Aρχαιότητα, εξουσία και εκπαίδευση

Standard

«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ-2

 του Νίκου Παπαδημητρίου


Ζούμε σε μια χώρα όπου η αρχαιότητα χρησιμοποιείται από την εξουσία ποικιλοτρόπως: ως μέσο προσωπικής προβολής (βλ. Α. Σαμαράς), ως πεδίο συλλογικής προγονολατρίας («περιμέναμε 2300 χρόνια», κατά τον υπουργό Πολιτισμού, για τα ευρήματα της Αμφίπολης), ως ένδειξη φυλετικής υπεροχής («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες αυτοί έτρωγαν βελανίδια», κατά τον πρώην υφυπουργό Ν. Αθανασόπουλο), ακόμη και ως μέσο νομιμοποίησης της κρατικής βίας (το πρόσφατο πογκρόμ εναντίον μεταναστών ως «Ξένιος Δίας» και παλαιότερα η Μακρόνησος ως «νέος Παρθενών»). Το ότι αυτό αντανακλά την υπέρμετρη σημασία του παρελθόντος για την ελληνική κοινωνία είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει και πώς η εξουσία απέκτησε μια τόσο προνομιακή σχέση με την αρχαιότητα, ώστε να μπορεί να τη χρησιμοποιεί με τους πλέον στρεβλούς τρόπους.

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Οι αρχαιολόγοι», 1968

Εν αρχή ην η ιδέα της αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους από τους αρχαίους χρόνους έως σήμερα. Η ιδέα αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Από τους πρώτους που επιχείρησαν μια τέτοια σύνδεση με στόχο την «εθνική αφύπνιση του γένους» ήταν ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του (1797), όπου περιέλαβε αρχαία τοπωνύμια δίπλα σε σύγχρονα, απεικονίσεις αρχαίων μαχών και νομισμάτων και άλλες ιστορικές αναφορές. Ο Ρήγας, βεβαίως, εμπνεόταν από τη Γαλλική Επανάσταση και οραματιζόταν μια καθολική εξέγερση εναντίον της οθωμανικής απολυταρχίας, στην οποία θα συμμετείχαν «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή» (Θούριος).

Αυτή η κοινωνική διάσταση του «εθνικού» αγνοήθηκε, φυσικά, από τη βαυαρική μοναρχία, η οποία αντιμετώπισε την αρχαιότητα κυρίως ως μέσο προβολής της νέας της κτήσης στη Δυτική Ευρώπη. Ευνόησε την αρχαιολογία (θεσπίζοντας Αρχαιολογική Υπηρεσία και πανεπιστημιακή σχολή), όπως και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, την αρχαιοπρεπή ονοματοδοσία οδών και την ίδρυση νέων πόλεων δίπλα σε αρχαίες (π.χ. Σπάρτη, Ερέτρια), δεν επιχείρησε όμως να συνδέσει ευθέως την αρχαιότητα με το παρόν. Άλλωστε, η διδασκαλία της ιστορίας ήταν ακόμη προαιρετική στη βασική εκπαίδευση, οι δε ανασκαφές εστίαζαν αποκλειστικά στα κλασικά μνημεία της Αθήνας, ενώ κατάλοιπα άλλων εποχών (συμπεριλαμβανομένης της βυζαντινής) συχνά κατεδαφίζονταν προς χάριν του «οράματος του κλασικισμού». Συνέχεια ανάγνωσης