«Κυνηγοί των βυθών»

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Η Εύη Ολυμπίτου πέθανε ξαφνικά στις 17 Μαΐου 2011, σε ηλικία 49 ετών. Ήταν επίκουρη καθηγήτρια Εθνολογίας στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου, δίδασκε στο Ελληνικό Ανοικτό Pανεπιστήμιο και υπήρξε για χρόνια συνεργάτης του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών όπου και εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή. Στο σημαντικό επιστημονικό της έργο ασχολήθηκε με τη μελέτη του οικισμένου χώρου, της ιστορίας της εργασίας και του υλικού πολιτισμού των προβιομηχανικών κοινωνιών, ιδιαίτερα του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου και του Ιονίου. Παράλληλα ασχολήθηκε με την διερεύνηση θεμάτων και επεξεργασία τεκμηρίων που αφορούσαν την ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, στην οποία και δραστηριοποιήθηκε ενεργά από τα μαθητικά της χρόνια. Η Εύη, εκτός από αφοσιωμένη και σοβαρή επιστήμων, ερευνήτρια και δασκάλα, υπήρξε κατεξοχήν άνθρωπος της δικής μας Αριστεράς, συντρόφισσα με όλη τη σημασία της λέξης. Τις αριστερές της ιδέες τις υπηρέτησε με τη ζωή, το έργο και τη στάση της. Πώς να ξεχάσουμε, όσοι και όσες τη γνωρίσαμε, την απλότητα, το ήθος, τη ζεστασιά και την καλοσύνη της Εύης μας;

Το βιβλίο της για την σπογγαλιεία και την κοινωνική συγκρότηση της Καλύμνου (που μόλις κυκλοφόρησε από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και παρουσιάζεται αύριο Δευτέρα), το ετοίμαζε τα τελευταία χρόνια της ζωής της με τη συστηματική μελέτη αρχειακών τεκμηρίων και σειρά προσωπικών συνεντεύξεων. Η συγγραφή του είχε ολοκληρωθεί πριν το θάνατό της.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

«Ιστορία ή Λαογραφία; Με έναν τολμηρό αλλά πιστεύω και απόλυτα ορθολογικό τρόπο η Εύη Ολυμπίτου απάντησε στο ερώτημα που σταθερά την απασχολούσε: και Ιστορία και Λαογραφία». Με τα λόγια αυτά ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, στο προλογικό του σημείωμα, αναδεικνύει, κατά τη γνώμη μου σωστά, τον πυρήνα της προβληματικής που διατρέχει το ύστατο βιβλίο της: Σπογγαλιευτική δραστηριότητα και κοινωνική συγκρότηση στο νησί της Καλύμνου (19ος-20ός) αι., το οποίο εκδόθηκε πριν λίγες ημέρες από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Παράλληλα θίγει και ένα βασικό ζήτημα που την απασχόλησε στην επιστημονική της διαδρομή, ένα οικείο μα και αγχωτικό ζήτημα που επανερχόταν συνέχεια στις συζητήσεις με φίλους και συναδέλφους της. Οι δύο καταφατικές απαντήσεις στο ερώτημα μπορεί να μοιάζουν εύκολες: «και με τα εργαλεία της λαογράφου -ή καλύτερα της εθνογράφου- και με τις πειθαρχίες της ιστορικού», ο αρμονικός όμως συνδυασμός τους που πέτυχε η Εύη στη μελέτη της αυτή ήταν ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και πρωτότυπο· είναι νομίζω μια σπουδαία παρακαταθήκη στις επιστημονικές κοινότητες δύο γειτονικών ειδικοτήτων των ανθρωπιστικών επιστημών, ένα εξαίρετο δείγμα κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας, εμπλουτισμένης με προβληματισμούς και τεχνικές της εθνογραφίας και της ανθρωπολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης