Τι γίνεται με εκείνη την υπόθεση του σοσιαλισμού;

Standard

του Κωνσταντίνου Ζαγάρα

Μπόρις Κουστόντιεφ, «Ο μπολσεβίκος» (1920)

Μπόρις Κουστόντιεφ, «Ο μπολσεβίκος» (1920)

«Τι θα γίνει με εκείνη την υπόθεση του σοσιαλισμού;» Ένα ερώτημα που βασάνιζε για δεκαετίες τους αριστερούς, αλλά απαξιώθηκε μαζί με τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων, στα ερείπια της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, απουσιάζοντας χαρακτηριστικά από τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα, μάλλον παραπέμπει σε μια φιλολογικού ή ακαδημαϊκού τύπου συζήτηση, μακριά απ’ την κεντρική πολιτική σκηνή και τις ανάγκες των πολιτών.

Αποτελεί παράδοξο, ενώ η κρίση διαπερνά κάθε πτυχή της καθημερινότητας, να μην συζητείται καν αυτό που, από τον 19ο αιώνα, διακηρύχθηκε ως η κίνηση που οδηγεί σε μια αταξική κοινωνική θέσμιση, μια κοινωνία όπου ο καθένας προσφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του και στον καθένα προσφέρεται ό,τι αντιστοιχεί στις ανάγκες του.

Περίοδος μεταβατική. Ζούμε σε κοινωνίες αβίωτες, όπου συνυπάρχουν ο πλούτος και η φτώχεια, η χλιδή και η εξαθλίωση. Τα τεχνολογικά θαύματα στρώνουν τον δρόμο σε μια ιλιγγιώδη παραγωγικότητα, τη στιγμή που τα δύο τρίτα της ανθρωπότητας σαπίζουν μέσα στην υπανάπτυξη, τη φτώχεια και την αρρώστια. Σε κοινωνίες που κατάφεραν να κατακτήσουν υψηλά επίπεδα ευμάρειας, αλλά σήμερα θέτουν σε αμφισβήτηση τους ίδιους τους όρους ύπαρξής τους.

Στην Ελλάδα δεν σπάνιζαν –ούτε και τώρα σπανίζουν– οι αντιλήψεις, ακόμα και στην Αριστερά, για την κοινωνική καχεξία της εργατικής τάξης, την τριτοκοσμικού τύπου δομή της ελληνικής κοινωνίας, περί «μικρομεσαίας δύσμορφης ανάπτυξης» και «δημοσιοϋπαλληλικού παραδείσου». Ωστόσο, η καπιταλιστική ολοκλήρωση επήλθε στην Ελλάδα. Καθυστερημένα ή στρεβλά, αλλά επήλθε: αναπτύχθηκε ο δευτερογενής τομέας, επεκτάθηκε η μισθωτή εργασία, επικράτησε το βιομηχανικό μοντέλο στην οργάνωση της παραγωγής, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δέσποζε για χρόνια στην οικονομία, ο πληθυσμός αστικοποιήθηκε, το κράτος υπήρξε μοχλός αναπαραγωγής του κεφαλαίου, η ντόπια αγορά ενσωματώθηκε στην παγκόσμια και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους εξασφάλισαν σε μεγάλο βαθμό, την αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής. Συνέχεια ανάγνωσης

Aποχαιρετισμός στον Ερνέστο Λακλάου – με ένα αναπάντητο ερώτημα

Standard

E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-1

Uno busca lleno de esperanzas

el camino que los sueños

prometieron a sus ansias…

Sabe que la lucha es cruel

y es mucha, pero lucha y se desangra

por la fe que lo empecina…

Uno, «Enrique Santos Discépolo»*

του Γρηγόρη Ανανιάδη

laclau_ernesto_2345Είχα πολύ καιρό να δω τον Ερνέστο Λακλάου, αγαπημένο δάσκαλο και φίλο από τα τέλη της δεκαετίας εβδομήντα, όταν ήρθε η αναπάντεχη είδηση του θανάτου του — λίγους μόνο μήνες πριν από την προαναγγελθείσα έκδοση του νέου του βιβλίου The Rhetorical Foundations of Society. Η είδηση με συγκλόνισε γιατί, ξεγελασμένος από τη διαρκή παρουσία του στον αγωνιστικό στίβο των ιδεών, έτρεφα την ψευδαίσθηση ότι θα ήταν πάντα εκεί, ευπροσήγορος ως συνήθως, και ότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαμε να ξαναπιάσουμε τη συζήτηση από το σημείο που την είχαμε αφήσει. Θα εξακολουθήσουμε βέβαια να συνδιαλεγόμαστε με τα κείμενά του — «εσαεί» ήλπιζε εκείνος, συμμεριζόμενος δικαίως τη θουκυδίδεια φιλοδοξία του Γκράμσι· όσοι όμως είχαμε την τύχη να διασταυρωθούμε μαζί του δύσκολα θα συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι δεν θα τον ξανακούσουμε να σκέφτεται, να κορφολογάει την ιστορία, να απαγγέλλει από μνήμης Σαρμιέντο ή Μπόρχες, να τραγουδάει με πάθος ένα τάνγκο.

Εμπνευσμένος από τον στίχο του Αρχίλοχου «πόλλ’ οίδ’ αλώπηξ, αλλ’ εχίνος εν μέγα», ο Αϊζάια Μπερλίν κατέτασσε τους στοχαστές σε δύο κατηγορίες: τους «σκαντζόχοιρους» που βλέπουν τον κόσμο υπό το πρίσμα μιας κεντρικής ιδέας ή οργανωτικής αρχής και τις «αλεπούδες» που πειραματίζονται με πολλές ιδέες, συχνά μεταξύ τους αντιφατικές. Εάν υιοθετήσουμε την παιγνιώδη διάκριση του Μπερλίν, θα κατατάξουμε αναμφίβολα τον Ερνέστο Λακλάου στην πρώτη κατηγορία: «Σε όλη του τη ζωή ο Τζόυς επανερχόταν στην οικεία εμπειρία του από το Δουβλίνο· στη δική μου περίπτωση», ομολογoύσε ο Λακλάου, «αυτό που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς είναι τα χρόνια του πολιτικού αγώνα στην Αργεντινή της δεκαετίας του ’60.» Τότε ακριβώς θα διαμορφωθεί η «κεντρική ιδέα» του ετερόδοξου μαρξιστή της «περιφέρειας» που σαν κόκκινο νήμα επρόκειτο να διατρέξει την πολιτικο-θεωρητική περιπέτεια μιας ολόκληρης ζωής. Το επιτακτικό πολιτικό ζήτημα που αντιμετώπιζε ο νεαρός Λακλάου ήταν οι σχέσεις της Αριστεράς με την εθνο-λαϊκή ιδεολογία τού πολιτικά ετερόκλιτου περονισμού που εξέφραζε και οργάνωνε τη δημοκρατική κινητοποίηση των μαζών εναντίον των δυνάμεων της ολιγαρχίας. Αντίθετος προς τον σεκταριστικό εργατισμό και την ιδεολογική καθαρότητα που πρέσβευαν πολιτικοί φορείς της Αριστεράς, όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα Αργεντινής, ο Λακλάου ήταν πεπεισμένος ότι η Αριστερά θα μπορούσε να βάλει τη δική της σφραγίδα στις εξελίξεις μόνον εάν, εμβαπτιζόμενη η ίδια στην εθνο-λαϊκή ιδεολογία, κατάφερνε να την ανανοηματοδοτήσει και να την αναπροσανατολίσει. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολιτική θεωρία, «λαός» και ριζοσπαστική δημοκρατία: Ερνέστο, το τανγκό συνεχίζεται…

Standard

E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-2

του Γιάννη Σταυρακάκη

 

Ο Γιάννης Σταυρακάκης με τον Ερνέστο Λακλάου, στο San Juan της Αργεντινής  (2010), όπου ο δεύτερος είχε αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας.

Ο Γιάννης Σταυρακάκης με τον Ερνέστο Λακλάου, στο San Juan της Αργεντινής (2010), όπου ο δεύτερος είχε αναγορευθεί επίτιμος διδάκτορας.

Έμαθα για τον θάνατο του δασκάλου μου, του Ερνέστο Λακλάου, από την Νορήν, την πιστή, επί σειρά ετών, γραμματέα του στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ. Μου είχε αδυναμία και μου έκλεινε πάντα πρωινά ραντεβού μαζί του όταν είχαμε να συζητήσουμε κεφάλαια της διδακτορικής διατριβής που έγραφα, έτσι ώστε να μην τον έχουν κουράσει οι αλλεπάλληλες συναντήσεις και τα μαθήματα. Έτσι και τώρα, μόλις έμαθε το ξαφνικό μαντάτο, έσπευσε να με ενημερώσει από τους πρώτους. Θλιβερή πρωτιά αυτή τη φορά και αναπάντεχη. Παρά τα 78 του χρόνια, ο Ερνέστο έδειχνε το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα ακμαίος και δραστήριος. «Νόμιζα ότι θα συνέχιζε για πάντα», μου έγραψε η Νορήν. Και δεν είχε άδικο. Εξάλλου, αυτήν ακριβώς την αίσθηση ζωντάνιας, αισιοδοξίας και προοπτικής κατόρθωνε να μεταδώσει και να εμφυσήσει ο Λακλάου σε οτιδήποτε έκανε: στα μαθήματά του, στην πολιτική θεωρία, στην πολιτική πράξη. Την ίδια διάθεση μετέδιδε –πάντοτε με μεγάλη γενναιοδωρία– σε όλους όσους συναντούσε: στους μαθητές του, στους συνομιλητές και τους συντρόφους του.

Κι αυτό, μάλιστα, την ίδια στιγμή που στοχαζόταν τα εμπόδια και τις αστοχίες της κριτικής σκέψης και της αριστερής πολιτικής πρακτικής, τόσο να ερμηνεύσουν τον κόσμο όσο και να τον αλλάξουν σε μια ριζοσπαστικά δημοκρατική κατεύθυνση. Αυτή η εμμονή στην αντιδογματική διερώτηση, σε ζωτικές αμφιβολίες που ξεβολεύουν, αλλά είναι αναγκαίες αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων και να ανανεώσουμε τις ηγεμονικές αξιώσεις ενός εναλλακτικού προσανατολισμού, του χάρισε στην πορεία πολλούς εχθρούς. Του εξασφάλισε όμως, ιδίως τα τελευταία χρόνια, και μια αξιοζήλευτη θέση στην αιχμή της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας, την οποία πολλοί λίγοι πλέον θα αμφισβητούσαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Το φάντασμα του λαϊκισμού

Standard

 E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-3

του Γιώργου Παπανάγνου

laikismosΜια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Λακλάου στη σύγχρονη πολιτική σκέψη είναι η αποσαφήνιση της έννοιας του λαϊκισμού. Ο αργεντινός θεωρητικός αποδεσμεύει την έννοια από τα παραδοσιακά πλαίσια που την εξισώνουν με τη δημαγωγία και τον μανιχαϊσμό και την τοποθετεί στην καρδιά του πολιτικού φαινομένου.

Ο Λακλάου διδάσκει ότι οι ηγεμονικοί πολιτικοί λόγοι χτίζονται γύρω από βασικά κομβικά (κενά) σημαίνοντα, στη βάση του συνδυασμού των λογικών της ισοδυναμίας και της διαφοράς. Ανάλογα με την ιστορική συγκυρία, ορισμένα πολιτικά σημαίνοντα καταφέρνουν να συνασπίσουν γύρω τους μια σειρά από κοινωνικές απαιτήσεις/διαφορές.

laclaouΤα μέτωπα αυτά χτίζονται στη βάση της διάκρισης από τον καταστατικό πολιτικό «εχθρό/αντίπαλο». Αυτό το σύνορο, ωστόσο, προσδίδει σε όλα τα διαφορικά στοιχεία εντός του συστήματος μια ποιότητα ισοδυναμίας έναντι του αποκλεισμένου. Οδηγεί, με άλλα λόγια, στη σύσταση του «λαού». Αυτό που περιλαμβάνει λοιπόν ο λαϊκισμός είναι μια συγκεκριμένη διαφορά που παρουσιάζει τον εαυτό της σαν τον «λαό» που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον «εχθρό».

Ως εκ τούτου, η διαίρεση του κοινωνικού πεδίου και η σύσταση εν δυνάμει ηγεμονικών πολιτικών λόγων μέσω της επίκλησης του «λαού» αποτελεί καταστατικό στοιχείο της πολιτικής και χαρακτηρίζει τόσο δυνάμεις της (κεντρο)Αριστεράς όσο και της (κεντρο)Δεξιάς. Ο λαϊκισμός και ο κοινωνικός ανταγωνισμός είναι αναγκαίες συνθήκες για τη σύσταση των πολιτικών υποκειμένων και την υπέρβαση των εκάστοτε ηγεμονιών. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια μεταμαρξιστική κοινότητα θεωρίας και πράξης

Standard

E. ΛΑΚΛΑΟΥ: Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ, ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ & ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-4 

της Μαρίνας Πρεντουλή

Τζουζέπε Πελίτσα ντε Βολπέντο, "H πορεία των εργατών", 1901

Τζουζέπε Πελίτσα ντε Βολπέντο, «H πορεία των εργατών», 1901

Όταν μαθαίνουμε έναν θάνατο, η ροή της πραγματικότητας αναστέλλεται, καθώς η ανάμνηση έρχεται αντιμέτωπη με τη διαπίστωση της απώλειας. Από τις 13 του Απρίλη, όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος του Ερνέστο Λακλάου η ανάμνηση που αντιστέκεται πιο πολύ στην ετυμηγορία της πραγματικότητας είναι ένα από εκείνα τα βράδια, σε κάποιο εστιατόριο του Κολτσέστερ, όταν ο Ερνέστο αποφάσιζε ότι ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε όλοι μαζί κομμάτια από το αστείρευτο διεθνές επαναστατικό του ρεπερτόριο. Ανάμνηση που μοιράζομαι με πολλούς από τους μαθητές του, είτε συμπέσαμε στην ίδια συντροφιά είτε όχι.

Αντισυμβατικός και ως διανοητής και ως άνθρωπος, ερωτευμένος με τη ζωή και με την προοπτική μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας, μοιραζόταν απλόχερα τόσο ιστορίες από την πολιτική του δράση στην Αργεντινή όταν ήταν νέος όσο και έναν αστείρευτο διανοητικό πλούτο, που δεν χωρούσε στα όρια ενός μεμονωμένου ακαδημαϊκού κλάδου. Το μεταπτυχιακό και διδακτορικό πρόγραμμα που ίδρυσε το 1982 στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ, Iδεολογία και Aνάλυση Λόγου, είχε κάτι από την προσωπικότητά του, καθώς αντλούσε τόσο από την πολιτική θεωρία όσο και από τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη γλωσσολογία. Ήταν ένα πρόγραμμα αντισυμβατικό και προκλητικά αντίθετο προς τον εμπειρισμό και τον θετικισμό των πολιτικών επιστημών, που κυριαρχούσαν τόσο στο Τμήμα Πολιτικής (Government) του πανεπιστημίου όσο και στον ευρύτερο ακαδημαϊκό κλάδο. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται

Standard

WEB ONLY: ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΤΩΝ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ

του Χρήστου Τριανταφύλλου

 

Τις προάλλες, χαζεύοντας στο Facebook, έπεσε το μάτι μου σε αυτήν εδώ τη φωτογραφία, που ανέβασε η σελίδα του «105,5 Στο Κόκκινο».

tenekesΈγινε αμέσως ανάρπαστη, με 536 likes και 843 (!) κοινοποιήσεις, τη στιγμή που γράφω. Δικαίως η δημοφιλία, αφού παρουσιάζει μέσα σε σχεδόν γελοιογραφική συμπύκνωση ένα βασικό καίριο ζήτημα της πολιτικής σκηνής και δημόσιας σφαίρας –που σχολιάστηκε και πολύ επιτυχημένα προσφάτως (βλ. Αυγουστίνος Ζενάκος, «Καλύτερα αριστερός και πλούσιος παρά φτωχός και δεξιός», 20.12.2013 στην ιστοσελίδα του Unfollow). Καλά ως εδώ. Το πράγμα αρχίζει να αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον όμως όταν μπουν στο παιχνίδι και οι «δεύτερες σκέψεις»: η Αριστερά (ο ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω) λαϊκίζει, λαζοπουλικώ τω τρόπω, εκμεταλλεύεται τη δυστυχία φτωχών ανθρώπων για να προπαγανδίσει τα «θέλω» της, δεν παίζει δίκαια κ.ο.κ. Συνέχεια ανάγνωσης

Νέα επιστολή της Βάσως Κιντή

Standard

 Δημοσιεύσαμε την προηγούμενη Κυριακή επιστολή της Βάσως Κιντή  για το κείμενο  του Στρ. Μπουρνάζου «Το αλυσοπρίονο. Και το συνέδριο» («Ενθέματα», 14.7.2012) και απάντηση του συντάκτη του άρθρου. Δημοσιεύουμε σήμερα τη νέα επιστολή της Β. Κιντή, χωρίς αντ-ανταπάντηση του Στρ. Μπουρνάζου (και ενδεχόμενη νέα αντ-αντ-απάντηση). Οι αναγνώστες ας διαβάσουν τα κείμενα και ας κρίνουν.

Λουί Μπονάρ, "Η επιστολή", 1906

Λουί Μπονάρ, «Η επιστολή», 1906

Αγαπητέ Στρατή,

Λυπάμαι που επανέρχομαι, αλλά δεν περίμενα ότι έχεις ενδώσει στον δημοσιογραφικό λαϊκισμό. Τίποτε απ’ όσα περιέγραψες στο αρχικό σου κείμενο δεν ήταν αληθές. Η ημερομηνία δεν ήταν σωστή. Τα ΜΑΤ δεν εφόρμησαν με αλυσοπρίονο στην πόρτα του περιβόλου της Πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αθηνών όπως έγραφες, κανένα αλυσοπρίονο δεν μπήκε ποτέ σε λειτουργία, και ως εκ τούτου δεν το εμπόδισαν δεκάδες χέρια φοιτητών όπως υποστήριξες. Δεν ανέλαβε δράση ο κλειδαράς όπως ισχυρίστηκες (η πόρτα άνοιξε από το εσωτερικό όταν έφυγαν από πλαϊνή πόρτα οι φοιτητές) και όσοι φοιτητές συνελήφθησαν βρίσκονταν σε άλλο χώρο από εκεί όπου βρισκόταν εγκλωβισμένο το Συμβούλιο. Ούτε ψεκάστηκαν οι τρεις βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (Λαφαζάνης, Τσακαλώτος, Τσουκαλάς) που βρίσκονταν σε οπτική επαφή μαζί μας. Η φωτογραφία του αλυσοπρίονου που δημοσίευσες δεν αποδεικνύει ότι χρησιμοποιήθηκε, και μάλιστα υπό τις συνθήκες που περιγράφεις. Να μην ξεχνάμε δε ότι με σιδερένια μπάρα κρατούσαν φυλακισμένους οι φοιτητές τους καθηγητές τους (συνόδευαν δε ως δεσμοφύλακες τον πρύτανη και μέλη του Συμβουλίου στην τουαλέτα). Η (φανταστική) εικόνα που φιλοτέχνησες απέβλεπε μόνο στη δημιουργία εντυπώσεων.

Η απόφαση της Συγκλήτου του ΕΚΠΑ την οποία επικαλείσαι δεν υπεισέρχεται στις λεπτομέρειες των γεγονότων και στηρίχθηκε στην κρίση του πρύτανη κ. Θ. Πελεγρίνη, την οποία διαπιστώνω ότι εμπιστεύεσαι περισσότερο από τη δική μου μαρτυρία. Ίσως, δικαίως, δεδομένου ότι ο πρύτανης διοργάνωνε φιέστες αγανακτισμένων στα Προπύλαια με τον Νότη Μαριά και τη «Σπίθα». Αλλά ανέμενα ότι τουλάχιστον ως ιστορικός θα διέκρινες ανάμεσα σε πολιτική στάση και γεγονότα. Συνέχεια ανάγνωσης

Λαϊκιστικός και τεχνοκρατικός λόγος στις παρυφές της Αριστεράς

Standard

της Λίνας Θεοδώρου και του Φάνη Παπαγεωργίου

Αντρέ Ντεραίν, «Βάρκες», 1906

Αντρέ Ντεραίν, «Βάρκες», 1906

Ο πολιτικός λόγος, στην περίοδο της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, εμφανίζεται συχνά με τη μορφή ενός διπόλου: σχηματικά, στο ένα άκρο τίθεται ο λαϊκισμός και στο άλλο ο «ορθός λόγος» και ο τεχνοκρατισμός. Θεωρούμε ότι και οι δύο παραπάνω προσεγγίσεις έχουν κοινές μεθοδολογικές αφετηρίες και πολιτικές απολήξεις. Ας τις δούμε, σε αδρές γραμμές.

Από τη μία, ο λαϊκισμός μπορεί να αναχθεί σε ένα σχήμα που λέει «ο λαός ξέρει» και αυταξιακά έχει εγγεγραμμένη την έννοια της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης, μιλώντας από τον λαό για τον λαό, καταλήγοντας να εμφανίζεται, χονδροειδώς, ως λαϊκό αίσθημα. Αυτός ο πολιτικός λόγος εκφράζεται προνομιακά από τους Ανεξάρτητους Έλληνες, αλλά και τμήματα της Αριστεράς, έχει στοιχεία αντιιμπεριαλισμού, συνεχείς αναφορές στο έθνος και ομοιότητες με τον λόγο του ΠΑΣΟΚ του 1980. Βέβαια, ας σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλές εκδοχές λαϊκισμού· ορίζοντας τον λαϊκισμό με αυτό το σχήμα τον τοποθετούμε σε αντιδιαστολή με την έννοια του αριστερού λαϊκισμού όπως έχει αναλυθεί μεταξύ άλλων, λ.χ., από τον Νικόλα Σεβαστάκη: «Από την άλλη, η λαϊκή έκκληση της Αριστεράς φέρει μαζί της κάτι ουσιωδώς αντιδημαγωγικό και “διανοητικό” μαζί της. Εμπεριέχει δηλαδή μια ηθική και πολιτισμική απαίτηση, το κάλεσμα για απομάκρυνση του λαού από τις αυθόρμητες δοξασίες, από την αυτονόητη “λαϊκή ιδεολογία”» (N. Σεβαστάκης, «Το πιο δύσκολο στοίχημα. Σκέψεις με αφορμή τις γαλλικές εκλογές», «Ενθέματα», Η Αυγή, 29.4.2012). Συνέχεια ανάγνωσης

Σκέψεις για έναν «επι-θετικό» λαϊκισμό της Αριστεράς

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη

Φωτογραφία του Elliot Erwin, Παρίσι 1949

Ένα εκ των βασικότερων χαρακτηριστικών της βαθειάς κρίσης την οποία διέρχεται η Ελλάδα είναι και η σημαντική πύκνωση του ιστορικού χρόνου. Οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Μάιο και τον Ιούνιου του 2012 ανέδειξαν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το μέγεθος των ριζικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο· μετατοπίσεις και ανακατατάξεις που αναμένεται να συνεχίσουν να πραγματοποιούνται, πιθανότατα μάλιστα με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, όσο η κρίση σΑυνεχίζει να βαθαίνει και όσο δεν προβάλλει στον ορίζοντα μια πειστική προοπτική διεξόδου και συλλογικής ανάτασης.

Σε διάστημα λοιπόν λίγων μόνον ημερών γίναμε μάρτυρες ανατροπών και ρήξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή που στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζονται δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Άλλοι κομματικοί σχηματισμοί κατέρρευσαν και άλλοι εκτοξεύτηκαν κυριολεκτικά από την ανυπαρξία. Ανάμεσα σε άλλες συγκρούσεις και αντιφάσεις, στις δύο διαδοχικές αυτές εκλογές κορυφώθηκε με πρωτόγνωρη ένταση και η μέχρι πριν λίγα χρόνια μάλλον λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ λαϊκιστών και «αντιλαϊκιστών». Αυτή ακριβώς η σύγκρουση ως διακριτή διαιρετική τομή, αναδείχθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, σε κυρίαρχο διχασμό που επηρέασε σε σημαντικό βαθμό, αν δεν καθόρισε, τη σύγκρουση και στο επίπεδο άλλων διαιρετικών τομών, όπως αριστερά/δεξιά, ευρωπαϊσμός/αντιευρωπαϊσμός, μνημόνιο/αντιμνημόνιο, κ.ο.κ. Συνέχεια ανάγνωσης

Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Νικόλα Σεβαστάκη και του Γιάννη Σταυρακάκη

 Στη μνημονιακή συγκυρία, ο όρος «λαϊκισμός» έχει αναδειχθεί σε πασπαρτού κάθε μορφής δημόσιου λόγου. Εκτοξεύεται ως κατηγορία σε κάθε τηλεοπτικό πάνελ, διανθίζει την καθημερινή αρθρογραφία, θεμελιώνει και νομιμοποιεί πολιτικές επιλογές και απονομιμοποιεί άλλες. Τι είναι όμως ο λαϊκισμός; Τί συνδέει το «λαϊκό» με το «λαϊκιστικό»; Πώς ακριβώς συγκροτείται ο σύγχρονος αντιλαϊκιστικός λόγος; Πώς εξηγείται η σημερινή ριζοσπαστικοποίησή του; Τέλος, πώς επηρεάζει η κρίση το ελληνικό και το ευρωπαϊκό πεδίο της σύγκρουσης λαϊκισμού/αντιλαϊκισμού; Πρόκειται για επίκαιρα ερωτήματα που προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη και του Γιάννη Σταυρακάκη Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση (εκδόσεις Νεφέλη, 104 σελ.), από το οποίο σήμερα προδημοσιεύουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Σύγχρονος «αντιλαϊκισμός»: Από την πολιτική παθολογία στο πολιτισμικό κακό

του Νικόλα Σεβαστάκη

Στέλιος Αναστασιάδης, «Τα ανίψια, Σάκης και Βαγγελιώ», 1974

Tα τελευταία χρόνια, στην περίοδο δηλαδή που σημαδεύεται από την οικονομική και κοινωνική κρίση, επιστρέφει με τρόπο εμφατικότερο από ποτέ το σχόλιο για τον λαϊκισμό. Οι επιφυλλίδες των εφημερίδων, ο γαλαξίας των social media, οι διακηρύξεις πολιτικών προσώπων ή παραγόντων της οικονομικής ζωής, κατακλύζονται από αναφορές στον λαϊκισμό και στους λαϊκιστές. Η «επιστροφή» δεν σημαίνει ότι το θέμα είχε εκλείψει ή είχε ατονήσει ως αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Αλλά η «συνθήκη του Μνημονίου» φαίνεται να συστήνει εκ νέου τον λαϊκισμό με συναγερμικούς όρους, με όρους που υποβάλλουν πλέον ένα έσχατο δίλημμα. Ο λαϊκισμός παρουσιάζεται ως ο κεντρικός πυρήνας επώασης όλων των επιμέρους ζοφερών καταστάσεων που απειλούν τη χώρα, το έθνος, την κοινωνία με πραγματική κατάρρευση. […]

Το θέμα αυτής της μελέτης είναι συγκεκριμένο: η συγκρότηση του σημερινού αντιλαϊκιστικού λόγου. Σε αυτόν το λόγο, η αυτόματη σχεδόν διάγνωση (κάποιου είδους) λαϊκισμού συνυπάρχει με ευρύτερες αξιώσεις για την ερμηνεία της κρίσης και των αιτίων της. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, ο αντιλαϊκιστικός λόγος ενεργοποιεί μια βασική αφετηριακή πεποίθηση: ότι ο λαϊκισμός και ιδιαίτερα ένας αριστερόστροφος ή προοδευτικός/αντιστασιακός λαϊκισμός συνιστά εδώ και καιρό τον κύριο στρατηγικό εχθρό κάθε έλλογης πολιτικής, κάθε μεταρρυθμιστικής αγαθής βούλησης. Συνέχεια ανάγνωσης

Tο ιστορικό διακύβευμα είναι η δημιουργία μιας νέας ηγεμονίας

Standard

 Για το νέο κοινωνικό ζήτημα, τη σημασία της 6ης Μαΐου για την Ευρώπη, τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ, τον «αντιλαϊκισμό» ως μορφή λαϊκισμού, την «κυβέρνηση της Αριστεράς»

συνέντευξη του Αντώνη Λιάκου

Ρόμπερτ Μπερένι, «Γυμνή γυναίκα ξαπλωμένη», 1907

 Έπειτα από δύο χρόνια εφαρμογής του Μνημονίου, και στο περιβάλλον της διεθνούς κρίσης, με ποιους νέους όρους τίθεται σήμερα το κοινωνικό ζήτημα;

Στον 19o και στον 20ό αιώνα το κοινωνικό ζήτημα αφορούσε τη συμμετοχή και την ένταξη των εργατικών στρωμάτων στο κοινωνικό σώμα και στους πολιτικούς θεσμούς. Ήταν μια πορεία προοδευτικής ενσωμάτωσης. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: μια πορεία προοδευτικής απώθησης, απόσχισης, αποσωμάτωσης. Η απάντηση στο παλαιό κοινωνικό ζήτημα ήταν η δημιουργία του κράτους πρόνοιας, σήμερα η κατεδάφισή του. Τα τρία μεγάλα ζητήματα είναι βέβαια το δημοσιονομικό και η τύχη του ευρώ (που αφορά μια οικονομική και κοινωνική αρχιτεκτονική της Ευρώπης, αλλά και τη διαχείριση των δημόσιων θεσμών), δεύτερο το πρόβλημα της ανεργίας και της μη ανάπτυξης, που συμπαρασύρει συντάξεις και υγειονομική ασφάλιση, και τρίτο το πρόβλημα της μετανάστευσης με την ανασφάλεια που προκαλεί, η οποία, με τη σειρά της, τρέφει τον ρατσισμό και τον φασισμό.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου και η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει –και συγχρόνως συγκροτεί περαιτέρω– ένα ρεύμα αντίστασης, το οποίο φαίνεται να αποδεικνύεται ανθεκτικό και το αμέσως επόμενο διάστημα, επιμένει. Τι σηματοδοτεί, κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά, αυτό το ρεύμα;

Συγκεφαλαιώνει μετατοπίσεις οι οποίες συνέβησαν τα προηγούμενα χρόνια, δημιουργώντας αστερισμούς ιδεών και στάσεων. Την κριτική στην προηγούμενη περίοδο η οποία διεύρυνε τα χάσματα πλούτου και φτώχειας, ασφάλειας και ανασφάλειας, την κριτική στα ΜΜΕ και τον τιμωρητικό λόγο των συντηρητικών διανοουμένων, τον πολιτικαντισμό και τη στειρότητα των κομμάτων. Τα κινήματα Οccupy, και ό,τι έρχεται ως καλλιτεχνική διαμαρτυρία. Όταν οι πολιτικές μετατοπίσεις συνοδεύονται και από πολιτισμικές μετατοπίσεις, δείχνουν πού πάνε τα πράγματα. Είδατε λ.χ. καμιά μνημονιακή ταινία, ακούσατε κανένα μνημονιακό τραγούδι; Φυσικά, όλοι όσοι ψήφισαν το κόμμα αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην αριστεροί, και αυτό πρέπει να μας προβληματίζει για το αν πρέπει να σκεφτόμαστε τη γεωγραφία των ψηφοφόρων με πολιτικούς ή με κοινωνικούς χάρτες. Συνέχεια ανάγνωσης

Αυτογνωσία ή Αυτοκατάργηση;

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

 Διάβασα το μεγάλης έκτασης κείμενο που γράφτηκε από τον Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο και συνυπογράφεται από ακόμα πέντε γνωστές δημόσιες φωνές του χώρου της «Δημοκρατικής Αριστεράς» (δημοσιεύεται στο The Books Journal,  τεύχος 6, Απρίλιος 2011). Φέρει έναν πολύ εντυπωσιακό τίτλο: «Από την χρεοκοπία στην αυτογνωσία». Το περιεχόμενό του όμως είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό, με την έννοια ότι θα προκαλέσει θετικές ή αρνητικές εκπλήξεις, ανάλογα βέβαια με το πώς τοποθετείται ο αναγνώστης του, τόσο ως προς τις περιγραφές καταστάσεων όσο και ως προς την κατεύθυνση της προβληματικής του.

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927

Δεν είναι υπερβολή να πω ότι αισθάνθηκα παράξενα με το μοτίβο που διατρέχει τη συγκεκριμένη ανάλυση. Αναφέρομαι στην, πολύ συμβατική πλέον, αρνητική περιγραφή της Μεταπολίτευσης, των τριών τελευταίων δεκαετιών, ως μιας «ιστορίας [του] λαϊκισμού». Όχι όμως όποιου και όποιου λαϊκισμού, αλλά ενός αριστερού ή πάντως αριστερόστροφου λαϊκισμού στον οποίον, κατά τον συγγραφέα, βυθίστηκαν άπαντες: φυσικά το «ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ» αλλά και τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς, τα συνδικάτα, οι αντιεξουσιαστές, ακόμα και η συντηρητική παράταξη, ιδιαίτερα της τελευταίας κυβερνητικής θητείας. Αυτό είναι το πρώτο και βασικό σημείο το οποίο, φυσικά, δεν παρουσιάζει κάποια αναλυτική πρωτοτυπία. Προσφάτως, για παράδειγμα, στο συνέδριο του Economist ο διευθυντής του ΙΟΒΕ Γ. Στουρνάρας χαρακτήρισε την μεταπολιτευτική Ελλάδα «χώρα αριστερισμού». Η αναγωγή μιας αντιφατικής ιστορικής περιόδου στο μονοσήμαντο επίπεδο ενός κατακλυσμιαίου λαϊκισμού αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια προσφιλές εξηγητικό σχήμα στον λόγο της κεντροαριστερής ή κεντροδεξιάς σχολής των «εκσυγχρονιστών».

Ρενέ Μαγκρίτ, «Ο απατηλός καθρέφτης», 1928

Το κείμενο ωστόσο δεν εξαντλείται στη διεκτραγώδηση του λαϊκισμού της σύγχρονης ελληνικής περιπέτειας. Περισσότερο ενδιαφέρον έχουν κάποια βήματα παραπάνω στην ανατομία του ελληνικού προβλήματος. Στο επίκεντρο έρχεται εδώ το ελληνικό πρόβλημα ως ευθύνη της Αριστεράς ή ως υπαιτιότητα και της ελληνικής Αριστεράς. Κυρίως δε αυτής. Και σε αυτή την «Αριστερά» εντάσσονται άπαντες, από το επί δεκαετίες κυβερνών ΠΑΣΟΚ μέχρι τον αντιεξουσιαστικό χώρο, δίχως ιδιαίτερη αξιολόγηση των διαφορών ως προς τους ρόλους, τη θέση, τις πολιτικές κουλτούρες, τη σχέση με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αυτό το δεύτερο επίπεδο, το ερμηνευτικό σχήμα συμπληρώνεται και με έναν άλλον σημαντικό όρο: δεν είναι απλώς ο «λαϊκισμός» που έφερε την χρεοκοπία. Είναι, λένε, η διαμόρφωση μιας ατομικιστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας των διάσπαρτων ατομικιστικών απαιτήσεων, των μυριάδων «ιδιωτικών βουλήσεων» που έπνιξαν τον δημόσιο χώρο και οδήγησαν στην κατάρρευση της έννοιας του γενικού συμφέροντος. Και αυτό το οποίο προσθέτει μια ξεχωριστή πλοκή στην αφήγηση αφορά το βασικό υποκείμενο ή τον κύριο οργανωτή και εκφραστή αυτής της ατομικιστικής εξέγερσης εναντίον του γενικού συμφέροντος. Ο υπαίτιος κατονομάζεται: είναι, και εδώ, η ελληνική Αριστερά. Η Αριστερά που, κατά τον Παπαδημητρόπουλο και τους συνυπογράφοντες, πέρασε από την εποχή της αυτοθυσίας και της ανιδιοτελούς αφοσίωσης στο πεδίο του γενικευμένου ατομικισμού ως η αγωνιστική, μαχητική, οργανωμένη εκδοχή αυτού του ατομικισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο «ακροδεξιός μεσαίος χώρος»

Standard

του Νίκου Φίλη

Την περασμένη Τρίτη παρουσιάστηκε, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, το βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής ακροδεξιάς (εκδ. Αλεξάνδρεια), μια σπουδαία μελέτη, που φέρνει στο φως πληθώρα στοιχείων και προσφέρει ερμηνευτικά σχήματα για την κατανόηση της πορείας του ΛΑΟΣ, στο πλαίσιο της διεθνούς συζήτησης για την ακροδεξιά.

Το βιβλίο, με συντονιστή τον Δημήτρη Χριστόπουλο, παρουσίασαν ο Αλέκος Αλαβάνος, η Βασιλική Γεωργιάδου, η Θάλεια Δραγώνα, ο Θανάσης Κούρκουλας και ο Νίκος Φίλης, του οποίου και δημοσιεύουμε την ομιλία.

«ΕΝΘΕΜΑΤΑ»

Το εκκρεμές του Καρατζαφέρη: Ακροδεξιά και Μνημόνιο

Το τεκμηριωμένο βιβλίο του Δημήτρη Ψαρρά, που παρουσιάζουμε σήμερα, είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Δεν καταγράφει μια ιστορία που τελείωσε, αλλά ένα φαινόμενο που, όπως ο Ιανός, προσλαμβάνει πολλά και διαφορετικά πρόσωπα. Πρόκειται για το φαινόμενο του λαϊκισμού, ακριβέστερα του ακροδεξιού λαϊκισμού.

Δεν υποτιμώ τη δύναμη της τηλεόρασης και των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από τις οθόνες. Όμως, παρά τη δύναμή της, που παραστατικά περιγράφεται ως δύναμη πλύσης εγκεφάλου, η τηλεόραση δεν μπορεί να δημιουργήσει ανθεκτικά κόμματα, δηλαδή κόμματα που θα ξεφύγουν από την εικονική πραγματικότητα και θα διεκδικήσουν θέση στο πολιτικό σύστημα, επί δεκαπέντε χρόνια, όπως συμβαίνει με τον Γ. Καρατζαφέρη. Το ΛΑΟΣ ξεκίνησε ως τηλεοπτική επιχείρηση, αλλά κατόρθωσε να αποκτήσει την αναγνώριση των τηλεοπτικών αντιπάλων του και να μεταλλαχθεί σε κόμμα  νέου τύπου. Το κόμμα ως μέρος του μηντιακού συστήματος.

Δύο στοιχεία προσδιόρισαν τον δυναμισμό του ΛΑΟΣ στο ξεκίνημά του:

Το πρώτο είναι η κρίση εκπροσώπησης αλλά και στρατηγικής που είχε καθηλώσει τη Ν.Δ. στην αντιπολίτευση. Το ΛΑΟΣ, δηλαδή, ξεπήδησε ως ριζοσπαστική-ακροδεξιά εκδοχή από τον συντηρητικό χώρο που βρισκόταν σε κρίση. Σε συνθήκες μάλιστα εύθραυστου εκλογικού ισοζυγίου ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. (στις εκλογές του 2000 κοιμηθήκαμε με κυβέρνηση Καραμανλή και ξυπνήσαμε και πάλι με κυβέρνηση Σημίτη), σ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ διέβλεψε ότι η ακροδεξιά σφήνα στη Ν.Δ. θα μεταβάλει υπέρ του τον εκλογικό συσχετισμό. Ανοιχτά άλλωστε ο Κ. Σημίτης είχε χαρακτηρίσει πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα της χώρας την ανυπαρξία αυτόνομου ακροδεξιού κόμματος, επικαλούμενος την ευρωπαϊκή πραγματικότητα των διαφορετικών πολιτικών οικογενειών του συντηρητικού χώρου. Σε αυτή την πολιτική υστεροβουλία πρέπει να αναζητήσουμε την τηλεοπτική πριμοδότηση του Καρατζαφέρη. Συνέχεια ανάγνωσης

Κάτι συμβαίνει εδώ: Σχετικά με την «πολιτική της οργής»

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

 

Χαρακτικό του Όττο Νίκελ, από το λεύκωμα «Πεπρωμένο» (1930)

Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για το πολιτικό παιχνίδι με τους κοινωνικούς φόβους που παίζεται στο όνομα μιας «ηθικής της ευθύνης». Αυτό το παιχνίδι έχει τους επαγγελματίες, τους χορηγούς, τους λειτουργούς του στα μέσα επικοινωνίας και στο χώρο της διανόησης. Σχηματικά λέμε ότι αυτός είναι ο χώρος του Μνημονίου, το πεδίο στο οποίο κινούνται, με διαφορετικές ταχύτητες και εντάσεις, όλες εκείνες οι φωνές που πιστεύουν ότι η οριστική υπέρβαση της Μεταπολίτευσης (το περιβόητο finis) πρέπει να είναι μια φυγή προς τα εμπρός με όρους ανταγωνισμού, απελευθέρωσης της επιχειρηματικότητας, εργασιακής και κοινωνικής πειθάρχησης σε μια ανώτερη καπιταλιστική «ορθολογικότητα».

Έχει ωστόσο ενδιαφέρον ότι, από μια άλλη πλευρά, κάποιες πολύ διαφορετικές δυνάμεις προβάλλουν με τη σειρά τους την ίδια επιθυμία υπέρβασης. Μοιράζονται ένα αντίστοιχης δραματικότητας ανορθωτικό-εξυγιαντικό πάθος. Μόνο που αυτές οι φωνές ομνύουν, όπως ισχυρίζονται, στο αντι-σύστημα και όχι στο σύστημα. Εμφανίζονται όλο και πυκνότερα ως ένα κομμάτι του κόσμου της διαμαρτυρίας και της λαϊκής αγανάκτησης. Σε ένα μπλογκ διεξάγεται αυτές τις μέρες μια «ψηφοφορία» με θέμα: σε ποιων τα σπίτια θέλετε να διαδηλώσετε περισσότερο; Από κάτω έχει μια σειρά ονομάτων ηγετικών στελεχών από τα δυο μεγάλα κόμματα. Το συγκεκριμένο μπλογκ είναι εξάλλου ένας από τους σπόνσορες της πρωτοβουλίας με το μεγαλειώδες όνομα «Κίνημα Λαού» η οποία διαδήλωσε έξω από το σπίτι του Άκη Τσοχατζόπουλου και του Σημίτη. Συνέχεια ανάγνωσης

Χρήσεις και καταχρήσεις της έννοιας του «λαϊκισμού»

Standard

Ο λαός δεν είναι μια άξεστη και αμαθής μάζα

του Ζακ Ρανσιέρ

μετάφραση: Φλώριος Πλατζιαφλόρας

 

 

Έργο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς

Δεν περνά ούτε μια μέρα που να μην ακούσουμε καταγγελίες για τον κίνδυνο του λαϊκισμού. Κι όμως δεν είναι εξίσου εύκολο να καθορίσουμε την ακριβή σημασία της λέξης. Ποιος είναι λαϊκιστής; Εξετάζοντας τις διάφορες σημασίες και τη ρευστότητα του όρου, διαπιστώνουμε ότι τρία είναι τα ουσιώδη στοιχεία που ορίζουν τον λαϊκισμό, στο πλαίσιο του κυρίαρχου λόγου: Πρώτον, ένας τρόπος απεύθυνσης κατευθείαν στον λαό, που παρακάμπτει τους εκπροσώπους και τους αξιωματούχους­· δεύτερον, ο ισχυρισμός ότι οι κυβερνήσεις και οι κυβερνώσες ελίτ μεριμνούν περισσότερο για τα δικά τους συμφέροντα παρά  για το δημόσιο συμφέρον· τρίτον,  μια ταυτοτική ρητορική που εκφράζει φόβο και απόρριψη των ξένων.

Είναι σαφές, βέβαια, ότι δεν υπάρχει κάποια αναγκαία σχέση που συνδέει μεταξύ τους τα τρία  αυτά χαρακτηριστικά. Το ότι υπάρχει μια οντότητα που αποκαλείται «λαός», η οποία αποτελεί την πηγή κάθε εξουσίας και το σώμα στο οποίο απευθύνεται προνομιακά ο πολιτικός λόγος, είναι μια πεποίθηση που ενέπνεε παλαιότερα όλους όσους μιλούσαν από τη σκοπιά της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Δεν συνδέεται με καμιάς μορφής ρατσιστικά ή ξενοφοβικά αισθήματα.

Δεν χρειαζόμαστε κανέναν δημαγωγό για να μας αποκαλύψει ότι οι πολιτικοί μας σκέφτονται την καριέρα τους και όχι το μέλλον των συμπολιτών τους ή ότι οι ηγέτες μας συναγελάζονται στενά με τους εκπροσώπους των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων: οι ίδιες εφημερίδες που καταγγέλλουν τη «λαϊκιστική» ασυδοσία, μας προσφέρουν καθημερινά τις  πιο λεπτομερείς αποδείξεις. Από την πλευρά τους, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων που θεωρούνται «λαϊκιστές», όπως ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή ο Νικολά Σαρκοζί, αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διακινήσουν τη «λαϊκίστικη» ιδέα ότι οι ελίτ είναι διεφθαρμένες. Ο όρος «λαϊκισμός» δεν χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάποια συγκεκριμένη πολιτική δύναμη. Δεν αναφέρεται σε καμιά ιδεολογία, ούτε καν ένα συγκροτημένο πολιτικό στυλ. Χρησιμεύει απλώς για να φιλοτεχνήσει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα του λαού.

Κι αυτό επειδή «ο λαός» δεν υπάρχει. Εκείνο που υπάρχει είναι διαφορετικές ή και ανταγωνιστικές εικόνες του λαού, που έχουν φτιαχτεί  η καθεμιά με την επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων μορφών συνάθροισης, ορισμένων διακριτικών χαρακτηριστικών, κάποιων ικανοτήτων ή αδυναμιών. Η έννοια του λαϊκισμού κατασκευάζει έναν λαό που τον χαρακτηρίζει το ακαταμάχητο κράμα μιας ικανότητας (της ωμής δύναμης του πλήθους) και μιας αδυναμίας (της άγνοιας που αποδίδεται επίσης στο πλήθος). Γι’ αυτό ακριβώς, το τρίτο στοιχείο, ο ρατσισμός, έχει ουσιώδη σημασία. Χρησιμεύει για να δείξει στους δημοκράτες, πάντα επιρρεπείς σε  έναν αφελή ιδεαλισμό, τι εστί λαός στην πραγματικότητα: ένα κοπάδι κυριευμένο από ένα από μια πρωτογενή ενόρμηση απόρριψης, που μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα κατά των κυβερνώντων τους οποίους θα ξεσκεπάσει ως προδότες, αδυνατώντας να κατανοήσει την συνθετότητα των πολιτικών διαδικασιών, αλλά και κατά των ξένων που ο λαός αυτός τους φοβάται λόγω της αταβιστικής του προσκόλλησης σε έναν τρόπο ζωής που απειλείται από τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη. Η έννοια του λαϊκισμού επαναφέρει μια εικόνα του λαού που εισήγαγαν στα τέλη του 19ου αιώνα στοχαστές όπως ο Ιππόλυτος Ταιν και ο Γουσταύος Λε Μπον, τρομοκρατημένοι από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος: του άξεστου πλήθους, του όχλου που εντυπωσιάζεται από τα ηχηρά συνθήματα των «μπροστάρηδων» και άγεται σε ακραίες βιαιότητες διαμέσου της διασποράς ανεξέλεγκτων διαδόσεων και ενός μεταδοτικού φόβου.

Κατά πόσον όμως  μπορούμε να μιλάμε για τέτοια επιδημικά ξεσπάσματα ενός τυφλωμένου όχλου που άγεται από χαρισματικούς ηγέτες στη σημερινή Γαλλία; Όσες διαμαρτυρίες κι αν διατυπώνονται καθημερινά απέναντι στους μετανάστες, και ιδίως τους «νέους των προαστίων», πάντως δεν παίρνουν τη μορφή μαζικών λαϊκών διαδηλώσεων. Αυτό που αποκαλούμε ρατσισμό σήμερα στη χώρα μας είναι, κατά βάση, ο συνδυασμός δύο στοιχείων. Το πρώτο είναι μια σειρά διακρίσεις όσον αφορά την εύρεση εργασίας ή την ενοικίαση κατοικίας. Το δεύτερο είναι μια σειρά κρατικές ενέργειες, καμία από τις οποίες δεν υπήρξε αποτέλεσμα κάποιου μαζικού κινήματος: περιορισμοί για την είσοδο στη χώρα, μη νομιμοποίηση ανθρώπων που δουλεύουν, καταβάλλουν εισφορές και πληρώνουν φόρους εδώ για πολλά χρόνια, περιορισμένη εφαρμογή του «δικαίου του εδάφους», διπλές ποινές (διοικητικές και δικαστικές),  νόμοι κατά της μαντίλας και της μπούρκας, φορολογία για την εξεύρεση πόρων που θα χρησιμοποιηθούν για  την «επαναπροώθηση» μεταναστών ή τη διάλυση νομαδικών καταυλισμών. Αυτά τα μέτρα έχουν πρωταρχικό στόχο να καταστήσουν επισφαλή  τα εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα ενός  τμήματος του πληθυσμού, και να δημιουργήσουν  έναν αριθμό ξένων εργαζομένων που μπορεί ανά πάσα στιγμή να απελαθεί  στις χώρες τους και Γάλλων που δεν θα είναι βέβαιοι για την παραμονή τους.

Τα παραπάνω μέτρα στηρίζονται από μια ιδεολογική καμπάνια που νομιμοποιεί αυτή τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων κάποιων, με το επιχείρημα ότι αυτοί δεν διαθέτουν ορισμένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα. Δεν είναι όμως οι «λαϊκιστές» του Εθνικού Μετώπου εκείνοι που ξεκίνησαν αυτή την εκστρατεία. Είναι οι διανοούμενοι, και μάλιστα της Αριστεράς, εκείνοι που ανακάλυψαν το εξής ακαταμάχητο επιχείρημα: αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι αληθινά Γάλλοι, γιατί δεν είναι εκκοσμικευμένοι.

Το πρόσφατο «ολίσθημα» της Μαρίν Λε Πεν είναι εξαιρετικά διδακτικό επ’ αυτού: στην πραγματικότητα συμπύκνωσε σε  μια συγκεκριμένη εικόνα μια ακολουθία (μουσουλμάνος=ισλαμιστής=ναζί), λίγο πολύ διαδεδομένη και στη δημοκρατική ρητορεία.  Η «λαϊκιστική» άκρα δεξιά δεν εκφράζει ένα ξενοφοβικό πάθος, που πηγάζει από τα βάθη του λαϊκού σώματος· είναι ένας δορυφόρος που εκμεταλλεύεται προς όφελός του τις στρατηγικές του κράτους και τις καμπάνιες των διανοουμένων υπέρ των διακρίσεων. Το κράτος συντηρεί ένα μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας που μπορεί να συνδυάζει από την απειλή της κρίσης και της ανεργίας μέχρι το λιώσιμο των πάγων και τη ρύπανση του περιβάλλοντος, για να τις χωνέψει όλες στην υπέρτατη απειλή, την ισλαμική τρομοκρατία. Η άκρα δεξιά προσθέτει τα χρώματα της σάρκας και του αίματος στο πορτρέτο που έχουν ήδη σκιαγραφήσει με ακρίβεια τα υπουργικά μέτρα και ο λόγος των ιδεολόγων.

Έτσι, ούτε οι «λαϊκιστές» ούτε ο λαός που φιλοτεχνούν  οι τελετουργικές καταγγελίες του λαϊκισμού ανταποκρίνονται πραγματικά στον ορισμό τους. Αλλά αυτό λίγο ενδιαφέρει όσους τους επισείουν ως φαντάσματα. Το κρίσιμο, γι’ αυτούς,  είναι να αναμίξουν σε ένα ακατάλυτο αμάλγαμα αυτή καθαυτή την ιδέα του λαού της Δημοκρατίας με την ιδέα του επικίνδυνου όχλου. Και να εξάγουν το συμπέρασμα πως πρέπει όλοι να αποδεχτούμε αυτούς που μας κυβερνούν, καθώς οποιαδήποτε αμφισβήτηση της νομιμότητας και του κύρους τους ανοίγει την πύλη προς τον ολοκληρωτισμό. «Καλύτερα μια δημοκρατία-μπανανία, παρά μια φασιστική Γαλλία» ήταν ένα από τα απεχθέστερα  συνθήματα κατά του Λεπέν τον Απρίλιο του 2002. Ο καταιγισμός που δεχόμαστε σήμερα για τους θανάσιμους κινδύνους του λαϊκισμού επιδιώκει να εμπεδώσει, στο πεδίο της θεωρίας, την ιδέα ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Σημείωση των «Ενθεμάτων». Όπως μας επισήμαναν κάποιοι φίλοι, και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το κείμενο έχει ήδη δημοσιευτεί, σε άλλες μεταφράσεις, στο μπλογκ Radical Desire στις 6.1.2011 (radicaldesire.blogspot.com/2011/01/blog-post_7508.html) και στο σάιτ «Προοδευτική Πολιτική» στις 7.1.2011 ( http://www.ppol.gr/cm/index.php?Datain=6600&LID=1)

 

Λαϊκισμός: έγκλημα ή διέξοδος;

Standard

του Γιώργου Κατσαμπέκη και του Γιάννη Σταυρακάκη

«Όμως μέσα στο κομματικό σύστημα ελλόχευε μία ωρολογιακή βόμβα: O λαϊκισμός»

Γιάννης Λούλης (Ημερησία, 6.11.2010)

 

«Αν ο λαϊκισμός ήταν θρησκεία, η Ελλάδα θα ήταν Πακιστάν»

Στέφανος Κασιμάτης (Η Καθημερινή, 22.9.2010)

 

«Λαϊκισμός: 1. α. Πολιτική φιλοσοφία που υποστηρίζει τα δικαιώματα και την εξουσία του λαού

στην πάλη του ενάντια στην προνομιούχο ελίτ.

β. Το κίνημα που οργανώνεται γύρω από αυτή τη φιλοσοφία. […]»

American Heritage Dictionary

 

Ντέιβιντ Μπουρλιούκ, "Αμερικανοί εργάτες", 1922

Κάτι τρέχει με τον λαϊκισμό. Γιατί τροφοδοτεί άραγε συνεχώς ανησυχητικές διατυπώσεις, όπως οι δύο πρώτες παραπάνω; Φαίνεται πως δε περνά ούτε μέρα που να μην διαβάσουμε κάτι γι’ αυτή την τρομερή αρρώστια της πολιτικής που κατατρώει τη δημοκρατία μας και απειλεί να εκραγεί ως βόμβα στα χέρια του πολιτικού συστήματος που τον ανέθρεψε, οδηγώντας μας όλους στο χάος. Ιδού λοιπόν ο εχθρός: Ο λαϊκισμός! Αυτός υποτίθεται πως φταίει διαχρονικά για όλα τα δεινά μας και σίγουρα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα η χώρα.

Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο βεβαίως. Ως γνωστόν, οι πολιτικοί –τόσο της χώρας μας όσο και οι ομόλογοί τους σε πολλές δημοκρατίες της Ευρώπης– δεν χάνουν ευκαιρία να μιλήσουν για τον εγκληματικό λαϊκισμό του αντιπάλου (προσοχή εδώ: πάντα του αντιπάλου), σε αντίθεση με τη δική τους «υπεύθυνη» στάση που συνήθως παραπέμπει σε μια αγιοποιημένη πια έννοια της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης στο πολιτικό κέντρο. Δεν ήταν τυχαίο το δίλημμα προ του οποίου μας έθετε, πριν από λίγο μόνον καιρό και συγκεκριμένα στις ευρωεκλογές του 2009, η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή και το οποίο αξίζει να θυμηθούμε: «Λαϊκισμός ή Υπευθυνότητα». Το εν λόγω δίλημμα αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση αυτής ακριβώς της λογικής. Και η ειρωνεία είναι πως, ακόμα και αν δεν τέθηκε ρητά, προ αυτού του διλήμματος μας έθεσε πολύ πρόσφατα και η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές: «είτε υποκύπτετε (εσείς, ο λαός) στον λαϊκισμό του αντιμνημονιακού μπλοκ, είτε τηρείτε μια υπεύθυνη πατριωτική στάση και ανανεώνετε την εμπιστοσύνη σας στην κυβέρνηση». Αυτό δεν ειπώθηκε με λίγα λόγια;

Δεδομένης της προνομιακής θέσης που κατέχει ο όρος στο λεξιλόγιό μας, πώς οριοθετείται σήμερα το νοηματικό εύρος του «λαϊκισμού»; Στον εγχώριο πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο, ο λαϊκιστής έχει ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό (αν όχι απόλυτα) με τον «δημαγωγό» ή τον «δημοκόπο». Για να το θέσουμε με όσο το δυνατόν απλούστερους όρους, αποδίδεται σε εκείνους τους πολιτικούς (αν και όχι μόνον σε πολιτικούς) που κολακεύουν αφειδώς το λαό, υποσχόμενοι πράγματα τα οποία δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν. Σε εκείνους που καθορίζουν ακόμα και τις μεσοπρόθεσμες πολιτικές τους με βάση τη λογική της εξασφάλισης μερικών ψήφων παραπάνω σε κάποιες επερχόμενες εκλογές (σχετική εδώ και η περιβόητη «παροχολογία», σχεδόν συνώνυμη –όσον αφορά τα εγχώρια– του λαϊκισμού, όπως και η συζήτηση περί «πολιτικού κόστους»). Κανείς φυσικά δεν μπορεί να νομιμοποιεί αυτά τα φαινόμενα. Γιατί, όμως, οι διάφοροι πολιτικοί και δημοσιολόγοι δεν χρησιμοποιούν άλλους, πιο ταιριαστούς ίσως για την περιγραφή τους, όρους, όπως «δημαγωγός», «λαοπλάνος» ή και «λαοκόλακας»;

Μήπως, τελικά, ή αποκλειστική ταύτιση του «λαϊκισμού» με αυτές τις (υπαρκτές) παθογένειες της δημοκρατίας, μας κάνει να παραβλέπουμε κάποιες άλλες ουσιώδεις πτυχές του;  Συνέχεια ανάγνωσης