Περιοδικό «Λεύγα»: διαδρομές κάτω από την επιφάνεια της κρίσης

Standard

Κρίση και κριτική

Συνέντευξη της Όλγας Καρυώτη, του Κώστα Σπαθαράκη και του Νίκου Τσιβίκη 

1 lev

To πρώτο τεύχος της «Λεύγας», Μάρτιος 2011. Σχέδιο του Γιώργου Μανουσέλη

Αναζητήσεις και φανερώματα μιας νέας Αριστεράς, ενός κριτικού αντισυμβατικού λόγου, μιας ριζοσπαστικής και ανεξάρτητης Αριστεράς, μιας «λόγιας Αριστεράς»; (Πάντως, όταν τους είχαμε πει τον τελευταίο χαρακτηρισμό, παραλίγο να μας κόψουν την καλημέρα…) Ας μην το πούμε εμείς, ας κρίνουν οι αναγνώστες ποιος χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα.

Mε την ευκαιρία της κυκλοφορίας του τεύχους 12, συναντήσαμε την Όλγα Καρυώτη, τον Κώστα Σπαθαράκη και τον Νίκο Τσιβίκη, μέλη της Συντακτικής Επιτροπής της Λεύγας και απάντησαν σε ερωτήματα που τους θέσαμε όπως πώς ξεκίνησε το περιοδικό τη διαδρομή του, ποιοι ήταν και είναι οι στόχοι, οι προτεραιότητες και ο χαρακτήρας του.

Ι.Μ.-Σ.Μπ.

???????????????????????????????

Όλγα Καρυώτη, Κώστας Σπαθαράκης, Νίκος Τσιβίκης και Ιωάννα Μεϊτάνη, στο εντευκτήριον των «Ενθεμάτων»

Ταυτόχρονα, νιώθαμε ότι χρειαζόταν ένα σημείο στο οποίο θα μπορούσαν να συναντηθούν σε επίπεδο σκέψης απόψεις της αριστεράς οι οποίες για διάφορους λόγους και κυρίως εξαιτίας της στράτευσης σπάνια συνομιλούν. Θεωρούσαμε και θεωρούμε απαραίτητο το πεδίο μιας τέτοιας συνομιλίας, χωρίς να υπάρχουν προαπαιτούμενα ή ένα συγκεκριμένο πλαίσιο θέσεων. Είναι ενδιαφέρον ότι εξαρχής βρέθηκαν κοντά άνθρωποι που είτε φλερτάρουν με ιδέες αυτονομίας είτε θεωρούν εαυτούς «ορθόδοξους» κομμουνιστές είτε βρίσκονται στον χώρο της ανανεωτικής ή ριζοσπαστικής Αριστεράς, χωρίς να είναι υποχρεωτική η συμμόρφωση σε μια γραμμή. Και κυρίως χωρίς μια απάντηση στο επίμονο ερώτημα «Εσείς ποιανού είστε;»

Το τελευταίο τεύχος της "Λεύγας" που μόλις κυκλοφόρησε. Σχέδιο του Μάκη Μαλαφέκα

Το τελευταίο τεύχος της «Λεύγας» που μόλις κυκλοφόρησε. Σχέδιο του Μάκη Μαλαφέκα

Κώστας Σπαθαράκης: Η αρχική ιδέα ήταν ότι βρισκόμαστε άνθρωποι που έχουμε διαφορετικές, ή όχι ακριβώς ίδιες, καταβολές και αντιλήψεις για διάφορα ζητήματα, τα οποία τα συζητάμε. Τα πράγματα το 2011 ήταν ρευστά, και ταυτόχρονα δεν υπήρχε αμεσότητα προσέγγισης. Υπήρχε είτε μια κλασικού τύπου ανάλυση, αυτή που συνηθίζει να κάνει η αριστερά με βάση κάποιες θεωρητικές προκείμενες, μια ανάγνωση της συγκυρίας και ένα πολιτικό συμπέρασμα: υπερβολικά «ευγενική», υπερβολικά αφηρημένη και καθόλου πρακτική στα αποτελέσματά της. Είτε είχε αρχίσει αυτό που βλέπουμε πολύ έντονα σήμερα, η εμμονή στην επερχόμενη καταστροφή, στο «δεν θα γίνει τίποτα», μια κλάψα που δεν παράγει ούτε πολιτικές θέσεις ούτε αποτέλεσμα. Το κενό ανάμεσα σε αυτά τα δύο, σκεφτόμασταν, θα μπορούσε να είναι ένα ύφος λιγότερο ευγενικό και πιο θαρραλέο στις γενικεύσεις του: δεν θα φοβόταν, όπως δεν φοβάται κανείς όταν μιλάει ιδιωτικά.

Όλγα Καρυώτη: Η κρίση ανακίνησε μια διαφορετική αντιμετώπιση των ζητημάτων που απασχολούσαν ανέκαθεν την αριστερά. Το κίνημα των πλατειών –ασχέτως με την κριτική που του κάνουμε– δημιούργησε μεγάλη κινητικότητα και κινητοποίηση, την αίσθηση ότι συμβαίνει κάτι, κάτι διαφορετικό. Μια ανάταση, μια μεγάλη κοινωνική διάθεση, περιέργεια και ζύμωση, που άγγιξε ανθρώπους που δεν ήταν ενταγμένοι ή δεν ήθελαν να εντάξουν τον λόγο τους σε ένα συγκεκριμένο ρεύμα ή οργάνωση της αριστεράς. Και τους έδινε τη δυνατότητα, το θάρρος και τον χώρο να συμβάλουν και να συνδιαμορφώσουν όλο αυτό που συνέβαινε.

Μια αναγεννησιακή, μποτιτσελιανή μορφή του κουατροτσέντο και τρεις στιβαρές αρρενωπές μορφές με αδρά χαρακτηριστικά δεσπόζουν με την παρουσία τους στο εντευκτήριον των Ενθεμάτων

Μια αναγεννησιακή, μποτιτσελιανή μορφή του κουατροτσέντο και τρεις στιβαρές αρρενωπές φιγούρες με αδρά χαρακτηριστικά, σε στιγμη ευωχίας, δεσπόζουν με την παρουσία τους στο εντευκτήριον των Ενθεμάτων

Πιστεύω ότι ο κύκλος αυτός κλείνει με τις εκλογές του καλοκαιριού του 2012, τα πράγματα μορφοποιούνται. Κι εκεί ίσως βλέπουμε μια αλλαγή στο περιοδικό, μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του τι κάνουμε. Είναι φυσικό, η Λεύγα έχει άμεση σχέση με το τι συμβαίνει στην κοινωνία. Είμαστε άνθρωποι που βρισκόμαστε σε μία πλευρά πολιτικά, με την ιστορική αριστερά, και θέλουμε να επικοινωνήσουμε, χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να τηρούμε τις ακαδημαϊκές φόρμες, χωρίς να μας παίρνει μπάλα ο δημοσιογραφικός λόγος και η επικαιρότητα· να κάνουμε κριτική χωρίς τους περιορισμούς που μπορεί να έχει το έντυπο μιας πολιτικής συλλογικότητας.

Κ. Σπαθαράκης: Η αρχική επιλογή, να μην ακολουθήσουμε αυστηρά τη συγκυρία, πιστεύω δικαιώθηκε. Όπως όλοι μας, όταν σκεφτόμαστε λίγο πιο ελεύθερα τι συμβαίνει, λειτουργούμε καλύτερα, πιο διαισθητικά, προβλέπουμε σε μεγαλύτερο βάθος τα θέματα που θα αναδειχθούν στο μέλλον, χωρίς να κυνηγάμε την επικαιρότητα ή τις απαντήσεις: έγραψε ο δείνα το τάδε και πρέπει να απαντήσουμε κ.λπ. κ.λπ.

Ν. Τσιβίκης: Ξεφυλλίζοντας το περιοδικό, βλέπει κανείς εύκολα ότι ακολουθεί μια διάρθρωση τριμερή. Έχουμε α) την ενότητα «πρώτες ύλες», με ρεπορτάζ και ειδήσεις, με μια διασταλτική έννοια του όρου, β) τα «αναλώσιμα», μια ενότητα κριτικής, πολιτισμικής και πολιτικής, και γ) το «σκραπ», μια ενότητα ελεύθερης γραφής, διηγήματα, ενίοτε και ποιήματα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ρανίτσκι ο μέγας (1920-2013): Ο ισχυρός των λέξεων

Standard

του Χανς-Ντίτερ Σιτ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία». Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο
ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία».
Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

Ο Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι θεωρείται, στον γερμανόφωνο χώρο, ο κριτικός λογοτεχνίας με τη μεγαλύτερη επιρροή στην εποχή του. Γεννήθηκε το 1920 στην Πολωνία, επιβίωσε του γκέτο της Βαρσοβίας και έζησε μέχρι το θάνατό του στη Γερμανία (αρχικά στη Δυτική). Πάπας της λογοτεχνικής κριτικής, δεν δίσταζε να επιτεθεί σε ογκόλιθους της λογοτεχνίας, όπως ο Γκίντερ Γκρας. Συνέβαλε ωστόσο με τις απόψεις και τον δριμύ του τρόπο στο να συζητήσει και να επεξεργαστεί η μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία το φαιό παρελθόν της χώρας. Ο Ράιχ-Ρανίτσκι είχε κολοσσιαία επίδραση και την κρίση του την περίμεναν και τη φοβούνταν λογοτέχνες και κοινό. Από το 1988 έως το 2001 παρουσίαζε στο κρατικό κανάλι ZDF την εκπομπή λογοτεχνικής κριτικής “Λογοτεχνικό Κουαρτέτο”, η οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και επιτυχημένη.

Πέθανε την περασμένη Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου. Από τα πολλά που γράφτηκαν μετά τον θάνατό του, διαλέξαμε ένα άρθρο που, διατηρώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό για το πρόσωπο του Ρανίτσκι, ταυτόχρονα εκφράζει και την κριτική στον κριτικό.

Ιω. Μ.

spiegel

Εξώφυλλο του Spiegel (1993) με τίτλο «Ο κριτικός Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι»

Αυτός, ένας καταφρονεμένος που του άρεσε να προσβάλλει. Αυτός που ντρόπιασε τη Γερμανία, γιατί με την οξύτητα και την αναλγησία της κρίσης του συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η δυτικογερμανική λογοτεχνία να ανυψωθεί σε τόπο διεξαγωγής ενός ιστορικού, ηθικού και πνευματικού επανακαθορισμού. Αναφέρομαι σε μια ντροπή που αποτέλεσε συστατικό μιας απελευθέρωσης, μέσα στην οποία ο Ράιχ-Ρανίτσκι αναδείχτηκε σε εξέχουσα φιγούρα. Και σε λαϊκιστή. Και τα δύο συνοδευόμενα από παραξενιές, θρασύτητες, ικανότητα σύναψης συμμαχιών και καταποντισμού κατά βούληση. Γενναιόδωρος στην επιδοκιμασία, αδυσώπητος στην επίκριση.

Αν ζούσαν, ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα ήταν αποδιοπομπαίοι στο «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» του, κι ο κόσμος που πρέπει πρώτα να συμβουλευτεί την τηλεόραση πριν ανοίξει ένα βιβλίο, θα ένιωθε κολακευμένος μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν χωράει τους άτυχους ποιητές. Ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα συνειδητοποιούσαν ξανά ότι η θανατική ποινή εκτίεται εν ζωή, για μια ζωή.

Ο Ράιχ-Ρανίτσκι δεν έστρεψε ποτέ τα κανόνια του κατά των αδυνάτων, δεν έπαψε όμως ποτέ να κανοναρχεί το κοινό με τις απόψεις του. Η πένα του παίνευε, η γραφίδα του ξεπουπούλιαζε. Δεν ήταν δήθεν, ήταν όντως. Αρχή και εξουσία: παταγώδη και ισοπεδωτικά ξεσπάσματα κατά ενός Γκρας, κατά ενός Χάντκε. Με επίγνωση των συνεπειών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ηθογραφία, ηθικολογία και δογματισμός

Standard

 Οι όροι της κριτικής ή ένας διάλογος που δεν έγινε

της Έφης Γιαννοπούλου

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

 Δικαιολογεί άραγε η αγάπη και ο σεβασμός μας για τη λογοτεχνία τις προσδοκίες μας από τους συγγραφείς; Το αίτημά μας να εκφέρουν λόγο για μας και τα προβλήματά μας, να συντονίζονται με τα πάθη της κοινωνίας; Τα τελευταία τρία χρόνια η παρουσία στον δημόσιο διάλογο των συγγραφέων και γενικότερα των ανθρώπων του πολιτισμού συχνά γεννά έντονες αντιδράσεις και πολώσεις. Ίσως όμως θα είχε ενδιαφέρον να προσεγγίσει κανείς το θέμα όχι με βάση μια κάπως μεταφυσική ιδέα για τη μοναδικότητα και την ευαισθησία του δημιουργού αλλά περιγράφοντας έξεις και διαθέσεις που συνδέονται με τη θέση του τόσο στο λογοτεχνικό πεδίο όσο και στο ευρύτερο πεδίο της εξουσίας.

Αυτό επιχειρήσαμε να κάνουμε με τον Θεόφιλο Τραμπούλη, σε μια σειρά τεσσάρων κειμένων που δημοσιεύτηκαν από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι τον Απρίλιο του 2013 στο περιοδικό Unfollow, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, κυρίως τη γενιά πεζογράφων που αναδείχθηκε γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Συνέχεια ανάγνωσης

Ξαναπιάνοντας τα κομμένα νήματα: Αριστερά και Μεταρρυθμίσεις

Standard

 του Αντώνη Λιάκου

Roger de La Fresnaye, «Tα δεκατετράχρονα του Ιουλίου», 1914

Οι μεταρρυθμίσεις έχουν αναχθεί σε μείζον ζήτημα και βασικό κριτήριο για την πορεία της χώρας, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων προβάλλεται ως επείγουσα, σε μια σειρά χώρες, σχεδόν στο σύνολο. Ποια χώρα δεν υπόκειται σε μεταρρυθμίσεις; Στο μέτρο βέβαια που ποτέ και πουθενά τα πράγματα δεν λειτουργούν τέλεια, πάντοτε θα χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Τι πιο φυσικό; Οι μεταρρυθμίσεις είναι έκφραση της νεωτερικότητας και της επιθυμίας βελτίωσης της κοινωνίας. Νεωτερικότητα σημαίνει την ικανότητα μιας χώρας να αυτορρυθμίζεται. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες γίνεται λόγος δεν αφορούν γενικώς βελτιώσεις και αλλαγές. Πρόκειται για συγκεκριμένο πακέτο πολιτικής, με συγκεκριμένη κατεύθυνση και στοχοθεσία. Παρά τις διαφορετικές ανάγκες, από χώρα σε χώρα, οι μεταρρυθμίσεις αυτές προκύπτουν από ενιαίο εγχειρίδιο: από μια πολιτική η οποία άρχισε να συγκροτείται ήδη ως απάντηση στις αλλεπάλληλες κρίσεις της δεκαετίας του ’70 και εκφράζουν μια ευρύτερη αλλαγή Παραδείγματος στην οικονομική και πολιτική φιλοσοφία, στις σχέσεις κράτους και πολίτη, διοίκησης και αγοράς.

Ποια είναι η κοινή συνισταμένη τους; Η προσομοίωση του κράτους στις λειτουργίες της αγοράς, η ιδιωτικοποίηση της ιδιότητας του πολίτη που αποσυνδέεται από κοινωνικά δικαιώματα, η απογύμνωση της εργασίας από τα θεσμικά της ερείσματα, γύρω από τα οποία συγκροτήθηκαν κοινωνικό κράτος και μαζικές δημοκρατίες. Πρόκειται για βαθιά αναμόχλευση της κοινωνίας, για ριζοσπαστικό πρόγραμμα χωρίς τέλος, για διαρκή επανάσταση των ελίτ. Η κρίση στην Ελλάδα ήταν η μεγάλη ευκαιρία να μπει η χώρα σε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, λέγεται. Tο Μνημόνιο μπορεί να απέτυχε, αλλά αυτό βαραίνει λιγότερο, αρκεί που η χώρα μπήκε στην πορεία των Μνημονίων, επομένως των μεταρρυθμίσεων.

Δεν υπάρχει επιστροφή στην κατάσταση προ κρίσης

 Το ζήτημα είναι οι πολιτικές της ανάταξης. Σε ποια κατεύθυνση και με ποιο σκεπτικό θα κινηθούν; Είναι σαφές πως η χώρα δεν μπορεί να επανέλθει στην προ κρίσης κατάσταση. Για δύο λόγους: Συνέχεια ανάγνωσης

Η μονοφωνία του «αντιιμπεριαλισμού»

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Papa Adama, «Ο ιμπεριαλισμός στην Αφρική»

Το άρθρο που έγραψα με αφορμή τις αντιδράσεις που προκάλεσε η συνάντηση Τσίπρα-Πέρες έδωσε λαβή σε ενστάσεις και απορίες. Ο φίλος Θόδωρος Παρασκευόπουλος στα «Ενθέματα»της περασμένης Κυριακής υποστήριξε ότι υποπίπτω σε μια λάθος «μέθοδο κριτικής», πράγμα το οποίο με οδήγησε στη «συλλήβδην καταδίκη» της στάσης των αριστερών απέναντι στην πάγια πολιτική του ισραηλινού κράτους. Στο σχολιασμό του διαδικτύου γράφτηκε ότι εξισώνω θύτες και θύματα ή ότι κλίνω, ανομολόγητα, προς τη λογική του «ανθρωπιστικού» ιμπεριαλισμού, μιας και αναφέρομαι στην απεχθή ιρανική ηγεσία για να μιλήσω για το πρόβλημα το οποίο και με απασχολεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ποιο είναι όμως αυτό το πρόβλημα; Γιατί θεώρησα σκόπιμο να περάσω σε ένα ζήτημα βάθους (ιδεολογικού και πολιτισμικού) με αφορμή ένα γεγονός της επικαιρότητας και κυρίως το θόρυβο που προκάλεσε;

Ας αποσαφηνίσω λοιπόν τη βασική μου πρόθεση. Περιττό να πω ότι η παρέμβασή μου δεν εμπίπτει σε μια ατζέντα εξωτερικής πολιτικής ή στο θέμα της διεθνούς πολιτικής ενός αριστερού κόμματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Ανάμεσα στον φορμαλιστικό σκεπτικισμό και τον «αφελή» ουμανισμό

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

Ο Φρανκ Κερμόντ, που πέθανε στις 17 Αυγούστου σε ηλικία 91 χρονών, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους κριτικούς και θεωρητικούς της αγγλικής λογοτεχνίας. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, το Καίμπριτζ, το Χάρβαρντ και το Κολούμπια, ενώ ήταν συνιδρυτής του London Review of Books. Εξέδωσε δεκάδες βιβλία, με θέματα που αναφέρονται στον Σαίξπηρ, τον Τζων Νταν, τον Ε.Μ. Φόρστερ, την αναγεννησιακή λογοτεχνία, ζητήματα θεωρίας της μυθοπλασίας και της ποίησης. Στη διδασκαλία και το κριτικό έργο του ανοίχτηκε στη γαλλική θεωρία της λογοτεχνίας, διατηρώντας όμως πάντοτε μια απόσταση από τα αφηρημένα θεωρητικά σχήματα. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από τα άρθρα της Dinah Birch, καθηγήτριας της αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ (The Times Literary Supplement, 3.2.2010), της Elisabeth Sifton, επιμελήτριας εκδόσεων (The Paris Review, 7.9.2010) και του James Wood, κριτικού λογοτεχνίας και συγγραφέα (London Review of Books, 23.9.2010), που δίνουν μια εικόνα για τη ζωή και το έργο αυτού του –σημαντικού και σχεδόν άγνωστου στην Ελλάδα– θεωρητικού της λογοτεχνίας.

«E»

του Τζαίημς Γουντ

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

Έχω κάθε λόγο να θυμάμαι τη συλλογή δοκιμίων του Φρανκ Κερμόντ The Art of Telling: είναι το πρώτο βιβλίο που έκλεψα. Από τα δεκαέξι μέχρι τα δεκαοκτώ μου, άρπαξα κάμποσα βιβλία από τα βιβλιοπωλεία. Οι οικονομικές μου δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες, ενώ η πείνα μου ακόρεστη· και εκείνα τα ογκώδη ακαδημαϊκά βιβλία έμοιαζαν τόσο θελκτικά! Η απλησίαστη τιμή τους έμοιαζε να εγγυάται την υψηλή ποιότητα της απόκρυφης γνώσης που υπόσχονταν. Μυθιστορήματα μπορούσε να βρει κανείς και στις βιβλιοθήκες, να τα «δανειστεί» από ένα φίλο, αλλά οι καινούργιες ποιητικές συλλογές και τα βιβλία θεωρίας της λογοτεχνίας υπερέβαιναν κατά πολύ το πενιχρό μου βαλάντιο και συνεπώς έπρεπε να απαλλοτριωθούν.

Η αρχή της δεκαετίας του 1980 ήταν εξάλλου μια εποχή που η κριτική και η θεωρία της λογοτεχνίας έμοιαζε να έχει εξαιρετική σημασία. Παρά το γεγονός ότι, κατά κοινή ομολογία, είχαν σχηματιστεί δύο στρατόπεδα, η θεωρία από τη μια πλευρά και η κριτική από την άλλη, ο διψασμένος για γνώση φοιτητής ένοιωθε την ανάγκη να τα διαβάσει όλα, το Blindness and Insight αλλά και το The Force of Poetry, να ακούσει τον ψίθυρο της γλώσσας ακόμη και μέσα στον πύργο του Κυανοπώγωνα. Σε ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον η σημασία του Φρανκ Κερμόντ ήταν τεράστια, ακριβώς επειδή ο ίδιος ήταν σαν ένας πατέρας που δεν σταμάτησε να αλλάζει. Είχα μεγαλώσει μαζί του: στα σχολικά μου χρόνια ήταν εκείνος που με εισήγαγε στην Τρικυμία της εκδοτικής σειράς The Arden Shakespeare, και οι δικές του διαυγείς κριτικές (πόσο λιγότερο δογματικές από ό,τι εκείνες του προτεστάντη Λήβις!) έλαμπαν στο οπισθόφυλλο των καινούργιων μυθιστορημάτων. Όταν όμως μπήκα στο πανεπιστήμιο, συνειδητοποίησα με ανακούφιση πως ο Κερμόντ δεν ήταν πια ο κριτικός που ξέραμε τη δεκαετία του 1950· η θεωρία, η αφηγηματολογία και η θεολογία είχαν αφήσει τα ίχνη τους στο έργο του, και ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να μοιάσει στους μειλίχιους άγγλους ξενοδόχους που φιλοξενούσαν τις οικογένειες των στρατιωτών την εποχή του Πολέμου. Σε έκανε σχεδόν να αισθάνεσαι πατριωτισμό, γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους βρετανούς κριτικούς λογοτεχνίας της γενιάς του που μπορούσε να συναγωνιστεί τους αμερικανούς και ευρωπαίους κριτικούς στο επίπεδο της πνευματικής λεπτότητας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το θαύμα του Φρανκ Κερμόντ

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

της Ντάινα Μπερτς

Φρανκ Κερμόντ, 2000

Η σταδιοδρομία του σερ Φρανκ Κερμόντ έχει κάτι το θαυμαστό. Έχει εκδώσει περισσότερα από σαράντα βιβλία, από τότε που άρχισε να δημοσιεύει στη δεκαετία του 1950, καθώς και αναρίθμητα άρθρα και βιβλιοκρισίες. Υπηρέτησε σε σημαντικές πανεπιστημιακές θέσεις σε ολόκληρη τη Βρετανία, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η θητεία του ως καθηγητή της αγγλικής φιλολογίας στο Καίμπριτζ. Η παραγωγικότητά του δεν ελαττώθηκε καθόλου μετά τη συνταξιοδότησή του. Το 2009 εξέδωσε δυο νέα έργα, μια στοχαστική μελέτη για τον Ε.Μ. Φόρστερ και το Bury Place Papers, μια επιλογή με ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα που έγραψε για το London Review of Books. Η βαθιά καλλιέργεια και το οξυδερκές βλέμμα του δεν έχουν χάσει τίποτα από την αρχική τους ορμή.

Συνέχεια ανάγνωσης