Μας διδάσκετε πώς να αγωνιζόμαστε

Standard

ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΩΝ-1

της Καταρίνα Πρινσίπε

Καταρίνα Πρίνσιπε

Καταρίνα Πρίνσιπε

Το να είσαι Νοτιοευρωπαίος σήμερα δεν είναι εύκολο. Όχι μόνο οι κεντροευρωπαϊκές και βορειοευρωπαϊκές ελίτ (με τη σιωπηρή συνενοχή των δικών μας δεξιών κυβερνήσεων!) αντικατέστησαν την κυρίαρχη αφήγηση ότι οι λαοί μας είναι τίμιοι, σκληρά εργαζόμενοι και καλόκαρδοι από μια νέα αφήγηση που τους θέλει διεφθαρμένους, τεμπέληδες και αντιπαραγωγικούς. Οι ευρωπαϊκές ελίτ αποφάσισαν επίσης ότι δεν αξίζουμε πλέον να ζούμε σύμφωνα με τα αποκαλούμενα «ευρωπαϊκά πρότυπα».

Δεν αξίζουμε πια να έχουμε ούτε δουλειά ούτε παιδεία ούτε υγεία ούτε πολιτισμό ούτε δικό μας σπίτι ούτε φαγητό στο τραπέζι μας. Δεν αξίζουμε καν να ζούμε στις χώρες μας πια, ανάμεσα στις οικογένειές μας, τους φίλους μας, σε όσους αγαπάμε. Αντίθετα, οι τράπεζες αξίζουν όλα μας τα χρήματα και όλες μας τις θυσίες προκειμένου να σωθούν — εμάς, αλήθεια, ποιος μας σώζει;.

Έργο του Jose de Almada-Negreiros, 1929

Έργο του Jose de Almada-Negreiros, 1929

Οι αγορές πλέον αντιμετωπίζονται σαν άνθρωποι (οι αγορές είναι χαρούμενες, λυπημένες, ανήσυχες και πρέπει να τις καθησυχάσουμε) και εμείς, οι άνθρωποι, αντιμετωπιζόμαστε σαν αριθμοί, στατιστικές, εκθέσεις. Αξίζουμε μόνο αν δώσουμε τις ζωές μας και αναβάλουμε το μέλλον μας στο όνομα ενός συστήματος που δεν δίνει δεκάρα για μας, που έχει δείξει επανειλημμένα ότι έχει το κέρδος ως τη μεγαλύτερη αξία, κι εμείς και οι ζωές μας είναι απλές απώλειες στον πόλεμο που μας έχουν κηρύξει στο όνομα του κεφαλαίου. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Ευρώπη στον λαβύρινθο και η υλική δύναμη των ιδεών

Standard

 τoυ Μίχαελ Χόυζερ

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Στο ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδειξε υπέρμετρη αισιοδοξία και επιδόθηκε σε μια σχεδόν αριστερή ρητορική. Στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Οικονομικής Ανάκαμψης (τέλη του 2008), διαβάζουμε: «Η τρέχουσα οικονομική κρίση μάς δίνει την ευκαιρία να δείξουμε ότι η Ευρώπη υπηρετεί καλύτερα τους πολίτες της όταν ως ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της χρησιμοποίει τις στοχευμένες δράσεις. Η Ευρώπη μπορεί να κάνει τη διαφορά. Οι φορείς άσκησης πολιτικής, τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ευφυής συντονισμός, εμποδίζουν τη διολίσθηση προς μια βαθύτερη ύφεση. Μια Ευρώπη έτοιμη να αναλάβει ταχεία, τολμηρή, φιλόδοξη και καλά στοχευμένη δράση θα είναι μια Ευρώπη ικανή να βάλει φρένο στην ύφεση και να επαναφέρει την ανάπτυξη. Ή θα κολυμπήσουμε μαζί ή θα βουλιάξουμε όλοι. […] Οι θεμελιώδεις αρχές αυτού του σχεδίου είναι η αλληλεγγύη και η κοινωνική δικαιοσύνη. Σε δύσκολους καιρούς, η δράση μας πρέπει να αποσκοπεί στη βοήθεια εκείνων που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Να εργαστούμε για την προστασία των θέσεων εργασίας μέσω δράσεων με κοινωνικά κριτήρια». Ποια είναι τα αποτελέσματα, λίγα χρόνια μετά;

Ένα μπερδεμένο κουβάρι

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του χρόνου» (λεπτ.), 1545

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του χρόνου» (λεπτ.), 1545

Η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει επιτευχθεί: το χρέος έχει συσσωρευθεί και η οικονομία της Ευρωζώνης παραμένει στάσιμη. Ακόμα και στις χώρες που έχουν μειώσει τις κρατικές δαπάνες, δύσκολα μπορούμε να μιλάμε για ανάκαμψη. Η υπέρμαχος της λιτότητας Φινλανδία έχει πέσει σε «τριπλή ύφεση», η Μεγάλη Βρετανία αντιμετωπίζει στενότητα, η Ιταλία παρά τις περικοπές δεν μπορεί να σταματήσει την άνοδο του χρέους της. Η Γερμανία είναι η μόνη χώρα που δείχνει κάποια σημάδια ανάκαμψης, αλλά εδώ οι περικοπές δαπανών αντισταθμίζονται από κίνητρα που δεν έχουν θεσπιστεί σε καμία άλλη χώρα, π.χ. επενδύσεις σε υποδομές ή η θέσπιση επιδοτήσεων για την φροντίδα των παιδιών. Συνέχεια ανάγνωσης

Η λιτότητα σκοτώνει – κυριολεκτικά, 1: Πλούτος της κοινωνίας είναι οι άνθρωποι

Standard

του Ντέιβιντ Στάκλερ και του Σάντζεϊ Μπασού

μετάφραση: Μάνος Αυγερίδης

Διαδήλωση στο Δουβλίνο, Δεκέμβριος 20112

Διαδήλωση στο Δουβλίνο, Δεκέμβριος 20112

«Austerity kills. The Body Economic» είναι ο τίτλος της μελέτης του David Stuckler και του Sanjay Basu που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες (εκδ. Allen Lane). Ο Στάκλερ (κορυφαίος ειδικός σε ζητήματα οικονομικών της υγείας, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) και ο Μπασού (επιδημιολόγος, αναπληρωτής καθηγητής υγείας στο Στάνφορντ) μελέτησαν συστηματικά τις επιπτώσεις της λιτότητας στην Ευρώπη (σημαντικό μέρος της έρευνας καταλαμβάνει η Ελλάδα) και τη Βόρεια Αμερική, καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα, το οποίο το τεκμηριώνουν πολλαπλώς και αποτυπώνεται και στον τίτλο του βιβλίου: «Η λιτότητα σκοτώνει»· και κυριολεκτούν. Οι πολιτικές της λιτότητας (αυτές, και όχι η κρίση από μόνη της) οδηγούν σε σοβαρή αύξηση της θνησιμότητας, χωρίς μάλιστα να εξασφαλίζουν ένα καλύτερο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον, βυθίζοντας τα κράτη και τις κοινωνίες τους σ’ έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και ανασφάλειας. Αντίθετα, πολιτικές κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας διαφυλάττουν τον πιο σημαντικό πλούτο κάθε χώρας, τους ανθρώπους της, οδηγώντας την οικονομία και την κοινωνία σε ανάκαμψη. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το εισαγωγικό και το ακροτελεύτιο κεφάλαιο του βιβλίου, καθώς και από μια συνέντευξη του Στάκλερ στον Νάιτζελ Γουωρμπάρτον (στο www.socialsciencespace.com). Oι τίτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τζαίημς Ένσορ, "Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγγα τουρσί", 1891

Τζαίημς Ένσορ, «Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγγα τουρσί», 1891

Ασφαλώς, οι οικονομικές πολιτικές δεν συνιστούν αυτές καθαυτές παθογόνα ή ιούς που προκαλούν άμεσα ασθένειες. Αποτελούν μάλλον «αίτια των αιτιών» μιας πάσχουσας υγείας — τους αποφασιστικούς παράγοντες που καθορίζουν ποιος εκτίθεται σε μεγαλύτερους κινδύνους. Οι οικονομικές ελίτ καθορίζουν ποιος είναι πιθανότερο να πέσει στον αλκοολισμό, να πάθει φυματίωση σε ένα κατάλυμα αστέγων ή να βυθιστεί στην κατάθλιψη. Μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνο τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται κάποιος, αλλά και την προστασία του από αυτούς, καθορίζοντας ποιος είναι πιθανότερο να λάβει κοινωνική υποστήριξη, να διατηρήσει ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του ή να επανακάμψει μετά από μια κακοτυχία στη ζωή.

Η μεγαλύτερη τραγωδία της λιτότητας δεν είναι ότι έχει πλήξει την οικονομία. Η μεγαλύτερη τραγωδία είναι ο ανώφελος ανθρώπινος πόνος που έχει προκαλέσει. Η Ολίβια, ο Δημήτρης, ο Μπράιαν, ο Βλάντιμιρ, η Ντιάνα και η Κάνια είναι μερικοί μόνο από τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που έχουν πληγεί από τη λιτότητα. Δεν υπάρχει οικονομική ανάκαμψη ικανή να αντιστρέψει τη ζημιά που έχει γίνει στο σώμα και το μυαλό αυτών των ανθρώπων. Οι υποστηρικτές της λιτότητας υπόσχονται ότι ο βραχυπρόθεσμος πόνος οδηγεί σε μακροπρόθεσμο όφελος. Η υπόσχεση αυτή έχει επανειλημμένα αποδειχθεί λανθασμένη σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα.

Η λιτότητα είναι μια επιλογή· μια επιλογή που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Η λιτότητα σκοτώνει – κυριολεκτικά, 2: Αν η λιτότητα ήταν φάρμακο, θα είχε αποσυρθεί από καιρό

Standard

Συνέντευξη του Ντέιβιντ Στάκλερ

μετάφραση: Μαρία Καλαντζοπούλου

 austerity-1Το θέμα μας σήμερα είναι «Λιτότητα και θάνατος». Ποια είναι λοιπόν η σχέση ανάμεσά τους;

Μελετήσαμε τον τρόπο με τον οποίο η ύφεση και η οικονομική καταστροφή μπορούν κυριολεκτικά να εισχωρήσουν στο πετσί των ανθρώπων, επηρεάζοντας την υγεία και την ευημερία τους· μελετήσαμε στοιχεία από την Μεγάλη Ύφεση του 1929 μέχρι την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση της δεκαετίας του 1990 και τις παρούσες κρίσεις. Κι αυτό που μάθαμε είναι πως η ύφεση μπορεί να βλάψει, αλλά η λιτότητα σκοτώνει.

  Τι θα απαντούσατε σ’ έναν σκεπτικιστή που θα σας έλεγε: «Αυτό που ανακαλύπτετε είναι στατιστικές συσχετίσεις και είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο να εξάγεις αιτιώδεις σχέσεις απ’ αυτές. Εξάλλου, τα κίνητρά σας είναι πολιτικά, και σε λίγο θα μας μιλήσετε για μέτρα εναντίον της λιτότητας»;

Η μια διάσταση είναι η εμπειρική. Μπορούμε να βρούμε συσχετίσεις στο παρελθόν που έχουν προβλεπτική αξία γι’ αυτό που συμβαίνει στο παρόν — στην περίπτωση λ.χ. των αυτοκτονιών και των θανάτων σε οδικά ατυχήματα. Η άλλη διάσταση είναι η πολιτική. Προκειμένου να λειτουργούν οι δημοκρατίες μας, χρειάζεται να καταλαβαίνουμε, να τεκμηριώνουμε και να εντοπίζουμε τις επιπτώσεις των οικονομικών πολιτικών στην υγεία. Πολύ συχνά, οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται εντελώς ξεκομμένα από το πλήρες σύνολο των κοινωνικών τους επιπτώσεων. Συνέχεια ανάγνωσης

Ποιος δεν άκουσε τον Νιλς Μούιζνιεκς;

Standard

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Φράνσις Μπέικον, "Σπουδή για ένα πορτρέτο του Βαν Γκογκ", 1957

Φράνσις Μπέικον, «Σπουδή για ένα πορτρέτο του Βαν Γκογκ», 1957

Οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες της Αυγής που διέτρεξαν τις εξήντα δύο σελίδες της Έκθεσης Μούιζνιεκς,[1] πιθανότατα βρήκαν εκεί πράγματα που ήδη ήξεραν. Οι πιο αυστηροί ίσως είδαν στα διάφορα «πρέπει» του επιτρόπου ένα ευχολόγιο, ακυρωμένο την ίδια κιόλας μέρα από τον θάνατο της Σάρας, σ’ ένα από τα χιλιάδες σπίτια δίχως ρεύμα. Κι όμως, παρά την (προφανή, αλλά δεδομένη) απουσία ριζοσπαστικής διάθεσης, παρά την «αποστασιοποίηση» του συντάκτη της, και παρά την απεύθυνση συστάσεων σε ώτα επιλεκτικά ακουόντων, η Έκθεση Μούιζνιεκς αποτελεί μια σημαντική παρέμβαση. Σκέφτομαι πέντε λόγους:

Πρώτον, γιατί όσο πειστικά κι αν εξηγεί η Αριστερά εντός (και κυρίως εκτός) ότι τα Μνημόνια έφεραν την Ελλάδα μπροστά σε μια σοβαρή ανθρωπιστική κρίση (βλ. και το πρόσφατο υπόμνημα του ΣΥΡΙΖΑ) [2] έχει πολλαπλάσια σημασία ο  ισχυρισμός της να τεκμηριώνεται από έναν οργανισμό με το κύρος του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έχει δε πολλαπλάσια σημασία, όταν ο Επίτροπος είναι ένας κεντροδεξιός λετονός τεχνοκράτης, που ωστόσο, σε αντίθεση με άλλους ευρωπαίους συναδέλφους του, δεν θεωρεί πρώτιστο μέλημά του να αβαντάρει τους κρατούντες (δείτε, αντιστικτικά, τα συγχαρητήρια της κ. Μάλμστρομ για την μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης…), αλλά, αντίθετα, να συμβάλει στην προστασία αυτών που πλήττονται από την πολιτική τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομική πολιτική της κυβέρνησης: το λάθος είναι… το σωστό

Standard

 Η γερμανική οικονομία, οι ευρωπαϊκές εξελίξεις και η Ελλάδα

Γιατί οι λόγοι της αντίθεσής μας στις ιδιωτικοποιήσεις δεν (πρέπει να) είναι μόνο ιδεολογικοί 

  του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Μαξ Ερνστ, «Η Παναγία μπατσίζει τον Χριστό», 1926

Μαξ Ερνστ, «Η Παναγία μπατσίζει τον Χριστό», 1926

Η γερμανική οικονομία εμφανίζεται σήμερα σαν το επιτυχημένο παράδειγμα προς μίμηση. Το 40% του ΑΕΠ κατευθύνεται στις εξαγωγές, η Γερμανία είναι η τρίτη εμπορική δύναμη στον κόσμο μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ, το εμπορικό πλεόνασμα ξεπερνά τα 188 δισ. το 2012, ίσο σχεδόν με εκείνο της Κίνας. Με τα πλεονάσματα αυτά η γερμανική κυβέρνηση χρηματοδοτεί, ή υπόσχεται να χρηματοδοτήσει, τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές, επιβάλλοντας τους όρους της. Η βάση όμως της πολιτικής ισχύος της Γερμανίας, οι εξαγωγές, ενέχει τα σπέρματα της αναίρεσής της και η σημερινή ριψοκίνδυνη και επιθετική πολιτική έχει στόχο να μη γίνουν οι κίνδυνοι πραγματικότητα. Ο πρώτος κίνδυνος προέρχεται από την ανατροπή της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας. Για να προστατευθούν από αυτόν, οι ιθύνοντες δεν ακολουθούν μια απλή εξαγωγική πολιτική, αλλά εδώ και δεκαετίες προωθούν την παραγωγική ενσωμάτωση των γερμανικών βιομηχανιών μέσω άμεσων επενδύσεων στις κυριότερες ξένες αγορές τους ανά την υφήλιο (ΗΠΑ, Μεξικό, Κίνα, Βραζιλία). Το πεδίο αναφοράς της γερμανικής οικονομικής πολιτικής έχει παύσει να είναι ευρωπαϊκό· είναι παγκόσμιο. Το 2012 η Ε.Ε. απορρόφησε 37% των γερμανικών εξαγωγών, έναντι 46% το 1999.

Δύναμη και αδυναμίες της γερμανικής οικονομίας

Ένας άλλος εξωτερικός κίνδυνος είναι ότι η Γερμανία αδυνατεί να ελέγξει τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων. Οι μεγάλες ζημιές που υπέστησαν οι γερμανικές τράπεζες στις επενδύσεις τους στην αμερικανική αγορά παραγώγων το 2008 δείχνει ότι τα αμερικανικά hedge funds έχουν τη δυνατότητα να εκμηδενίσουν τη γερμανική αποταμίευση. Τον κίνδυνο αυτόν προσπαθεί να τον αποτρέψει η γερμανική πολιτική διαμορφώνοντας έναν ελεγχόμενο ευρωπαϊκό τραπεζικό χώρο. Από αυτόν η Γερμανία θα αντλεί αποταμιεύσεις, αντισταθμίζοντας τις πρόσφατες απώλειες των τραπεζών της και θα χρηματοδοτεί χαμηλότοκα τις βιομηχανικές της επενδύσεις, μειώνοντας προοπτικά την έκθεσή της στα αγγλοσαξονικά κερδοσκοπικά κεφάλαια. Ο κύριος εσωτερικός παράγοντας που θα υπονόμευε τις εξαγωγικές επιδόσεις είναι η άνοδος του κόστους της εργασίας. Χάρη σε ένα μοναδικό στην Ευρώπη κορπορατιστικό σύστημα και την απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας, το κόστος της εργασίας συγκρατήθηκε επί μακρόν σε χαμηλά επίπεδα. Σήμερα, πάνω από 7 εκατομμύρια γερμανοί εργαζόμενοι αμείβονται με λιγότερο από χίλια ευρώ τον μήνα, ενώ το επίπεδο των συντάξεων προβλέπεται να πέσει το 2020 στο 40% του τελευταίου μισθού. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά υπάρχουν στη Γερμανία μισθωτοί που δεν μπορούν να ζήσουν με την αμοιβή της εργασίας τους. Η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει αυτή την κατάσταση, που έχει αρχίσει να δημιουργεί αντιδράσεις στο εσωτερικό. Καθυστέρησε τη δημοσίευση της έκθεσης για τη φτώχεια του Υπουργείου Εργασίας, την οποία και λογόκρινε. Πιέζει επίσης τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες να μειώσουν τους μισθούς, όχι για να γίνουν ανταγωνιστικές, αλλά για να αποτρέψει τη μετάδοση των μισθολογικών αυξήσεων στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, η δημοσίευση σειράς στατιστικών μελετών που εμφανίζουν τους Νοτιοευρωπαίους πλουσιότερους από τους Γερμανούς έχει στόχο να αποπροσανατολίσει την εσωτερική συζήτηση, καθώς το SPD υιοθέτησε ως κεντρικό προεκλογικό του σύνθημα το «περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη», ενώ έχει ανέβει η απεργιακή διάθεση των συνδικάτων.

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Μαρτσέλα», 1909-1910

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Μαρτσέλα», 1909-1910

Η επιτυχία στην αποτροπή του κινδύνου της αύξησης του κόστους της εργασίας, σε συνδυασμό με πολιτισμικούς παράγοντες, έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση των γεννήσεων, τη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμα απειλή για την επιβίωση του γερμανικού οικονομικού μοντέλου. Έκθεση του ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι χωρίς την είσοδο μεταναστών το 2050 ο ενεργός πληθυσμός θα πέσει από 44 εκατομμύρια σήμερα σε 28. Μόνο αν η καθαρή μετανάστευση προς τη Γερμανία ξεπερνά τις 400.000 τον χρόνο θα μπορέσει η γερμανική οικονομία να διατηρήσει την παραγωγική της ικανότητα. Κατά τους εννέα πρώτους μήνες, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία έστειλαν στη Γερμανία 95.000 μετανάστες, στην πλειονότητα υψηλού μορφωτικού επιπέδου. «Οι νέοι Γκασταρμπάιτερ. Η ελίτ των νέων της Ευρώπης για τη γερμανική οικονομία», έγραφε το εξώφυλλο του Der Spiegel στις 25 Φεβρουαρίου. Θριαμβευτικός τόνος, που θύμιζε προπαγανδιστικά δημοσιεύματα της πολεμικής περιόδου για το Reichseinsatz, την αναγκαστική στράτευση των ευρωπαίων εργατών στη γερμανική πολεμική παραγωγή. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι από την πρώτη στιγμή η γερμανική κυβέρνηση έσπευσε να επωφεληθεί από την κρίση στις χώρες του Νότου για να αποσπάσει εργατικό δυναμικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προσωπικός απεσταλμένος της καγκελαρίου Μέρκελ στην Ελλάδα είναι ο υφυπουργός Εργασίας.

Με μία φράση, η γερμανική οικονομία είναι αρκετά ισχυρή, ώστε οι κυβερνώντες να πειθαναγκάζουν τις ηγεσίες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να εφαρμόζουν μια πολιτική που απομυζά προς όφελός της τις δυνάμεις των δικών τους οικονομιών, αλλά δεν διαθέτει την κρίσιμη μάζα που θα της επέτρεπε να παρασύρει στην ανάπτυξη το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας, ασκώντας μια πραγματική ηγεμονία. Οι γερμανοί πολιτικοί όλων των εκπροσωπούμενων στην Μπούντεσταγκ κομμάτων, οι επιχειρηματίες και τα συνδικάτα έχουν συνείδηση το πόσο εύθραυστη είναι η σημερινή εξαγωγική τους αιθρία, αλλά ακριβώς η συναίσθηση της αδυναμίας του συστήματος τους καθιστά ανασφαλείς και τους αποτρέπει να ριψοκινδυνέψουν μια ριζική αναθεώρηση της ακολουθούμενης πολιτικής. Μόνο μια βαθιά και μεγάλης διάρκειας ύφεση στην Κίνα θα μπορούσε να οδηγήσει τους γερμανούς ιθύνοντες, για το δικό τους συμφέρον, να υιοθετήσουν μια πιο αλληλέγγυα ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Το αίτημα για«περισσότερη Ευρώπη», που προβάλλεται σαν η λύση από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις στις χώρες που πλήττει η κρίση, δεν μπορεί να αποτελέσει λύση: με τον σημερινό συσχετισμό ισχύος, θα οδηγούσε στη θεσμική επικύρωση της πολιτικής που έχει επιβάλει η Γερμανία. Η θεσμική κατοχύρωση αυτής της πολιτικής έχει ήδη συντελεσθεί σε μεγάλο βαθμό με την υιοθέτηση από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις του –γερμανικής έμπνευσης– δημοσιονομικού συμφώνου και των παραρτημάτων του. Είναι αυτό ακριβώς το σύμφωνο που χαράσσει τα στενά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί η χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, την οποία διεκδικούν σήμερα η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, αλλά πλέον και η «βόρεια» Ολλανδία. Συνέχεια ανάγνωσης

«Αποτελεί φαντασίωση ότι η Ελλάδα θα επιστρέψει σύντομα στις αγορές»

Standard

συνέντευξη του Δημήτρη Β. Παπαδημητρίου, στον Χ. Ι. Πολυχρονίου

Ο Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου, πρόεδρος του Levy Economics Institute της Νέας Υόρκης, μιλάει για την πολιτική του ΔΝΤ, το δημοσιονομικό έλλειμμα, την ανεργία, την κρίση της ευρωζώνης και της Ευρώπης, την έξοδο από το ευρώ, τα προγράμματα του «εργοδότη της εσχάτης προσφυγής» την οικονομική πολιτική μιας αριστερής κυβέρνησης

 7-SYNENTEFXIΣτην εποχή της λιτότητας και του απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού, η ανάγκη για τη διάδοση μιας εναλλακτικής, προοδευτικής και ρεαλιστικής οικονομικής σκέψης και πολιτικής είναι περισσότερο από προφανής. Ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παίζει χωρίς αντίπαλο. Υπάρχουν τιτάνες της οικονομικής σκέψης εν ζωή (Στίγκλιτζ, Κρούγκμαν, για να αναφέρουμε μόνο μερικούς) που αντιμάχονται το πρόγραμμα της νεοφιλελεύθερης μεταμόρφωσης της οικονομίας και της κοινωνίας στο όνομα της ελεύθερης αγοράς και της εξύμνησης της αχαλίνωτης συσσώρευσης του πλούτου, αφιερωμένοι σε μια κοινή προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας μακροοικονομικής πολιτικής που θα έχει ως κύριους στόχους την πλήρη απασχόληση, την αύξηση των μισθών, τη μείωση της ανισότητας, τον έλεγχο των χρηματοπιστωτικών αγορών, την πραγματοποίηση μιας δίκαιης και καλής κοινωνίας.

Στο έργο της αμφισβήτησης των κυρίαρχων οικονομικών και στην προσπάθεια της καθιέρωσης της οικονομικής επιστήμης στην υπηρεσία του κοινού καλού είναι επίσης αφιερωμένα σημαντικά Ινστιτούτα Οικονομικών Ερευνών και «δεξαμενές σκέψης» σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ένα από αυτά είναι και το διεθνούς φήμης LevyEconomicsInstituteτου ιστορικού BardCollege. Εμπνευστής και πρόεδρος από την ημέρα της ίδρυσής του έως σήμερα είναι ο διακεκριμένος οικονομολόγος Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου, επίσης καθηγητής Οικονομικών στην έδρα «JeromeLevy» και εκτελεστικός αντιπρόεδρος του BardCollege. Στο διοικητικό συμβούλιο του Ινστιτούτου συμμετέχουν επιφανείς προσωπικότητες από τον χώρο των οικονομικών, συμπεριλαμβανομένου του Τζόζεφ Στίγκλιτς. Το LevyEconomicsInstitute ήταν συνδιοργανωτής στην εκδήλωση-συζήτηση του ΣΥΡΙΖΑ, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, στα τέλη Ιανουαρίου του 2013 με θέμα την κρίση στην Ελλάδα.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Δημήτρης Β. Παπαδημητρίου συνομιλεί με τον Χ. Ι. Πολυχρονίου, ερευνητή και PolicyFellow στο LevyEconomicsInstitute, για τη κρίση στη Ελλάδα και την ευρωζώνη.

Χ. Ι. Π.

 Θα ήθελα να ξεκινήσουμε με τις απόψεις και τις αναλύσεις σας για τα αίτια της ελληνικής κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, ποιος συνδυασμός παραγόντων οδήγησε την Ελλάδα σε αποκλεισμό από τις διεθνείς πιστωτικές αγορές, αναγκάζοντας τη χώρα να αναζητήσει βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ);

Η ελληνική κρίση ξεκίνησε με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ελληνική κυβέρνηση στις αρχές του 2010 με τη μετακύλιση του ληξιπρόθεσμου χρέους, μετά την ανακοίνωσή της ότι το έλλειμμα είχε υπερβεί το 12%, το οποίο στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είχε σκαρφαλώσει πάνω από το 15%. Οι εξαγγελίες της τότε κυβέρνησης ότι η Ελλάδα είναι ένα διεφθαρμένο κράτος, σε συνδυασμό με την παρομοίωση του προβλήματος με τις διαστάσεις ενός Τιτανικού, φόβισε τις χρηματοπιστωτικές αγορές σε βαθμό που απέκλεισαν την Ελλάδα από περαιτέρω πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές συνειδητοποίησαν ότι η Ελλάδα ήταν μια από τις χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους όσον αφορά την τυποποιημένη αναλογία χρέους προς ΑΕΠ, ενώ δεν έβλεπαν κάποιο χέρι βοήθειας προς την Ελλάδα από τις Βρυξέλλες ή τη Φρανκφούρτη. Οι αγορές αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι δεν ήταν σωστά εκτιμημένη η αξία του ελληνικού κυρίαρχου χρέους, καθώς η συμπεριφορά της πραγματικής της οικονομίας ήταν πολύ διαφορετική από αυτή των οικονομιών του ευρωπαϊκού Bορρά. Συνέχεια ανάγνωσης