Σπίτια στο σφυρί

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 spitiΌλον τον Αύγουστο, που υποτίθεται πως δεν υπάρχουν ειδήσεις, τα κανάλια αναφέρονταν συχνά στην «άρση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας»· μακάρι να κυριολεκτούσαν, και να αίρονταν, παναπεί να καταργούνταν, οι αποφασισμένοι πλειστηριασμοί, όμως ήταν μια φριχτά παραπλανητική φραστική οικονομία αφού εννοούσαν «άρση της αναστολής πλειστηριασμών», αναστολή που είχε θεσπιστεί το 2008 και στις 31 Δεκεμβρίου 2013 εκπνέει, οπότε, αν δεν παραταθεί, κινδυνεύουν χιλιάδες συμπολίτες μας που αδυνατούν να πληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο, κι έτσι θα βγουν σπίτια σε πλειστηριασμό, θα βγουν στο σφυρί όπως λέμε, έκφραση γεννημένη από το σφυράκι που χρησιμοποιεί ο διευθυντής της δημοπρασίας για να κατακυρώνει το έκθεμα στον πλειοδότη.

Το σπίτι και η κατοικία θα είναι λοιπόν οι λέξεις του μήνα. Η κατοικία παράγεται από την «οικία» και αυτή από τον «οίκο», που είναι λέξη αρχαία, και αντικατέστησε το ακόμα αρχαιότερο «δόμος» που περιέπεσε σε αχρησία. Στα αρχαία ελληνικά, η οικία είχε σημασία πιο στενή από τον οίκο· περιέγραφε το οίκημα καθαυτό, το κτίριο της διαμονής, ενώ ο οίκος δήλωνε όλη την περιουσία, κινητή και ακίνητη, του ιδιοκτήτη.

Οι λέξεις οικία και οίκος διατηρούνται βέβαια και στα νέα ελληνικά, αν και η οικία μόνο σε επίσημο ύφος χρησιμοποιείται, ή σε σατιρικό (καλώς ορίσατε εις την οικία του σπιτιού μου, έλεγε ένας αγαπημένος φίλος), ενώ ο οίκος μόνο σε εξειδικευμένες χρήσεις (οίκος ευγηρίας, εκδοτικός οίκος, οίκος μόδας, το άλλο που σκεφτήκατε), πολλές από τις οποίες είναι μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά ή τα γαλλικά. Βέβαια, η ρίζα οικο- είναι πανταχού παρούσα στο νεότερο λεξιλόγιο, καμιά φορά λιγάκι κρυμμένη (διότι και ο νοικοκύρης από εκεί παράγεται, με επανανάλυση της αιτιατικής: τον οικοκύρη à το νοικοκύρη), και μάλιστα έχει πάρει νέα ορμητική ώθηση μετά την εμφάνιση της οικολογίας, ως αντίληψης, ως επιστήμης και ως ορολογικού πεδίου, με τους πάμπολλους νεολογισμούς που γεννήθηκαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η καρδιά χτυπάει αριστερά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

Μαρκ Σαγκάλ, «Επανάσταση», 1937 (λεπτομέρεια)

Μαρκ Σαγκάλ, «Επανάσταση», 1937 (λεπτομέρεια)

 Στο προηγούμενο, πασχαλινό μας άρθρο είχαμε λεξιλογήσει γύρω από το κόκκινο χρώμα, οπότε ταιριάζει τώρα να εξετάσουμε τα λεξιλογικά της αριστεράς, της πολιτικής παράταξης εννοώ. Αμέσως βλέπουμε την πρώτη ιδιαιτερότητα του όρου: η Αριστερά, σαν λέξη, διατηρεί την καθαρευουσιάνικη κατάληξή της· κι ενώ το θηλυκό του επιθέτου «αριστερός» είναι «αριστερή», και λέμε, π.χ., για αριστερή πολιτική, αριστερή συμμαχία ή αριστερή συσπείρωση, όταν έχουμε το ουσιαστικοποιημένο επίθετο και θέλουμε να αναφερθούμε στην παράταξη, τότε υιοθετούμε τον καθαρεύοντα τύπο, η Αριστερά, και κανείς ποτέ δεν διανοήθηκε να πει «η Αριστερή», με εξαίρεση μερικούς αντίθετους που ειρωνεύονται, όχι και πολύ πρωτότυπα, τη χρήση δημοτικών τύπων (αλλά η σχέση Αριστεράς και γλώσσας είναι ένα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα που αξίζει χωριστό άρθρο). Συνέχεια ανάγνωσης

Ανεργία, εργασία και δουλειά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Κάποιες ειδήσεις ξεσπούν με κρότο, κυριαρχούν στην επικαιρότητα και τραβάνε αμέσως την προσοχή, κάποιες άλλες πλησιάζουν αθόρυβα, και καμιά φορά είναι οι πιο επικίνδυνες. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στην Αυγή, η ανεργία στο τέλος του 2013, κατά το αισιόδοξο σενάριο θα φτάσει το 27,6%. Η αύξηση της ανεργίας, στην Ελλάδα και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ειδικά των νέων, με ποσοστά πλειοψηφικά πλέον, που ξεπερνούν αρκετά το 50% στη χώρα μας και σε άλλες χώρες του Νότου, είναι κάτι που δεν αποτελεί συνταρακτική είδηση αλλά θλιβερή πραγματικότητα.

Η λέξη άνεργος εμφανίζεται μια φορά όλη κι όλη σε κείμενα της κλασικής αρχαιότητας και φυσικά όχι με τη σημερινή σημασία· στην Ελένη του Ευριπίδη, διεκτραγωδείται η τύχη της Τροίας, που οδηγείται στον όλεθρο «δι έργ’ άνεργα», για πράξη που δεν έγινε. Η λέξη ανεργία, εμφανίζεται και αυτή στην ελληνιστική εποχή με τη σημασία της απραξίας, αλλά με τη σημερινή της σημασία είναι ουσιαστικά παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, αφού και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τότε εμφανίστηκαν οι αντίστοιχες λέξεις με αυτή τη σημασία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Σύντροφοι όλων των γλωσσών…

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 communismΌπως και τον περασμένο μήνα, που είχαμε μιλήσει για την αλληλεγγύη, έτσι και στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε μια λέξη που θα μας χρειαστεί και που θα θέλαμε να ακούμε συχνότερα, τη λέξη συντροφικότητα και, μαζί μ’ αυτήν, τη λέξη σύντροφος. Κι αν η συντροφικότητα είναι λέξη σύγχρονη, του εικοστού αιώνα, ο σύντροφος μάς έρχεται από την κλασική αρχαιότητα: είναι αυτός που ανατράφηκε μαζί με κάποιον άλλον, που συνδέεται στενά μαζί του, ο συμπαραστάτης· και ήδη από την αρχαιότητα έχει πάρει και μεταφορικές σημασίες, όπως στη γνωστή αποφθεγματική φράση του Δημάρατου που μας παραδίδει ο Ηρόδοτος, ότι «τη Ελλάδι πενίη … σύντροφος εστί», η φτώχεια είναι συνυφασμένη με την Ελλάδα.

Στα νεότερα χρόνια η λέξη πήρε διάφορες επιπλέον σημασίες, έτσι σύντροφος ονομάστηκε ο συνεταίρος, και συντροφία η εμπορική εταιρεία, με την συχνή παλιότερα συντομογραφία Σία, π.χ. Γεωργόπουλος και Σία. Σύντροφος λέγεται και αυτός που ζει μαζί μας, με τον οποίο συνδεόμαστε με ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση, το ταίρι μας, ο/η σύζυγος κάποτε, ιδίως όταν λέμε για τον σύντροφο της ζωής μας, αλλά και ο ερωτικός σύντροφος, ενώ τελευταία, όλο και περισσότερο, η λέξη «σύντροφος» χρησιμοποιείται στον Τύπο για οποιαδήποτε ερωτική σχέση εκτός γάμου, όχι απαραίτητα μακρόχρονη. Και βέβαια, η λέξη «σύντροφος» είναι προσφώνηση ανάμεσα σε μέλη κομμουνιστικών, αριστερών και σοσιαλιστικών κομμάτων ή κινημάτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια λέξη που θα θέλαμε ν’ ακούμε πιο συχνά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αφίσα του Ουώλτερ Κρέιν, τέλη του 19ου αιώνα

Αφίσα του Ουώλτερ Κρέιν, τέλη του 19ου αιώνα

Το προηγούμενο άρθρο, που ήταν ανασκόπηση των λέξεων του 2012, τελείωνε με την ευχή να ακουστούν ακόμα περισσότερο μέσα στο 2013 μερικές λέξεις που ήδη ακούστηκαν αρκετά τη χρονιά που μας πέρασε· μια απ’ αυτές ήταν και η λέξη αλληλεγγύη, που θ’ αποτελέσει και το θέμα του σημερινού μας σημειώματος.

Σύμφωνα με τα λεξικά, αλληλεγγύη είναι η σχέση αμοιβαίας (ηθικής και υλικής) στήριξης ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας ή κοινωνικής ομάδας ή τάξης, ή, πιο χαλαρά, η συμπαράσταση σε κάποιους που δοκιμάζονται ή αγωνίζονται.

Για να αρχίσουμε από την αρχή, η αλληλεγγύη δεν είναι λέξη της κλασικής αρχαιότητας, αλλά μεταγενέστερη· προέρχεται από την αντωνυμία αλλήλων και το ουσιαστικό εγγύη, που σήμαινε την εγγύηση· άρα η αμοιβαία εγγύηση. Η εγγύη είναι ομηρική λέξη και ετυμολογείται από την πρόθεση εν και το αμάρτυρο πανάρχαιο ουσιαστικό *γύα, που είναι το χέρι και ειδικότερα η κοιλότητα του χεριού: πρόκειται δηλαδή για το τίμημα που δίνουμε στο χέρι του άλλου.

Η ίδια η λέξη αλληλεγγύη χρησιμοποιείται μια φορά όλη κι όλη στη μεταγενέστερη γραμματεία, σε έναν ιταλιώτη βυζαντινό ποιητή του 13ου αιώνα, αλλά το ουσιαστικό το αλληλέγγυον εμφανίζεται στη βυζαντινή νομοθεσία: ήταν ένα φορολογικό μέτρο που θέσπισε ο Βασίλειος ο Β΄ το 1002, που όριζε ότι οι πλούσιοι (οι δυνατοί, όπως τους έλεγαν) οφείλουν να πληρώνουν τον φόρο των μικροϊδιοκτητών (των ταπεινών) που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια τους και αδυνατούσαν να πληρώσουν, χωρίς όμως να μπορούν να τα καρπωθούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Και το νερό νεράκι

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 Την εβδομάδα που μας πέρασε ψηφίστηκε από τη Βουλή το νομοσχέδιο για τις αποκρατικοποιήσεις, έστω και με κάποιες απώλειες, αφού επιμέρους άρθρα καταψηφίστηκαν, όσο κι αν προσπαθούσε ο προεδρεύων της Βουλής κ. Τραγάκης να μας πείσει ότι βάσει των νέων μνημονιακών μαθηματικών που πρόκειται να εισαχθούν, το 146 θα θεωρείται μεγαλύτερο από το 147 όταν συμφέρει την κυβέρνηση. Έτσι, ψηφίστηκε η κατάργηση του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής του δημοσίου σε μια σειρά μεγάλους πρώην δημόσιους οργανισμούς· και δεν είναι τυχαίο ότι το μέτρο που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, που σχολιάστηκε δυσμενέστερα από την κοινή γνώμη, ήταν η αποκρατικοποίηση της ΕΥΔΑΠ. Βλέπετε, το νερό θεωρείται από τα στοιχειώδη αγαθά για τη ζωή, είμαστε μαζί του από την αρχή του χρόνου, σε αντίθεση, ας πούμε, με νεόκοπους πόρους όπως το πετρέλαιο ή τον ηλεκτρισμό, οπότε εύλογο είναι να το θεωρούμε αναπαλλοτρίωτο αγαθό. Για το νερό θα μιλήσουμε σήμερα, όσο μπορούμε ακόμα χωρίς να πληρώνουμε τέλη. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι λίστες των ληστών

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Χαρακτικό του Τζιάκομο Πάτρι, 1940

Πυκνή και πολύμορφη η επικαιρότητα, και προβληματιζόμουν ποια λέξη να διαλέξω για το άρθρο του μηνός, αλλά τις τελευταίες μέρες βγήκα από το δίλημμα αφού εισέβαλε ορμητική στα πρωτοσέλιδα και στα δελτία ειδήσεων η λέξη «λίστα», και μάλιστα όχι μία μόνο λίστα, αλλά μπόλικες: η λίστα των 32 βουλευτών από τη μια, η λίστα των 36 από την άλλη, μέχρι που ήρθε και τις επισκίασε όλες η λίστα Λαγκάρντ, η λίστα των 1991 μεγαλοκαταθετών στην Ελβετία, που κάποιοι από αυτούς, στατιστικά αν το πάρεις, θα είναι και μεγαλοφοροφυγάδες· και μονοπώλησε τη συζήτηση η λίστα αυτή εξαιτίας των κωμικοτραγικών περιστατικών που διαδραματίστηκαν, όταν αρχικά μας έλεγαν πως το στικάκι ή φλασάκι (ή το σιντί) που την περιείχε χάθηκε μυστηριωδώς ανάμεσα στη μαμή και τη λεχώνα που λέει η παροιμία, δηλαδή ανάμεσα στο Υπουργείο Οικονομικών και στο ΣΔΟΕ, λες κι ήταν κάτι ασήμαντο, ας πούμε το χαρτάκι για τα ψώνια (κρασί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά που έλεγε η παλιά διαφήμιση), μέχρι που μερικές μέρες μετά βγήκε ο κ. Βενιζέλος και θυμήθηκε ότι είχε κρατήσει αντίγραφο, αλλά έσπευσε να διευκρινίσει ότι εφόσον είναι προϊόν υποκλοπής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί νομίμως και σε επόμενη ανακοίνωση ανέλυσε καταλεπτώς τους λόγους· και αναρωτιέται κανείς, τι περισσότερο θα έλεγε ένας συνήγορος των μεγαλοκαταθετών, ιδίως εφόσον άλλα ευρωπαϊκά κράτη, μεγάλα και πλούσια, βρήκαν τρόπους, αξιοποιώντας την ίδια πηγή, να αποσπάσουν χρήματα από τους δικούς τους λισταρισμένους χρυσοκάνθαρους· αλλά εμείς δεν είμαστε φραγκοφονιάδες να βγάζουμε κι από τη μύγα ξίγκι, έχουμε να κόψουμε τα οικογενειακά επιδόματα· ποιος τους είπε άλλωστε να κάνουν παιδιά, είναι εγωιστική πράξη (σε λίγο θα το πουν κι αυτό οι φιλελεύθεροι αναλυτές). Συνέχεια ανάγνωσης

Το εκβιαστικό δίλημμα των τελεσιγράφων

Standard

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κώστας Μπαλάφας, «Στο δρόμο για τα χειμαδιά, Πίνδος 1959» (από το ημερολόγιο 2012 του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τίτλο «Κώστας Μπαλάφας. Η άλλη Ελλάδα»)

Τις τελευταίες μέρες διαβάζουμε παντού για τελεσίγραφα των εταίρων μας, για εκβιασμούς της τρόικας, για σκληρά διλήμματα, οπότε σκέφτηκα να φτιάξω έναν (κάπως τεχνητό, είναι η αλήθεια) τίτλο με τις τρεις λέξεις που θα δούμε στο σημερινό σημείωμα, λέξεις που έχουν σαν κοινό τους χαρακτηριστικό ότι κάποιος καλείται να αποφασίσει υπό συνθήκες πίεσης ανάμεσα σε δύο επιλογές.
Το δίλημμα φυσικά μπορεί να είναι και ανώδυνο, να μην υπάρχουν συνθήκες πίεσης, όπως όταν κάποιος έχει να διαλέξει αν θα πάει διακοπές στο βουνό ή στη θάλασσα, αλλά συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται όταν οι εναλλακτικές επιλογές έχουν και οι δυο κάποιο κόστος, συχνά δυσβάσταχτο, σαν τον εργαζόμενο που αντιμετωπίζει το δίλημμα αν θα προδώσει τους συναδέλφους του ή θα χάσει τη δουλειά του.
Η λέξη δίλημμα είναι βέβαια παλιά, αλλά όχι τόσο αρχαία όσο φαίνεται• δεν ανήκει στην κλασική αρχαιότητα, αλλά στην ύστερη ελληνιστική εποχή, στον 5ο αιώνα μ.Χ. Προηγουμένως υπήρχε το ουσιαστικό το διλήμματον, από το λήμμα, με τη σημασία της λογικής πρότασης. Ο όρος πέρασε στα λατινικά ως dilemma και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αρχικά στη φιλοσοφία και μετά σε καθημερινές χρήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Aπό ζωγραφικό κάλυμμα κασέλας. Σάμος, 18ος αιώνας (Μουσείο Μπενάκη)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, εφημερίδες και περιοδικά συνηθίζουν να δημοσιεύουν ανασκοπήσεις της χρονιάς που πέρασε, που τις υπογράφουν διάφοροι αρθρογράφοι, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε, τόσο στην Αυγή όσο και σε άλλα έντυπα, άρθρα για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2011, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί, ετυμολογικά και λεξικογραφικά, από αυτήν εδώ τη στήλη μέσα στη χρονιά, αφού είναι αναμενόμενο οι λέξεις της χρονιάς να έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί λέξεις του μήνα. Όχι όμως όλες. Μια από αυτές τις λέξεις του 2011 που δεν έτυχε να συζητήσουμε εδώ είναι η εφεδρεία, ο ευφημισμός που επιλέχτηκε για να μασκαρευτεί η απόλυση με αναστολή, ο αποδεκατισμός των δημόσιων υπηρεσιών ενόψει της πλήρους αποξήλωσης του δημόσιου τομέα. Η εφεδρεία, που είναι αρχαία λέξη, από την πρόθεση επί και την έδρα, δηλαδή το κάθισμα, είχε ως τώρα θετική απόχρωση, μια και σήμαινε τους έμψυχους πόρους ή τα μέσα που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν σε κατάσταση ανάγκης — ενώ τώρα δηλώνει όσους θεωρούνται περιττό βάρος.

Ωστόσο, η λέξη της χρονιάς κατά τη γνώμη μου είναι οι αγανακτισμένοι, σε πληθυντικό, το αυθόρμητο κίνημα που πλημμύρισε την πλατεία Συντάγματος και τις άλλες πλατείες της χώρας στα μέσα της χρονιάς και που επηρέασε, σε απροσδιόριστον ακόμα βαθμό, τις εξελίξεις. Είχαμε αναφερθεί σ’ αυτή τη λέξη, και είχαμε πει ότι γραμματικά είναι ανυπόταχτη (αφού, σύμφωνα με τον κανόνα, το ρήμα αγανακτώ θα έδινε μετοχή *αγανακτημένοι), μένει όμως να δείξουν οι αγανακτισμένοι την εξεγερτική τους διάθεση και έξω από τη γραμματική.

Την τριάδα των λέξεων της χρονιάς τη συμπληρώνουν, θα έλεγα, άλλες δυο λέξεις που επίσης πολύ ακούστηκαν και που ίσως να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς. Καταρχάς, το κούρεμα, απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, και που μας απασχόλησε όλη τη χρονιά που πέρασε, μαζί με κάποιες άλλες λογιότερες λέξεις όπως αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με το αγγλικό ακρώνυμο PSI που ακούγεται πολύ τελευταία μια και πρέπει, υποτίθεται, να ολοκληρωθεί επιτυχώς για να μπορέσουμε έστω και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών (παρεμπιπτόντως, τα αρχικά PSI σημαίνουν private sector involvement, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα).

Τρίτη λέξη της χρονιάς, το χαράτσι, που προφητικά (ή άκαιρα) το είχαμε συζητήσει από αυτήν εδώ τη στήλη πολύ νωρίς, τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε θα αναφερθώ σ’ αυτήν λίγο εκτενέστερα. Να θυμίσω ότι ετυμολογικά το χαράτσι είναι δάνειο από τα τουρκικά (haraç), η δε τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή (kharadj). Το πιθανότερο όμως είναι η αραβική λέξη να έχει απώτερη ελληνική αρχή, να ανάγεται δηλαδή στην αρχαία χορηγία, που ήταν ένας από τους θεσμούς της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη πέρασε στα συριακά ή στα αραμαϊκά, ίσως μέσω του χριστιανικού λεξιλογίου, και από εκεί στα αραβικά, όπου αρχικά σήμαινε τον φόρο της εγγείου ιδιοκτησίας που έπρεπε να πληρώνουν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αλλά όταν στον 8ο αιώνα οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών είχαν πια εξισλαμισθεί, ο φόρος γενικεύτηκε και έπαψε πια να σημαίνει τον φόρο της γης αλλά σήμαινε τον φόρο γενικώς. Η λέξη περνάει στα τουρκικά και μετά στα ελληνικά, ως χαράτζιον και χαράτσιον και μετά χαράτσι, είναι δηλαδή αντιδάνειο. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημοψήφισμα, μια αυτεπίστροφη ρουκέτα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Καραγωγέας στην οδό Αθηνάς, 1950. Φωτογραφία: Αφοί Μεγαλοκονόμου

Όταν άρχισα να γράφω αυτές τις γραμμές, ο Έλληνας πρωθυπουργός (της στιγμής εκείνης) συμμετείχε στη σύνοδο κορυφής των G20 στις Κάννες, όχι επειδή είχε καταφέρει να κάνει τη χώρα μας μία από τις είκοσι ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη, αλλά επειδή με τη ρουκέτα περί δημοψηφίσματος, που εκτόξευσε τις προάλλες, είχε προκαλέσει πανικό στις διεθνείς αγορές και κλονισμούς στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι όσο κι αν πολλοί νοιώσαμε ένα περίεργο καμάρι που η μικρή Ελλάδα έκανε τους ισχυρούς να τρέμουν και τα χρηματιστήρια να καταρρέουν, όμοια με ποντίκι που μασουλώντας ένα καλώδιο προκαλεί βραχυκύκλωμα σε ολόκληρη μεγαλούπολη, η αλήθεια είναι ότι το ποντίκι δεν ζει για να δει τον θρίαμβό του. Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, και μοιραία η λέξη που θα μας απασχολήσει είναι το δημοψήφισμα, έστω κι αν από τις τελευταίες εξελίξεις αυτό το ενδεχόμενο φαίνεται να απομακρύνεται. Συνέχεια ανάγνωσης

Τέλη δίχως τέλος

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Αντρέ Φουζερόν, 1944

Η λέξη «τέλος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα με το ειδικό τέλος ακινήτων που σοφίστηκε ο υπουργός κ. Βενιζέλος για να βουλώσει τις τρύπες που ο ίδιος και η κυβέρνηση προκάλεσαν. Βέβαια, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τέλος αλλά για φόρο, που βαφτίστηκε «τέλος» επειδή για την επιβολή φόρου χρειάζεται να ψηφιστεί νόμος, κάτι χρονοβόρο, ενώ για το τέλος αρκεί τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, όσο κι αν προσπάθησε ο κ. Βενιζέλος να εφεύρει ανταποδοτικό χαρακτήρα στο χαράτσι, το οποίο στο μεταξύ και πολλαπλασιάστηκε σε ύψος και απειλεί να γίνει μόνιμο, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά τη σοφή παροιμία «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Όμως αυτά είναι νομικά και δεν θα συνεχίσω, εμείς εδώ λεξιλογούμε — και θα ομολογήσω ότι το τέλος, αν και απεχθές και επαχθές στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ταυτόχρονα και αρκετά ενδιαφέρον∙ δεν εννοώ το πράγμα, αλλά τη λέξη. Τη λέξη «τέλος», στην οποία θα αφιερωθεί το σημερινό σημείωμα.

Φυσικά, τέλος δεν είναι μόνο το χρηματικό ποσό που πληρώνουμε ως αντάλλαγμα για υπηρεσίες (ή και χωρίς αντάλλαγμα στην προκείμενη περίπτωση)· είναι και το τέρμα, το έσχατο σημείο, χρονικά ή τοπικά· στα αρχαία μάλιστα υπάρχει και μια τρίτη σημασία, «σκοπός», που επιβιώνει στους τελικούς συνδέσμους (π.χ. να) και τις τελικές προτάσεις της γραμματικής: δεν λέγονται έτσι επειδή μπαίνουν στο τέλος της πρότασης, αλλά επειδή δηλώνουν σκοπό.

Λέξη αρχαία με αβέβαιη ετυμολογία, το τέλος έχει γεννήσει πάμπολλες άλλες λέξεις: το ρήμα τελώ με τα πολλά σύνθετά του (εκτελώ, συντελώ, αποτελώ) και τα δικά τους παράγωγα, την τελετή, τον τέλειο και την τελεία, τον τελεστή των μαθηματικών (που όμως υπάρχει από τα ομηρικά χρόνια), τον τελευταίο, το τελωνείο και το τελώνιο. Καμιά φορά οι σημασίες κονταροχτυπιούνται, έτσι ο ατελής μπορεί να είναι είτε ο μισοτελειωμένος (άρα και ο ελαττωματικός), είτε αυτός που δεν επιβαρύνεται με τέλη. Κι από την ατέλεια, όχι το ελάττωμα αλλά την απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, έπλασαν οι Γάλλοι τον όρο philatélie, σα να λέμε φιλατέλεια, διότι τα γραμματόσημα ήταν ένας τρόπος για να πληρώνει τα ταχυδρομικά έξοδα ο αποστολέας, και όχι πια ο παραλήπτης όπως γινόταν παλιά· μόνο που εμείς όταν πήραμε τον ελληνογενή όρο, τον γυρίσαμε σε φιλοτελισμό κι έτσι φαίνεται σαν να προέρχεται απευθείας από το τέλος. Συνέχεια ανάγνωσης

Το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει!

Standard

 ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Έργο του Γιώργου Σικελιώτη

Τις τελευταίες μέρες έγινε αρκετός λόγος για τις εγγυήσεις που πρώτα οι Φιλανδοί απαίτησαν και μετά κάμποσοι άλλοι εταίροι μας απείλησαν πως θα ζητήσουν προκειμένου να μας δανείσουν, και φαίνεται ότι το θέμα απειλεί να οδηγήσει σε ναυάγιο τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τόσο πολύ (και τόσο άστοχα) πανηγυρίστηκε. Οι εγγυήσεις θα φέρουν ναυάγιο, ή, για να παραφράσω ανεπαίσθητα τον Καββαδία, το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει.

Βέβαια, ο Καββαδίας δεν έγραψε γκαραντί αλλά καραντί — και εδώ η διαφορά δεν είναι αμελητέα, όπως όταν λες γκαμήλα αντί για καμήλα, που έχεις την ίδια λέξη. Το καραντί του Καββαδία δεν έχει σχέση με την οικονομία, τουλάχιστον άμεση· είναι η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά, κουφοθάλασσα ή αποθαλασσία. Πρόκειται για λέξη ναυτική, που ετυμολογείται από το τουρκ. karıntı (δίνη· πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λέξης kara η οποία ήδη χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις, ναυτικές και μη, ως πρώτο συνθετικό (καρα-).

Ο Παπαδιαμάντης, σε ένα αυτοβιογραφικό χρονογράφημά του (Ταξίδι — Βαπόρι — Ρωμέικο) γράφει για εκείνους που «ηγωνίων, επάλαιον και ετήκοντο, εις το καραντί κι εις την χιονιάν, εις την φουσκοθαλασσιάν κι εις την μπόραν». Βέβαια, το καραντί το ναυτικό θα έμενε μία από τις χιλιάδες μυστήριες λέξεις στον ωκεανό της ναυτικής ορολογίας, άγνωστο στον πολύ κόσμο, αν δεν ήταν ο Καββαδίας να το βάλει τίτλο σε ένα του ποίημα, και μετά ο Θάνος Μικρούτσικος να το μελοποιήσει, επιλέγοντας μάλιστα να επαναλάβει, σαν ρεφρέν, τη στροφή που περιέχει τη λέξη καραντί, η οποία έτσι κι αλλιώς λέγεται δυο φορές, οπότε η λέξη εντυπώνεται στο θυμητικό, παρόλο που λίγοι ξέρουν ακριβώς τη σημασία της: «Το καραντί… το καραντί θα μας μπατάρει / Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά / Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά / κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει». Συνέχεια ανάγνωσης

Όλα για πούλημα: κοψοχρονιά τα φιλέτα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Νίκος Βλάχος, «Prostitute», 2011 (από την έκθεση-δημοπρασία «Συμβολή 39 καλλιτεχνών για τα ΑΣΚΙ», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, 7-9 Απριλίου)

Την πρώτη φορά που έγινε λόγος για την ανάγκη να αντληθούν 50 δισεκατομμύρια από την πώληση δημόσιας περιουσίας, βγήκαν χαράματα οι υπουργοί και βγάζανε κραυγές και διαψεύσεις. Τελικά η πώληση θα γίνει, μόνο που καταφέραμε να αποκληθεί «αξιοποίηση», και το παρουσιάσαμε περίπου σαν εθνικό θρίαμβο ανήμερα της 25ης Μαρτίου. Βέβαια, η αναγγελία για την «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, και όχι άδικα, αν αναλογιστούμε προηγούμενες επιδόσεις του νεοελληνικού κράτους στο ξεπούλημα, που μάλιστα είχαν γίνει σε ομαλές συνθήκες ήρεμης και αβίαστης διαφθοράς, και όχι τώρα που θα έχουμε επιπλέον το μνημονιακό πιστόλι στον κρόταφο και όπου όλα δείχνουν ότι η αξιοποίηση θα είναι, στην πραγματικότητα, εκποίηση, κάτι που δεν μας ξαφνιάζει, εμάς που λεξιλογούμε, αφού οι δυο λέξεις έχουν… κοινή κατάληξη.

Η εκποίηση είναι αρχαία, με αρχαιότερη ανεύρεση στον Ηρόδοτο (αν και, στο πνεύμα της αδιατάρακτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, στον Ηρόδοτο σήμαινε «εκσπερμάτωση»), ενώ η αξιοποίηση είναι νεότερος λόγιος σχηματισμός. Οι αρχαίοι δεν αξιοποιούσαν, φαίνεται. Πιο κοινά, θα την πούμε πώληση, πούλημα, ή και ξεπούλημα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φράχτης, οι μετανάστες, το άσυλο

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Έντβαρντ Μυνκ, "Αγωνία", 1896

Ο μήνας που μας πέρασε άρχισε με τις εξαγγελίες για τον φράχτη στον Έβρο, και τελείωσε με τους μετανάστες απεργούς πείνας της Νομικής και τις συζητήσεις για το άσυλο — δεν είναι λοιπόν περίεργο που το σημερινό σημείωμα θα έχει άξονα αυτές τις τρεις λέξεις, αρχίζοντας από το τέλος.

Το άσυλο προέρχεται από το ρήμα συλώ, που είναι ομηρικό και σήμαινε αρχικά «αφαιρώ τα όπλα από σκοτωμένον εχθρό, λαφυραγωγώ» και στη συνέχεια απλώς «αποσπώ, παίρνω». Το ρήμα διατηρείται ακόμα, ιδίως για αρχαίους τάφους –ενώ βέβαια υπάρχει και ο ιερόσυλος. Άσυλος στα αρχαία ήταν ο τόπος ο ιερός και απαραβίαστος ή ο άνθρωπος ο προστατευμένος και ασφαλής· υπήρχαν ορισμένοι ναοί που έδιναν ασυλία σε όποιον ικέτη κατέφευγε εκεί, όπως ήταν στην Αθήνα το Θησείο και ο ναός της Αθηνάς στην Ακρόπολη — και ξέρουμε ότι όταν οι Αλκμεωνίδες παραβίασαν το άσυλο και σκότωσαν τους (πραξικοπηματίες) οπαδούς του Κύλωνα, αυτό θεωρήθηκε άγος και μίασμα.

Από τα αρχαία ελληνικά η λέξη πέρασε στα λατινικά και από εκεί στις ευρωπαϊκές γλώσσες όπου και πήρε τις νεότερες ιδιαίτερες σημασίες, όπως του ιδρύματος προστασίας ασθενών που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους (asile στα γαλλικά), σημασίες που επανέκαμψαν και στα ελληνικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Με γεια το κούρεμα!

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Τη φράση αυτή τη λέμε σε κάποιον φίλο που παρουσιάζεται φρεσκοκουρεμένος, και στα μαθητικά μου χρόνια, επί χούντας, όπου κουρευόμασταν συχνά, όσο κι αν προσπαθούσαμε, βρέχοντας με λεμόνι τα μαλλιά μας, να αναβάλουμε το μοιραίο για λίγες μέρες, τότε λοιπόν η φράση «με γεια το κούρεμα» συνοδευόταν απαραιτήτως από μια φάπα στο αποψιλωμένο σβέρκο, συνήθως χαϊδευτική και φιλική, αλλά κάποτε γερή από κανέναν άγαρμπο συμμαθητή. Όμως η Αυγή δεν μου παραχωρεί γενναιόδωρα τις στήλες της για να παρουσιάζω τις παιδικές μου αναμνήσεις αλλά για να λεξιλογώ — και αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω και να σας μιλήσω για το κούρεμα και για άλλα συναφή.

Η λέξη «κούρεμα» πράγματι βρίσκεται στην επικαιρότητα, αλλά όχι με την κυριολεκτική της σημασία, αφού όλο και συχνότερα διαβάζουμε, στην Αυγή και αλλού, ότι το κούρεμα του χρέους, με άλλα λόγια η αναδιάρθρωσή του με γενναία περικοπή του, είναι η πιθανότερη εξέλιξη όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, ίσως και άλλες χώρες της ευρωζώνης (και αναρωτιέμαι τι να λένε τώρα όσοι εγχώριοι αναλυτές μάς επέπλητταν που δεν αδράξαμε την ευκαιρία να γίνουμε Ιρλανδία).

Το κούρεμα λοιπόν του χρέους είναι απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει το ίδιο. Στην πιο καθωσπρέπει οικονομική ορολογία λέγεται «περικοπή» αλλά στη γλώσσα της δημοσιογραφίας το «κούρεμα» είναι ακαταμάχητο, όσο κι αν το ψαλίδισμα θα ήταν σωστότερο. Κούρεμα λοιπόν, λέξη που ανήκει σε μια πολύ μεγάλη αρχαία οικογένεια λέξεων. Από το ρήμα κείρω, που δεν σήμαινε μόνο «κουρεύω» αλλά και γενικώς «κόβω», έχουμε το κέρμα, το κομματάκι δηλαδή, που γρήγορα εξειδικεύτηκε στη σημασία του μικρού νομίσματος. Από εκεί και η κουρά, που σήμαινε ακριβώς το κούρεμα, π.χ. των προβάτων, και που τη διατηρούμε στη σημερινή μας γλώσσα για την τελετή χειροτονίας των μοναχών πριν μπουν στο μοναστήρι — και χρησιμοποιούμε, τότε, τον άχρηστο πια αόριστο του ρήματος, όταν λέμε «εκάρη μοναχός», που μας θυμίζει και την απολιθωμένη μετοχή παρακειμένου κεκαρμένος, που έδωσε τον τίτλο στο μυθιστόρημα του Νίκου Κάσδαγλη για τη ζωή στο στρατό.

Από την ίδια οικογένεια και ο κουρεύς, και το κουρείον, που όλα τους είναι αρχαία, και το ρήμα κουρεύομαι και κουρεύω, αλλά υπάρχουν και μερικά απρόσμενα ξαδερφάκια. Καταρχάς, αν θυμάστε τη Βαβυλωνία, ο μεγάλος καβγάς ανάμεσα στον Κρητικό και τον Αλβανό έγινε όταν ο Κρητικός του είπε ότι οι Αλβανοί  «έφαγαν κουράδια» στην Κρήτη, εννοώντας κοπάδια με αιγοπρόβατα — και φυσικά ο Αλβανός κατάλαβε το κακέμφατο ομόηχό του. Αυτά τα κρητικά κουράδια μάλλον, αν και όχι σίγουρα, προέρχονται από την κουρά, αφού τα πρόβατα τα κουρεύουμε για το μαλλί τους. Επειδή όμως στον Μεσαίωνα το κούρεμα, είτε του δόκιμου μοναχού που αμάρτησε είτε της γυναίκας που λοξοκοίταξε στον έρωτα, ήταν μια επίπονη και εξευτελιστική τιμωρία (δεν θα γινόταν και με τις ανέσεις των σημερινών κομμωτηρίων, αλλά μάλλον με την προβατοψαλίδα), από την κουρά βγήκε το ρήμα κουράζω με σημασία τιμωρώ, ταλαιπωρώ, για να πάρει αργότερα τη σημερινή σημασία της καταπόνησης. Κι επειδή οι ευτυχείς θεατές της κουράς και της διαπόμπευσης αποκαλούσαν κουρόγιδο, κουρεμένο γίδι, τον δύστυχο ή τη δύστυχη που υπέφερε, πιθανώς να βγήκε από εκεί η λέξη κορόιδο και το ρήμα κοροϊδεύω.

Τους προηγούμενους αιώνες, τον κουρέα τον είπαμε μπαρμπέρη και το κουρείο μπαρμπέρικο, λέξεις που είχαν προσωρινά επικρατήσει — είναι δάνειο από το ιταλικό barbiere, που ανάγεται στο barba, τη γενειάδα. Από εκεί είναι και ο βαρβάτος αλλά και ο μπάρμπας, ο θείος δηλαδή, όμως αν ξεστρατίσουμε δεν θα μας πάρει ο χώρος. Πάντως, ενώ ο μανάβης και ο μπακάλης και άλλες δάνειες ονομασίες επαγγελματιών διατηρήθηκαν, ο μπαρμπέρης δεν τα κατάφερε, ίσως επειδή το ρήμα κουρεύομαι παρέμεινε πάντοτε σε χρήση.

Και μάλιστα, πρόκειται για ρήμα που έχει έντονη φρασεολογική και παροιμιακή παρουσία. Ακριβώς από το κούρεμα της διαπόμπευσης βγήκε η περιφρονητική φράση άστον να κουρεύεται ή άντε να κουρεύεσαι!, δήλωση αδιαφορίας για πρόσωπα που δεν αξίζουν προσοχή ή σεβασμό. Και ίσως επειδή τα μαλλιά είναι ένδειξη αφθονίας και πλούτου, όταν κάποιος στήνει μια (συνήθως όχι πολύ καθαρή) επιχείρηση για να κερδίσει αλλά τελικά βγαίνει ζημιωμένος, λέμε ότι πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Για μπερδεμένα ή παράλογα πράγματα από τα οποία δεν βγαίνει νόημα, λέμε πιάσ’ τ’ αυγό και κούρεφ ’το — οι αρχαίοι έλεγαν «Ωόν τίλλεις». Και για τον αρχάριο επαγγελματία που πειραματίζεται με αποτέλεσμα να υποφέρουν οι πελάτες του, λέμε ότι μαθαίνει κουρευτική στου κασίδη το κεφάλι, φράση που θα μπορούσαμε κάλλιστα να τη χρησιμοποιήσουμε για τους κυβερνώντες μας, τους τωρινούς και τους περασμένους.

Όπως και κάμποσες άλλες από τις παραπάνω φράσεις. Και για να μην υποστούν κι άλλο κούρεμα τα κεκτημένα δεκαετιών, η λύση ίσως είναι ένα γενναίο κούρεμα του χρέους, αλλά με τέτοιους όρους ώστε να φύγουν κουρεμένοι όσοι ήρθαν για μαλλί. Μ’ άλλα λόγια, να τους στείλουμε να κουρεύονται. Και να πούμε στο τέλος «Με γεια το κούρεμα!».

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Εξαπτέρυγα και ξεφτέρια πάνω από την κάλπη

Standard

Έργο του Ανρί Ματίς, από την ενότητα "Τζαζ"

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Οι πρωινοί θα έχουν ήδη ρίξει το ψηφοδέλτιο στην κάλπη, αλλά το σημερινό σημείωμα της στήλης δεν μπορεί να μην έχει σχέση με τις εκλογές. Όμως, η σημερινή είναι η τρίτη εκλογική αναμέτρηση μέσα στα δυο χρόνια που λεξιλογώ από τις φιλόξενες σελίδες της Αυγής, οπότε τα βασικά του εκλογικού λεξιλογίου (κάλπη, ψήφος και τα τοιαύτα) τα έχω καλύψει. Για να μη σας σερβίρω λοιπόν ξαναζεσταμένο φαγητό, θα εξετάσω μια λέξη που δεν ήταν ανέκαθεν εκλογική αλλά ακούστηκε αρκετά στις φετινές εκλογές, τη λέξη «εξαπτέρυγα».

Η λέξη αυτή τον τελευταίο καιρό έχει μπει στο παραπολιτικό λεξιλόγιο για τα καλά. Η αρχή ίσως έγινε από τον Αντώνη Σαμαρά τον Ιούνιο, όταν, φωτογραφίζοντας τον Καρατζαφέρη και τη Ντόρα Μπακογιάννη που έδωσαν θετική ψήφο στο μνημόνιο, έκανε λόγο για όσους προσχώρησαν σε αυτή την πολιτική ως εξαπτέρυγα του ΠΑΣΟΚ… Ο όρος έπιασε στα φιλικά του έντυπα, με αποτέλεσμα ο κ. Σαμαράς να συνεχίσει να τον χρησιμοποιεί — για παράδειγμα, στις αρχές Οκτωβρίου, στο φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ, έκανε λόγο για «εξαπτέρυγα και παπαγαλάκια της κυβέρνησης». Το είπε μια, το είπε δυο ο Σαμαράς, ο έτερος ένοικος της πολυκατοικίας δεν βάσταξε άλλο και αντέδρασε: «Όσο είμαι εγώ εξαπτέρυγο του ΠΑΣΟΚ, άλλο τόσο ο Σαμαράς είναι εξαπτέρυγο της αριστεράς», είπε την περασμένη εβδομάδα ο Γ. Καρατζαφέρης.

Συνέχεια ανάγνωσης