Πέτρος Κουτσιαμπασάκος (1965-2014): Ένας γλυκός εργάτης της γραφής

Standard

του Κώστα Ζαφείρη

 6A-zafeirisΌταν η μπάντα άρχισε τις πρώτες νότες από το Πένθιμο Εμβατήριο στο Κοιμητήριο της Καισαριανής,  πριν από λίγες μέρες, ο βουβός πόνος όλων μας  έγινε ακόμα μεγαλύτερος. Είχαμε μαζευτεί για να αποχαιρετήσουμε τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο, φίλο μας και συγγραφέα, που απροσδόκητα έφυγε από κοντά μας στα 48 του χρόνια. Όταν καλείσαι να αναφερθείς  σε ένα τέτοιο γεγονός υπάρχει μια δυσκολία  που μοιάζει αξεπέραστη: Πώς να  ξεπεράσεις τα βιώματα και τις μνήμες μιας πολύχρονης στενής φιλίας και να μιλήσεις από κάποια απόσταση. Δεν θα το επιχειρήσω. Μπορώ όμως να γράψω δυο λόγια για κάτι που είχα την τύχη να ζήσω από κοντά: τον τρόπο που έγραφε ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος.

Ο Πέτρος έγραφε δύσκολα, λιτά, με μόχθο, με κόστος. Με κόστος προσωπικό, με την τρέχουσα έννοια. Είχε αρνηθεί εργασίες που θα του έδιναν περισσότερα χρήματα, για να διασφαλίσει το δικαίωμά του στο χρόνο για να γράφει. Ήθελε ο βιοπορισμός του να καλύπτει τα αναγκαία , αλλά να του αφήνει ανοιχτά τα παράθυρα στη μέρα του, την ώρα που θα  έπιανε το γράψιμο.  Έγραφε δύσκολα. Ξανάβλεπε, διόρθωνε, άλλαζε. Έκοβε παραγράφους, άλλαζε άλλες. Καρπός της δουλειάς του ίσως, του διορθωτή-επιμελητή κειμένων. Όμως πιστεύω, βαθύτερα, καρπός της ιδιοσυγκρασίας, των βιωμάτων, του χαρακτήρα του. Τίποτα δεν είχε βρει εύκολο ο Πέτρος στη ζωή του. Γι’ αυτό και η γραφή του ήταν δύσκολη, βασανιστική. Από την άλλη, γραφή στερεή μέσα στη λιτότητά της. Σαν τη Σκεπή (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004), αυτό το βαθιά διεισδυτικό διήγημα, με την εμβληματική εικόνα μιας στέγης που ξαναχτίζεται πέτρα την πέτρα. Ενταγμένο σε μια συλλογή  οχτώ διηγημάτων με κείμενα  που διακρίνονταν για την απλότητα, το κατασταλαγμένο ύφος, αλλά κυρίως για τη βαθιά ανθρωπιά τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Δύο είδαν μια αλεπού

Standard

 Διήγημα του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

4-xatzinikolaoyΔύο βλέπουν μια αλεπού. Ο ένας θέλει να την ακολουθήσει, ο άλλος προσπαθεί ν’ αποτρέψει τον φίλο του. Το δάσος είναι πυκνό και αυτοί δεν είναι κυνηγοί, ούτε πάνε συχνά σε δάση. Κανένας από τους δύο δεν έχει δει ποτέ του αλεπού, αν και δεν είναι δύσκολο ν’ αναγνωρίσεις μια αλεπού, ακόμη κι αν ζεις στην πόλη, όπως αυτοί. «Δεν ξέρουμε αν είναι επικίνδυνη», λέει ο ένας ενώ ο άλλος βιάζεται να την προλάβει γιατί η αλεπού βαδίζει ναι μεν αργά αλλά με μια ελαφράδα σαν να μην έχει κόκαλα.

Ο ένας δειλιάζει λοιπόν, όμως τελικά πείθεται και ακολουθεί τον φίλο του. Ο καιρός είναι καλός, ο αέρας όσο χρειάζεται κρύος για να είναι αναζωογονητικός και η κοκκινωπή αλεπού είναι τόσο όμορφη και διακριτική μέσα στην πρασινάδα του δάσους.

 Οι δύο φίλοι έχουν πάψει να μιλάνε (προηγουμένως συζητούσαν έντονα, με αποτέλεσμα να ξεχαστούν και ο χωματόδρομος να τους βγάλει στο δάσος). Προχωρούν αθόρυβα πίσω από την αλεπού, όπως κάνουν οι κυνηγοί, μόνο που οι δυο τους το κάνουν από καθαρή περιέργεια. Ο ένας είναι ψηλός, με μούσι και γυαλιά, και ο άλλος, ο φοβισμένος, είναι κοντός και παχύς, με αραιά μαλλιά, και δείχνει κάπως ταλαιπωρημένος στην όψη. Ακολουθούν την αλεπού και όταν πατάνε ένα κλαδί –το κλαδί σπάει– η αλεπού δεν γυρίζει να τους κοιτάξει. Η αλεπού ξέρει πού πάει, έχει μια αποφασιστικότητα που όλο και δυναμώνει το βήμα της.

Από την πλευρά τους οι δύο φίλοι έχουν αρχίσει να κουράζονται και γίνονται ακόμη πιο απρόσεχτοι όσο την πλησιάζουν. Τώρα την έχουν πλησιάσει τόσο πολύ που ένας έμπειρος κυνηγός θα μπορούσε να την πιάσει με τα ίδια του τα χέρια.

Τότε είναι που η αλεπού γυρίζει και τους κοιτάζει.

Οι δυο τους κοντοστέκονται και πειθαρχούν στο βλέμμα της που είναι το βαθύ βλέμμα ενός ζώου που έχει δει το χιόνι, που το έχει δει να λιώνει, που έχει αποφύγει το μολύβι των διωκτών, που έχει ζήσει πεινώντας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ρανίτσκι ο μέγας (1920-2013): Ο ισχυρός των λέξεων

Standard

του Χανς-Ντίτερ Σιτ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία». Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο
ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία».
Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

Ο Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι θεωρείται, στον γερμανόφωνο χώρο, ο κριτικός λογοτεχνίας με τη μεγαλύτερη επιρροή στην εποχή του. Γεννήθηκε το 1920 στην Πολωνία, επιβίωσε του γκέτο της Βαρσοβίας και έζησε μέχρι το θάνατό του στη Γερμανία (αρχικά στη Δυτική). Πάπας της λογοτεχνικής κριτικής, δεν δίσταζε να επιτεθεί σε ογκόλιθους της λογοτεχνίας, όπως ο Γκίντερ Γκρας. Συνέβαλε ωστόσο με τις απόψεις και τον δριμύ του τρόπο στο να συζητήσει και να επεξεργαστεί η μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία το φαιό παρελθόν της χώρας. Ο Ράιχ-Ρανίτσκι είχε κολοσσιαία επίδραση και την κρίση του την περίμεναν και τη φοβούνταν λογοτέχνες και κοινό. Από το 1988 έως το 2001 παρουσίαζε στο κρατικό κανάλι ZDF την εκπομπή λογοτεχνικής κριτικής “Λογοτεχνικό Κουαρτέτο”, η οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και επιτυχημένη.

Πέθανε την περασμένη Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου. Από τα πολλά που γράφτηκαν μετά τον θάνατό του, διαλέξαμε ένα άρθρο που, διατηρώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό για το πρόσωπο του Ρανίτσκι, ταυτόχρονα εκφράζει και την κριτική στον κριτικό.

Ιω. Μ.

spiegel

Εξώφυλλο του Spiegel (1993) με τίτλο «Ο κριτικός Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι»

Αυτός, ένας καταφρονεμένος που του άρεσε να προσβάλλει. Αυτός που ντρόπιασε τη Γερμανία, γιατί με την οξύτητα και την αναλγησία της κρίσης του συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η δυτικογερμανική λογοτεχνία να ανυψωθεί σε τόπο διεξαγωγής ενός ιστορικού, ηθικού και πνευματικού επανακαθορισμού. Αναφέρομαι σε μια ντροπή που αποτέλεσε συστατικό μιας απελευθέρωσης, μέσα στην οποία ο Ράιχ-Ρανίτσκι αναδείχτηκε σε εξέχουσα φιγούρα. Και σε λαϊκιστή. Και τα δύο συνοδευόμενα από παραξενιές, θρασύτητες, ικανότητα σύναψης συμμαχιών και καταποντισμού κατά βούληση. Γενναιόδωρος στην επιδοκιμασία, αδυσώπητος στην επίκριση.

Αν ζούσαν, ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα ήταν αποδιοπομπαίοι στο «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» του, κι ο κόσμος που πρέπει πρώτα να συμβουλευτεί την τηλεόραση πριν ανοίξει ένα βιβλίο, θα ένιωθε κολακευμένος μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν χωράει τους άτυχους ποιητές. Ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα συνειδητοποιούσαν ξανά ότι η θανατική ποινή εκτίεται εν ζωή, για μια ζωή.

Ο Ράιχ-Ρανίτσκι δεν έστρεψε ποτέ τα κανόνια του κατά των αδυνάτων, δεν έπαψε όμως ποτέ να κανοναρχεί το κοινό με τις απόψεις του. Η πένα του παίνευε, η γραφίδα του ξεπουπούλιαζε. Δεν ήταν δήθεν, ήταν όντως. Αρχή και εξουσία: παταγώδη και ισοπεδωτικά ξεσπάσματα κατά ενός Γκρας, κατά ενός Χάντκε. Με επίγνωση των συνεπειών. Συνέχεια ανάγνωσης

Τοις εν καθαρευούσι εκστρατεύσασι…

Standard

 Αναμνήσεις από τον στρατό 1831-1950

του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, «Ο γεναίος οπλαρχηγός εις την Μακεδονίαν Θεόδωρος Καραπάτης», 1939

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, «Ο γεναίος οπλαρχηγός
εις την Μακεδονίαν Θεόδωρος Καραπάτης», 1939

Ενδιαφέρον στοιχείο της γραμματείας μας αποτελούν οι στρατιωτικές αναμνήσεις ανθρώπων οι οποίοι συμμετείχαν, ως κληρωτοί, εθελοντές ή μόνιμοι στρατιωτικοί, σε πολεμικές επιχειρήσεις του νεοελληνικού κράτους, από της συστάσεώς του μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940.

Οι αφηγήσεις αυτές, χωρίς να διεκδικούν λογοτεχνικές δάφνες, παρέχουν πολλές φορές την ευχαρίστηση της αναγνωστικής απόλαυσης και, τουλάχιστον, δίνουν πληροφορίες για ιστορικά και στρατιωτικά γεγονότα και πρόσωπα, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιορίζονται τοπικά και χρονικά. Με χαρακτήρα και ύφος καθαρά προσωπικό και υποκειμενικό, αφού ο αυτόπτης αφηγητής παρουσιάζει ένα μέρος από την ιστορία της ζωής του και δεν παραλείπει να προσθέσει «τας ιδίας εαυτού σκέψεις εις πολλά» (κάτι που απέφυγε ο Ανώνυμος της Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι), έχουν ωστόσο κάποια αξία για την ιστοριογραφία.

Αν η αφήγηση είναι ζωντανή, το ύφος ξεχωριστό και η χρήση της γλώσσας προσεγμένη, τότε περνάμε στον χώρο της λογοτεχνίας, και στο ιδιαίτερο είδος που έχει προσδιοριστεί ως «λογοτεχνία του στρατώνα». Όταν βεβαίως τα κείμενα χαρακτηρίζονται από μεγαλοστομία, ύφος πομπώδες, γλωσσικούς ακροβατισμούς, τότε βρισκόμαστε μπρος σε ενός άλλου είδους απόλαυση! Ιδιαιτέρως μάλιστα αν γλώσσα της αφήγησης είναι η καθαρεύουσα. Γλώσσα ψυχρή σαν το κρύο μάρμαρο, άκαμπτη, η οποία, πολλές φορές, οδηγεί την αφήγηση σε γελοιογραφικά ολισθήματα, αν και σε κάποιες, ελάχιστες, περιπτώσεις εξασφαλίζει στο κείμενο έναν εξαιρετικά σπάνιο ρυθμό και ένα κρυμμένο ηχόχρωμα μοναδικό.

Αναδιφώντας σε μονογραφίες που γράφτηκαν και τυπώθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και αναφέρονται σε γεγονότα πολεμικά ανάμεσα στο Βασίλειο της Ελλάδος και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

***

«Η παράδοση των Ιωαννίνων στον ελληνικό στρατό». Λαϊκή εικόνα του Σωτήρη Χρηστίδη

«Η παράδοση των Ιωαννίνων στον ελληνικό στρατό». Λαϊκή εικόνα του Σωτήρη Χρηστίδη

Ο Πολυζώης Π. Καβασιάδης, «αυτόπτης μάρτυς και πολεμιστής, εκ χωρίου Βελιμαχίου της επαρχίας Γόρτυνος», στο βιβλίο του Η εκστρατεία της Καλαμπάκας, ήτοι ιστορικόν επεισόδιον των κατά το 1854 μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συγκροτηθεισών μαχών εν ταις Ηπειρο-Θεσσαλικαίς πεδιάσιν (έκδοση 1880), περιγράφοντας επιχειρήσεις νοτίως του Αλιάκμονα, αναφέρει:

[…] την δε επομένην ήλθον τρεις άνθρωποι από χωρίου Τρανόβαλτον, δύω ώρας μακράν, και ανήγγειλαν εις τον αρχηγόν μας ότι ευρίσκονται εκεί είκοσι πέντε περίπου Τούρκοι απαιτούντες παρά των χριστιανών πολλών ετών φόρους και μεταχειριζόμενοι κατ’ αυτών παντοίας βαρβάρους καταπιέσεις, […]. Ταύτα ακούσας ο αρχηγός μας, διέταξε παρευθύς να μεταβή αμέσως εις το χωρίον απόσπασμα εξ ογδοήκοντα στρατιωτών και να διώξη εκείθεν τους βαρβάρους. […] επολιορκήσαμεν το χωρίον. […] τρεις μεν εξ αυτών εφονεύσαμεν, τους τρεις δε άλλους συνελάβομεν, μεταξύ των οποίων ήτο και τις πληγωμένος, Δερβίσαγας καλούμενος, όστις και είχε κάμει κατάλυμα εις την οικίαν του ιερέως και βαρβάρως εζήτει να εκπληρώσει τας κτηνώδεις ορέξεις του επί της θυγατρός του ιερέως.

Ενώ δε ημείς εκαθήσαμεν να αναπαυθώμεν ολίγον, βλέπομεν εκβαίνοντα από τα δάση και τα βουνά, τα γυναικόπαιδα […] μεταξύ δε αυτών ήτο και ο προρρηθείς ιερεύς, όστις ιδών τον Δερβίσαγαν ώρμησε κατ’ αυτού μανιώδης διά να τον φονεύση, λέγων, «ας χύσω το αίμα σου, βάρβαρε, και την ιδίαν ώραν να ’πάγω να λειτουργήσω, αμαρτία δεν είναι, τόσον μου έχεις πληγωμένην την καρδίαν, απάνθρωπε». Ημείς όμως αποτρέψαμεν τον ιερέα τού να γίνη φονεύς, υποσχόμενοι ότι ο αρχηγός μας ήθελε πληρέστερα τον ικανοποιήσει. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι ψάχνει η σύγχρονη λογοτεχνία στην ιστορία;

Standard

 Σκέψεις πάνω στο έργο της Μάρως Δούκα

της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη

 

«Άτιμο πράγμα η Ιστορία. Πέφτει πάνω στη ζωή και την πλακώνει».

Σοφία Νικολαΐδου, Απόψε δεν έχουμε φίλους.[1]

Μάρω Δούκα

Μάρω Δούκα

Η ελληνική πεζογραφία τείνει τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει μια προνομιακή σχέση με την ιστορική αναπαράσταση: Από τους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης με την Εβραία Νύφη του Δαβέττα, τον Εμφύλιο και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μέχρι τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Οδησσού, τον Εθνικό Διχασμό, το Βυζάντιο, τους Τουρκοκρητικούς (Αθώοι και φταίχτες, Μάρω Δούκα) και τον Αγώνα του 1821 (Ρέα Γαλανάκη). Η λίστα είναι μακρά, ιδιαίτερα για όσους από εμάς ασχολούμαστε με τη δεκαετία του ‘40: Πολιορκία, Ιαγουάρος του Κοτζιά, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, το Πένθιμο Εμβατήριο του Πατατζή, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Ζέη ή η Κάθοδος των Εννιά και η Ορθοκωστά του Βαλτινού…

Συγγραφείς που θεωρήθηκε ότι «παρεκκλίνουν» και δεν ακολούθησαν τον δρόμο της υπεράσπισης των κομματικών ιδανικών στη γραφή τους, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Δημήτρης Χατζής, έπιασαν το νήμα της ιστορίας, άλλοτε με συνέπειες και άλλοτε με προσωπικές ματαιώσεις. Ο πρώτος έγραψε τα ποιήματά του και το θεατρικό του έργο Αντιγόνη εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και απομονωμένος από τους συνεξόριστούς του. Αρκετά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι πια, έγραψε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας, το συγκλονιστικό Κιβώτιο. Όσο για τον Δημήτρη Χατζή, το διήγημά του «Ανυπεράσπιστοι», δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1964, προκάλεσε την αντίδραση του κομματικού μηχανισμού. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μας θυμίζει ότι ο ταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού Ασπροπόταμος το χαρακτηρίζει «φιλολογικό φτύσιμο, που καλά θα ’κανε ο άκαπνος συγγραφέας να το κρατήσει για τον εαυτό του». Ο κομματικός «Λογοτεχνικός κύκλος» που συνεδρίασε εσπευσμένα έκρινε ότι το διήγημα «Ανυπεράσπιστοι» του Δ. Χατζή φανερώνει υποχώρηση του συγγραφέα στην πίεση της αστικής ιδεολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

2667

Standard

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Αναστασία Δούκα, «Roberto Bolaño», 2013

Αναστασία Δούκα, «Roberto Bolaño», 2013

Πολλές φορές βλέπω στα όνειρά μου τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, πως τον συναντώ στην πλατεία Μαδρίτης (στην αρχή της Μιχαλακοπούλου), να έρχεται ντυμένος στα μαύρα σαν κοτσύφι, ενώ εγώ κάθομαι και τον περιμένω σ’ ένα παγκάκι, και μετά βλέπω τα βιβλία του, τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί και τα βιβλία του που δεν έχουν εκδοθεί και πρόκειται να εκδοθούν σύντομα, αλλά κι αυτά που είναι ακόμα βαθιά χωμένα μέσα στα συρτάρια του και θ’ αργήσουν να εκδοθούν, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που βλέπω είναι τα εξώφυλλά τους, που είναι σαν σκοτεινές προσόψεις μέσα στη νύχτα, οι οποίες διακόπτονται από μια φωτεινή κάθετη ρίγα, μια στενή λουρίδα σαν τη Χιλή, και δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μισάνοιχτη πόρτα που αφήνει ένα υποκίτρινο φως να βγει προς τα έξω, μέχρι που η πόρτα ανοίγει απότομα και η στενή λουρίδα γίνεται πλατιά, για μια στιγμή το φως γίνεται εκτυφλωτικό και μετά η φωτεινότητα καταλαγιάζει και βλέπω επιτέλους πίσω από την πόρτα, υπάρχει ένα άδειο δωμάτιο, γυμνό από έπιπλα, με άσπρους τοίχους και μια λάμπα να κρέμεται μ’ ένα καλώδιο από το ταβάνι.

Κατά κάποιο τρόπο ο Μπολάνιο έγραψε τα βιβλία του μαζί με το θάνατό του, το δικό του επικείμενο θάνατο, που ήταν η μόνιμη απειλή της ζωής του –από τη μέρα που διαγνώστηκε το πρόβλημα στο συκώτι του, το ’92– και συγχρόνως ο μεγάλος του υποστηρικτής, γιατί ο θάνατος ήταν ο μόνιμος βοηθός του, που τον απελευθέρωνε και συγχρόνως τον τσίγκλαγε –όπως οι βοηθοί στις ιστορίες του Κάφκα– να εργαστεί περισσότερο, με ακόμη πιο γρήγορους ρυθμούς, καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του, αν και η αλήθεια είναι πως ο Μπολάνιο έγραφε πάντα πολύ, τουλάχιστον για μια δεκαπενταετία πίσω, σίγουρα από τότε που έφτασε στη Βαρκελώνη και ύστερα, έγραφε συνέχεια, όταν δεν έκανε δουλειές του ποδαριού για να ζήσει, όταν δεν κοιμόταν (δεν κοιμόταν), όταν δεν διάβαζε σαν μανιακός (που είναι ακριβώς το ίδιο με το να γράφει κανείς), έγραφε όσο ζούσε στο στούντιο της οδού Ταγιέρς, στο κέντρο της πόλης, έγραφε όταν μετακόμισε στη Χιρόνα, την περίοδο της μεγάλης φτώχειας, την οποία περιγράφει σ’ ένα από τα πιο ωραία του κείμενα, στον Σενσίνι, από τη συλλογή διηγημάτων Τηλεφωνήματα (1997), και έπειτα, στο Μπλάνες, όπου εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του, την Καρολίνα Λόπες, κι εκεί έγραφε, κι έπρεπε να γίνει 40 χρονών για να δει τα βιβλία του να εκδίδονται τακτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την κουλτούρα του νέου ριζοσπαστισμού

Standard

 ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ –  ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 του Νικόλα Σεβαστάκη

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Μετά από καιρό επανέρχομαι στα φιλόξενα ύδατα των «Ενθεμάτων». Με κάποιες σκέψεις για τα αποτυπώματα της κρίσης στο ήθος του ριζοσπαστισμού, εννοείται φυσικά του αριστερού ριζοσπαστισμού.

 Ποια είναι η συγκεκριμένη αιχμή αυτού του προβληματισμού; Πολλούς μήνες τώρα με απασχολεί το ποιες αισθητικές κλίσεις και αναγνωστικές πρακτικές αναπτύσσονται κάτω από τους κλυδωνισμούς της κρίσης. Αντλώ κυρίως από τις εμπειρίες μου στo πανεπιστήμιο κυρίως όμως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις με ανθρώπους, κατά τεκμήριο νεότερους στην ηλικία, οι οποίοι κινούνται στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Έχω διαπιστώσει λοιπόν το εξής: στο ευρύ πεδίο της κουλτούρας βλέπω να αναβιώνουν στάσεις δογματικής σκλήρυνσης σε ιδέες και συναισθήματα. Συναντώ έναν τύπο ριζοσπαστικού κοινού νου ο οποίος έχει την τάση να χειρίζεται όλες τις πληροφορίες και τα περισσότερα από τα ερεθίσματά του μέσα από ένα πρίσμα πολεμικό και εργαλειακό. Αυτό παράγει μια σειρά αποτελέσματα για την παιδεία του αριστερού: μεγάλες περιοχές της πολιτισμικής δημιουργίας αντιμετωπίζονται περίπου ως πολυτέλειες οι οποίες, σύμφωνα με το γνωστό «ιστορικό» επιχείρημα, δεν ανταποκρίνονται πια στις νέες κοινωνικές ανάγκες. Οποιαδήποτε σκέψη, έργο ή γλώσσα δεν παραπέμπει, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στη διάφανη λογική ενός αιτήματος εναντίωσης ή μιας οπτικής της χειραφέτησης, χρεώνεται τα αμαρτήματα της παραπλανημένης ιδεολογίας: ατομικισμούς, αφελείς ανθρωπισμούς, «αστικές» ηθογραφίες κλπ. Ας πάω όμως σε ορισμένα, φαινομενικά σκόρπια, παραδείγματα-εικόνες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ηθογραφία, ηθικολογία και δογματισμός

Standard

 Οι όροι της κριτικής ή ένας διάλογος που δεν έγινε

της Έφης Γιαννοπούλου

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

Πάμπλο Πικάσο, «Νεκρή φύση με μαντολίνο και κιθάρα», 1924

 Δικαιολογεί άραγε η αγάπη και ο σεβασμός μας για τη λογοτεχνία τις προσδοκίες μας από τους συγγραφείς; Το αίτημά μας να εκφέρουν λόγο για μας και τα προβλήματά μας, να συντονίζονται με τα πάθη της κοινωνίας; Τα τελευταία τρία χρόνια η παρουσία στον δημόσιο διάλογο των συγγραφέων και γενικότερα των ανθρώπων του πολιτισμού συχνά γεννά έντονες αντιδράσεις και πολώσεις. Ίσως όμως θα είχε ενδιαφέρον να προσεγγίσει κανείς το θέμα όχι με βάση μια κάπως μεταφυσική ιδέα για τη μοναδικότητα και την ευαισθησία του δημιουργού αλλά περιγράφοντας έξεις και διαθέσεις που συνδέονται με τη θέση του τόσο στο λογοτεχνικό πεδίο όσο και στο ευρύτερο πεδίο της εξουσίας.

Αυτό επιχειρήσαμε να κάνουμε με τον Θεόφιλο Τραμπούλη, σε μια σειρά τεσσάρων κειμένων που δημοσιεύτηκαν από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι τον Απρίλιο του 2013 στο περιοδικό Unfollow, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, κυρίως τη γενιά πεζογράφων που αναδείχθηκε γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Συνέχεια ανάγνωσης

Το καλοκαίρι επέστρεψε, αλλά ο Σουάν είναι άρρωστος

Standard

του Γιάννη Αλμπάνη

Nικόλαος Λύτρας, «Το ψάθινο καπέλο», 1923-26

Το σύνθημα της επιστροφής του καλοκαιριού το έδωσε η Φιλιώ, το βράδυ που βγήκαν τ’ αποτελέσματα:  «Και πού λέτε να πάμε διακοπές;». Έξι λέξεις που επανέφεραν την κανονική ροή των εποχών, κλείνοντας όλον αυτόν τον παράξενο μήνα που είχαμε σταματήσει να νιώθουμε τη ζέστη, βυθισμένοι στον παγωμένο ωκεανό της πολιτικής έξαψης. Το καλοκαίρι γύρισε μαζί με τις διακοπές, μαζί με τη ζέστη, μαζί με αυτούς που πρέπει να κυβερνάνε, με αυτούς που πάντοτε κυβερνάγανε, και όλον αυτόν τον παράξενο μήνα φάνηκε (ή τουλάχιστον έτσι είχαμε πιστέψει…) ότι θα βλέπαμε τη στιγμή που επιτέλους θα έπαυαν να κυβερνάνε, προς δόξα των χαμένων ανά τους αιώνες. Το βράδυ των αποτελεσμάτων, η Φιλιώ φώναξε να έρθουν τα λευκά σπίτια των Κυκλάδων για να μας συνοδεύσουν με ασφάλεια  στις Πετριές, όπου θυμόμαστε καθαρά ότι ήμαστε τόσο ευτυχείς κι ανέμελοι που μπορούσαμε ακόμα και να χάσουμε τον αναπνευστήρα από τη μάσκα του Μίμη, χωρίς να γίνουμε Βενεζουέλα. Την Κυριακή το βράδυ, το καλοκαίρι επέστρεψε σ’ ένα πλοίο από το Κάιρο, γιατί ενώ είχαμε καταφέρει τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, με την Ταξιαρχία Ρίμινι δεν μπορέσαμε.

Την επόμενη μέρα, ήταν Δευτέρα κανονικά, κι είχαμε διαφύγει τον κίνδυνο να έρθει κατευθείαν η Τρίτη. Η Δευτέρα όλον αυτόν τον παράξενο μήνα φώναζε ευτυχισμένη ότι είχε βρει άλλον έρωτα και ότι θα την άφηνε για πάντα τη βδομάδα, αλλά την τελευταία στιγμή οι καταθέτες την έπεισαν να μείνει, γιατί τα παιδιά δίνουν εξετάσεις, και θα το έπαιρναν βαριά, αν από την Κυριακή πηγαίναμε κατευθείαν στην Τρίτη. Η Δευτέρα λοιπόν ήταν εκεί στη θέση της, και μαζί με αυτήν ήταν καλοκαίρι, κι εμείς ζεσταθήκαμε κι ιδρώσαμε για πρώτη φορά εδώ κι ένα μήνα. Συνέχεια ανάγνωσης

«Με έναν Σοπενάουερ στην τσέπη» ή Ή η άλλη μισή αλήθεια

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

Ζακ Μπουανακόρσι, «Δίας και Ηώ», 16ος αιώνας

Στη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, το μυθιστόρημα του Ζαν Μισέλ Γκενασιά, ο αφηγητής Μισέλ Μαρινί είναι ένας έφηβος που διαβάζει λογοτεχνία με τέτοια αφοσίωση ώστε συχνά διασχίζει τους δρόμους του Παρισιού χωρίς να τραβάει τα μάτια του από τις σελίδες. Είναι η εποχή του πολέμου στην Αλγερία και των πρώτων δίσκων του ροκ εν ρολ, εποχή όπου οι πολιτικές απορίες και η ερωτική αφύπνιση συγκαταλέγονται στα υλικά της επερχόμενης εξέγερσης.

Να, λέω, αυτό το καλό έχει η λογοτεχνία: υπενθυμίζει, μεταξύ άλλων, τις δυνατότητες ελευθερίας που υπάρχουν κάτω από τα στρώματα μιας κοινής ζωής, ενός συνηθισμένου πεπρωμένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για νοσταλγική ανακατασκευή του παρελθόντος ή μιας νεότητας που κάποτε, πιθανόν, ήταν πιο ενδιαφέρουσα. Αυτός ο έφηβος που διάβαζε Κάφκα και Καμύ, Ντοστογιέφσκι και Γκόγκολ, υπήρξε στ’ αλήθεια. Δεν είναι μια στρατηγική εξιδανίκευσης, τέχνασμα μιας συγκαλυμμένης αυτοβιογραφίας. Το ανάλογό του στο πέρασμα του χρόνου είναι άλλωστε εκείνοι οι νεαροί Έλληνες που τα ονόματά τους τα πρωτοσυνάντησα σε κάποια τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης –τα είχε όλα ο πατέρας μου– όταν ήμουν δεκατεσσάρων. Και κάποιοι από αυτούς ευτυχώς επιμένουν ακόμα και τους διαβάζουμε σήμερα στις Σημειώσεις του σπουδαίου Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου. Παιδιά του Χαλανδρίου και της Κυψέλης του ’60, της Βέροιας ή της Χαλκίδας που διάβαζαν Κέστλερ, Τόμας Μαν και Λούκατς. Και άλλοι που εμφανίστηκαν στις κατοπινές γενιές, στη μεταπολίτευση –αυτή που την παρουσιάζουν ως ένα πασοκοειδές γκροτέσκο πράγμα–, στα μεταβατικά χρόνια του ’80 και μέχρι σήμερα. Σήμερα;

Μόνο που δέκα τόσα χρόνια στο πανεπιστήμιο, στις κοινωνικές επιστήμες μάλιστα, ζήτημα είναι αν έχω συναντήσει τρεις φοιτητές που να λάμπει το μάτι τους ακούγοντας το όνομα ενός συγγραφέα ή τον τίτλο ενός βιβλίου. Πάντα μειονότητες θα είναι οι Μισέλ Μαρινί του κόσμου τούτου, αλλά εδώ μιλώ για πραγματική κατάσταση σπάνης ή για θλιβερή απουσία. Και αυτό ισχύει ακόμα και για εκείνους τους ενταγμένους ή υποψιασμένους πολιτικά φοιτητές και φοιτήτριες.

Το έχω ξαναγράψει και ξέρω ότι παρεξηγείται στην Αριστερά ως πράγμα ανεπίκαιρο και εξωτικό: μου φαίνεται αδιανόητη μια πολιτικοποίηση χωρίς άλλα ερεθίσματα, χωρίς μια γερή δόση μύησης σε διαφορετικές και συχνά ασύμπτωτες μεταξύ τους αφηγήσεις της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτές οι αφηγήσεις δεν εξαντλούνται στην τελευταία λέξη της μόδας που επικρατεί στη λεγόμενη ριζοσπαστική θεωρία. Ούτε πρέπει να τις επικαλούμαστε για να μας λύσουν το πρόβλημα του «πολιτικού σχεδίου», πόσο μάλλον το πρόβλημα του χρέους και της καπιταλιστικής κρίσης. Συνέχεια ανάγνωσης

O Αλμπέρ Καμύ και η «προλεταριακή λογοτεχνία»

Standard

Πενήντα δύο  χρόνια από τον θάνατό του

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε το 1913, στο Μοντόβι της Αλγερίας, και πέθανε στις 4 του Γενάρη 1960, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Γαλλία. Δημοσιογράφος, λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και φιλόσοφος, έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και φιλοσοφικά έργα. Για το λογοτεχνικό του έργο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957. Συμμετείχε στην Γαλλική αντίσταση και πήρε δημόσια θέση σε πολλά ζητήματα της εποχής του. Όπως είπε γι’ αυτόν ο Ερμπέρ Λοτμάν, «δεν ανήκε σε καμιά συγκεκριμένη πολιτική ομάδα, αλλά δεν απουσίασε από καμιά μάχη ενάντια στην αδικία…».

Η επιστολή που ακολουθεί αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό La Révolution prolétarienne (αρ. 447, Φεβρουάριος 1960) – ο Καμύ ήταν μόνιμος συνδρομητής υποστήριξης αυτού του περιοδικού. Ο Μωρίς Λιμ, στον οποίο απευθύνεται η επιστολή, εργαζόμενος, αγωνιστής και λογοτέχνης (έγραψε τη νουβέλα Belles Journées, που αναφέρεται στο υστερόγραφο), είχε ζητήσει από τον Καμί να γράψει ένα άρθρο για τη λογοτεχνία στο περιοδικό Après l’boulot. Αυτό το περιοδικό, που απευθυνόταν σε εργαζόμενους, παρουσίαζε λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως, και καλλιτεχνικές εργασίες εργαζομένων (στα γαλλικά το όνομα του περιοδικού σημαίνει «Μετά τη δουλειά»× η συντακτική του επιτροπή αποτελούνταν από εργαζόμενους, και κυκλοφορούσε από το 1953 έως το 1956).

Γ.Π.

 Επιστολή του Αλμπέρ Καμύ στον Μωρίς Λιμ

μετάφραση: Γιώργος Παπαναγιώτου

Παρίσι, 8 Αυγούστου του 1953

Αφού πιστεύετε ότι αυτά που σας είπα τις προάλλες αξίζουν τον κόπο να παρουσιαστούν, θα προσπαθήσω να τα αναπτύξω εδώ. Πρέπει όμως, πρώτα απ’ όλα, να επαναλάβω αυτό που ήδη σας έχω πει: ότι δεν είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο και ότι, επιπλέον, μπροστά στο δικό σας εγχείρημα, αισθάνομαι υποδεέστερος. Όταν κάποιοι άνθρωποι που περνούν όλη τη μέρα τους στο εργοστάσιο ή το εργοτάξιο αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στην προσπάθεια να εκφραστούν σ’ ένα περιοδικό, τότε με ποιο δικαίωμα θα έρθει να ξινίζει τα μούτρα του και να τους δίνει αφ’ υψηλού συμβουλές κάποιος επαγγελματίας συγγραφέας, που απολαμβάνει πλήρους ελευθερίας για να γράφει και να δουλεύει; Ακόμη κι αν, όλως τυχαίως, έχει δίκιο, δεν διακινδυνεύει να χάσει τίποτε, και αυτό αρκεί για να κάνει τα λόγια του ύποπτα. Για να αποδεχτώ έναν τόσο γελοίο ρόλο –που εύκολα μπορεί να γίνει και αισχρός– , θα έπρεπε να είμαστε μεταξύ παλιόφιλων και σε ατμόσφαιρα πλήρους χαλάρωσης. Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Από την άλλη πλευρά όμως, αισθάνομαι ότι θα ήταν κάποιου είδους χυδαία λιποψυχία από μέρους μου, μια έλλειψη συναδελφικότητας, να μην σας πω εντελώς απλά αυτό που σκέφτομαι, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να αναγνωρίσω ότι έχω άδικο. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα αθησαύριστο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ηλία Βενέζη

Standard

του Αριστείδη Καλάργαλη

Ηλίας Βενέζης. Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, εφημ. «Ταχυδρόμος», 1.1.1931

Για τη Λέσβο, το 1930 και τα δορυφόρα χρόνια είναι τα χρόνια της έκρηξης και του ορίου της πνευματικής Λεσβιακής Άνοιξης. Ο ανταγωνισμός των εφημερίδων φέρνει τρίχρωμα οκτασέλιδα λογοτεχνικά φύλλα τις περιόδους των γιορτών. Την Πρωτοχρονιά του 1931 η εφημερίδα Ταχυδρόμος των Θείελπι Λευκία και Στράτη Μυριβήλη φιλοξενεί 13 λογοτεχνικές συνεργασίες, ο αντίπαλος Δημοκράτης 7, ενώ ο Ελεύθερος Λόγος δημοσιεύει μόλις ένα διήγημα. Ο επόμενος χρόνος είναι αυτός του ορίου της πνευματικής κίνησης, καταπώς θεωρείται από τους μελετητές της.

Στο φύλλο του Ταχυδρόμου ο Ηλίας Βενέζης δημοσιεύει, ταυτοχρόνως, δύο διηγήματα. Τα: «Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρόν» και «Ας πούμε πως ήταν Άνοιξη» αφιερωμένο στον Μυριβήλη. Το πρώτο το έχει εμπνευστεί από πραγματικά γεγονότα. Στις 16 Νοεμβρίου 1930 δίνεται ποδοσφαιρικός αγώνας στη Μυτιλήνη, μεταξύ του πρωταθλητή Λέσβου Παλλεσβιακού (κι όχι του Άρη που γράφει ο Βενέζης) και της πρωταθλήτριας Αϊβαλιού Ιτμάν Γιορντού (Αθλητική Φωλιά), στο πλαίσιο συμφιλίωσης των δύο λαών. Ο αγώνας έληξε ισόπαλος 2-2. Συνέχεια ανάγνωσης

Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό

Standard

του Ηλία Βενέζη

Ο Βενέζης (καθήμενος δεύτερος) με συναδέλφους τραπεζικούς, Μυτιλήνη 1927. Eφ. «Ταχυδρόμος», 1.1.1931

— Κύριε, θα είχατε την καλωσύνη…

— Ορίστε, κύριε.

— Θα μπορούσα να βρω ένα φαρμακείο…– πώς το λένε, πώς το λένε…

Τα μεγάλα, παιδιάτικα, εκφραστικά μάτια ψάχνουν τον αέρα να το βρουν.

— …Ένα φαρμακείο, να — όλο…πώς το λένε;… όλο ανοιχτό.

Απ’ τα πολλά καταλαβαίνω πως ζητείται ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Είναι βράδυ, επαύριον των Χριστουγέννων, η σκηνή στα «Ολύμπια».

— Τι θέλετε;

— Θάθελα… ένα ασπιρίνη. Μου πονεί το κεφάλι.

Στο τραπέζι μας, ένας φίλος έχει ασπιρίνη. Του δίνουμε μία.

— Ξένος είσθε, κύριε;

Υποθέτω πως θα πρόκειται για κανέναν βεριτάμπλ ρωμιό, που είνε ντυμένος κουστούμι σπορ, έχει συμπαθητικώτατη μορφή και μόλις ενθυμείται μεταξύ αγγλικής ή γαλλικής και ολίγην τινα ελληνική.

— Ξένος είσθε, κύριε;

— Ναι, είμαι Τούρκος κύριε.

— Α! Τούρκος!

Αναστάτωση στο τραπέζι μας. Τα μάτια ερευνούν ανήσυχα το φαινόμενον. (Άκου, Τούρκος!…λέει ένας σιγανά με δέος. Μωρέ και πού μοιάζει, Τούρκος; ψιθυρίζει ένας άλλος). Η συμπαθητική κυρία του γειτονικού τραπεζιού που ασχολείται με την ποίησιν, στηλώνει επί τω ακούσματι μια τόσο τρομαγμένη ματιά. Συνέχεια ανάγνωσης

Η βία κατά των γυναικών στο Μεξικό: η σιωπή και οι ρωγμές

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

του Κώστα Αθανασίου

Αυτές τις μέρες στο Μεξικό συμπληρώνονται πέντε χρόνια θητείας του Φελίπε Καλδερόν, ενός «πετυχημένου» (λένε κάποιοι) προέδρου, που από την πρώτη στιγμή έθεσε στόχο τη νίκη στον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», τον οποίο ανέθεσε στον στρατό που, υποτίθεται, θα ήταν σε θέση να επιβληθεί στα καρτέλ. Μια πενταετία μετά, ο απολογισμός: 50.000 νεκροί, 10.000 εξαφανισμένοι/ες, 230.000 εκτοπισμένοι/ες, δολοφονίες πολιτών από τον στρατό, συλλήψεις, βασανιστήρια κ.λπ., κ.λπ. Και τα καρτέλ;… Ακλόνητα.

Όλη αυτή η ιστορία έδειξε πόσο αδιέξοδη είναι η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με στρατιωτικούς όρους ένα τέτοιο ζήτημα («η ρίζα του προβλήματος των ναρκωτικών βρίσκεται στις ΗΠΑ, όχι στο Μεξικό», λέει ο Τσόμσκι), αλλά και το πώς ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» μετατράπηκε πολλές φορές στο τέλειο άλλοθι της γενικευμένης καταστολής. Έτσι κι αλλιώς, οι ιστορίες όλων αυτών των ανθρώπων θα μείνουν για πάντα στο σκοτάδι.

 Επίσης στο σκοτάδι μένει μια συγκεκριμένη (και διαφορετική) πτυχή της βίας που ενδημεί τα τελευταία χρόνια στο Μεξικό: η γενικευμένη βία κατά των γυναικών, με κορυφή του παγόβουνου τις μαζικές δολοφονίες γυναικών στον βορρά της χώρας. Οι περιοχές κοντά στη μεθόριο με τις ΗΠΑ είναι το βασίλειο των μακιλαδόρας, των βιοτεχνιών συναρμολόγησης/επεξεργασίας/παραγωγής που ανήκουν σε μεγάλες πολυεθνικές και λειτουργούν με ειδικό ευνοϊκό καθεστώς· εισήχθηκαν στο Μεξικό το 1965 και σήμερα είναι χιλιάδες. Η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων είναι γυναίκες και οι συνθήκες εργασίας στις μακιλαδόρας είναι τρομακτικές και περιλαμβάνουν από υποχρεωτικές περιοδικές εξετάσεις για εγκυμοσύνη, η οποία πρακτικά απαγορεύεται, μέχρι εξαντλητικά ωράρια, ανθυγιεινές συνθήκες, μέχρι περιορισμό στην πόση νερού, ώστε οι εργάτριες να μην πηγαίνουν στην τουαλέτα. Ερευνητές αποκαλούν τις μακιλαδόρας σύγχρονη έκφραση των στρατοπέδων υποχρεωτικής εργασίας, στο πλαίσιο ενός συστήματος εκμετάλλευσης που θεωρεί τις εργαζόμενες αναλώσιμες και το γυναικείο σώμα «ανταλλακτικό νόμισμα ανάμεσα στους ισχυρούς που ελέγχουν την περιοχή». Συνέχεια ανάγνωσης

Κάπου περνούσε μια φωνή

Standard

Σελίδες μιας Αθήνας περασμένης

 Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίευσε τη νουβέλα «Κάπου περνούσε μια φωνή» στη Νέα Εστία το 1940. Παρότι πρέπει να προξένησε αίσθηση στην εποχή της, σήμερα είναι ξεχασμένη. Την ανέσυρε από την αφάνεια ο ακάματος ερευνητής και ρέκτης Νίκος Σαραντάκος και κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες (με φιλολογική επιμέλεια, επιλεγόμενα και χρονολόγιο δικά του) σε ένα κομψό τομίδιο από τις εκδόσεις Ερατώ του Μανώλη Μανουσάκη. Δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από την ωραία αυτή νουβέλα, «γραμμένη –σχεδόν– σε δεκαπεντασύλλαβους (χαρακτηρισμός του Γ. Γεραλή, το 1944, που υιοθετεί και ο Ν. Σαραντάκος).

Στρ. Μπ.

Φτάνοντας στην οδόν Ερατοσθένους –τον ίσιο, κεντρικό, μεγάλο δρόμο, που πέρναγε το τραμ του Παγκρατιού (και που περνάει, άλλωστε, και τώρα)– η παρέα στάθηκε, μπροστά στο πεζοδρόμιο, κι έστησ’ ένα πρόχειρο συμβούλιο, στο φως του πρώτου φαναριού που βρέθηκε μπροστά της. Ο Αλέκος ο αραμπατζής –τ’ Αλεκάκι, ντε, η αλεπού!– ήταν της γνώμης να τραβήξουνε γραμμή, και να πάνε στο στενό της Δέσπως, της φιλενάδας του Μελέτη, του «Ψηλέα», να στήσουν το τραγούδι τους εκεί, και κατόπι «βλέπουμε τι γίνεται…», ο Μήτσος, όμως, έφερε, αμέσως, αντιρρήσεις, κι είπε πως τ’ αδερφάκι της, ο Μίμης –το Μιμάκι, το κολληταράκι– τα ’χε μυριστεί από καιρό, και δεν το ’χε τίποτα, μόλις θα ξημέρωνε, να φέρει το μαντάτο στους μπαρμπάδες της, τους καπετάνιους — και τότε πια, βλαστήμα τα! Κι ο Μελέτης, άλλωστε, ο ενδιαφερόμενος, έμοιαζε σα να κόμπιαζε, κι εκείνος. Άναψε, τότε, μια λογομαχία, και τ’ Αλεκάκι είπε «μάπα» το Μελέτη, κι ο Μελέτης που δεν έπαιρνε πολλά, του ’δωσε μια κατραπακιά γενναία, ρίχνοντάς του χάμω την τραγιάσκα, κι άρχιζαν οι σκουντιές και τα σπρωξίματα Συνέχεια ανάγνωσης

«Μ’ έναν τριγωνικό στόχο στο πρόσωπο»

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

του Κώστα Αθανασίου

Έργο του Ρόι Λιχτενστάιν

«Ο Όφερ ζήτησε από τον Άνταμ να του εξηγήσει κάτι σχετικό με τη διαδικασία σύλληψης ενός υπόπτου, φωνάζεις τρεις φορές, στα αραβικά και στα εβραϊκά, ακίνητος, τις ει, και μετά τρεις φορές, ακίνητος ή πυροβολώ […]. Και μετά πυροβολείς».

Τις τελευταίες μέρες, αυτή η «επίσημη» διαδικασία προειδοποίησης του ισραηλινού στρατού προς τους «υπόπτους» αποδείχτηκε για άλλη μια φορά μύθος ή πολυτέλεια, καθώς οι Ισραηλινοί στρατιώτες σκότωσαν κατά δεκάδες Παλαιστίνιους διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τη διαιωνιζόμενη κατοχή των εδαφών τους από το Ισραήλ. Είναι προφανές πως για τους Ισραηλινούς στρατιώτες «οι Άραβες βαδίζουν μ’ έναν τριγωνικό στόχο πάνω στο πρόσωπο, όπως στις ασκήσεις». Άλλωστε, η επίσημη απάντηση για τις νέες σφαγές ήταν αποστομωτική: οι διαδηλωτές ήταν «ριζοσπαστικά στοιχεία».

Η περιγραφή της σύλληψης του υπόπτου προέρχεται από το βιβλίο Στο τέλος της γης, του Νταβίντ Γκρόσμαν (μτφ. Λουίζα Μιζάν, εκδ. Καστανιώτη). Το βιβλίο συνδέεται με ένα τραγικό για τον Γκρόσμαν γεγονός καθώς, όταν το έγραφε, ο γιος του σκοτώθηκε στον δεύτερο πόλεμο του Λιβάνου (Αύγουστος 2006), έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στα Κατεχόμενα.

Όταν, το 1972, ο Γιτζάκ Λαόρ κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στα Κατεχόμενα, αρνήθηκε. Ο Λαόρ είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος (πολλά κείμενά του δημοσιεύονται στη Χααρέτζ) και εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού. Ο Γιτζάκ Λαόρ οδήγησε την Επιτροπή Λογοκρισίας στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, πετυχαίνοντας τη μερική άρση της λογοκρισίας στα θεατρικά έργα. Το 1990, ο τότε πρωθυπουργός Γιτζάκ Σαμίρ αρνήθηκε να υπογράψει την απονομή του Βραβείου Ποίησης στον Λαόρ. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο του Ο μύθος του φιλελεύθερου σιωνισμού: Οι «συγγραφείς της ειρήνης» στο Ισραήλ (μτφ. Σάββας Μιχαήλ, πρόλογος Ζοζέ Σαραμάγκου, εκδ. Άγρα), στο οποίο ο Λαόρ αντιπαρατίθεται (ανηλεώς) με την τριάδα των Ισραηλινών συγγραφέων Άμος Οζ, Α.Μπ. Γιεοσούα και Νταβίντ Γκρόσμαν (λιγότερο), κυρίως όμως με την εικόνα που διαμορφώνεται γι’ αυτούς στις ευρωπαϊκές χώρες και τη χρήση της εικόνας αυτής από τους ιδεολογικούς (και άλλους) μηχανισμούς του Ισραήλ. Συνέχεια ανάγνωσης

«Σταμάτησε να βρέχει στο Σαντιάγο»

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

Τις επόμενες μέρες θα βρεθούν στην Αθήνα ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα και η συντρόφισσά του, η ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες. Έρχονται καλεσμένοι να συμμετάσχουν στο 3ο Φεστιβάλ Ιβηροαμερικανικού Βιβλίου.

Λουίς Σεπούλβεδα

Ο Σεπούλβεδα, πολύ γνωστός στην Ελλάδα (κυκλοφορούν 14 βιβλία του, όλα από τις εκδόσεις Opera), είναι ένας συγγραφέας που ήταν και μένει πάντα ενεργός στον χώρο της πολιτικής. Ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος, την εποχή της κυβέρνησης Αλιέντε δούλεψε στο Υπουργείο Πολιτισμού και σε άλλες θέσεις, ενώ συμμετείχε και στην προσωπική φρουρά του Αλιέντε, την GAP, που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους τον πρόεδρο. Μετά το πραξικόπημα, φυλακίστηκε για 2,5 χρόνια. Κατόπιν, παρανομία, αντίσταση, νέα σύλληψη, καταδίκη σε ισόβια. Με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, απελευθερώθηκε και εξορίστηκε στη Σουηδία. Στον δρόμο προς τα εκεί, δραπέτευσε και πήγε διαδοχικά Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Εκουαδόρ. Το 1979 κατατάχτηκε στη Διεθνή Ταξιαρχία Σιμόν Μπολίβαρ, που πολέμησε μαζί με τους Σαντινίστας στη Νικαράγουα. Μετά τη νίκη της επανάστασης, άρχισε να δουλεύει εκεί ως δημοσιογράφος, για να φύγει κατόπιν στην Κούβα και μετά στην Ευρώπη. Μεταξύ 1982 και 1987 δούλεψε στα πλοία της Greenpeace. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο πυρομανής πυροσβέστης και η μαλακή σκανδάλη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του  Κώστα Αθανασίου

Αντόνιο Μπέρνι, «Η διαδήλωση», 1934

«Ο δρόμος ήταν στρωμένος με φέιγ βολάν. Έσκυψα και πήρα ένα. Έλεγε: “Η Κοσμοχαλασιά που η κυβέρνηση αρνείται να δει”. Είχαν φωτογραφίες από ένα τετράγωνο, πριν και μετά την Κοσμοχαλασιά. Στο “πριν” έβλεπες σπίτια το ένα δίπλα στ’ άλλο, ενώ στο ‘μετά’ φαίνονταν μόνο άδειες αλάνες».

Η χρονιά της ερήμου, του Αργεντινού Πέδρο Μαϊράλ (μτφ. Β. Κνήτου, Πόλις), είναι ένα βιβλίο που σίγουρα έκανε αίσθηση το 2010, όταν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Ο Μαϊράλ περιγράφει μια δυστοπική κατάσταση, την Κοσμοχαλασιά, που εξαπλώνεται και κατατρώγει μια ολόκληρη χώρα, τη διαβρώνει, μέχρι που τελικά τη διαλύει. Η Κοσμοχαλασιά συντρίβει τα πάντα στο διάβα της· πάνω απ’ όλα όμως συντρίβει τους ανθρώπους, τη ζωή τους, τις σχέσεις ανάμεσά τους. Η Κοσμοχαλασιά, τελικά, είναι ένα κύμα αγριότητας που σαρώνει τα πάντα.

Ένα χαρακτηριστικό είναι το πώς, στα πρώτα στάδια της Κοσμοχαλασιάς, η καταστολή «κοινωνικοποιείται», ασκείται από τον διπλανό και τον γείτονα, παραλογίζεται, παίρνει διαστάσεις νοσηρές: «“Δεν μπορείτε να διαβάζετε στην ουρά, δεσποινίς”. “Γιατί;” τον ρώτησα, κι ένας τύπος που ήταν πιο πίσω, με την επιδοκιμασία όλων, είπε: “Δεν γίνεται να διαβάζεις, αγαπητή μου, αν περιμένεις, περιμένεις”».

   Το βιβλίο διαβάστηκε από πολλούς ως μια αλληγορία και απειλητική «υπενθύμιση» της ερήμωσης που έφεραν στην Αργεντινή τα χρόνια του ΔΝΤ (του «πυρομανή πυροσβέστη», όπως το αποκαλούσαν) και η οποία κορυφώθηκε με την κρίση του 2001, όταν η χώρα έζησε αυτό που ο οικονομολόγος Ατίλιο Μπορόν αποκάλεσε «κοινωνικό ολοκαύτωμα». Συνέχεια ανάγνωσης

To «φονικό μοιραίο βόλι» του Θ. Λασκαρίδη, πρώτου αρχισυντάκτη του «Ριζοσπάστη»

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Νίκου Σαραντάκου

Όσοι παρακολουθούν τα γραπτά του Νίκου Σαραντάκου, έντυπα και ηλεκτρονικά, έχουν εικόνα  του εύρους και του βάθους όπου εκτείνεται η ερευνητική του σκαπάνη — από τη γλώσσα, τη φρασεολογία, την ετυμολογία και τη λεξικογραφία μέχρι την ιστορία, την ιστορία της λογοτεχνίας και της λογιοσύνης, την πολιτική. Η ακάματη δραστηριότητά του μας χαρίζει, αυτές τις μέρες,  έναν ακόμα ωραίο καρπό: «άπαντα τα δημοσιευμένα γραφτά» (αντιπολεμικά, ταξικά-κοινωνικά, αισθηματικά διηγήματα, αποσπάσματα από το χαμένο του μυθιστόρημα, καθώς και φιλολογικά κείμενα) του δημοσιογράφου Θεόδωρου Λασκαρίδη, του πρώτου γνωστού αρχισυντάκτη του Ριζοσπάστη, αλλά παντελώς άγνωστου σήμερα. Ζητήσαμε από τον Νίκο Σαραντάκο να μας παρουσιάσει, με ένα σημείωμά του, τη ζωή και το έργο του Θ. Λασκαρίδη.

Ο τόμος, με τίτλο Το φονικό μοιραίο βόλι θα κυκλοφορήσει τις αμέσως επόμενες μέρες από τις εκδόσεις διάπυροΝ της Θεσσαλονίκης· μια που ο οίκος είναι καινούργιος και ίσως σχετικά άγνωστος (όχι βέβαια όσο ο Λασκαρίδης) δίνουμε στοιχεία επικοινωνίας: www.diapyron.com, τηλ. 6937-160705 και 637-108881.

Στρ. Μπ.

Αφίσα της Κομιντέρν, 1920 (Συλλογή Α. Δάγκα-«Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα», τόμ. Β2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003)

Θεόδωρος Λασκαρίδης (1896-1921)

 Ο Θεόδωρος Λασκαρίδης γεννήθηκε το 1896 στη Βουλγαρία, στην Αγχίαλο (σήμερα Πομόριε), παραθαλάσσια πόλη με ακμαία ελληνική κοινότητα. Το 1906, με την καταστροφή της Αγχιάλου, η οικογένειά του τον στέλνει στην Πόλη να σπουδάσει. Τον Ιανουάριο του 1916, ενώ είναι φοιτητής στην Κωνσταντινούπολη, οι τουρκικές αρχές τον συλλαμβάνουν και τον στέλνουν στη Βουλγαρία, η οποία μόλις είχε μπει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο, στον τομέα του Καϊμακτσαλάν. Συμμετέχει στις πολύνεκρες μάχες που ακολουθούν τη σερβική επίθεση του Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1916 και κάποια στιγμή αυτομολεί στους Σέρβους. Παραμένει φυλακισμένος στο περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης και ύστερα στέλνεται, μαζί με άλλους έλληνες αυτόμολους του βουλγαρικού στρατού, στο στρατόπεδο της Μπάνιτσας (σήμερα Βεύη). Τον Νοέμβριο του 1917 δραπετεύει από το στρατόπεδο και κατεβαίνει στην Αθήνα. Στις αρχές του 1918 πιάνει δουλειά στον Ριζοσπάστη.

Γλωσσομαθής, καλλιεργημένος και ένθερμος σοσιαλιστής, ο Λασκαρίδης είναι παρών σε όλο το διάστημα του μετασχηματισμού του Ριζοσπάστη από αριστερή βενιζελική εφημερίδα σε σοσιαλιστική και μετά σε κομμουνιστική, πολύτιμο δεξί χέρι του διευθυντή Γιάννη Πετσόπουλου, ο οποίος μπαινοβγαίνει στις φυλακές. Όμως, οι ταλαιπωρίες του πολέμου στοίχισαν στον Λασκαρίδη βαριά νευρασθένεια. Σύμφωνα με μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν, περιστασιακά πάθαινε κρίσεις και η αυτοκτονία τού είχε γίνει έμμονη ιδέα· μάλιστα κουβαλούσε πάντοτε μαζί του μια επιστολή προς τις αρχές για να μην ενοχοποιηθεί άλλος για τον θάνατό του. Στις 22 Μαΐου 1919, το βράδυ, μέσα στα γραφεία του Ριζοσπάστη, αυτοπυροβολείται με περίστροφο στον κρόταφο. Θα επιζήσει, αλλά θα του μείνει μια βαθιά ουλή στο κεφάλι. Συνέχεια ανάγνωσης

Λιποτάκτης

Standard

του Θ.  Λασκαρίδη

Πυροβολικό, σερβικό μέτωπο. Φωτογραφία του Merl LaVoy (από το flickr, otisarchives1's photostream

Ο στρατός υποχωρεί σ’ όλο το μέτωπο. Οι τηλεφωνικές γραμμές κατεστράφησαν. Τα νοσοκομεία, τα άλογα, οι αποθήκες μεταφέρονται όλα με μια αφάνταστη παραζάλη προς τα οπίσω, προς το Ντόμπρο Πόλιε. Έφυγε η σημαία του 11ου συντάγματος –που ανήκω– έφυγε κι εκείνη τυλιγμένη μέσα σε μια μουσαμαδένια θήκη. Την συνοδεύουν πέντε στρατιώτες μ’ έναν ανθυπασπιστή, που πετούν απ’ τη χαρά τους, γιατί με το να ορισθούν φρουρά ενός παλιοκούρελου, γλιτώνουν από βέβαιο θάνατο. Τα πρόχειρα δυο μικρά νοσοκομεία του συντάγματος, που έφυγαν, δεν επήραν μαζί τους και τους βαριά πληγωμένους. Ένας έχει συρθεί σχεδόν πάνω απ’ το χαράκωμα που βρίσκουμαι και μου ζητάει νερό. Είναι κάποιος γνωστός μου χωρικός. Κομμάτια οβίδες τού έχουν μισοβγάλει τα έντερα, που τα κρατεί με τα δυο του χέρια… Είναι το μόνο στήριγμα, ο δυστυχής, μιας οικογένειας με έξι παιδιά. Θέλει νερό. Κλαίει και μ’ ερωτά με μια φωνή που δεν έχει πια τίποτε το ανθρώπινο. «Πότε θα ξαναγυρίσουν οι νοσοκόμοι να με πάρουν;» Τον είχαν ξεγελάσει, εγκαταλείποντάς τον, πως θα ξαναγυρίσουν να τον πάρουν. Κι όσο η ώρα περνά κι όσο πλακώνει το μούχρωμα, τόσο η αγωνία του ετοιμοθάνατου μεγάλωνε, και τον ακούω να κλαίει, να βογγά, να μουγγρίζει, σαν ζώο που το σφάζουν. Ο μόνος γιατρός που έμεινε ακόμη στην πρώτη γραμμή, ακούει τα βογγητά και σκυφτά έρχεται σιμά μου για να τον ιδεί. Κουνάει απελπιστικά το κεφάλι, βγάζει το ρεβόλβερ του και, χωρίς ο χωρικός να το νιώσει, το βάζει στα μηνίγγια του και τραβάει τη σκανδάλη. Συνέχεια ανάγνωσης