Εξωχώριος σωτήρ

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Το «Δρυός πεσούσης» το απεχθανόμουν ανέκαθεν, ακόμα κι αν πρόκειται για κάποιον ακροδεξιό, φαύλο, απεχθή (ή όλα αυτά μαζί). Επειδή όμως, σ’ αυτές τις σελίδες τα γράφαμε πολύ πριν πέσει η –ο Θεός να την κάνει– «δρυς» που ακούει στ’ όνομα Καρατζαφέρης και επειδή, άλλωστε, δεν έχουμε να «ξυλευθούμε», αξίζουν, νομίζω, δυο λόγια για το θέμα.

 Το πρώτο είναι ότι –όσο κι αν ο Καρατζαφέρης σήμερα φαντάζει γραφικός, αξιοθρήνητος και μαδημένος–, δεν πρέπει να ξεχνάμε το ποσοστό του στις ευρωεκλογές, ούτε την ευρεία εκτίμηση που απολάμβανε μόλις τρία χρόνια πριν. Όταν ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ. και Παπαδήμος τον θεωρούσαν αναγκαίο στη συγκυβέρνηση — παρότι διόλου αναγκαίος δεν ήταν για λόγους κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Όταν τόσοι και τόσοι τον θεωρούσαν «σωτήρα», ανακάλυπταν πόσο λαμπρός πολιτικός είναι, με κορυφαίο τον Αλέξη Παπαχελά, που του αφιέρωσε ολόκληρο άρθρο, υμνώντας την «υπεύθυνη στάση» του, την «επένδυσή του στη συναίνεση», τον «απλό λόγο». Και κατέληγε ότι στο ΛΑΟΣ (και ας όψεται, έλεγε, η «αριστερόστροφη πολιτική ορθότης») συναντάμε «τα συστατικά μιας επιτυχημένης πολιτικής συνταγής: Συναίνεση, υπεύθυνη στάση όταν κρίνονται καίρια θέματα, κοινός νους και όχι ξύλινος κομματικός λόγος και νέα επαρκή πρόσωπα» (Η Καθημερινή, 11.3.2011). Συνέχεια ανάγνωσης

H πλατεία ήτανε άδεια…

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Χουάν Μιρό, «Τοπίο», 1924-25

Η διαπίστωση είναι πλέον κοινότοπη. Στις συγκεντρώσεις, οι πλατείες είναι άδειες και τα καφέ γεμάτα. Οι αντιδράσεις του κόσμου στα μέτρα που επιβάλλει η κυβέρνηση είναι υποτονικές, κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων. Η οργή και η απόγνωση αναλώνονται σε ιδιωτικές συζητήσεις και κλείνονται σε ιδιωτικούς χώρους, δεν εκβάλλουν στο συλλογικό και το δημόσιο. Το κλείσιμο της ΕΡΤ προκάλεσε ένα μαζικό κύμα διαμαρτυρίας, που γρήγορα αποδυναμώθηκε. Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα ή των καθαριστριών, όχι μόνο δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κίνημα ενάντια στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων αλλά ούτε να κινητοποιήσουν μαζικά τους συναδέλφους τους. Οι «πλατείες» του 2011 μοιάζουν να αποτελούν μια πολύτιμη αλλά μακρινή ανάμνηση. Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την στάση της κοινωνίας; Σ’ αυτή τη στρατηγική σύγκρουση των τελευταίων τεσσάρων ετών υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Η κοινωνία έδωσε σημαντικές μάχες ενάντια στα μέτρα του Μνημονίου, συγκρούστηκε πολλές φορές, αλλά τελικά τα μέτρα πέρασαν. Το πολιτικό κόστος για τα κόμματα ήταν σοβαρό, αλλά το κοινωνικό κόστος τεράστιο. Η κοινωνία ηττήθηκε.

   Για να επιτευχθεί αυτή η ήττα, το σύμπλεγμα εξουσίας (πολιτικές ελίτ, επιχειρηματίες και μέσα ενημέρωσης) επιστράτευσε τις πολιτικές του φόβου και της ταπείνωσης. Η διαρκής απειλή της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και της χρεοκοπίας, η καταστροφολογία, ο λόγος περί «πολέμου», η «αγωνία» για την έγκριση της επόμενης δόσης, καλλιέργησαν ένα κλίμα γενικευμένου φόβου, στο οποίο αναπτύχθηκαν ο ατομισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, η καχυποψία, η συμμόρφωση στις ολοένα και πιο δυσβάστακτες εργασιακές συνθήκες. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική του φόβου για το μέλλον έγινε εργαλείο πειθάρχησης της κοινωνίας και εξατομίκευσης των αντιδράσεων. Η συλλογική διαμαρτυρία υποχώρησε, η αλληλεγγύη αποδυναμώθηκε: όσοι μέσα στην κρίση διασώθηκαν μάλλον αδιαφόρησαν γι’ αυτούς που βυθίστηκαν. Η πολιτική της ταπείνωσης αποσκοπούσε στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων μέσω της ενοχοποίησης: η κοινωνία ήταν συλλογικά και αδιακρίτως υπεύθυνη για την οικονομική κρίση, άρα έπρεπε να μεταμεληθεί, να αναμορφωθεί ηθικά. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα «διεφθαρμένων», «τεμπέληδων» και «απατεώνων», η οποία έπρεπε να τιμωρηθεί. Όταν ο τιμωρητικός λόγος εξαντλήθηκε, επιστρατεύθηκε ο πατερναλιστικός: η Ελλάδα έγινε ο «καλός μαθητής», η πρόοδος του οποίου διαρκώς ελεγχόταν και ενίοτε επιβραβευόταν. Η ηθική απαξίωση μιας ολόκληρης χώρας, σε συνδυασμό με την ταπείνωση που νιώθει ένας λαός με την εκχώρηση της κυριαρχίας του στους δανειστές, καλλιέργησαν την αίσθηση ότι η όποια αντίδραση ήταν ανώφελη και καταδικασμένη. Και, βέβαια, για όσους επέμεναν να αντιστέκονται επιστρατεύθηκαν ο στιγματισμός και η συκοφαντία, η καταστολή και τα χημικά, η επιστράτευση και οι διώξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Η «ανίερη συγκυβέρνηση» και η Αριστερά

Standard

Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ «ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ»

του Μιχάλη Πάγκαλου

Juan Genoves, «Ο εναγκαλισμός», 1976 (η εικόνα του εξωφύλλου της «Ανίερης Συγκυβέρνησης»).

Το μικρό βιβλίο Ανίερη Συγκυβέρνηση (εκ. Πόλις, 2011) του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι μια σύντομη αλλά περιεκτική διάλεξη που ο συγγραφέας έδωσε στο αμφιθέατρο του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Η ημερομηνία της διάλεξης είναι σημαδιακή, 16 Νοεμβρίου 2011, την ημέρα που η νέα κυβέρνηση υπό τον Λουκά Παπαδήμο έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, με 255 ψήφους υπέρ. Έτσι λοιπόν 37 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση και παραμονή του εορτασμού της 38ης επετείου του Πολυτεχνείου, ορκίστηκε κυβέρνηση σοσιαλιστών και ακροδεξιών μέσα στη «γενική σιωπή και ανακούφιση»: «δεν μπορώ, λέει ο συγγραφέας, να φανταστώ πιο άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης! Ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς συγκυβερνά με τον παλαιό Γραμματέα της Νεολαίας της ΕΠΕΝ (το κόμμα του Παπαδόπουλου) και πρόεδρο επίσης του λεπενικού Ελληνικού Μετώπου!» (σ. 33).

Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ; Κατά τον συγγραφέα, η ελληνική κρίση αναλύεται σε δύο πτυχές ή αιτίες: μια εξωτερική και μια εσωτερική. Η εξωτερική σχετίζεται με τα τεράστια προβλήματα που πηγάζουν από την «παγκόσμια συστημική κρίση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού» και της «άγριας νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», υπό την αιγίδα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, η οποία πιστεύει στην ορθολογικότητα των αυτορρυθμιζόμενων αγορών, δηλαδή τον «μεγαλύτερο μύθο που υπάρχει», (σ. 13). Τα προβλήματα αυτά γίνονται μάλιστα ακόμη πιο δυσεπίλυτα δεδομένης της παγκοσμιοποίησης που «έχει καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, τη λήψη μέτρων προστασίας των εθνικών οικονομιών» (σ. 12). Η παγκοσμιοποίηση καταργεί εν τοις πράγμασι τις δικλείδες προστασίες του έθνους κράτους και παραδίδει τους οικονομικά ασθενέστερους βορρά στην αδηφαγία των αγορών.

Δικαίως, ο συγγραφέας θεωρεί τους 900.000 ανέργους «θρυαλλίδα» τοποθετημένη στα θεμέλια της κοινωνίας : «άνεργοι παντού, στις πόλεις και τα χωριά, άνεργοι που όλο αβγαταίνουν» (σ. 36). Αλλά και από τους εργαζόμενους, λίγοι είναι όσοι απολαμβάνουν εργασιακή ασφάλεια. Η υποαπασχόληση, η αστάθεια, η αβεβαιότητα, οι ελαστικές συμβάσεις εργασίας καταστρέφουν κάτι πολύ σημαντικό, δηλαδή την ίδια την έννοια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας αλλά και του κοινωνικού ρόλου του εργαζόμενου: Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα σπουδαίο ηθικό και πολιτικό τόλμημα

Standard

Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ «ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ»

του Στρατή  Μπουρνάζου

Φερνάν Λεζέ, «Το γεύμα της αφηνιασμένης αγελάδας», π. 1915

Παρακολουθώ τις δημόσιες παρεμβάσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη, συνήθως με τη μορφή μικρών άρθρων, από τη δεκαετία του 1990. Διάσπαρτα σε εφημερίδες και περιοδικά (τα τελευταία χρόνια κυρίως στη Νέα Εστία), τα περισσότερα μπορεί να τα βρει κανείς σήμερα συγκεντρωμένα στους τόμους Ο Θεός στην πόλη (2002), Στη σκηνή του κόσμου (2007) και Χριστιανοί στο δημόσιο χώρο (2010) — και οι τρεις από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της «Εστίας». Πολλά μαθαίνει, πιστεύω, ο αναγνώστης, και πολλά έμαθα κι εγώ, μελετώντας τα κείμενα αυτά. Εκτός από τον πλούτο των ιδεών, την τεκμηριωμένη γραφή και την καλλιέπεια, το γνώρισμά τους που θα ξεχώριζα είναι η παρρησία και η στοχαστική  τοποθέτηση στα επίκαιρα και φλέγοντα: στοχαστική και νηφάλια, αλλά διόλου χλιαρή· αντιθέτως, μαχητική, ταγμένη στην αγωνιώδη αναζήτηση του συντάκτη τους για το δίκιο — χαρακτηριστικά που συναντάμε και στο τελευταίο του βιβλίο, την Ανίερη συγκυβέρνηση (εκδ. Πόλις), με θέμα την ελληνική κρίση και τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση.

Λέω, εξαρχής, ότι ενώ η Ανίερη συγκυβέρνηση είναι ένα δοκίμιο με το οποίο έχω σοβαρές διαφωνίες, ταυτόχρονα αποτελεί το βιβλίο του Ζουμπουλάκη που θαυμάζω –για να μην πω ζηλεύω– περισσότερο. Και το θαυμάζω, γιατί αυτό το μικρό βιβλιαράκι, των 39 μόλις σελίδων, συνιστά ένα μεγάλο πολιτικό και ηθικό τόλμημα. Δεν χρειάζεται να το παρουσιάσω· το κάνει αναλυτικά ο Μιχάλης Πάγκαλος, στην προηγούμενη σελίδα. Μπαίνω  κατευθείαν στην ουσία.

Το εκλέξασθαι υπόθεσιν καλήν, ως γνωστόν, ήδη από την εποχή του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως, υπήρξε βασικό συστατικό κάθε συγγραφής. H πρώτη αρετή του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή: η επιλογή του θέματος. Ο Στ. Ζουμπουλάκης δεν κλήθηκε να μιλήσει με θέμα την ακροδεξιά, ως «ακροδεξιολόγος», για τον ρατσισμό ή τον αντισημιτισμό στη χώρα μας κλπ. Κάθε άλλο. Η διάλεξη της 16.11 (της οποίας το κείμενο απαρτίζει και το βιβλίο), είχε τίτλο «Αναλύσεις, ελπίδες και προκλήσεις στη σημερινή Ελλάδα». Όταν σε καλούν να μιλήσεις για ένα τέτοιο θέμα, μπορείς να πεις οτιδήποτε, από αβλαβείς γενικότητες μέχρι πολύ καίρια πράγματα, σίγουρα όμως δεν είσαι υποχρεωμένος να μιλήσεις για την ακροδεξιά.

Ο Ζουμπουλάκης λοιπόν, αφού αναπτύξει τις απόψεις του για τη διεθνή και την ελληνική κρίση, επιλέγει να αφιερώσει τη μισή διάλεξη (και τον τίτλο του βιβλίου) στην «ανίερη συγκυβέρνηση», τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην εξουσία. Εδώ έγκειται και η ευστοχία και η τόλμη του: θεωρεί βασικό ζήτημα, έκφανση της ελληνικής κρίσης, και εξέλιξη στην οποία πρέπει να αντιπαρατεθούμε μετωπικά τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση, καθώς, όπως εξηγεί, «αν υπάρχει μια πραγματικά κόκκινη γραμμή, αυτή είναι η ακροδεξιά ιδεολογία και ο αντισημιτισμός». Συνέχεια ανάγνωσης

Όπισθεν ολοταχώς; ο Κώδικας ιθαγένειας ενώπιον του ΣτΕ, η Ακροδεξιά στην κυβέρνηση

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Παρίσι, 1949. Φωτογραφία του Έλιοτ Έρβιτ

Η δημιουργία της κυβέρνησης Παπαδήμου μας έθεσε ενώπιον ενός ερωτήματος στο οποίο δύσκολα μπορούμε να απαντήσουμε ακόμη από μια μακροϊστορική διάσταση: Με ποιον τρόπο η Ακροδεξιά κατάφερε να γίνει τμήμα της ελληνικής κυβέρνησης; Επί των χειρισμών που έφεραν την Ακροδεξιά στην κυβέρνηση ακούστηκαν οι εξής θέσεις: πρώτον, φταίει η Νέα Δημοκρατία, διότι ο πρόεδρός της επ’ ουδενί δεν επιθυμούσε να υποστεί το πολιτικό κόστος της διαχείρισης του μνημονίου μόνος του. Έβαλε έτσι ως όρο τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ, για να περιορίσει την εκλογική αφαίμαξη της ΝΔ προς το υπόγειο της δεξιάς πολυκατοικίας, το οποίο βλέπει πλέον για τα καλά και τους παραπάνω ορόφους. Η ερμηνεία αυτή μπορεί και να στέκει, πλην όμως είναι ασφυκτικά ελλιπής κατά το ότι βλέπει μόνο στο φωτοφίνις, το τέλος της κούρσας του ΛΑΟΣ προς την εξουσία. Για να φτάσει όμως το κόμμα αυτό εκεί χρειάστηκε σπρώξιμο που δόθηκε γενναιόδωρα από την ίδια την προηγούμενη κυβέρνηση, προκειμένου η Ακροδεξιά να μπορεί να εμβολίζει την πολιτική δύναμη της Δεξιάς. Ακόμη, όπως έχει τεκμηριώσει ο Δ. Ψαρράς στο τελευταίο βιβλίο του,[1] ήταν τέτοια η υποδοχή του «χωρατατζή» προέδρου του ΛΑΟΣ στα τηλεοπτικά σαλόνια τα δελτίων των οχτώ και όχι μόνο, ώστε το όλο πολιτικό και τηλεοπτικό περιβάλλον λειτούργησε σαν το τέλειο πλυντήριο της Ακροδεξιάς ταυτότητάς του. Έτσι, η μετέπειτα συμμετοχή του κόμματος αυτού στην κυβέρνηση εμφανίστηκε ως μια φυσική πολιτική διέξοδος για το ξέπλυμα (όχι του βρόμικου χρήματος, αλλά) της πιο βρόμικης ιδεολογίας. Μιας ιδεολογίας την οποία εύκολα μπορεί κανείς να την ανιχνεύσει στις επερωτήσεις των βουλευτών του κόμματος αυτού στη διάρκεια της τελευταίας κοινοβουλευτικής θητείας — και όχι μόνο. Μιας ιδεολογίας την οποία φυσικά το ΛΑΟΣ δεν απαρνείται. Απλώς την καμουφλάρει και το ομολογεί: «ο λόγος μας ήταν πιο εύγευστος και εύπεπτος. Δεν αλλάξαμε αυτά που σερβίραμε! Αλλάξαμε τον τρόπο που τα σερβίρουμε», έλεγε ο αρχηγός του το 2006, όπως μας θυμίζει ο Ψαρράς. Ορθά λοιπόν επισημαίνει το πρώην πλέον στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο Ν. Μπίστης: «Σε αυτή τη “λαϊκή νομιμοποίηση” του κ. Καρατζαφέρη συνέβαλε το ΠΑΣΟΚ χαρίζοντάς του γενναιόδωρα τον τίτλο του υπεύθυνου χαριτωμένου συνομιλητή, σε αντίθεση συνήθως με τον αδιάλλακτο και πάντα κατσούφη Σαμαρά. Για να χτυπήσουν τον τελευταίο, χάιδευαν τον πρώτο. Η ΝΔ έκανε κάτι χειρότερο. Στον ανταγωνισμό της με το ΛΑΟΣ για τις ψήφους της λαϊκής Δεξιάς εγκολπώθηκε τα συνθήματα, το αντιμεταναστευτικό και εθνικιστικό του πάθος».[2] Έτσι λοιπόν διαμορφώθηκε αυτό που εύστοχα αναγνωρίστηκε ως η «Ακροδεξιά του μεσαίου χώρου» (κατά τον Δ. Αναγνωστόπουλο-Παπαδάτο), υπό την έννοια ότι και η Ακροδεξιά θεσμοποιείται, αλλά και τα μέινστριμ κόμματα και μίντια ενστερνίζονται τις πολιτικές παραδοχές της.

Φραντς Μαρκ, «Η κίτρινη αγελάδα», 1911

Δεύτερο επιχείρημα, επίσης οικείο στο χώρο της κυβερνητικής παράταξης, ήταν πως η Aριστερά δια της a priori κατακραυγής της όποιας κυβερνητικής επερχόμενης σύνθεσης κατ’ ουσίαν λειτούργησε ως ηθικός αυτουργός για τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ, καθώς δια της αποχής της έσπρωξε το ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση δίνοντάς του το ζωτικό χώρο που του έλειπε και που διακαώς αναζητούσε. Εφόσον, κατά το επιχείρημα αυτό, η Αριστερά λέει συνέχεια «όχι», κατ’ ουσίαν αφήνει το πολιτικό βαρόμετρο να γέρνει προς τα Δεξιά με τα γνωστά αποτελέσματα. Το επιχείρημα προσωπικά δεν με αφήνει αδιάφορο και θα επιχειρηματολογήσω στη συνέχεια για ποιο λόγο υπάρχουν διαφορετικές διαβαθμίσεις του «όχι», δηλαδή αυξομειούμενης έντασης αρνήσεις οι οποίες συγκροτούν διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές.

Για να προϊδεάσω λίγο για τα συμπεράσματα, πιστεύω ότι είναι διαφορετικής έντασης το «όχι» στην κυβέρνηση Παπαδήμου με το ΛΑΟΣ από το «όχι» στην ίδια κυβέρνηση χωρίς το ΛΑΟΣ. Επιχειρηματολογώ δηλαδή για λόγους αρχής υπέρ της αυτόνομης πολιτικής απαξίας της συμμετοχής της Ακροδεξιάς στο κυβερνητικό μπλοκ εντός ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Επανέρχομαι όμως στο προηγούμενο επιχείρημα που ρίχνει το ανάθεμα στην Αριστερά. Το αντεπιχείρημα εδώ δεν είναι δύσκολο: κανείς δεν είχε ανάγκη την κοινοβουλευτική ομάδα του ΛΑΟΣ για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης η νέα κυβέρνηση. Αυτή είναι η ελληνική ιδιομορφία την οποία νομίζω θα πασχίζουν οι πολιτικοί επιστήμονες να τυποποιήσουν και να ταξινομήσουν στο μέλλον. Δεν είναι όμως μόνον ότι το ΛΑΟΣ δεν ήταν κοινοβουλευτικά αναγκαίο. Εκ των πραγμάτων φαίνεται πως η συμμετοχή του αντιμετωπίστηκε ως μια κατεξοχήν επιθυμητή επιλογή, πριν μάλιστα από τη συμμετοχή οποιουδήποτε άλλου κόμματος. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού θα αναφερθώ σε ένα ενδιαφέρον απόσπασμα μιας πρόσφατης συνέντευξης του Φώτη Κουβέλη (Τα Νέα, 26-27.11.11). «ΕΡ.: Ο Παπανδρέου δεν σας πρότεινε να συμμετέχετε στην κυβέρνηση; ΑΠ.: Όχι […] ΕΡ.: Αν ο Παπανδρέου πριν συμφωνήσει με το ΛΑΟΣ σάς είχε πει να συζητήσετε το ενδεχόμενο μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης με τη συμμετοχή και της Νέας Δημοκρατίας θα το συζητούσατε; ΑΠ.: Με τα χαρακτηριστικά της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ναι». Συνέχεια ανάγνωσης

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

 Τις περισσότερες φορές, κάτι που συνέβη πριν από μερικές εβδομάδες επισκιάζεται από τα πιο πρόσφατα γεγονότα, αλλά κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή της άκρας δεξιάς στην κυβέρνηση είναι αναμφίβολα το γεγονός που σημάδεψε (και στιγμάτισε, αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με τη σωστή της σημασία) το μήνα που μας πέρασε, ιδίως με την ανάδειξη δυο προβεβλημένων στελεχών του ακροδεξιού κόμματος σε υπουργικούς θώκους — δυο στελεχών, από τα οποία ο ένας στα νιάτα του συμμετείχε σε ακροδεξιές ομάδες κρούσης κραδαίνοντας τσεκούρι και μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ομοτράπεζος του Λεπέν, ενώ ο άλλος, ο εκπρόσωπος του εμπρόθετου και επιδεικτικού καραγκιοζισμού (κατά την εύστοχη έκφραση του Γιάννη Χάρη), καμαρώνει στα υπουργικά έδρανα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Από εκεί και ο τίτλος λοιπόν.

Το σκεπάρνι, εργαλείο των μαστόρων, μαραγκών και οικοδόμων, είναι από παλιά μαζί μας: στον Όμηρο διαβάζουμε για «σκέπαρνον εΰξοον» (ε 237), σκεπάρνι ακονισμένο. Ο σκέπαρνος και το σκέπαρνον έδωσε στα ελληνιστικά χρόνια το σκεπάρνιον, και από εκεί στο σκεπάρνι. Το οποίο σκεπάρνι σήμερα, ως λέξη, το χρησιμοποιούν κι αυτοί που δεν μαστορεύουν, λόγω της πολύ διαδεδομένης φράσης, που την έβαλα και στον τίτλο, «καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι», που τη λέμε για κάποιον που κορδώνεται και καμαρώνει υπερβολικά, επιδεικτικά, συχνά χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Οι γύφτοι ήταν τεχνίτες στα χωριά, σιδεράδες και χαλκιάδες, κι η φράση βγήκε επειδή το γύφτικο σκεπάρνι έχει λαβή κυρτή, κι έτσι θυμίζει τον άνθρωπο που κορδώνεται με την κοιλιά προς τα έξω, ακριβώς τη στάση του σώματος που είχε ο Άδωνης Γεωργιάδης όταν πήγαινε να ορκιστεί υφυπουργός.

Το τσεκούρι, από την άλλη, είναι μεγαλύτερο από το σκεπάρνι, και το βρίσκουμε με τρία βασικά συνώνυμα στο ελληνικό λεξιλόγιο· τα άλλα δύο είναι ο πέλεκυς και ο μπαλτάς. Ο πέλεκυς είναι ιθαγενής, ήδη ομηρικός, όπως και το σκέπαρνον: στην Ιλιάδα (Γ60), ο Πάρης κατηγορεί τον  Έκτορα ότι η καρδιά του είναι σκληρή σαν το τσεκούρι που σκίζει τον κορμό του δέντρου («κραδίη πέλεκυς… ατειρής»). Η λέξη έχει περάσει στη δημοτική (πελέκι), δώσει ρήματα (πελεκάω) και παράγωγα, έχουμε και την παροιμία για τον άνθρωπο αγράμματο που είναι ξύλο απελέκητο, ενώ ακούγεται πολύ το κλισέ για τον πέλεκυ της δικαιοσύνης που θα πέσει βαρύς και αμείλικτος πάνω σε όσους παρανομούν, μόνο που, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα, αυτός ο πέλεκυς φαίνεται να έχει στομώσει· μάλλον απαλό σαν χάδι είναι το άγγιγμά του για τους ημέτερους, πιο πολύ σαν φτερό που ξεσκονίζει.

Ο μπαλτάς, από την άλλη, μας ήρθε από ανατολικά, τούρκικο δάνειο (balta), από εκεί και ο μπαλτατζής, δηλαδή ο ξυλοκόπος, που είναι και επώνυμο. Το τσεκούρι, αντίθετα, που ήρθε από τα δυτικά, έχει πιο ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή, από το μεσαιωνικό τσεκούριον και το ελληνιστικό σεκούριον φτάνουμε στο λατινικό securis, που σήμαινε τον πέλεκυ. Αυτό το securis, παρά την ηχητική ομοιότητα, δεν έχει καμιά σχέση με την οικογένεια λέξεων του security. Προέρχεται από το ρήμα secare, που σημαίνει «κόβω, τέμνω», απ’ όπου προέκυψαν τα διάφορα section (τομέας) των αγγλικών και γαλλικών.

Βαρύ και κοφτερό το τσεκούρι, όταν πέφτει δεν συγχωρεί: τσεκουράτος είναι αυτός που φέρεται με σκληρή αποφασιστικότητα· μιλάει τσεκουράτα όποιος λέει κάτι ωμά και χωρίς περιστροφές· η φρασεολογία μας διαθέτει κάμποσα συνώνυμα: τσεκουράτα, χύμα και τσουβαλάτα, ορθά κοφτά, νέτα σκέτα.

Φωτιά και τσεκούρι, είναι έκφραση που δηλώνει την ολοσχερή καταστροφή, ιδίως σε καιρό πολέμου· αυτή την τακτική εφάρμοσε ο Ιμπραήμ για να γονατίσει τον επαναστατημένο Μοριά, ως αντίποινα φωτιά και τσεκούρι υποσχέθηκε στους προσκυνημένους ο Κολοκοτρώνης, τον ίδιο τίτλο διάλεξε για το (όχι και πολύ αμερόληπτο) βιβλίο που αφιέρωσε στον Εμφύλιο ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Οι μαθητές κι οι φοιτητές λένε «έπεσε τσεκούρι» όταν στις εξετάσεις κοπούν πολλοί. Όμως εδώ και κάμποσο καιρό στον τόπο μας έχει αρχίσει να πέφτει ανελέητο και ασταμάτητο τσεκούρωμα στα πάντα: στους μισθούς και στις συντάξεις, στα δικαιώματα και στα κεκτημένα, στις ελπίδες των μεγαλύτερων και στα όνειρα των νέων. Δεν είναι τυχαίο που το πρόγραμμα αυτό ανέλαβε να το φέρει σε πέρας, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι, μια κυβέρνηση που έχει υπουργό της κάποιον που κράδαινε στα νιάτα του τσεκούρι. Μάθε τέχνη κι άστηνε, που λέμε.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Ο «κυρίαρχος λαός» και οι υπερασπιστές της νομιμότητας

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη

Φωτογραφία του Αντρέ Κέρτες,1920

Το τελευταίο διάστημα τείνει να κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα ένας συγκεκριμένος λόγος, μια αγωνιώδης απεύθυνση προς την κοινωνία, η οποία συνήθως παίρνει τη μορφή νουθεσίας ή/και πιεστικής παράκλησης για υπευθυνότητα και σύνεση. Ποιο το κεντρικό διακύβευμα σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση; Η αποτροπή μιας υποτιθέμενης επικείμενης αντιδημοκρατικής εκτροπής· ενός «χάους ανομίας». Αρχιερείς σε αυτή την προσπάθεια, πέρα από ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης, έχουν αυτοχρισθεί γνωστοί αρθρογράφοι φιλοκυβερνητικών εφημερίδων και βεβαίως οι «συνήθεις ύποπτοι» τηλε-δημοσιογράφοι αντίστοιχων καναλιών, οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται και ως βασιλικότεροι του βασιλέως. Στον κατάλογο αυτού του άτυπου «κόμματος της υπευθυνότητας» βλέπουμε να στριμώχνονται διάφορα ετερόκλητα δημόσια πρόσωπα, διάσπαρτα στο πολιτικό/κομματικό φάσμα, από την «(παρα)εκσυγχρονισμένη» ανανεωτική αριστερά ως και την «υπεύθυνα» νουθετούσα ακροδεξιά.

Ο (διόλου) νέος αυτός λόγος που εκφέρουν οι συγκεκριμένοι φορείς επικεντρώνει στο ζήτημα της εφαρμογής των νόμων ως πυρήνα των σύγχρονων δημοκρατιών. «Προσοχή, κινδυνεύει η έννομη τάξη»… Σε τούτο έγκειται λοιπόν ο σημερινός κίνδυνος εκτροπής και όχι αλλού όπως νομίζουμε αρκετοί. Ξεχνούν ίσως, ή παραβλέπουν συνειδητά οι συγκεκριμένοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και λοιποί δημοσιολογούντες πως αν η δημοκρατία φέρει στον πυρήνα της την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή της δύναμης/βούλησης των πολλών, δε τη φέρει μόνο ως θεσμισμένη [constituted] εξουσία/δύναμη (που εκδηλώνεται τυπικά στα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα με την τακτική, ανά τέσσερα χρόνια, προσέλευση στην εκλογική κάλπη για την παροχή της λεγόμενης «ελεύθερης εντολής» και πιο σπάνια στην κάλπη ενός δημοψηφίσματος), αλλά και ως θεσμίζουσα/συντακτική [constituent] εξουσία/δύναμη. Εδώ –ας υποθέσουμε κάπως αυθαίρετα– η πρόζα της υπευθυνότητας φαίνεται πως σέβεται τουλάχιστον την πρώτη ιδιότητα. Κάτι που βεβαίως δεν ισχύει απαραίτητα. Πώς να ερμηνεύσουμε άλλωστε την κυβερνητική και μηντιακή εμμονή του τελευταίου διαστήματος ότι οι πρόωρες εκλογές στην παρούσα συγκυρία θα ήταν μοιραίες για τη χώρα; Πώς να δούμε τον πανευρωπαϊκό τρόμο απέναντι στο ενδεχόμενο δημοψηφίσματος; Συνέχεια ανάγνωσης