H διαπόμπευση εξαχρειώνει

Standard

Για τις αποκαλύψεις του «Ηot Doc» περί παιδεραστίας

 

του Στρατή Μπουρνάζου

Φρανθίσκο Γκόγια, «Ο Kρόνος καταβροχθίζει τον γιο του», 1819-1823

Φρανσίσκο Γκόγια, «Ο Kρόνος καταβροχθίζει τον γιο του», 1819-1823

«Παιδεραστία. Νίκος Γεωργιάδης. Συνελήφθη το δεξί χέρι του Μητσοτάκη. Έκανε βίαιο σεξ με ανήλικα αγόρια»: αυτά γράφει, στο εξώφυλλο, το Hot Doc που κυκλοφόρησε την Πέμπτη 21 Ιανουαρίου. Από την πρώτη στιγμή που το είδα ήμουν βέβαιος ότι κάτι δεν πάει καλά. Έκανα το τεστ με τρεις καλούς φίλους και συντρόφους. Μου είπαν, αμέσως, το ίδιο. Όσο σίγουροι όμως ήμασταν ότι κάτι δεν πάει καλά, άλλο τόσο μας ήταν δύσκολο να το προσδιορίσουμε.

Η δυσκολία προκύπτει, νομίζω, από το γεγονός ότι ενώ η αποκάλυψη γίνεται με όρους «κλειδαρότρυπας» και «ροζ σκανδάλου», δεν πρόκειται για «ροζ σκάνδαλο». Τα καταγγελλόμενα αφορούν ένα σοβαρό ποινικό αδίκημα, με μεγάλη απαξία – που αποκτά μάλιστα ακόμα μεγαλύτερη απαξία, αν τοποθετηθεί σε όλα τα συμφραζόμενά του, σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα: ένας διπλωμάτης που αξιοποιεί τις υπηρεσίες του trafficking, κάνοντας σεξ με ανήλικα παιδιά και αποφεύγει τη δίωξη λόγω της διπλωματικής του ιδιότητας και των διασυνδέσεών του. Είναι σαφές, για μένα τουλάχιστον, ότι ένας δημοσιογράφος έχει σαφώς το δικαίωμα, ακόμα και την υποχρέωση, να ερευνήσει μια τέτοια υπόθεση. Όσον αφορά δε το «τεκμήριο της αθωότητας», ασφαλώς πρέπει να γίνεται σεβαστό και επιβάλλει όρους στο πώς γράφουμε και προσεγγίζουμε τα θέματα, ωστόσο, δεν αντίκειται στην πραγματοποίηση μιας έρευνας· γιατί, αν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσαμε να γράφουμε τίποτα, θα έπρεπε να μην κάνουμε καμιά έρευνα μέχρι να τελεσιδικήσει κάθε υπόθεση (σε κάμποσα χρόνια, δηλαδή). Ποιο είναι το πρόβλημα, λοιπόν;

Προσπερνάω τα προφανή και ευνόητα (λ.χ. την περίπτωση που το δημοσίευμα αποδειχθεί αναληθές· θυμίζω και την «υπόθεση Κορκολή») και πάω κατευθείαν στα δύσκολα. Πιστεύω λοιπόν ότι, ακόμα και αν ισχύουν όλα, μέχρι κεραίας, υπάρχει πρόβλημα, και μάλιστα χοντρό, με το εξώφυλλο και το δημοσίευμα του Hot Doc. Ποιο είναι αυτό;

Πρώτον, η διαπόμπευση, ο διασυρμός. Όταν βγάζεις ένα εξώφυλλο όπως το παραπάνω (με μαυρισμένη-σκουρόχρωμη τη φάτσα του –κανονικά ανοιχτόχρωμου ξανθομπάμπουρα– Ν. Γεωργιάδη) κραυγάζοντας, απευθύνεσαι και θέλεις να κινητοποιήσεις τα πιο ταπεινά αντανακλαστικά του κοινού. Και αυτό είναι κάτι πολύ επικίνδυνο, που καμία σχέση δεν έχει με την ερευνητική δημοσιογραφία. Όπως είναι κάτι εντελώς διαφορετικό η αποκάλυψη μιας δολοφονίας και άλλο να βγάζεις τη φάτσα του (καταγγελλόμενου ως) δολοφόνου στο εξώφυλλο με τα χέρια του να στάζουν αίμα, και γράφοντας με μεγάλα γράμματα «Δολοφόνος»! Για όποιον αμφιβάλλει, η κατακλείδα του κεντρικού ρεπορτάζ (που υπογράφουν ο Κώστας Βαξεβάνης, ο Μαρίνος Γκασιάμης και ο Άγγελος Προβολισιάνος) είναι εύγλωττη: «Ο Γεωργιάδης ανέλαβε νέος γραμματέας πολιτικού σχεδιασμού στο κόμμα. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε τον δούμε και υπουργό Παιδείας» (η έμφαση δική μου). Συνέχεια ανάγνωσης

To αουτσάιντερ που έγινε νικητής  – και ποιος θα τον πολεμήσει

Standard

 

του Στρατή Μπουρνάζου

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη  συνιστά, σίγουρα, πολιτικό γεγονός – και  όχι μόνο επειδή η Ν.Δ. αποκτά πρόεδρο έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής στασιμότητας, αν όχι παραλυσίας. Εκτός αυτού, η εκλογή Μητσοτάκη έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά, που αξίζει, πιστεύω, να διερευνήσουμε σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, πώς το «αουτσάιντερ» μπόρεσε να κερδίσει, δεύτερον τι  θα ακολουθήσει. Όσον αφορά το πρώτο, μπορούμε  να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες λόγων:

α) Τυχαία περιστατικά όπως η ματαίωση της εκλογής στις 22 Νοεμβρίου και η επιμήκυνση της προεκλογικής περιόδου, ή η κακοκαιρία την προηγούμενη Κυριακή. Τέτοιοι παράγοντες είναι ίσως οι λιγότερο σημαντικοί και ενδιαφέροντες, ωστόσο όταν μιλάμε για μια διαφορά 16.000 ψήφων δεν μπορούμε να τους αγνοήσουμε.

β) Το πραγματολογικό επίπεδο: η ευθεία στήριξη του Άδωνη Γεωργιάδη και η έμμεση αλλά σαφής του Απόστολου Τζιτζικώστα στον Κ. Μητσοτάκη – η φωτογραφία των τριών στον αγιασμό των υδάτων στη Θεσσαλονίκη ήταν εύγλωττη. Εδώ, επίσης, πρέπει να σταθμίσουμε τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητες στο ενδοκομματικό πεδίο: μητσοτακικοί, σαμαρικοί κλπ.

Στο ίδιο πραγματολογικό επίπεδο, ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η κοινωνική σύνθεση της ψήφου, την οποία επισήμαναν  ο Θανάσης Καμπαγιάννης στο facebook, και ο Τάσος Κωστόπουλος στην Εφημερίδα των Συντακτών. Παραθέτω από το άρθρο του Κωστόπουλου:  «Η πρώτη πτυχή αφορά την πόλωση στο εσωτερικό της Ν.Δ., με τις εύπορες συνοικίες να ψηφίζουν κατά κύριο λόγο Κυριάκο Μητσοτάκη (και, συμπληρωματικά, Άδωνη Γεωργιάδη κατά τον πρώτο γύρο), ενώ τα λαϊκότερα στρώματα τάχθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό υπέρ του καραμανλικού Μεϊμαράκη. Ο τελευταίος ήρθε, έτσι, πρώτος στο Περιστέρι, στο Αιγάλεω, στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα, στον Ασπρόπυργο, στον Βύρωνα, στην Καλλιθέα, στη Νίκαια, στον Κορυδαλλό, στο Πέραμα και στον Δήμο Φυλής. Ο Κυριάκος, αντίθετα, σάρωσε στον Διόνυσο, στη Ραφήνα, στο Παλιό Φάληρο, στη Βάρη-Βουλιαγμένη, στη Γλυφάδα, στον Αλιμο και, πάνω απ’ όλα, στο Ψυχικό και την Κηφισιά. Η δεύτερη πτυχή της πόλωσης αφορά αυτή καθεαυτή την παρουσία της Ν.Δ., ως μαζικού κόμματος, στους επιμέρους δήμους [με βάση τον αριθμό όσων ψήφισαν]: ένας στους επτά κατοίκους του Ψυχικού ή της Φιλοθέης κι ένας στους έντεκα της Κηφισιάς είναι μέλος της Ν.Δ., έναντι ενός μόλις στους σαράντα στο Περιστέρι, ενός στους πενήντα στη Νέα Ιωνία ή την Αγία Βαρβάρα, ενός στους εξήντα στη Νίκαια και ενός στους εβδομήντα στο Ίλιο ή τον Κορυδαλλό!» («Ταξική πόλωση στις εκλογές της ΝΔ», Εφ.Συν., 15.1.2016).  Και εδώ κολλάει η κατακλείδα του στάτους του Καμπαγιάννη: «Το Περιστέρι και ο Πειραιάς μπορεί να μην μπορούν να νικήσουν την Κηφισιά και τη Γλυφάδα εντός της Νέας Δημοκρατίας. Αλλά στο δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015 έκαναν περίπατο» –  και έτσι,  εκτιμάει, τα πράγματα θα είναι δύσκολα για τον Κυριάκο, στις εθνικές εκλογές. Συνέχεια ανάγνωσης

O πόνος και το δίκαιο

Standard

Ο Κ. Μητσοτάκης, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Κ. Μπακογιάννης και το νομοσχέδιο του Υπ. Δικαιοσύνης

 του Στρατή Μπουρνάζου

Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Κώστα Μπακογιάννη και την Ντόρα Μπακογιάννη ασχολήθηκαν πολύ, τις τελευταίες μέρες, τα μέσα ενημέρωσης — όπως και κάθε φορά που έρχεται στο προσκήνιο ένα θέμα σχετικό με την τρομοκρατία. Αυτή τη φορά, ήταν το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης. Έγραφα εδώ πριν δυο βδομάδες, και το έχουν γράψει και αρκετοί άλλοι πόσο θλιβερό είναι πως, από όλο τον πλούτο του νομοσχεδίου, τη συζήτηση από πλευράς της Ν.Δ. την μονοπωλεί ένα επιχείρημα: «Ο Ξηρός, ο Ξηρός, ο Ξηρός». Είναι κρίμα, γιατί η αντιπαράθεση, ακόμα και από συντηρητικής πλευράς, θα μπορούσε να γίνει με όρους ουσιαστικούς και όχι με έναν μπαμπούλα. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μου σήμερα. Περνάω λοιπόν αμέσως, χωρίς περιστροφές,  στο θέμα μου, ένα θέμα που με βασανίζει καιρό: Όταν οι τρεις παραπάνω μιλάνε για την τρομοκρατία, πώς τους αντιμετωπίζουμε; Έχω ακούσει όλη την γκάμα των απαντήσεων: με  συμπόνια και σεβασμό για τον πόνο τους μέχρι την αδιαφορία ή και ενόχληση για τη δημόσια έκθεση του πόνου τους.

Ibrahim Yıldız – Broken Memory II, 2010

Για μένα, καταρχάς, με σεβασμό και συμπόνια. Όταν ενός παιδιού στα έντεκά του δολοφονείται ο πατέρας του, δεν δικαιούμαστε να προσπεράσουμε το βάρος του γεγονότος και του βιώματος. Είναι απάνθρωπο. Και θεωρώ λάθος να θυμηθούμε, εδώ, την υπόθεση Siemens, την ιστορία της οικογένειας Μητσοτάκη ή το ότι η Ντόρα χαριεντιζόταν στη Βουλή με τον Η. Παναγιώταρο (τα έχω ακούσει όλα αυτά στη σχετική κουβέντα). Μπορούμε να τα λέμε σε πολλές άλλες συζητήσεις, όχι σε αυτήν. Μια γυναίκα που δολοφονούν τον άντρα της, δυο παιδιά που μένουν ορφανά: ο πόνος είναι αναμφισβήτητο· δεν σχετικοποιείται ούτε από την ταυτότητα όσων τον ένιωσαν ούτε από τη διαδρομή τους ούτε, ακόμα ακόμα, από τη χρήση που του κάνουν. Αν χρειάζεται, ας καταγγείλουμε τη χρήση· ας μην σχετικοποιούμε όμως τον πόνο. Στο κάτω κάτω, ποιοι είμαστε για να το κάνουμε; Συνέχεια ανάγνωσης

Ο καπιταλισμός της αϋπνίας ή τα αναπαλλοτρίωτα υπολείμματα του χρόνου μας*

Standard

Με αφορμή τις «αυπνίες» του Κυριάκου Μητσοτάκη

 του Βασίλη Δρουκόπουλου

 

«Δεν κοιμάμαι καλά τη νύχτα όταν ξέρω ότι θα χάσουν τη δουλειά τους τόσοι». Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στo πρακτορείο Bloomberg (Τα Νέα, 12.7.2013)

«[Όπως] ένας αετός τρεφόταν από το συκώτι [του Προμηθέα] καταβροχθίζοντας την ημέρα ό,τι αναπλασσόταν απ’ αυτό τη νύκτα, έτσι και η καρδιά εκείνου που βλέπει πολύ μακριά μεριμνώντας για το μέλλον κάθε μέρα κατατρώγεται από το φόβο του θανάτου, της φτώχειας ή όποιας καταστροφής και δεν υπάρχει γι’ αυτόν ανάπαυση ούτε ανάπαυλα στην αγωνία του παρά μόνον τις στιγμές που αποκοιμιέται». Τόμας Χομπς, Λεβιάθαν, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης-Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Γνώση, Αθήνα 2006, σ. 180.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν ανέχεται κενά. Εισβάλλει, άλλοτε απροκάλυπτα και βίαια και άλλοτε κρυφά, απαλά και μαλακά, ώστε να καταλάβει όσα διάκενα «ελεύθερου» χρόνου μας έχουν απομείνει από τη στυγνή επέμβασή του. Τα μακρύτερα διαστήματα δυνητικά αποτελούν μεγαλύτερη απειλή, γιατί στη διάρκειά τους οι άνθρωποι μπορούν να απαγκιστρωθούν από τους περιορισμούς του αναπόφευκτου παρόντος και όπου σ’ αυτά μπορούν να επινοηθούν σχέδια για εναλλακτικές στρατηγικές ή, γιατί όχι, και για ονειροπολήσεις. Τα πιο σύντομα δεν προσφέρονται για τέτοιες αναζητήσεις. Αυτά αποτελούν τα ρετάλια του κιρκαδικού κύκλου, δηλαδή διαλείμματα, στενάχωρα χάσματα και ψήγματα χρόνου ανάμεσα σε δραστηριότητες που έχουν συστημικά επιβληθεί. Κάθε πόρος και ασυνέχεια που έχει δημιουργηθεί πρέπει να γεμίσει από τις απεριόριστες ανάγκες του κεφαλαίου, έτσι ταυτόχρονα να επιταχθεί ώστε να παύσει να βρίσκεται στην ανεξέλεγκτη διάθεση των ανθρώπων. Αντίθετα, όταν ένας μεγάλος αριθμός τους πιστεύει στην αξία και τη δύναμη των συλλογισμών του αυτό αποτελεί φραγμό και κίνδυνο στην ανεμπόδιστη επέκταση του κεφαλαίου. Ανάλογα, όπως καταγράφεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο η αστική τάξη είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να αποκαθιστά παντού σχέσεις. Από την κοινωνία της πειθαρχίας (la societé disciplinaire) του Φουκώ περνάμε στην κοινωνία ελέγχου (la societé de contrôle) του Ντελέζ που συμπληρώνεται από την οικονομία της προσήλωσης (attention economy) του Έρικ Σμιντ, όπου η κερδοφορία των παγκόσμιων επιχειρήσεων θα εξαρτάται από τη μεγιστοποίηση του ελέγχου και της δέσμευσης του βολβού των ματιών μας.

Πάμπλο Πικάσο, «Ανάπαυση», 1908

Πάμπλο Πικάσο, «Ανάπαυση», 1908

Ο χρόνος δεν θάχει πια ουσιαστικά διακριτούς και εναλλασσόμενους ρυθμούς και φάσεις. Θα έχει ομογενοποιηθεί σε μια γραμμική διάσταση όπου ο ενεστώς «χρόνος», χωρίς διακοπές και χασμωδίες, θα έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Με αυτό τον τρόπο θα έχουν ακυρωθεί φυσικοί, εθιμικοί και κοινωνικοί περιορισμοί. Ως πρόσφατα, η κυρίαρχη τάξη προσπαθούσε να χειραγωγήσει την παράδοση όπως τη συμφέρει, για τον εαυτό της και έχει παρουσιάσει την ιστορική εξέλιξη ως μια αδιατάραχτη συνεχή ακολουθία που καταλήγει αναπόδραστα και αδιαφιλονίκητα πάντοτε στο δικό της θρίαμβο. Ανάλογα, επιχειρεί να διαχειριστεί και τη ροή του «ενεστώτα» χρόνου.

Υπολείπεται η περίοδος του ύπνου, στην οποία αφιερώνεται ένα μεγάλο διάστημα της ζωής μας. Ταυτόχρονα, ο ύπνος αποτελεί μια μεγάλη προσβολή στην αδηφαγία του σύγχρονου καπιταλισμού, καθώς αυτός δεν έχει κατορθώσει να τον εξουδετερώσει ούτε απόλυτα να τον κατακτήσει. Μέσα από τον ύπνο, τις βαθιές σκέψεις, τα όνειρα και με την προσμονή του ξυπνήματος ξεπηδάει η αόρατη ελπίδα μιας αναβληθείσας ζωής, μιας ζωής που δεν έχει ακόμα βιωθεί. Αυτό ακριβώς είναι που τρομάζει τον καπιταλισμό.

Συνέχεια ανάγνωσης