συζήτησης. Αναζητώντας τις βάσεις μιας τέτοιας κουβέντας, θέλω να θέσω τρία σημεία.

Πρώτον, πριν καταδικάσουμε ή εγκρίνουμε, πρέπει να κατανοήσουμε. Το «καταδικάζω τη βία από όπου και αν προέρχεται», πέραν των άλλων, είναι πολύ εύκολο. Αν κάποιος ενδιαφέρεται ή ανησυχεί ειλικρινά για τη βία, πρέπει να εγκύψει σε αυτήν. Τον Δεκέμβρη του 2008, λ.χ., πριν απ’ όλα, πριν προχωρήσει κανείς σε αξιολογήσεις, έπρεπε να αντιληφθεί την έκταση και την ποιότητα του φαινομένου. Συνέχεια ανάγνωσης