Μελαγχολικοί στις κάλπες

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Του Νίκου Σαραντάκου 

Στην πρόσφατη πανελλήνια σύσκεψη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε στην έκφραση «αριστερή μελαγχολία», που την είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει στην ομιλία του ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης — και πώς να μην υπάρχει μελαγχολία στους αριστερούς, ή τουλάχιστον στους Συριζαίους, με όσα γίνανε τον τελευταίο καιρό, σε τούτο τον παράξενο και μεστό από εξελίξεις Αύγουστο, με το τρίτο Μνημόνιο και τη διάσπαση του κόμματος. Υπάρχει πιο μελαγχολικό πράγμα από τον χωρισμό;

Άρνολντ Μπέκλιν, «Μελαγχολία», 1900

Άρνολντ Μπέκλιν, «Μελαγχολία», 1900

Ταιριάζει λοιπόν η μελαγχολία για λέξη ειδικά τούτου του μήνα, του Σεπτέμβρη, που μεταιχμιακός καθώς είναι θεωρείται ευρέως ο πιο μελαγχολικός της χρονιάς ανεξαρτήτως πολιτικών εξελίξεων. Η μελαγχολία είναι λέξη αρχαία, που ανήκει στο λεξιλόγιο των μεγάλων Ελλήνων γιατρών της αρχαιότητας –και μάλιστα η πρώτη εμφάνισή της βρίσκεται στα έργα του μεγαλύτερου από αυτούς, του Ιπποκράτη, ο οποίος σε έναν αφορισμό του υποστηρίζει: ῍Ην φόβος ἢ δυσθυμίη πουλὺν χρόνον διατελέῃ, μελαγχολικὸν τὸ τοιοῦτον, που σημαίνει, στην ασυνήθιστη σε μας ιωνική διάλεκτο, ότι αν ο φόβος ή η δυσθυμία διαρκούν πολύ, δημιουργείται μελαγχολική κατάσταση. Συνέχεια ανάγνωσης

ΕΝΦΙΑ στον Τύμβο

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Ντονάτο Κρέτι, "Μέγας Αλέξναδρος", 18ος αιώνας

Ντονάτο Κρέτι, «Μέγας Αλέξναδρος», 18ος αιώνας

Η στήλη έκανε διακοπές τον Αύγουστο, με αποτέλεσμα να έχουν μαζευτεί κάμποσες λέξεις που ακούστηκαν αρκετά το προηγούμενο διάστημα και που διεκδικούν την προσοχή μας, διαψεύδοντας τον Ουμπέρτο Έκο που ισχυρίζεται ότι τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Προς στιγμή σκέφτηκα να αφιερώσω το σημείωμα στο ρωσικό εμπάργκο και στα ροδάκινα, που αντί να διοχετευτούν στη ρωσική αγορά κατέληξαν στις χωματερές προς δόξαν των ευρωπαϊκών μας δεσμεύσεων (έχομεν Ζάλογγα εμείς στην ιστορία μας, είχε πει σε ανάλογη περίσταση ο Παν. Κανελλόπουλος), αλλά τελικά προτίμησα δυο άλλες λέξεις που έμμεσα συνδέονται μεταξύ τους.

Η πρώτη από αυτές δεν είναι κανονική λέξη, είναι ακρώνυμο ή αρκτικόλεξο: πρόκειται για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων, τον ΕΝΦΙΑ, που ήρθε να αντικαταστήσει το χαράτσι κι έχει κάνει πολλούς μικροϊδιοκτήτες ακινήτων να χάσουν τον ύπνο τους, αφού καλούνται να πληρώσουν πολλαπλάσια ποσά. Δόθηκαν κάποιες νεφελώδεις υποσχέσεις για διόρθωση των λαθών, αλλά τίποτα το συγκεκριμένο –και τότε επιστρατεύτηκε ως αντιπερισπασμός το θέμα που θα δώσει τη δεύτερη λέξη του σημειώματός μας, οι ανασκαφές της Αμφίπολης, στον τύμβο του λόφου Καστά, τις οποίες θέλησε κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός να… επιβλέψει ελπίζοντας ότι ένα εντυπωσιακό εύρημα θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από την καταστροφική πολιτική του.

Τύμβος και ΕΝΦΙΑ λοιπόν οι δυο σημερινές μας λέξεις. Η μια πανάρχαιη, η άλλη νεόκοπη –τόσο καινούργια που ακόμα δεν έχουμε καταλήξει πώς θα το προφέρουμε το ανοικονόμητο αυτό ακρώνυμο που βάλθηκε να μας ξετινάξει οικονομικά· κανόνας δεν υπάρχει στον τονισμό των ακρωνύμων· τα περισσότερα τονίζονται στη λήγουσα, όπως άλλωστε και ο προκάτοχος του ΕΝΦΙΑ (εετηδέ) αλλά είναι και πολλά που τονίζονται στην παραλήγουσα ή την προπαραλήγουσα, ανάμεσά τους κι ένα πολύ ελπιδοφόρο (Σύριζα). Στα περισσότερα δελτία ειδήσεων το ακρώνυμο προφέρεται προπαροξύτονο (ένφια) αλλά πολύς κόσμος το χρησιμοποιεί και ως οξύτονο (ενφιά). Στην παραλήγουσα (ενφία) δεν το τονίζει κανένας, και κρίμα, γιατί συμπίπτει με την προστακτική του πορτογαλικού ρήματος enfiar, που θα μπορούσε να μεταφραστεί, μεταξύ άλλων, «βάλε, χώσε». Να πούμε βέβαια ότι οι φθόγγοι ν και φ δεν συνδυάζονταν καλά στα παλιότερα ελληνικά κι έτσι, ας πούμε, το εν και η φιάλη έδωσαν την εμφιάλωση, αλλά στα νεότερα χρόνια ατόνησε αυτός ο φωνητικός κανόνας, και λέμε π.χ. φανφαρόνος ή κονφορμιστής — οπότε θα δεχτούμε και τον ΕΝΦΙΑ και μακάρι ο μεγαλύτερος καημός μας να ήταν η συλλαβή όπου τονίζεται. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2013

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Σαξές στόρι, άκρα, πεφτοσυννεφάκηδες, γαλάζια μονταζιέρα, χρυσαβγίτες, αιθαλομίχλη και άλλες λέξεις 

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Πωλ Σεζάν

Έργο του Πωλ Σεζάν

 Όπως πέρυσι και πρόπερσι, έτσι και φέτος η στήλη θα ενδώσει αυτό το μήνα στο έθιμο των ημερών και θα έχει χαρακτήρα ανασκόπησης. Αφού κάθε μήνα σχολιάζουμε τις λέξεις της επικαιρότητας, λογικό είναι να επιχειρήσουμε να καταγράψουμε τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2013, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, ή και που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Το ίδιο ερώτημα το συζητήσαμε και με τους επισκέπτες του ιστολογίου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», που έχει τον ίδιο τίτλο με τη στήλη μας, κι εκείνοι ψήφισαν για Λέξη του 2013 το σαξές στόρι (σύμπλοκος όρος βέβαια, και όχι απλή λέξη). Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι ήταν «λέξη της μισής χρονιάς», μια και ακούστηκε και γράφτηκε κατά κόρον (λατινόγραπτο κυρίως, success story, να φαντάζει) μέχρι το καλοκαίρι, ενώ στη συνέχεια, ανεπαισθήτως, σταμάτησαν να το προβάλλουν τα κανάλια και τα έντυπα, μάλλον επειδή η αντίθεση της επιτυχίας στα λόγια με την καταστροφή στην πράξη παραήταν αγεφύρωτη. Είναι δύσκολοι οι καιροί για τους απολογητές του καθεστώτος, βγάζουν συνεχώς λέξεις από το καπέλο τους, αλλά καίγονται σχετικά γρήγορα και πρέπει ολοένα να βρίσκουν κι άλλες. Το χαρακτηριστικό μάλιστα του 2013 ήταν ότι είχαμε πολλές τέτοιες λέξεις, που ίσως δεν θα μπορέσω να τις καλύψω όλες στο σημείωμα –μερικές λοιπόν θα εμφανιστούν μόνο στη συνοδευτική εικόνα.

1-sarantakosΜια άλλη λέξη που πολύ ακούστηκε ήταν τα άκρα ή τα δύο άκρα και η θεωρία των δύο άκρων, με την οποία κάποιοι θέλησαν να ταυτίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ με την νεοναζιστική συμμορία, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι την ενισχύουν (ή χωρίς να νοιάζονται γι’ αυτό) — κι ήρθε τον Σεπτέμβριο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα να τους δείξει το λάθος τους. Τότε ήταν που πολλοί μεγαλοσχήμονες δημοσιογράφοι δήλωναν, ο ένας μετά τον άλλο, ότι «πέφτουν από τα σύννεφα» ανακαλύπτοντας τον πραγματικό χαρακτήρα της συμμορίας· ήταν επικίνδυνο να κυκλοφορείς κοντά στα κτίρια των ΜΜΕ εκείνες τις μέρες, κινδύνευες να σου πέσουν στο κεφάλι οι πεφτοσυννεφάκηδες, ένας ευφυής νεολογισμός που ακούστηκε αρκετά, ιδίως στην μπλογκόσφαιρα. Συνέχεια ανάγνωσης

Σπίτια στο σφυρί

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 spitiΌλον τον Αύγουστο, που υποτίθεται πως δεν υπάρχουν ειδήσεις, τα κανάλια αναφέρονταν συχνά στην «άρση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας»· μακάρι να κυριολεκτούσαν, και να αίρονταν, παναπεί να καταργούνταν, οι αποφασισμένοι πλειστηριασμοί, όμως ήταν μια φριχτά παραπλανητική φραστική οικονομία αφού εννοούσαν «άρση της αναστολής πλειστηριασμών», αναστολή που είχε θεσπιστεί το 2008 και στις 31 Δεκεμβρίου 2013 εκπνέει, οπότε, αν δεν παραταθεί, κινδυνεύουν χιλιάδες συμπολίτες μας που αδυνατούν να πληρώσουν το στεγαστικό τους δάνειο, κι έτσι θα βγουν σπίτια σε πλειστηριασμό, θα βγουν στο σφυρί όπως λέμε, έκφραση γεννημένη από το σφυράκι που χρησιμοποιεί ο διευθυντής της δημοπρασίας για να κατακυρώνει το έκθεμα στον πλειοδότη.

Το σπίτι και η κατοικία θα είναι λοιπόν οι λέξεις του μήνα. Η κατοικία παράγεται από την «οικία» και αυτή από τον «οίκο», που είναι λέξη αρχαία, και αντικατέστησε το ακόμα αρχαιότερο «δόμος» που περιέπεσε σε αχρησία. Στα αρχαία ελληνικά, η οικία είχε σημασία πιο στενή από τον οίκο· περιέγραφε το οίκημα καθαυτό, το κτίριο της διαμονής, ενώ ο οίκος δήλωνε όλη την περιουσία, κινητή και ακίνητη, του ιδιοκτήτη.

Οι λέξεις οικία και οίκος διατηρούνται βέβαια και στα νέα ελληνικά, αν και η οικία μόνο σε επίσημο ύφος χρησιμοποιείται, ή σε σατιρικό (καλώς ορίσατε εις την οικία του σπιτιού μου, έλεγε ένας αγαπημένος φίλος), ενώ ο οίκος μόνο σε εξειδικευμένες χρήσεις (οίκος ευγηρίας, εκδοτικός οίκος, οίκος μόδας, το άλλο που σκεφτήκατε), πολλές από τις οποίες είναι μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά ή τα γαλλικά. Βέβαια, η ρίζα οικο- είναι πανταχού παρούσα στο νεότερο λεξιλόγιο, καμιά φορά λιγάκι κρυμμένη (διότι και ο νοικοκύρης από εκεί παράγεται, με επανανάλυση της αιτιατικής: τον οικοκύρη à το νοικοκύρη), και μάλιστα έχει πάρει νέα ορμητική ώθηση μετά την εμφάνιση της οικολογίας, ως αντίληψης, ως επιστήμης και ως ορολογικού πεδίου, με τους πάμπολλους νεολογισμούς που γεννήθηκαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η καρδιά χτυπάει αριστερά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

Μαρκ Σαγκάλ, «Επανάσταση», 1937 (λεπτομέρεια)

Μαρκ Σαγκάλ, «Επανάσταση», 1937 (λεπτομέρεια)

 Στο προηγούμενο, πασχαλινό μας άρθρο είχαμε λεξιλογήσει γύρω από το κόκκινο χρώμα, οπότε ταιριάζει τώρα να εξετάσουμε τα λεξιλογικά της αριστεράς, της πολιτικής παράταξης εννοώ. Αμέσως βλέπουμε την πρώτη ιδιαιτερότητα του όρου: η Αριστερά, σαν λέξη, διατηρεί την καθαρευουσιάνικη κατάληξή της· κι ενώ το θηλυκό του επιθέτου «αριστερός» είναι «αριστερή», και λέμε, π.χ., για αριστερή πολιτική, αριστερή συμμαχία ή αριστερή συσπείρωση, όταν έχουμε το ουσιαστικοποιημένο επίθετο και θέλουμε να αναφερθούμε στην παράταξη, τότε υιοθετούμε τον καθαρεύοντα τύπο, η Αριστερά, και κανείς ποτέ δεν διανοήθηκε να πει «η Αριστερή», με εξαίρεση μερικούς αντίθετους που ειρωνεύονται, όχι και πολύ πρωτότυπα, τη χρήση δημοτικών τύπων (αλλά η σχέση Αριστεράς και γλώσσας είναι ένα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα που αξίζει χωριστό άρθρο). Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινα αβγά, κόκκινες σημαίες

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

1-SARANTAKOS-b

Eπαναστάτριες ξεσηκώνουν τον λαό, 1843

Παρά τον τίτλο, η στήλη απλώς αφορμή θα πάρει από το πασχαλινό έθιμο με τα αβγά που τα βάφουμε κόκκινα και τα τσουγκρίζουμε· έτσι κι αλλιώς, αν με ρωτήσετε για ποιο λόγο βάφουμε τ’ αβγά, και ειδικότερα γιατί τα βάφουμε κόκκινα, θα σας απαντήσω ότι δεν ξέρω. Έχουν διατυπωθεί δεκάδες θεωρίες· ας περιοριστούμε στο ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Ιησού ή στην πιο πρακτική προτροπή που έδωσε ένας επίσκοπος στον νεαρό Εμμ. Ροΐδη που τον είχε ρωτήσει σχετικά: «Τρώγε και μη ερεύνα!». Ευκαιρία είναι όμως να πούμε μερικά πράγματα για το κόκκινο χρώμα.

Το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος και του κινδύνου, του πάθους και της φωτιάς, της θυσίας και του θυμού, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Κόκκινο, σε διάφορες αποχρώσεις, φορούσαν οι αυτοκράτορες και οι άλλοι εστεμμένοι, κόκκινο είναι το χρώμα των απαγορευτικών πινακίδων της τροχαίας και των πυροσβεστικών οχημάτων, των χρεωμένων λογαριασμών και των σπιτιών του πληρωμένου έρωτα. Κόκκινη κάρτα δείχνει ο διαιτητής στους άτακτους παίχτες, κόκκινες γραμμές υποτίθεται ότι βάζει η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές (αλλά πάσχει από αχρωματοψία), κόκκινες είναι και οι ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας.

Η αρχαία λέξη, ερυθρός, ήδη μυκηναϊκή, ομόρριζη με τις άλλες των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (red, λατινικό ruber απ’ όπου γαλλ. rouge κτλ.), επιβιώνει και σήμερα, στον Ερυθρό Σταυρό, τους ερυθρόδερμους και τους ερυθρόλευκους, στο ερύθημα (κοκκίνισμα) αλλά και στο λυθρίνι (ερυθρίνος).

Ωστόσο, συνήθως λέμε κόκκινος, που και αυτό αρχαίο είναι, αλλά ελληνιστικό, και προέρχεται από τον κόκκο· κόκκος σήμαινε κυρίως κουκούτσι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν τα αβγά ενός εντόμου, που λέγεται κόκκος ο βαφικός, και που συσσωματωμένα πολλά μαζί σε μικρές μπαλίτσες σαν μεγάλες φακές, τις κηκίδες ή πρινοκόκκια, τα έβρισκαν κολλημένα στις βελανιδιές και σε άλλα δέντρα (και στην αρχή τα νόμιζαν καρπούς των δέντρων).

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Αφίσα της Παρισινής Κομμούνας

Ο κόκκος από τα νεολιθικά χρόνια χρησίμευε, αφού τον ξέραιναν και τον άλεθαν, για την παρασκευή κόκκινης χρωστικής, κι έτσι η λέξη «κόκκινος» από την αρχική της σημασία (ύφασμα βαμμένο με κόκκο, π.χ. καταπέτασμα εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα) υποκατέστησε τελικά την παλιότερη «ερυθρός».

Και το πορφυρό χρώμα είναι επισημότερη και βαθύτερη απόχρωση του κόκκινου, και οφείλει κι αυτό την ονομασία του σε ζώο: σε ένα οστρακοφόρο μαλάκιο που χρησίμευε για την παρασκευή του χρώματος, την πορφύρα, που από τον αδένα του έβγαζε τη βαθυκόκκινη χρωστική που χρησιμοποιούσαν για τα πανάκριβα ρούχα των εστεμμένων, γι’ αυτό και ονομάστηκε Πορφυρογέννητος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ — η λέξη έχει περάσει και στο αγγλικό purple. Έχουμε ακόμα το πυρρό (της φωτιάς το χρώμα) ή το ρούσο, το ξανθοκόκκινο, το χρώμα των Ρουσίων του βυζαντινού ιπποδρόμου, από το λατινικό russeus και άσχετο με τους Ρώσους. Αλλά και πολλές άλλες λέξεις υπάρχουν για αποχρώσεις του κόκκινου: το άλικο (ανοιχτό κόκκινο, τουρκικό δάνειο), το κρεμεζί (δάνειο από τα τουρκικά, που ανάγεται τελικά στην περσική λέξη για το ίδιο εντομάκι που παράγει την κόκκινη χρωστική, από εκεί και το αγγλικό crimson) ή το σκαρλάτο (που ανάγεται μέσω του βυζαντινού σιγιλλάτος στο λατινικό sigillum, σφραγίδα, στάμπα).

Η σύνδεση του κόκκινου με τα αριστερά κινήματα έχει τις ρίζες της στη Γαλλική Επανάσταση. Αρχικά, η Εθνοφρουρά ύψωνε την κόκκινη σημαία σαν προειδοποίηση ότι θα ανοίξει πυρ· έτσι έγινε και στη σφαγή του Πεδίου του Άρεως, στις 17 Ιουλίου 1791, όταν οι Εθνοφρουροί έπνιξαν στο αίμα μια αντιμοναρχική διαδήλωση, και από τότε οι Γιακωβίνοι υιοθέτησαν το κόκκινο σε ανάμνηση των θυμάτων της μέρας εκείνης. Η κόκκινη σημαία πρωταγωνίστησε και στην Επανάσταση του 1848, όταν παραλίγο να αντικαταστήσει την τρίχρωμη ως εθνική σημαία της Γαλλίας, και δέθηκε αδιάρρηκτα με τα σοσιαλιστικά, εργατικά και κομμουνιστικά κινήματα μετά την Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Όπως έγραψε ο Κάρολος Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, «ο παλιός κόσμος έβγαζε αφρούς λύσσας μπροστά στην Κόκκινη Σημαία, το σύμβολο της δημοκρατίας της εργασίας, που ανέμιζε στο δημαρχείο». Και σ’ ένα ελληνικό Εγκόλπιον εργάτου του 1893 διαβάζουμε: «Η ερυθρά σημαία του σοσιαλισμού φέρει χρυσοίς γράμμασιν: Ελευθερία, όλοι ίσοι». Συνέχεια ανάγνωσης

Ανεργία, εργασία και δουλειά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Εργάτριες, τέλη του 19ου αιώνα

Κάποιες ειδήσεις ξεσπούν με κρότο, κυριαρχούν στην επικαιρότητα και τραβάνε αμέσως την προσοχή, κάποιες άλλες πλησιάζουν αθόρυβα, και καμιά φορά είναι οι πιο επικίνδυνες. Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε τις προάλλες στην Αυγή, η ανεργία στο τέλος του 2013, κατά το αισιόδοξο σενάριο θα φτάσει το 27,6%. Η αύξηση της ανεργίας, στην Ελλάδα και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ειδικά των νέων, με ποσοστά πλειοψηφικά πλέον, που ξεπερνούν αρκετά το 50% στη χώρα μας και σε άλλες χώρες του Νότου, είναι κάτι που δεν αποτελεί συνταρακτική είδηση αλλά θλιβερή πραγματικότητα.

Η λέξη άνεργος εμφανίζεται μια φορά όλη κι όλη σε κείμενα της κλασικής αρχαιότητας και φυσικά όχι με τη σημερινή σημασία· στην Ελένη του Ευριπίδη, διεκτραγωδείται η τύχη της Τροίας, που οδηγείται στον όλεθρο «δι έργ’ άνεργα», για πράξη που δεν έγινε. Η λέξη ανεργία, εμφανίζεται και αυτή στην ελληνιστική εποχή με τη σημασία της απραξίας, αλλά με τη σημερινή της σημασία είναι ουσιαστικά παιδί της βιομηχανικής επανάστασης, αφού και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τότε εμφανίστηκαν οι αντίστοιχες λέξεις με αυτή τη σημασία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Σύντροφοι όλων των γλωσσών…

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 communismΌπως και τον περασμένο μήνα, που είχαμε μιλήσει για την αλληλεγγύη, έτσι και στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε μια λέξη που θα μας χρειαστεί και που θα θέλαμε να ακούμε συχνότερα, τη λέξη συντροφικότητα και, μαζί μ’ αυτήν, τη λέξη σύντροφος. Κι αν η συντροφικότητα είναι λέξη σύγχρονη, του εικοστού αιώνα, ο σύντροφος μάς έρχεται από την κλασική αρχαιότητα: είναι αυτός που ανατράφηκε μαζί με κάποιον άλλον, που συνδέεται στενά μαζί του, ο συμπαραστάτης· και ήδη από την αρχαιότητα έχει πάρει και μεταφορικές σημασίες, όπως στη γνωστή αποφθεγματική φράση του Δημάρατου που μας παραδίδει ο Ηρόδοτος, ότι «τη Ελλάδι πενίη … σύντροφος εστί», η φτώχεια είναι συνυφασμένη με την Ελλάδα.

Στα νεότερα χρόνια η λέξη πήρε διάφορες επιπλέον σημασίες, έτσι σύντροφος ονομάστηκε ο συνεταίρος, και συντροφία η εμπορική εταιρεία, με την συχνή παλιότερα συντομογραφία Σία, π.χ. Γεωργόπουλος και Σία. Σύντροφος λέγεται και αυτός που ζει μαζί μας, με τον οποίο συνδεόμαστε με ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση, το ταίρι μας, ο/η σύζυγος κάποτε, ιδίως όταν λέμε για τον σύντροφο της ζωής μας, αλλά και ο ερωτικός σύντροφος, ενώ τελευταία, όλο και περισσότερο, η λέξη «σύντροφος» χρησιμοποιείται στον Τύπο για οποιαδήποτε ερωτική σχέση εκτός γάμου, όχι απαραίτητα μακρόχρονη. Και βέβαια, η λέξη «σύντροφος» είναι προσφώνηση ανάμεσα σε μέλη κομμουνιστικών, αριστερών και σοσιαλιστικών κομμάτων ή κινημάτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια λέξη που θα θέλαμε ν’ ακούμε πιο συχνά

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αφίσα του Ουώλτερ Κρέιν, τέλη του 19ου αιώνα

Αφίσα του Ουώλτερ Κρέιν, τέλη του 19ου αιώνα

Το προηγούμενο άρθρο, που ήταν ανασκόπηση των λέξεων του 2012, τελείωνε με την ευχή να ακουστούν ακόμα περισσότερο μέσα στο 2013 μερικές λέξεις που ήδη ακούστηκαν αρκετά τη χρονιά που μας πέρασε· μια απ’ αυτές ήταν και η λέξη αλληλεγγύη, που θ’ αποτελέσει και το θέμα του σημερινού μας σημειώματος.

Σύμφωνα με τα λεξικά, αλληλεγγύη είναι η σχέση αμοιβαίας (ηθικής και υλικής) στήριξης ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας ή κοινωνικής ομάδας ή τάξης, ή, πιο χαλαρά, η συμπαράσταση σε κάποιους που δοκιμάζονται ή αγωνίζονται.

Για να αρχίσουμε από την αρχή, η αλληλεγγύη δεν είναι λέξη της κλασικής αρχαιότητας, αλλά μεταγενέστερη· προέρχεται από την αντωνυμία αλλήλων και το ουσιαστικό εγγύη, που σήμαινε την εγγύηση· άρα η αμοιβαία εγγύηση. Η εγγύη είναι ομηρική λέξη και ετυμολογείται από την πρόθεση εν και το αμάρτυρο πανάρχαιο ουσιαστικό *γύα, που είναι το χέρι και ειδικότερα η κοιλότητα του χεριού: πρόκειται δηλαδή για το τίμημα που δίνουμε στο χέρι του άλλου.

Η ίδια η λέξη αλληλεγγύη χρησιμοποιείται μια φορά όλη κι όλη στη μεταγενέστερη γραμματεία, σε έναν ιταλιώτη βυζαντινό ποιητή του 13ου αιώνα, αλλά το ουσιαστικό το αλληλέγγυον εμφανίζεται στη βυζαντινή νομοθεσία: ήταν ένα φορολογικό μέτρο που θέσπισε ο Βασίλειος ο Β΄ το 1002, που όριζε ότι οι πλούσιοι (οι δυνατοί, όπως τους έλεγαν) οφείλουν να πληρώνουν τον φόρο των μικροϊδιοκτητών (των ταπεινών) που είχαν εγκαταλείψει τα χωράφια τους και αδυνατούσαν να πληρώσουν, χωρίς όμως να μπορούν να τα καρπωθούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Και το νερό νεράκι

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 Την εβδομάδα που μας πέρασε ψηφίστηκε από τη Βουλή το νομοσχέδιο για τις αποκρατικοποιήσεις, έστω και με κάποιες απώλειες, αφού επιμέρους άρθρα καταψηφίστηκαν, όσο κι αν προσπαθούσε ο προεδρεύων της Βουλής κ. Τραγάκης να μας πείσει ότι βάσει των νέων μνημονιακών μαθηματικών που πρόκειται να εισαχθούν, το 146 θα θεωρείται μεγαλύτερο από το 147 όταν συμφέρει την κυβέρνηση. Έτσι, ψηφίστηκε η κατάργηση του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής του δημοσίου σε μια σειρά μεγάλους πρώην δημόσιους οργανισμούς· και δεν είναι τυχαίο ότι το μέτρο που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, που σχολιάστηκε δυσμενέστερα από την κοινή γνώμη, ήταν η αποκρατικοποίηση της ΕΥΔΑΠ. Βλέπετε, το νερό θεωρείται από τα στοιχειώδη αγαθά για τη ζωή, είμαστε μαζί του από την αρχή του χρόνου, σε αντίθεση, ας πούμε, με νεόκοπους πόρους όπως το πετρέλαιο ή τον ηλεκτρισμό, οπότε εύλογο είναι να το θεωρούμε αναπαλλοτρίωτο αγαθό. Για το νερό θα μιλήσουμε σήμερα, όσο μπορούμε ακόμα χωρίς να πληρώνουμε τέλη. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι λίστες των ληστών

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Χαρακτικό του Τζιάκομο Πάτρι, 1940

Πυκνή και πολύμορφη η επικαιρότητα, και προβληματιζόμουν ποια λέξη να διαλέξω για το άρθρο του μηνός, αλλά τις τελευταίες μέρες βγήκα από το δίλημμα αφού εισέβαλε ορμητική στα πρωτοσέλιδα και στα δελτία ειδήσεων η λέξη «λίστα», και μάλιστα όχι μία μόνο λίστα, αλλά μπόλικες: η λίστα των 32 βουλευτών από τη μια, η λίστα των 36 από την άλλη, μέχρι που ήρθε και τις επισκίασε όλες η λίστα Λαγκάρντ, η λίστα των 1991 μεγαλοκαταθετών στην Ελβετία, που κάποιοι από αυτούς, στατιστικά αν το πάρεις, θα είναι και μεγαλοφοροφυγάδες· και μονοπώλησε τη συζήτηση η λίστα αυτή εξαιτίας των κωμικοτραγικών περιστατικών που διαδραματίστηκαν, όταν αρχικά μας έλεγαν πως το στικάκι ή φλασάκι (ή το σιντί) που την περιείχε χάθηκε μυστηριωδώς ανάμεσα στη μαμή και τη λεχώνα που λέει η παροιμία, δηλαδή ανάμεσα στο Υπουργείο Οικονομικών και στο ΣΔΟΕ, λες κι ήταν κάτι ασήμαντο, ας πούμε το χαρτάκι για τα ψώνια (κρασί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά που έλεγε η παλιά διαφήμιση), μέχρι που μερικές μέρες μετά βγήκε ο κ. Βενιζέλος και θυμήθηκε ότι είχε κρατήσει αντίγραφο, αλλά έσπευσε να διευκρινίσει ότι εφόσον είναι προϊόν υποκλοπής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί νομίμως και σε επόμενη ανακοίνωση ανέλυσε καταλεπτώς τους λόγους· και αναρωτιέται κανείς, τι περισσότερο θα έλεγε ένας συνήγορος των μεγαλοκαταθετών, ιδίως εφόσον άλλα ευρωπαϊκά κράτη, μεγάλα και πλούσια, βρήκαν τρόπους, αξιοποιώντας την ίδια πηγή, να αποσπάσουν χρήματα από τους δικούς τους λισταρισμένους χρυσοκάνθαρους· αλλά εμείς δεν είμαστε φραγκοφονιάδες να βγάζουμε κι από τη μύγα ξίγκι, έχουμε να κόψουμε τα οικογενειακά επιδόματα· ποιος τους είπε άλλωστε να κάνουν παιδιά, είναι εγωιστική πράξη (σε λίγο θα το πουν κι αυτό οι φιλελεύθεροι αναλυτές). Συνέχεια ανάγνωσης

Η συντομότερη εννεασύλλαβη λέξη της ελληνικής γλώσσας

Standard

 ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Joseph Minton, 2008

Το σημερινό σημείωμα είναι το πρώτο μετά τη θερινή ανάπαυλα. Πριν από δυο μήνες, όταν δημοσιεύτηκε το προηγούμενο, είχε μόλις σχηματιστεί η ημιτρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας, και καθώς τα κόμματα που τη σχημάτισαν είχαν υιοθετήσει, και τα τρία, για προεκλογική τους παντιέρα την «επανα-διαπραγμάτευση» των όρων του Μνημονίου με τους δανειστές μας, θα περίμενε κανείς να έχει ξεκινήσει ήδη αυτή η διαδικασία, περιέργως όμως το μόνο που ακούμε πια είναι τα περίφημα επιπρόσθετα 11,5 δισεκατομμύρια που πρέπει να εξοικονομηθούν από το πετσί μας, που τον τελευταίο καιρό έχουν κι αυτά αρχίσει ν’ αβγατίζουν και να γίνονται 13, 15, 18 ή και 22. Μια λοιπόν που κανείς δεν προφέρει πια τη λέξη που είχε γίνει καραμέλα τους προηγούμενους μήνες, σκέφτομαι ν’ αφιερώσω το σημερινό σημείωμα στη… συντομότερη εννεασύλλαβη λέξη της ελληνικής γλώσσας, την «επαναδιαπραγμάτευση». Εντάξει, παραδέχομαι ότι η «επαναδιαπραγμάτευση» μπορεί να θεωρηθεί και οχτασύλλαβη, αν το «διά» το προφέρουμε μονοσύλλαβο· όμως δεν τη λέω γι’ αυτό συντομότερη, αλλά επειδή ούτε καν ακούστηκε κατά την πρόσφατη περιοδεία του πρωθυπουργού στην Ευρώπη, οπότε πρέπει να σκεφτούμε ότι θα την πρόφερε τόσο γρήγορα ο πρωθυπουργός που δεν θα προλάβαμε να την ακούσουμε — ή ότι την κατάπιε ώσπου ν’ ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας.

Η επαναδιαπραγμάτευση είναι από τις σχετικά λιγοστές ελληνικές σύνθετες λέξεις με τρεις προθέσεις, επί, ανά και διά. Πίσω της βρίσκουμε τη διαπραγμάτευση, από το «διαπραγματεύομαι», που είναι ήδη αρχαίο και σήμαινε στα ελληνιστικά χρόνια «βγάζω κέρδος από εμπορικές υποθέσεις», και βέβαια στο βάθος έχουμε το πράγμα, από την πολυμελέστατη οικογένεια λέξεων που έχουν γενάρχη τους το ρήμα «πράττω». Το πράγμα (και πρήγμα το έλεγαν οι Ίωνες) σήμαινε στα αρχαία όχι μόνο το κάθε αντικείμενο, υλικό ή νοητό, αλλά, ιδίως στον πληθυντικό, τις δημόσιες και ιδιωτικές υποθέσεις, τα σοβαρά ζητήματα, καμιά φορά και τις σκοτούρες (ένας ενοχλητικός «παρείχε πράγματα»), καθώς και τα κοινά, την πολιτική κατάσταση, σημασία που επιβιώνει και σήμερα, όταν λέμε ότι το τάδε κόμμα «ήρθε στα πράγματα». Συνέχεια ανάγνωσης

Μαϊντανός στη σούπα

Standard

OI ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Το δηλητηριώδες κώνειο, της ίδιας οικογένειας με τον μαϊντανό (Mathews F. Schuyler, «Field Book of American Wild Flowers, G. P. Putnam’s Sons, Νέα Υόρκη 1902.

Όταν ήμουν μικρός, στην αρχή μπέρδευα τον μαϊντανό με τον άνηθο. Στα θελήματα που μ’ έστελναν ίσαμε τον μανάβη της γωνίας, η πιθανότητα να ψωνίσω το σωστό χορταρικό ήταν πενήντα-πενήντα, αφού άλλοτε ξεχνούσα τι μου είχαν πει κι άλλοτε έπαιρνα το λάθος ματσάκι. Είδε κι απόειδε κι η μητέρα μου, και μου έδινε παραγγελία και για τα δύο, αφού συνήθως μαζί χρησιμοποιούνται στην κουζίνα. Μετά, μου εντυπώθηκε ότι ο μαϊντανός είναι σγουρός και σταμάτησα να τους μπερδεύω. Αν όμως και τα δυο χορταρικά είναι χρήσιμα στη μαγειρική ως αρτύματα, ο μαϊντανός έχει πολύ μεγαλύτερη γλωσσική νοστιμιά και γι’ αυτό θα μας απασχολήσει σήμερα. Αν και ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι ποιο ακριβώς φυτό περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς, πρώτη αναφορά στον μαϊντανό βρίσκουμε στο έργο Περί ύλης ιατρικής του Διοσκουρίδη, τον πρώτο αιώνα, ο οποίος αναφέρει το πετροσέλινον, το οποίο «φύεται εν Μακεδονία εν αποκρήμνοις τόποις». Ονομάστηκε δηλαδή ο μαϊντανός «σέλινο των βράχων», πράγμα που υποβάλλει την ιδέα ότι ίσως το φυτό έγινε γνωστό στα μέρη μας εκείνη περίπου την εποχή, ενώ το σέλινο ήταν πανταχού παρόν στον ελληνικό χώρο από τα πανάρχαια χρόνια· ακόμα και σε μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής Β΄ βρίσκουμε αναφορά σε se-ri-no.

Το πετροσέλινον λοιπόν, ονομασία που διατηρείται και σήμερα, έχει στη συνέχεια πυκνή παρουσία στα ιατρικά και διαιτητικά κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών-συγγραφέων της ρωμαϊκής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας, συχνά ως συστατικό σε αντίδοτα και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (π.χ. διουρητικές). Πέρασε στα λατινικά ως petroselinum και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν και πολλές φορές έγινε αγνώριστο: αγγλικά parsley, γαλλικά persil, ιταλικά prezzemolo, γερμανικά petersilie, ισπανικά perejil, ρουμανικά pătrunjel. Πέρασε επίσης στα εβραϊκά, petrosilia, φτάνοντας στα ανατολικά έως τα ινδονησιακά, peterseli, και τα γιαπωνέζικα, paseri.

Από το ιταλικό prezzemolo, με αντιμετάθεση των φθόγγων, η λέξη επιστρέφει αντιδάνειο στα ελληνικά ως περσέμολο ή περσέμουλο κι έτσι έχει εξασφαλίσει μια γωνίτσα στην αθανασία επειδή περιλαμβάνεται σε ένα διάσημο απόσπασμα από το Άξιον Εστί του Ελύτη, μαζί με άλλα σπάνια και ιδιωματικά ονόματα φυτών: «Να το σπαράγγι να ο ριθιός, να το σγουρό περσέμολο, το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι, ο στύφνος και το μάραθο, Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω». Συνέχεια ανάγνωσης

Αναιμικό καρότο, τσουχτερό μαστίγιο

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Διάβασα τις προάλλες στην Αυγή ότι επιχειρείται να σταλεί στην Ελλάδα ένα μήνυμα «καρότου και μαστιγίου», ενώ αλλού θα είδατε τίτλους για «Μαστίγιο και καρότο στη σύνοδο κορυφής» ή «Καρότο και μαστίγιο από τους εταίρους», μια έκφραση που ακούγεται συχνά τον τελευταίο καιρό σαν χαρακτηρισμός της τακτικής που ακολουθούν οι εταίροι της Ε.Ε. απέναντι στην Ελλάδα και που μ’ αυτήν θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας σημείωμα.

Την έκφραση με το μαστίγιο και το καρότο πρέπει να την έχουμε δανειστεί τις τελευταίες δεκαετίες· λέμε επίσης για «καρότο και ραβδί», μια κάπως λιγότερο συχνή παραλλαγή, που δεν πρέπει να είναι η αρχική, παρόλο που αυτή ακριβώς αντιστοιχεί στην αγγλική stick and carrot, που φαίνεται να είναι και η αρχαιότερη, αφού έχει καταγραφεί από το 1880, αν και μόνο μεταπολεμικά έγινε ευρέως γνωστή. Βέβαια, είτε με ραβδί είτε με μαστίγιο, η σημασία της έκφρασης δεν αλλάζει. Λέγεται για μια τακτική πειθάρχησης ή διαπαιδαγώγησης που συνίσταται στην εναλλάξ χρησιμοποίηση επιβραβεύσεων ή δελεαστικών μέσων (το καρότο) και τιμωρίας ή απειλών (το μαστίγιο ή το ραβδί). Η έκφραση με το ραβδί βέβαια αναφέρεται και σε μια συναφή μέθοδο παρακίνησης υποζυγίων: δένουν με σπάγγο ένα καρότο στην άκρη ενός ραβδιού και το κρεμάνε μπροστά στη μουσούδα του γαϊδάρου, ο οποίος υποτίθεται ότι θα τρέχει όλο και πιο γρήγορα (και μάταια) για να το πιάσει, αν και βέβαια τα πραγματικά υποζύγια δεν είναι τόσο ανόητα. Συνέχεια ανάγνωσης

Το εκβιαστικό δίλημμα των τελεσιγράφων

Standard

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κώστας Μπαλάφας, «Στο δρόμο για τα χειμαδιά, Πίνδος 1959» (από το ημερολόγιο 2012 του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τίτλο «Κώστας Μπαλάφας. Η άλλη Ελλάδα»)

Τις τελευταίες μέρες διαβάζουμε παντού για τελεσίγραφα των εταίρων μας, για εκβιασμούς της τρόικας, για σκληρά διλήμματα, οπότε σκέφτηκα να φτιάξω έναν (κάπως τεχνητό, είναι η αλήθεια) τίτλο με τις τρεις λέξεις που θα δούμε στο σημερινό σημείωμα, λέξεις που έχουν σαν κοινό τους χαρακτηριστικό ότι κάποιος καλείται να αποφασίσει υπό συνθήκες πίεσης ανάμεσα σε δύο επιλογές.
Το δίλημμα φυσικά μπορεί να είναι και ανώδυνο, να μην υπάρχουν συνθήκες πίεσης, όπως όταν κάποιος έχει να διαλέξει αν θα πάει διακοπές στο βουνό ή στη θάλασσα, αλλά συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται όταν οι εναλλακτικές επιλογές έχουν και οι δυο κάποιο κόστος, συχνά δυσβάσταχτο, σαν τον εργαζόμενο που αντιμετωπίζει το δίλημμα αν θα προδώσει τους συναδέλφους του ή θα χάσει τη δουλειά του.
Η λέξη δίλημμα είναι βέβαια παλιά, αλλά όχι τόσο αρχαία όσο φαίνεται• δεν ανήκει στην κλασική αρχαιότητα, αλλά στην ύστερη ελληνιστική εποχή, στον 5ο αιώνα μ.Χ. Προηγουμένως υπήρχε το ουσιαστικό το διλήμματον, από το λήμμα, με τη σημασία της λογικής πρότασης. Ο όρος πέρασε στα λατινικά ως dilemma και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αρχικά στη φιλοσοφία και μετά σε καθημερινές χρήσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2011

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Aπό ζωγραφικό κάλυμμα κασέλας. Σάμος, 18ος αιώνας (Μουσείο Μπενάκη)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, εφημερίδες και περιοδικά συνηθίζουν να δημοσιεύουν ανασκοπήσεις της χρονιάς που πέρασε, που τις υπογράφουν διάφοροι αρθρογράφοι, από τη σκοπιά του και στον δικό του τομέα ο καθένας, κι έτσι πιθανότατα θα διαβάσατε, τόσο στην Αυγή όσο και σε άλλα έντυπα, άρθρα για τα βιβλία ή τους δίσκους ή τις κινηματογραφικές ταινίες της χρονιάς. Λογικό είναι λοιπόν κι η στήλη η δική μας, που σχολιάζει κάθε μήνα τις λέξεις της επικαιρότητας, να επιχειρήσει να καταγράψει τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2011, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, μερικές φορές που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Βέβαια, πολλές από αυτές τις λέξεις έχουν ήδη αναλυθεί, ετυμολογικά και λεξικογραφικά, από αυτήν εδώ τη στήλη μέσα στη χρονιά, αφού είναι αναμενόμενο οι λέξεις της χρονιάς να έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί λέξεις του μήνα. Όχι όμως όλες. Μια από αυτές τις λέξεις του 2011 που δεν έτυχε να συζητήσουμε εδώ είναι η εφεδρεία, ο ευφημισμός που επιλέχτηκε για να μασκαρευτεί η απόλυση με αναστολή, ο αποδεκατισμός των δημόσιων υπηρεσιών ενόψει της πλήρους αποξήλωσης του δημόσιου τομέα. Η εφεδρεία, που είναι αρχαία λέξη, από την πρόθεση επί και την έδρα, δηλαδή το κάθισμα, είχε ως τώρα θετική απόχρωση, μια και σήμαινε τους έμψυχους πόρους ή τα μέσα που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν σε κατάσταση ανάγκης — ενώ τώρα δηλώνει όσους θεωρούνται περιττό βάρος.

Ωστόσο, η λέξη της χρονιάς κατά τη γνώμη μου είναι οι αγανακτισμένοι, σε πληθυντικό, το αυθόρμητο κίνημα που πλημμύρισε την πλατεία Συντάγματος και τις άλλες πλατείες της χώρας στα μέσα της χρονιάς και που επηρέασε, σε απροσδιόριστον ακόμα βαθμό, τις εξελίξεις. Είχαμε αναφερθεί σ’ αυτή τη λέξη, και είχαμε πει ότι γραμματικά είναι ανυπόταχτη (αφού, σύμφωνα με τον κανόνα, το ρήμα αγανακτώ θα έδινε μετοχή *αγανακτημένοι), μένει όμως να δείξουν οι αγανακτισμένοι την εξεγερτική τους διάθεση και έξω από τη γραμματική.

Την τριάδα των λέξεων της χρονιάς τη συμπληρώνουν, θα έλεγα, άλλες δυο λέξεις που επίσης πολύ ακούστηκαν και που ίσως να είναι η πρώτη επιλογή για πολλούς. Καταρχάς, το κούρεμα, απόδοση του αγγλικού haircut, που σημαίνει την απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων, και που μας απασχόλησε όλη τη χρονιά που πέρασε, μαζί με κάποιες άλλες λογιότερες λέξεις όπως αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με το αγγλικό ακρώνυμο PSI που ακούγεται πολύ τελευταία μια και πρέπει, υποτίθεται, να ολοκληρωθεί επιτυχώς για να μπορέσουμε έστω και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο εκλογών (παρεμπιπτόντως, τα αρχικά PSI σημαίνουν private sector involvement, συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα).

Τρίτη λέξη της χρονιάς, το χαράτσι, που προφητικά (ή άκαιρα) το είχαμε συζητήσει από αυτήν εδώ τη στήλη πολύ νωρίς, τον Φεβρουάριο του 2010, οπότε θα αναφερθώ σ’ αυτήν λίγο εκτενέστερα. Να θυμίσω ότι ετυμολογικά το χαράτσι είναι δάνειο από τα τουρκικά (haraç), η δε τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή (kharadj). Το πιθανότερο όμως είναι η αραβική λέξη να έχει απώτερη ελληνική αρχή, να ανάγεται δηλαδή στην αρχαία χορηγία, που ήταν ένας από τους θεσμούς της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη πέρασε στα συριακά ή στα αραμαϊκά, ίσως μέσω του χριστιανικού λεξιλογίου, και από εκεί στα αραβικά, όπου αρχικά σήμαινε τον φόρο της εγγείου ιδιοκτησίας που έπρεπε να πληρώνουν οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, αλλά όταν στον 8ο αιώνα οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών είχαν πια εξισλαμισθεί, ο φόρος γενικεύτηκε και έπαψε πια να σημαίνει τον φόρο της γης αλλά σήμαινε τον φόρο γενικώς. Η λέξη περνάει στα τουρκικά και μετά στα ελληνικά, ως χαράτζιον και χαράτσιον και μετά χαράτσι, είναι δηλαδή αντιδάνειο. Συνέχεια ανάγνωσης

Φονικά τσεκούρια και γύφτικα σκεπάρνια

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

 του Νίκου Σαραντάκου

 Τις περισσότερες φορές, κάτι που συνέβη πριν από μερικές εβδομάδες επισκιάζεται από τα πιο πρόσφατα γεγονότα, αλλά κατά τη γνώμη μου η συμμετοχή της άκρας δεξιάς στην κυβέρνηση είναι αναμφίβολα το γεγονός που σημάδεψε (και στιγμάτισε, αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με τη σωστή της σημασία) το μήνα που μας πέρασε, ιδίως με την ανάδειξη δυο προβεβλημένων στελεχών του ακροδεξιού κόμματος σε υπουργικούς θώκους — δυο στελεχών, από τα οποία ο ένας στα νιάτα του συμμετείχε σε ακροδεξιές ομάδες κρούσης κραδαίνοντας τσεκούρι και μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ομοτράπεζος του Λεπέν, ενώ ο άλλος, ο εκπρόσωπος του εμπρόθετου και επιδεικτικού καραγκιοζισμού (κατά την εύστοχη έκφραση του Γιάννη Χάρη), καμαρώνει στα υπουργικά έδρανα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Από εκεί και ο τίτλος λοιπόν.

Το σκεπάρνι, εργαλείο των μαστόρων, μαραγκών και οικοδόμων, είναι από παλιά μαζί μας: στον Όμηρο διαβάζουμε για «σκέπαρνον εΰξοον» (ε 237), σκεπάρνι ακονισμένο. Ο σκέπαρνος και το σκέπαρνον έδωσε στα ελληνιστικά χρόνια το σκεπάρνιον, και από εκεί στο σκεπάρνι. Το οποίο σκεπάρνι σήμερα, ως λέξη, το χρησιμοποιούν κι αυτοί που δεν μαστορεύουν, λόγω της πολύ διαδεδομένης φράσης, που την έβαλα και στον τίτλο, «καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι», που τη λέμε για κάποιον που κορδώνεται και καμαρώνει υπερβολικά, επιδεικτικά, συχνά χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Οι γύφτοι ήταν τεχνίτες στα χωριά, σιδεράδες και χαλκιάδες, κι η φράση βγήκε επειδή το γύφτικο σκεπάρνι έχει λαβή κυρτή, κι έτσι θυμίζει τον άνθρωπο που κορδώνεται με την κοιλιά προς τα έξω, ακριβώς τη στάση του σώματος που είχε ο Άδωνης Γεωργιάδης όταν πήγαινε να ορκιστεί υφυπουργός.

Το τσεκούρι, από την άλλη, είναι μεγαλύτερο από το σκεπάρνι, και το βρίσκουμε με τρία βασικά συνώνυμα στο ελληνικό λεξιλόγιο· τα άλλα δύο είναι ο πέλεκυς και ο μπαλτάς. Ο πέλεκυς είναι ιθαγενής, ήδη ομηρικός, όπως και το σκέπαρνον: στην Ιλιάδα (Γ60), ο Πάρης κατηγορεί τον  Έκτορα ότι η καρδιά του είναι σκληρή σαν το τσεκούρι που σκίζει τον κορμό του δέντρου («κραδίη πέλεκυς… ατειρής»). Η λέξη έχει περάσει στη δημοτική (πελέκι), δώσει ρήματα (πελεκάω) και παράγωγα, έχουμε και την παροιμία για τον άνθρωπο αγράμματο που είναι ξύλο απελέκητο, ενώ ακούγεται πολύ το κλισέ για τον πέλεκυ της δικαιοσύνης που θα πέσει βαρύς και αμείλικτος πάνω σε όσους παρανομούν, μόνο που, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα, αυτός ο πέλεκυς φαίνεται να έχει στομώσει· μάλλον απαλό σαν χάδι είναι το άγγιγμά του για τους ημέτερους, πιο πολύ σαν φτερό που ξεσκονίζει.

Ο μπαλτάς, από την άλλη, μας ήρθε από ανατολικά, τούρκικο δάνειο (balta), από εκεί και ο μπαλτατζής, δηλαδή ο ξυλοκόπος, που είναι και επώνυμο. Το τσεκούρι, αντίθετα, που ήρθε από τα δυτικά, έχει πιο ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή, από το μεσαιωνικό τσεκούριον και το ελληνιστικό σεκούριον φτάνουμε στο λατινικό securis, που σήμαινε τον πέλεκυ. Αυτό το securis, παρά την ηχητική ομοιότητα, δεν έχει καμιά σχέση με την οικογένεια λέξεων του security. Προέρχεται από το ρήμα secare, που σημαίνει «κόβω, τέμνω», απ’ όπου προέκυψαν τα διάφορα section (τομέας) των αγγλικών και γαλλικών.

Βαρύ και κοφτερό το τσεκούρι, όταν πέφτει δεν συγχωρεί: τσεκουράτος είναι αυτός που φέρεται με σκληρή αποφασιστικότητα· μιλάει τσεκουράτα όποιος λέει κάτι ωμά και χωρίς περιστροφές· η φρασεολογία μας διαθέτει κάμποσα συνώνυμα: τσεκουράτα, χύμα και τσουβαλάτα, ορθά κοφτά, νέτα σκέτα.

Φωτιά και τσεκούρι, είναι έκφραση που δηλώνει την ολοσχερή καταστροφή, ιδίως σε καιρό πολέμου· αυτή την τακτική εφάρμοσε ο Ιμπραήμ για να γονατίσει τον επαναστατημένο Μοριά, ως αντίποινα φωτιά και τσεκούρι υποσχέθηκε στους προσκυνημένους ο Κολοκοτρώνης, τον ίδιο τίτλο διάλεξε για το (όχι και πολύ αμερόληπτο) βιβλίο που αφιέρωσε στον Εμφύλιο ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Οι μαθητές κι οι φοιτητές λένε «έπεσε τσεκούρι» όταν στις εξετάσεις κοπούν πολλοί. Όμως εδώ και κάμποσο καιρό στον τόπο μας έχει αρχίσει να πέφτει ανελέητο και ασταμάτητο τσεκούρωμα στα πάντα: στους μισθούς και στις συντάξεις, στα δικαιώματα και στα κεκτημένα, στις ελπίδες των μεγαλύτερων και στα όνειρα των νέων. Δεν είναι τυχαίο που το πρόγραμμα αυτό ανέλαβε να το φέρει σε πέρας, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι, μια κυβέρνηση που έχει υπουργό της κάποιον που κράδαινε στα νιάτα του τσεκούρι. Μάθε τέχνη κι άστηνε, που λέμε.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com

Δημοψήφισμα, μια αυτεπίστροφη ρουκέτα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Καραγωγέας στην οδό Αθηνάς, 1950. Φωτογραφία: Αφοί Μεγαλοκονόμου

Όταν άρχισα να γράφω αυτές τις γραμμές, ο Έλληνας πρωθυπουργός (της στιγμής εκείνης) συμμετείχε στη σύνοδο κορυφής των G20 στις Κάννες, όχι επειδή είχε καταφέρει να κάνει τη χώρα μας μία από τις είκοσι ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη, αλλά επειδή με τη ρουκέτα περί δημοψηφίσματος, που εκτόξευσε τις προάλλες, είχε προκαλέσει πανικό στις διεθνείς αγορές και κλονισμούς στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι όσο κι αν πολλοί νοιώσαμε ένα περίεργο καμάρι που η μικρή Ελλάδα έκανε τους ισχυρούς να τρέμουν και τα χρηματιστήρια να καταρρέουν, όμοια με ποντίκι που μασουλώντας ένα καλώδιο προκαλεί βραχυκύκλωμα σε ολόκληρη μεγαλούπολη, η αλήθεια είναι ότι το ποντίκι δεν ζει για να δει τον θρίαμβό του. Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, και μοιραία η λέξη που θα μας απασχολήσει είναι το δημοψήφισμα, έστω κι αν από τις τελευταίες εξελίξεις αυτό το ενδεχόμενο φαίνεται να απομακρύνεται. Συνέχεια ανάγνωσης

Τέλη δίχως τέλος

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Έργο του Αντρέ Φουζερόν, 1944

Η λέξη «τέλος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα με το ειδικό τέλος ακινήτων που σοφίστηκε ο υπουργός κ. Βενιζέλος για να βουλώσει τις τρύπες που ο ίδιος και η κυβέρνηση προκάλεσαν. Βέβαια, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τέλος αλλά για φόρο, που βαφτίστηκε «τέλος» επειδή για την επιβολή φόρου χρειάζεται να ψηφιστεί νόμος, κάτι χρονοβόρο, ενώ για το τέλος αρκεί τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, όσο κι αν προσπάθησε ο κ. Βενιζέλος να εφεύρει ανταποδοτικό χαρακτήρα στο χαράτσι, το οποίο στο μεταξύ και πολλαπλασιάστηκε σε ύψος και απειλεί να γίνει μόνιμο, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά τη σοφή παροιμία «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Όμως αυτά είναι νομικά και δεν θα συνεχίσω, εμείς εδώ λεξιλογούμε — και θα ομολογήσω ότι το τέλος, αν και απεχθές και επαχθές στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ταυτόχρονα και αρκετά ενδιαφέρον∙ δεν εννοώ το πράγμα, αλλά τη λέξη. Τη λέξη «τέλος», στην οποία θα αφιερωθεί το σημερινό σημείωμα.

Φυσικά, τέλος δεν είναι μόνο το χρηματικό ποσό που πληρώνουμε ως αντάλλαγμα για υπηρεσίες (ή και χωρίς αντάλλαγμα στην προκείμενη περίπτωση)· είναι και το τέρμα, το έσχατο σημείο, χρονικά ή τοπικά· στα αρχαία μάλιστα υπάρχει και μια τρίτη σημασία, «σκοπός», που επιβιώνει στους τελικούς συνδέσμους (π.χ. να) και τις τελικές προτάσεις της γραμματικής: δεν λέγονται έτσι επειδή μπαίνουν στο τέλος της πρότασης, αλλά επειδή δηλώνουν σκοπό.

Λέξη αρχαία με αβέβαιη ετυμολογία, το τέλος έχει γεννήσει πάμπολλες άλλες λέξεις: το ρήμα τελώ με τα πολλά σύνθετά του (εκτελώ, συντελώ, αποτελώ) και τα δικά τους παράγωγα, την τελετή, τον τέλειο και την τελεία, τον τελεστή των μαθηματικών (που όμως υπάρχει από τα ομηρικά χρόνια), τον τελευταίο, το τελωνείο και το τελώνιο. Καμιά φορά οι σημασίες κονταροχτυπιούνται, έτσι ο ατελής μπορεί να είναι είτε ο μισοτελειωμένος (άρα και ο ελαττωματικός), είτε αυτός που δεν επιβαρύνεται με τέλη. Κι από την ατέλεια, όχι το ελάττωμα αλλά την απαλλαγή από τα ταχυδρομικά τέλη, έπλασαν οι Γάλλοι τον όρο philatélie, σα να λέμε φιλατέλεια, διότι τα γραμματόσημα ήταν ένας τρόπος για να πληρώνει τα ταχυδρομικά έξοδα ο αποστολέας, και όχι πια ο παραλήπτης όπως γινόταν παλιά· μόνο που εμείς όταν πήραμε τον ελληνογενή όρο, τον γυρίσαμε σε φιλοτελισμό κι έτσι φαίνεται σαν να προέρχεται απευθείας από το τέλος. Συνέχεια ανάγνωσης

Το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει!

Standard

 ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

 

Έργο του Γιώργου Σικελιώτη

Τις τελευταίες μέρες έγινε αρκετός λόγος για τις εγγυήσεις που πρώτα οι Φιλανδοί απαίτησαν και μετά κάμποσοι άλλοι εταίροι μας απείλησαν πως θα ζητήσουν προκειμένου να μας δανείσουν, και φαίνεται ότι το θέμα απειλεί να οδηγήσει σε ναυάγιο τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τόσο πολύ (και τόσο άστοχα) πανηγυρίστηκε. Οι εγγυήσεις θα φέρουν ναυάγιο, ή, για να παραφράσω ανεπαίσθητα τον Καββαδία, το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει.

Βέβαια, ο Καββαδίας δεν έγραψε γκαραντί αλλά καραντί — και εδώ η διαφορά δεν είναι αμελητέα, όπως όταν λες γκαμήλα αντί για καμήλα, που έχεις την ίδια λέξη. Το καραντί του Καββαδία δεν έχει σχέση με την οικονομία, τουλάχιστον άμεση· είναι η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά, κουφοθάλασσα ή αποθαλασσία. Πρόκειται για λέξη ναυτική, που ετυμολογείται από το τουρκ. karıntı (δίνη· πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λέξης kara η οποία ήδη χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις, ναυτικές και μη, ως πρώτο συνθετικό (καρα-).

Ο Παπαδιαμάντης, σε ένα αυτοβιογραφικό χρονογράφημά του (Ταξίδι — Βαπόρι — Ρωμέικο) γράφει για εκείνους που «ηγωνίων, επάλαιον και ετήκοντο, εις το καραντί κι εις την χιονιάν, εις την φουσκοθαλασσιάν κι εις την μπόραν». Βέβαια, το καραντί το ναυτικό θα έμενε μία από τις χιλιάδες μυστήριες λέξεις στον ωκεανό της ναυτικής ορολογίας, άγνωστο στον πολύ κόσμο, αν δεν ήταν ο Καββαδίας να το βάλει τίτλο σε ένα του ποίημα, και μετά ο Θάνος Μικρούτσικος να το μελοποιήσει, επιλέγοντας μάλιστα να επαναλάβει, σαν ρεφρέν, τη στροφή που περιέχει τη λέξη καραντί, η οποία έτσι κι αλλιώς λέγεται δυο φορές, οπότε η λέξη εντυπώνεται στο θυμητικό, παρόλο που λίγοι ξέρουν ακριβώς τη σημασία της: «Το καραντί… το καραντί θα μας μπατάρει / Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά / Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά / κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει». Συνέχεια ανάγνωσης