Οι Επιστημολογίες του Νότου και η πολιτική τους σημασία

Standard

Ο Νότος δεν είναι γεωγραφικός όρος, αλλά επιστημολογικός και πολιτικός

Συνέντευξη του Μποαβεντούρα ντε Σάντος στη Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα 

Μιλάει για τον ευρωκεντρισμό της επιστήμης, τη γνώση των αποκλεισμένων, την κοινωνιολογία των απουσιών, την «άγνοια» της ΕΕ

Ο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος, ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους κοινωνιολόγους και θεωρητικούς της εποχής μας, βρέθηκε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα, προσκεκλημένος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, και μίλησε με θέμα «Για μια πραγματική δημοκρατία: Νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής και δράσης στην ιβηρική χερσόνησο» (βλ. και τη συνέντευξή του στην Αναστασία Γιάμαλη, την προηγούμενη Κυριακή, για τον ΣΥΡΙΖΑ, τους Podemos και τη διαπραγμάτευση). Η Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα τον συνάντησε και συζήτησε μαζί του για τις «Επιστημολογίες του Νότου» και το πώς, εκκινώντας από αυτές, μπορούμε να φτάσουμε σε ένα εναλλακτικό επιστημολογικό και γνωσιακό μοντέλο. 

Μπορείτε να μας εξηγήσετε συνοπτικά την έννοια των «επιστημολογιών του Νότου» (Epistemologies of the South. Justice against Epistemicide, 2014);

Πρόκειται για μια ιδέα που αναπτύσσω τα τελευταία δέκα-είκοσι χρόνια, πριν ακόμα της δώσω το όνομα αυτό. Δουλεύοντας σε διαφορετικές ηπείρους, έκανα πολύ συχνά ποιοτικές έρευνες που ενσωμάτωναν παρατηρήσεις των συμμετεχόντων. Συζήτησα με πάρα πολλούς ανθρώπους, συνήθως από λαϊκές τάξεις, που υφίσταντο εκμετάλλευση και διακρίσεις, άνδρες, γυναίκες, χωρικούς, ιθαγενείς, ή κατοίκους παραγκουπόλεων: το διδακτορικό μου αφορούσε μια παραγκούπολη του Ρίο όπου έζησα τέσσερις μήνες. Ένα από τα συμπεράσματα ήταν ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια πραγματική σοφία για το πού οδεύει ο κόσμος, πώς εξουσιάζεται, τι είδους κοινωνικές σχέσεις προωθούνται και ποιες καταστέλλονται. Ωστόσο, αυτές οι απόψεις αποκλείονται από την ακαδημαϊκή συζήτηση, γιατί ακολουθούμε ένα επιστημολογικό παράδειγμα που βασίζεται στην ιδέα ότι η ανθρώπινη γνώση ταυτίζεται με τη δυτική επιστημονική γνώση, όπως αναπτύχθηκε μετά τον 17ο αιώνα. Και αυτό το μονοπώλιο της επιστήμης μας απέτρεψε να διερευνήσουμε άλλες μορφές γνώσης, οι οποίες κάποιες φορές είναι συμπληρωματικές και κάποιες ανταγωνιστικές με την κυρίαρχη. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ω παγκόσμια δημοκρατία, δεν είσαι ακόμα παρά η σπίθα, αύριο θα είσαι ο ήλιος»

Standard

 Από τη Λατινική Αμερική έως την Ευρώπη και την Ελλάδα ο αγώνας είναι κοινός

 του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

μετάφραση: Χρυσούλα Αντωνίου, Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε σε στρογγυλό τραπέζι με θέμα τη νέα Αριστερά και τις δημοκρατικές παραδόσεις στην Ευρώπη, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φόρουμ για τη Χειραφέτηση και την Ισότητα, Μπουένος Άιρες 12-14.3.2015.

tsoukalas

Στο βήμα του Διεθνούς Φόρουμ για τη Χειραφέτηση και την Ισότητα

Ο κόσμος αλλάζει. Είναι πιθανόν να εγκαινιάζουμε μια νέα εποχή. Πράγματι, για πρώτη φορά από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας δείχνει αβέβαιο για το μέλλον του. Ακόμα κι αν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις ακόμη δεσπόζουν ανεμπόδιστες, οι μηχανισμοί που εξασφαλίζουν την ομαλή αναπαραγωγή τους ολοένα και κλονίζονται. Πάνω στην οπτιμιστική ευδαιμονία πέφτει βαριά η σκιά της ανασφάλειας και της αμφιβολίας. Από τη μια πλευρά, η οικολογική επιβάρυνση έχει εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη απειλή για την επιβίωση του κοινού μας σπιτιού. Πολύ σύντομα, ολόκληρος ο πλανήτης μπορεί να καταλήξει κυριολεκτικά ακατοίκητος. Από την άλλη, η αχαλίνωτη παραγωγικότητα της αγοράς και ο καταναλωτισμός φαίνεται να έχουν αγγίξει τα απώτατα όριά τους. Γίνεται όλο και περισσότερο σαφές ότι ο κόσμος που γνωρίζουμε δεν μπορεί να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο που όλοι έχουμε συνηθίσει. Και αυτό είναι δραματικά νέο.

Η επιστροφή της πολιτικής και ιδεολογικής μάχης 

Eίναι ενδεχόμενο να είμαστε μάρτυρες μιας ιστορικής αλλαγής Παραδείγματος. Για άλλη μια φορά, οι πολιτικές συγκρούσεις και οι συντεχνιακοί αγώνες φαίνεται να οργανώνονται σε κανονιστικά πεδία και να γίνονται αντιληπτά με όρους ανταγωνισμού των τάξεων. Η πολιτική και η ιδεολογική μάχη έχει ξεκάθαρα επιστρέψει! Για άλλη μια φορά γινόμαστε μάρτυρες ενός αναβιώσαντος πολέμου μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Λέξεις που έμοιαζαν εντελώς ξεπερασμένες εισχωρούν σε κοινωνικές φαντασιώσεις σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Η πολιτική έχει αναβιώσει. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική

Standard

Ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς και χριστιανισμού  

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της «Θεολογία της Απελευθέρωσης» του Γκ. Γκουτιέρες

 του Μικαέλ Λεβί και του Κώστα Αθανασίου

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Το τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τη θεολογία ή την Εκκλησία. Ωστόσο, από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που δημοσιεύονται, απουσιάζει συνήθως η αναφορά στην εμπειρία της πιο σημαντικής και γόνιμης συνάντησης μεταξύ Αριστεράς και χριστιανισμού, όπως εκφράστηκε στο ρεύμα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, ειδικά στη Λατινική Αμερική, και η οποία προήλθε από μια πραγματική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και ανθρώπων πιστών στον χριστιανισμό και από τη μετακίνησή τους προς το χώρο της Αριστεράς.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ένα σώμα κειμένων που αποτελεί τη θεωρητική έκφραση ενός ευρύτατου κινήματος το οποίο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολύ πριν γραφτούν τα βασικά κείμενα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, και το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανισμός της Απελευθέρωσης — ένα κίνημα που περιλαμβάνει κοινότητες βάσης, λαϊκές (αγροτικές, εργατικές, ιθαγενικές) θρησκευτικές ομάδες, κινήματα γειτονιάς και ακτημόνων κ.λπ.

Αν θέλαμε να επιλέξουμε ένα χαρακτηριστικό της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, αυτό θα ήταν η ταξική επιλογή, η ταξική μεροληψία υπέρ των φτωχών. Η κρίσιμη διαφορά με τη φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της επίσημης Εκκλησίας είναι ότι για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης οι φτωχοί δεν νοούνται ως αντικείμενα (βοήθειας, συμπόνιας, ελεημοσύνης) αλλά ως δρώντα υποκείμενα της ιστορίας τους, ως δρώντα υποκείμενα της απελευθέρωσής τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Η θεολογία της απελευθέρωσης

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Γκουστάβο Γκουτιέρρες

μετάφραση: Κωσνταντίνος Παλαιολόγος

Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969

Alfredo Rostgaard, « Ο Χριστός αντάρτης», 1969

Συνδέουμε συνήθως την Καθολική Εκκλησία με έναν γενικότερο συντηρητισμό σε ζητήματα ηθικής και πολιτικής — και όχι άδικα, αν σκεφτούμε ιδίως την αντικομμουνιστική της στρατηγική τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 υπό τους πάπες Παύλο ΣΤ΄ και Ιωάννη Παύλο Β΄. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960, στους κόλπους της, αναπτύχθηκε ένα θεολογικό και πολιτικό κίνημα, εντοπισμένο σε μεγάλο βαθμό στη Λατινική Αμερική, που προσπάθησε να τη στρέψει προς τα άμεσα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα: η «θεολογία της απελευθέρωσης». Το ρεύμα αυτό δεν αποτελεί απλή θεωρητική έκφραση ενός κοινωνικού κινήματος ούτε μια εύκολη πολιτικοποίηση της πίστης, αλλά συνολικό αναπροσανατολισμό του θεολογικού λόγου προς τα κρίσιμα προβλήματα. Η έννοια της απελευθέρωσης, ξεκινώντας από τη Βιβλική απελευθέρωση από τη δουλεία της Αιγύπτου, συναντά τα μεταπολεμικά αντιαποικιακά κινήματα και τη μαρξιστική κριτική στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, συνδέοντας την απελευθέρωση από τη δομή της αμαρτίας με την πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση, και φέρνοντας στο επίκεντρο του θεολογικού στοχασμού το πρόβλημα της φτώχειας και της εκμετάλλευσης. Η θεολογία της απελευθέρωσης δεν είναι ένα αμιγώς πνευματικό κίνημα, αλλά γεννήθηκε μέσα στην επαναστατική διεργασία που βίωσε και βιώνει η Λατινική Αμερική: «Όλες οι πολιτικές θεολογίες, της ελπίδας, της επανάστασης, της απελευθέρωσης, δεν αξίζουν όσο μία αυθεντική χειρονομία αλληλεγγύης με τις κατατρεγμένες κοινωνικές τάξεις». Το κίνημα ανέδειξε σπουδαίους θεολόγους (Gustavo Gutierrez, Leonardo Boff, Jon Sobrino, Juan Luis Segundo), ενέπνευσε μεγάλες συζητήσεις και προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Congregatio pro Doctrina Fidei της Καθολικής Εκκλησίας, και του σημερινού πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄, που το καταδίκασαν για τη χρήση «μαρξιστικών εννοιών».

Η Θεολογία της απελευθέρωσης του περουβιανού κληρικού Γκουστάβο Γκουτιέρρες (γεννήθηκε το 1929 στη Λίμα, σπούδασε ιατρική και λογοτεχνία στην πατρίδα του, φιλοσοφία και ψυχολογία στη Λουβαίν και θεολογία στη Λυών, ενώ το 1959 έγινε ιερέας σε μια φτωχογειτονιά της Λίμας, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη θεολογική του σκέψη) κυκλοφόρησε το 1971, μεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 γλώσσες και αποτέλεσε έργο αναφοράς του κινήματος. Από αύριο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η ελληνική έκδοση (μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, επιμέλεια Θοδωρής Δρίτσας), από τον Άρτο Ζωής, ο οποίος μας δίνει, έτσι, ένα ακόμα ωραίο δείγμα της εξωστρεφούς δραστηριότητάς του (θυμίζουμε, την προηγούμενη Δευτέρα, την εκδήλωσή του εναντίον του νεοναζισμού).

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

ράφος της θεολογίας της απελευθέρωσης.Από το εξώφυλλο του βιβλίου.

Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης). στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία).

«Το μοναδικό μέλλον της θεολογίας», έχει γράψει ο Χ. Κοξ, «είναι να μετατραπεί σε θεολογία του μέλλοντος». Αλλά αυτή η θεολογία του μέλλοντος θα πρέπει αναγκαστικά να είναι μια κριτική ανάγνωση της ιστορικής πράξης, του ιστορικού γίγνεσθαι, υπό την έννοια που προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε.

Ο Γ. Μόλτμαν λέει ότι οι θεολογικές έννοιες «δεν υστερούν σε σχέση με την πραγματικότητα […] αντίθετα φωτίζουν το δρόμο δείχνοντάς της προκαταβολικά το μέλλον της», αλλά στη δική μας προσέγγιση το να στοχαστείς με τρόπο κριτικό την απελευθερωτική πράξη δεν σημαίνει «αδιαφορία» για την πραγματικότητα. Το παρόν της απελευθερωτικής πράξης εγκυμονεί κατά βάθος το μέλλον· η ελπίδα αποτελεί μέρος της παρούσας ιστορικής στράτευσης. Η θεολογία δεν τοποθετεί εξαρχής αυτό το μέλλον στο παρόν, δεν δημιουργεί από το τίποτε τη ζωτική στάση της ελπίδας, ο ρόλος της είναι πιο ταπεινός: εξηγεί ή ερμηνεύει και τα δύο ως το πραγματικό στήριγμα της ιστορίας. Το να στοχάζεσαι γύρω από μια πράξη που προβάλλεται στο μέλλον σημαίνει ότι δεν έχεις το βλέμμα σου στραμμένο στο παρελθόν, ότι δεν είσαι το τελευταίο βαγόνι του παρόντος: σημαίνει ότι ξεδιαλύνεις μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα, στην κίνηση της ιστορίας, αυτό που μας ωθεί προς το μέλλον. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φόβος της λατινοαμερικανοποίησης

Standard

της Μαρίας Δαμηλάκου

«Ο Χουανίτο με τα ψάρια». Έργο του αργεντίνου ζωγράφου Αντόνιο Μπάρντι, 1961

Τις τελευταίες μέρες, ο «μπαμπούλας» της λατινοαμερικανοποίησης της Ελλάδας έκανε πάλι την εμφάνισή του. Η σκόπιμη παρερμηνεία των δηλώσεων του Αλέξη Τσίπρα σχετικά με την Αργεντινή γέμισε τα πρωτοσέλιδα πολλών εφημερίδων με κακόγουστες στερεοτυπικές μεταφορές παρμένες από τον κόσμο του τάνγκο. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά τους τελευταίους μήνες που οι «υπεύθυνες» πολιτικές δυνάμεις προβάλλουν τη Λατινική Αμερική ως το απευκταίο, ως το αντιπρότυπο για κάθε «σοβαρή» χώρα που θέλει να παραμείνει με αξιώσεις στην «αγκαλιά» της ευρωπαϊκής «οικογένειας».

Αναρωτιέμαι από πού πηγάζουν αυτοί οι φόβοι που ακόμα και η απλή σύγκριση της χώρας μας με τη Λατινική Αμερική ξυπνά σε τμήματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Σίγουρα υπάρχουν πολλές πτυχές των λατινοαμερικανικών χωρών που θα έπρεπε να φοβίζουν μια κοινωνία σε βαθειά κρίση όπως είναι η δική μας σήμερα. Δεν αναφέρομαι μόνο στις τρομερές σκηνές από τις λεηλασίες στα σούπερ μάρκετ που είδαμε στην Αργεντινή του 2001. Ούτε στις αρνητικές συνέπειες της χρεωκοπίας. Υπάρχουν άλλα προβλήματα, πιο μόνιμα. Η φτώχεια, οι παραγκουπόλεις, ο αναλφαβητισμός, η βία, η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να είναι μέρος της σκληρής πραγματικότητας σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής ανεξάρτητα από το μέγεθος και τον πλούτο τους. Δεν φαίνεται να είναι αυτό, ωστόσο, που τρομάζει τις «σοβαρές» πολιτικές φωνές της χώρας μας. Γιατί, αν ήταν αυτό, δεν θα ακολουθούσαν τις καταστροφικές οικονομικές πολιτικές των τελευταίων ετών, που έχουν ήδη προσδώσει στην κοινωνία μας πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά των λατινοαμερικανικών κοινωνιών. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι γραφειοκράτες και η τρυφερότητα

Standard

του Κώστα Αθανασίου

 

Ρόκε Ντάλτον

Αυτό που ξεχωρίζει στη ζωή του ποιητή και αγωνιστή Ρόκε Ντάλτον είναι ότι τον σκότωσαν οι σύντροφοί του. Για την ακρίβεια, τον δολοφόνησαν κάποιοι σύντροφοί του, γράφοντας μια από τις πιο μαύρες και άθλιες σελίδες στην ιστορία της Αριστεράς.

Ο Ρόκε Ντάλτον γεννήθηκε στις 14 Μαΐου του 1935, στο Σαν Σαλβαδόρ. Παράλληλα με τις νομικές του σπουδές, ενεπλάκη στους λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας. Το 1957 έγινε μέλος του Κ.Κ. του Ελ Σαλβαδόρ. Φυλακίστηκε επανειλημμένως και το 1960 καταδικάστηκε σε θάνατο — σώθηκε μόνο και μόνο επειδή κατέρρευσε η δικτατορία, μόλις τέσσερις μέρες πριν από την εκτέλεσή του. Ο Ντάλτον εξορίστηκε, αλλά το 1974 γύρισε μυστικά στο Ελ Σαλβαδόρ και εντάχτηκε στο παράνομο αντάρτικο κίνημα της χώρας, το οποίο εκείνη την εποχή ταλανιζόταν από σοβαρές εσωτερικές διαμάχες.

Στις 10 Μαΐου 1975, πέντε μέρες πριν κλείσει τα σαράντα του, ο Ρόκε Ντάλτον δολοφονήθηκε, από μέλη μιας σκληροπυρηνικής φράξιας της οργάνωσής του και με διαταγή της ηγεσίας. Το γελοίο επιχείρημα περί συνεργασίας με τον εχθρό ήθελε απλώς να κρύψει την αδιαλλαξία της ηγεσίας της οργάνωσης μπροστά σε οποιαδήποτε «παρέκκλιση» από την απόλυτη υποταγή σε αυτήν.

Ο Ρόκε Ντάλτον (που «έκανε τις πέτρες να γελούν», σύμφωνα με τον Εδουάρδο Γκαλεάνο) ήταν ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος «μιας γενιάς που γεννήθηκε μισοπεθαμένη». Η ποίησή του είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική, «στρατευμένη», που όμως συγκρούστηκε ανηλεώς με τον φτηνιάρικο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της εποχής («Οι γραφειοκράτες κολυμπάνε σε μια θάλασσα ταραγμένης βαρεμάρας. / Με τη φρίκη των χασμουρητών τους είναι οι πρώτοι δολοφόνοι της τρυφερότητας. / Καταλήγουν να αρρωστήσουν απ’ το συκώτι τους και πεθαίνουν κρεμασμένοι στα τηλέφωνα», γράφει). Χωρίς να μπορεί πάντα να αποφύγει το «ξύλινο» και διδακτικό ύφος της εποχής, ταυτόχρονα ξεχειλίζει από σαρκασμό και ειρωνεία, τρυφερότητα και οργή, χιούμορ και θλίψη: «Τα δάκρυα μου, ακόμα και τα δάκρυα μου / έγιναν πέτρα. / Εγώ που πίστευα στα πάντα. / Στους πάντες. / Εγώ, που το μόνο που ζητούσα ήταν μια στάλα τρυφερότητα, / που δεν κοστίζει τίποτα / εκτός απ’ το να ’χεις καρδιά. / Τώρα πια είναι αργά. / Τώρα η τρυφερότητα δε φτάνει. / Έχω δοκιμάσει τη γεύση της μπαρούτης».

Ο Ντάλτον πήρε το 1956, το 1958 και το 1959 το Βραβείο Ποίησης της Κεντρικής Αμερικής, ενώ το 1969 πήρε το βραβείο ποίησης Κάσα δε λας Αμέρικας. Μεταφράσεις ποιημάτων του Ρόκε Ντάλτον έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Σήματα Καπνού, το 2000, και στην εφημερίδα Εποχή, το 2007.

Ο Χούλιο Κορτάσαρ έλεγε ότι «όταν ο κόσμος διαβάσει το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε ο Ρόκε Ντάλτον, θα καταλάβει πως ο δρόμος ενός αληθινού επαναστάτη δεν περνάει από την ασφάλεια, από τη βεβαιότητα, από κάποιο απλουστευτικό και μανιχαϊστικό σχήμα». Ο ίδιος ο Ντάλτον, άλλωστε, έλεγε ότι «εγώ έφτασα στην επανάσταση μέσω της ποίησης».

Συνέχεια ανάγνωσης

Μια ομιλία του αντιπροέδρου της Βολιβίας

Standard

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ

της Μαρίνας Δημητριάδου

O αντιπρόεδρος της Βολιβίας Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο του Μεξικού

Πόλη του Μεξικού, 15 Φεβρουαρίου 2012. Μία βδομάδα μετά, η ομιλία του Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα στο Αυτόνομο Εθνικό Πανεπιστήμιο του Μεξικού συζητιέται ακόμη στους διαδρόμους και τις αίθουσες του πανεπιστημίου. Στο Μεξικό που διανύει προεκλογική περίοδο (οι εκλογές είναι προγραμματισμένες για τον Ιούλιο), όπου τα μικρόφωνα ψάχνουν τους υποψήφιους για την προεδρία για να επιβεβαιώσουν την έκπτωση του πολιτικού λόγου, το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο και κυρίως τη μικρή σχέση τους με τη μεξικανική πραγματικότητα, ο Γκαρσία Λινέρα έμοιαζε με όαση!

Μέσα σε μιάμιση ώρα και σε μια αίθουσα εκατόατόμων του Ινστιτούτου Οικονομικών Επιστημών (με αναμετάδοση εικόνας και ήχου σε άλλες τρεις αίθουσες), ο αντιπρόεδρος της Βολιβίας μάς ανέπτυξε τις αντιφάσεις και τις προκλήσεις της διαδικασίας μετασχηματισμού του κράτους από την επαναστατική κυβέρνηση της Βολιβίας, η οποία δέχεται αρκετές επιθέσεις το τελευταίο διάστημα.

Απόφοιτος μαθηματικών του ίδιου πανεπιστημίου, μαχητής στον Αντάρτικο Στρατό Τούπαχ Κατάρι, απόφοιτος κοινωνιολογίας στο διάστημα που ήταν στη φυλακή (1992-27), πανεπιστημιακός δάσκαλος, αγωνιστής στον Πόλεμο του Νερού στη γενέτειρά του Κοτσαμπάμπα το 2000, ο αντιπρόεδρος στην πρώτη ιθαγενική κυβέρνηση της Βολιβίας (από το 2005), δηλώνει κλασικός μαρξιστής και κομμουνιστής.

Άρχισε την ομιλία του περιγράφοντας, με ιδιαίτερα θεατρικό τρόπο, την αστάθεια της Βολιβίας πριν το 2005: την αλλαγή πέντε κυβερνήσεων μέσα σε πέντε χρόνια, με την πρεσβεία των ΗΠΑ, το ΔΝΤ και ξένες επιχειρήσεις να έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής και την οικονομική επιβίωση της χώρας. Η πολιτική αστάθεια δήλωνε μια κρίση του κράτους, το οποίο περιέγραψε ως ένα σύνολο θεσμών, μια διοικητική μηχανή, ένα συσχετισμό δυνάμεων και τάξεων, αλλά και ένα σύστημα πεποιθήσεων που επιτρέπουν την κυριαρχία του κράτους και ρυθμίζουν την κοινωνική συμπεριφορά.

Η κρίση αυτή κορυφώθηκε με τη μεταφορά του πολιτικού στις μεγάλες λαϊκές συνελεύσεις των μεγάλων κινητοποιήσεων: από τη ρύθμιση της καθημερινότητας που ήταν μέχρι τότε ο ρόλος τους, άρχισαν να συζητούν το ποιος πρέπει να αποφασίζει την τύχη του νερού, της γης, της Βολιβίας… Συνέχεια ανάγνωσης

Η κρίση στην Ελλάδα και την Ευρώπη και η χρήσιμη εμπειρία της Λατινικής Αμερικής

Standard

Συζήτηση του Γιάννη Δραγασάκη με τον Πέδρο Παέζ

Στο περιθώριο του Συνεδρίου του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, τον περασμένο Δεκέμβριο στο Παρίσι, ο Χάρης Γολέμης, ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Κώστας Ήσυχος και η Παναγιώτα Μανιού είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον οικονομολόγο Πέδρο Παέζ. Ο Π. Παέζ εργάζεται πάνω σε οικονομικά και μακροοικονομικά θέματα, έχει διατελέσει αναπληρωτής υπουργός οικονομικών και υπουργός οικονομίας του Εκουαδόρ και συμμετείχε στην «Επιτροπή Στίγκλιτζ», με ειδικό αντικείμενο τα ζητήματα της οικονομικής κρίσης. Στη συζήτηση αντηλλάγησαν σκέψεις και απόψεις σχετικά με την κρίση, την κατάσταση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, καθώς και την εμπειρία των χωρών της Λατινικής Αμερικής.Tην απομαγνητοφώνηση και τη μετάφραση έκαναν οι: Σταυρούλα Μανώλη, Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Ουρανία Πούλου, Δημήτρης Παπαγιαννάκος, Θεοδώρα Σταθούλια.

Αργεντινή, 1.7.2007. Από φωτογραφία του Black Azar (πηγή: flickr)

Γιάννης Δραγασάκης: Με τον Πέδρο Παέz έχουμε βρεθεί αρκετές φορές και είχαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε ιδέες πέρυσι στην Αθήνα, μετά στη Μαδρίτη, και τώρα στο Παρίσι, με αφορμή το συνέδριο του Kόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Είμαστε λοιπόν εδώ, με την Παναγιώτα Μανιού, τοn Χάρη Γολέμη, τον Κώστα Ήσυχο, για μια συζήτηση με βάση και τις νεότερες εξελίξεις. Χαίρομαι που σε βλέπω, Πέδρο. Ας μας πεις δυο στοιχεία βιογραφικά για όσες και όσους διαβάσουν αυτή τη συνομιλία.

Πέδρο Παέζ: Ευχαριστώ πολύ Γιάννη. Είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι εδώ, σε αυτή την κοινή προσπάθεια οικοδόμησης αλληλεγγύης. Όλη τη ζωή μου εργάστηκα πάνω σε οικονομικά και μακροοικονομικά θέματα. Διετέλεσα αναπληρωτής υπουργός Oικονομικών και υπουργός Oικονομίας του Εκουαδόρ, και συμμετείχα στην επιτροπή Στίγκλιτζ, με ειδικό αντικείμενο τα ζητήματα της οικονομικής κρίσης. Ελπίζω ότι μπορούμε να ανταλλάξουμε κάποιες σκέψεις για την κρίση, ειδικότερα σε σχέση με την κατάσταση στην Ελλάδα, ώστε να αποφευχθεί  εκείνος ο τύπος σφαλμάτων που τις τελευταίες δεκαετίες διαπράξαμε κι εμείς στη Λατινική Αμερική.

Η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής

«Αφηρημένο», έργο του του κουβανού ζωγράφου Mariano Rodriguez

Γ.Δ.: Το πρώτο ερώτημα ακριβώς έχει να κάνει με τη Λατινική Αμερική. Υπάρχει αρκετή συζήτηση στην Ελλάδα και σημαντικό ενδιαφέρον για τις εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής και ειδικότερα για την περίπτωση της Αργεντινής. Θα ήθελα να αξιοποιήσω την ευκαιρία για να μας πεις, κατά την άποψή σου, ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αργεντινή;

Π.Π.: Πράγματι, υπάρχουν πολλές διαφορές, αλλά επίσης υπάρχουν και πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην επικεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάποιο επιμέρους επεισόδιο από την ιστορία της Αργεντινής, αλλά στο σύνολο των διαδικασιών οικονομικής προσαρμογής. Η κατάσταση που επιλέγεται πιο συχνά για σύγκριση είναι η οικονομική κρίση στην Αργεντινή το 2001, οπότε και διαμορφώνονται κάποιες πολύ ιδιαίτερες εξελίξεις, οι οποίες στη συνέχεια «επιλύθηκαν» μετά την κρίση. Όμως υπάρχει η συνολική διαδικασία των υποτιμήσεων, όχι μόνο στην Αργεντινή αλλά σε ολόκληρο τον Τρίτο Κόσμο και σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, ήδη από τη δεκαετία του ’70, και ειδικότερα κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Η διαδικασία αυτή συνιστά έναν από τους πιο ισχυρούς παράγοντες για τη δημιουργία της κρίσης. Νομίζω ότι αυτή είναι μια έννοια την οποία πρέπει να την υπογραμμίζουμε με έμφαση και στο θεωρητικό επίπεδο. Οι οικονομικές κρίσεις δεν συνιστούν φυσικά φαινόμενα. Βεβαίως και υπάρχουν στην οικονομία μακροχρόνιες και βαθιές κανονικότητες που παράγουν καταστάσεις κρίσης, τους όρους της κρίσης, αλλά υπάρχουν και κάποιες συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες που από τις κρίσεις μπορούν να αποκομίζουν οφέλη.

Ελλάδα-Αργεντινή: ομοιότητες και διαφορές

Το ΔΝΤ, για παράδειγμα, έχει προκαλέσει 267 κρίσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 ετών, εξαιτίας των νεοαποικιακών πολιτικών που επιβάλλει. Οι  πολιτικές αυτές αποτελούν δομικούς παράγοντες υπέρ ενός νέου συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Στην περίπτωση της Αργεντινής, νομίζω ότι πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας ακριβώς πάνω σε αυτό το πολιτικό περιεχόμενο της οικονομικής κρίσης, το οποίο αφορά τόσο την προέλευση όσο και τη διαχείριση της κρίσης.

Στην Αργεντινή εξακολουθεί να υπάρχει ένας πολύ ισχυρός και με μεγάλο ειδικό βάρος βιομηχανικός τομέας στο σύνολο της οικονομίας, παρά την ισχυρή βούληση των κυρίαρχων μετά τη δικτατορία του ’76 για την αποσύνθεση του βιομηχανικού τομέα και της μισθωτής εργασίας εκεί, για την απορρύθμιση της παραγωγής που βασίζεται στη μισθωτή εργασία.

Συνέχεια ανάγνωσης