Πέτρος Κουτσιαμπασάκος (1965-2014): Ένας γλυκός εργάτης της γραφής

Standard

του Κώστα Ζαφείρη

 6A-zafeirisΌταν η μπάντα άρχισε τις πρώτες νότες από το Πένθιμο Εμβατήριο στο Κοιμητήριο της Καισαριανής,  πριν από λίγες μέρες, ο βουβός πόνος όλων μας  έγινε ακόμα μεγαλύτερος. Είχαμε μαζευτεί για να αποχαιρετήσουμε τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο, φίλο μας και συγγραφέα, που απροσδόκητα έφυγε από κοντά μας στα 48 του χρόνια. Όταν καλείσαι να αναφερθείς  σε ένα τέτοιο γεγονός υπάρχει μια δυσκολία  που μοιάζει αξεπέραστη: Πώς να  ξεπεράσεις τα βιώματα και τις μνήμες μιας πολύχρονης στενής φιλίας και να μιλήσεις από κάποια απόσταση. Δεν θα το επιχειρήσω. Μπορώ όμως να γράψω δυο λόγια για κάτι που είχα την τύχη να ζήσω από κοντά: τον τρόπο που έγραφε ο Πέτρος Κουτσιαμπασάκος.

Ο Πέτρος έγραφε δύσκολα, λιτά, με μόχθο, με κόστος. Με κόστος προσωπικό, με την τρέχουσα έννοια. Είχε αρνηθεί εργασίες που θα του έδιναν περισσότερα χρήματα, για να διασφαλίσει το δικαίωμά του στο χρόνο για να γράφει. Ήθελε ο βιοπορισμός του να καλύπτει τα αναγκαία , αλλά να του αφήνει ανοιχτά τα παράθυρα στη μέρα του, την ώρα που θα  έπιανε το γράψιμο.  Έγραφε δύσκολα. Ξανάβλεπε, διόρθωνε, άλλαζε. Έκοβε παραγράφους, άλλαζε άλλες. Καρπός της δουλειάς του ίσως, του διορθωτή-επιμελητή κειμένων. Όμως πιστεύω, βαθύτερα, καρπός της ιδιοσυγκρασίας, των βιωμάτων, του χαρακτήρα του. Τίποτα δεν είχε βρει εύκολο ο Πέτρος στη ζωή του. Γι’ αυτό και η γραφή του ήταν δύσκολη, βασανιστική. Από την άλλη, γραφή στερεή μέσα στη λιτότητά της. Σαν τη Σκεπή (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004), αυτό το βαθιά διεισδυτικό διήγημα, με την εμβληματική εικόνα μιας στέγης που ξαναχτίζεται πέτρα την πέτρα. Ενταγμένο σε μια συλλογή  οχτώ διηγημάτων με κείμενα  που διακρίνονταν για την απλότητα, το κατασταλαγμένο ύφος, αλλά κυρίως για τη βαθιά ανθρωπιά τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Δύο είδαν μια αλεπού

Standard

 Διήγημα του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

4-xatzinikolaoyΔύο βλέπουν μια αλεπού. Ο ένας θέλει να την ακολουθήσει, ο άλλος προσπαθεί ν’ αποτρέψει τον φίλο του. Το δάσος είναι πυκνό και αυτοί δεν είναι κυνηγοί, ούτε πάνε συχνά σε δάση. Κανένας από τους δύο δεν έχει δει ποτέ του αλεπού, αν και δεν είναι δύσκολο ν’ αναγνωρίσεις μια αλεπού, ακόμη κι αν ζεις στην πόλη, όπως αυτοί. «Δεν ξέρουμε αν είναι επικίνδυνη», λέει ο ένας ενώ ο άλλος βιάζεται να την προλάβει γιατί η αλεπού βαδίζει ναι μεν αργά αλλά με μια ελαφράδα σαν να μην έχει κόκαλα.

Ο ένας δειλιάζει λοιπόν, όμως τελικά πείθεται και ακολουθεί τον φίλο του. Ο καιρός είναι καλός, ο αέρας όσο χρειάζεται κρύος για να είναι αναζωογονητικός και η κοκκινωπή αλεπού είναι τόσο όμορφη και διακριτική μέσα στην πρασινάδα του δάσους.

 Οι δύο φίλοι έχουν πάψει να μιλάνε (προηγουμένως συζητούσαν έντονα, με αποτέλεσμα να ξεχαστούν και ο χωματόδρομος να τους βγάλει στο δάσος). Προχωρούν αθόρυβα πίσω από την αλεπού, όπως κάνουν οι κυνηγοί, μόνο που οι δυο τους το κάνουν από καθαρή περιέργεια. Ο ένας είναι ψηλός, με μούσι και γυαλιά, και ο άλλος, ο φοβισμένος, είναι κοντός και παχύς, με αραιά μαλλιά, και δείχνει κάπως ταλαιπωρημένος στην όψη. Ακολουθούν την αλεπού και όταν πατάνε ένα κλαδί –το κλαδί σπάει– η αλεπού δεν γυρίζει να τους κοιτάξει. Η αλεπού ξέρει πού πάει, έχει μια αποφασιστικότητα που όλο και δυναμώνει το βήμα της.

Από την πλευρά τους οι δύο φίλοι έχουν αρχίσει να κουράζονται και γίνονται ακόμη πιο απρόσεχτοι όσο την πλησιάζουν. Τώρα την έχουν πλησιάσει τόσο πολύ που ένας έμπειρος κυνηγός θα μπορούσε να την πιάσει με τα ίδια του τα χέρια.

Τότε είναι που η αλεπού γυρίζει και τους κοιτάζει.

Οι δυο τους κοντοστέκονται και πειθαρχούν στο βλέμμα της που είναι το βαθύ βλέμμα ενός ζώου που έχει δει το χιόνι, που το έχει δει να λιώνει, που έχει αποφύγει το μολύβι των διωκτών, που έχει ζήσει πεινώντας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ρανίτσκι ο μέγας (1920-2013): Ο ισχυρός των λέξεων

Standard

του Χανς-Ντίτερ Σιτ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία». Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

«Οι συγγραφείς ξέρουν από λογοτεχνία όσο
ξέρουν τα πουλιά από ορνιθολογία».
Σκίτσο του tiede από το toonpool.com.

Ο Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι θεωρείται, στον γερμανόφωνο χώρο, ο κριτικός λογοτεχνίας με τη μεγαλύτερη επιρροή στην εποχή του. Γεννήθηκε το 1920 στην Πολωνία, επιβίωσε του γκέτο της Βαρσοβίας και έζησε μέχρι το θάνατό του στη Γερμανία (αρχικά στη Δυτική). Πάπας της λογοτεχνικής κριτικής, δεν δίσταζε να επιτεθεί σε ογκόλιθους της λογοτεχνίας, όπως ο Γκίντερ Γκρας. Συνέβαλε ωστόσο με τις απόψεις και τον δριμύ του τρόπο στο να συζητήσει και να επεξεργαστεί η μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία το φαιό παρελθόν της χώρας. Ο Ράιχ-Ρανίτσκι είχε κολοσσιαία επίδραση και την κρίση του την περίμεναν και τη φοβούνταν λογοτέχνες και κοινό. Από το 1988 έως το 2001 παρουσίαζε στο κρατικό κανάλι ZDF την εκπομπή λογοτεχνικής κριτικής “Λογοτεχνικό Κουαρτέτο”, η οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και επιτυχημένη.

Πέθανε την περασμένη Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου. Από τα πολλά που γράφτηκαν μετά τον θάνατό του, διαλέξαμε ένα άρθρο που, διατηρώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό για το πρόσωπο του Ρανίτσκι, ταυτόχρονα εκφράζει και την κριτική στον κριτικό.

Ιω. Μ.

spiegel

Εξώφυλλο του Spiegel (1993) με τίτλο «Ο κριτικός Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι»

Αυτός, ένας καταφρονεμένος που του άρεσε να προσβάλλει. Αυτός που ντρόπιασε τη Γερμανία, γιατί με την οξύτητα και την αναλγησία της κρίσης του συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η δυτικογερμανική λογοτεχνία να ανυψωθεί σε τόπο διεξαγωγής ενός ιστορικού, ηθικού και πνευματικού επανακαθορισμού. Αναφέρομαι σε μια ντροπή που αποτέλεσε συστατικό μιας απελευθέρωσης, μέσα στην οποία ο Ράιχ-Ρανίτσκι αναδείχτηκε σε εξέχουσα φιγούρα. Και σε λαϊκιστή. Και τα δύο συνοδευόμενα από παραξενιές, θρασύτητες, ικανότητα σύναψης συμμαχιών και καταποντισμού κατά βούληση. Γενναιόδωρος στην επιδοκιμασία, αδυσώπητος στην επίκριση.

Αν ζούσαν, ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα ήταν αποδιοπομπαίοι στο «Λογοτεχνικό Κουαρτέτο» του, κι ο κόσμος που πρέπει πρώτα να συμβουλευτεί την τηλεόραση πριν ανοίξει ένα βιβλίο, θα ένιωθε κολακευμένος μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν χωράει τους άτυχους ποιητές. Ο Κλάιστ και ο Χέλντερλιν θα συνειδητοποιούσαν ξανά ότι η θανατική ποινή εκτίεται εν ζωή, για μια ζωή.

Ο Ράιχ-Ρανίτσκι δεν έστρεψε ποτέ τα κανόνια του κατά των αδυνάτων, δεν έπαψε όμως ποτέ να κανοναρχεί το κοινό με τις απόψεις του. Η πένα του παίνευε, η γραφίδα του ξεπουπούλιαζε. Δεν ήταν δήθεν, ήταν όντως. Αρχή και εξουσία: παταγώδη και ισοπεδωτικά ξεσπάσματα κατά ενός Γκρας, κατά ενός Χάντκε. Με επίγνωση των συνεπειών. Συνέχεια ανάγνωσης

Τοις εν καθαρευούσι εκστρατεύσασι…

Standard

 Αναμνήσεις από τον στρατό 1831-1950

του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, «Ο γεναίος οπλαρχηγός εις την Μακεδονίαν Θεόδωρος Καραπάτης», 1939

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, «Ο γεναίος οπλαρχηγός
εις την Μακεδονίαν Θεόδωρος Καραπάτης», 1939

Ενδιαφέρον στοιχείο της γραμματείας μας αποτελούν οι στρατιωτικές αναμνήσεις ανθρώπων οι οποίοι συμμετείχαν, ως κληρωτοί, εθελοντές ή μόνιμοι στρατιωτικοί, σε πολεμικές επιχειρήσεις του νεοελληνικού κράτους, από της συστάσεώς του μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940.

Οι αφηγήσεις αυτές, χωρίς να διεκδικούν λογοτεχνικές δάφνες, παρέχουν πολλές φορές την ευχαρίστηση της αναγνωστικής απόλαυσης και, τουλάχιστον, δίνουν πληροφορίες για ιστορικά και στρατιωτικά γεγονότα και πρόσωπα, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιορίζονται τοπικά και χρονικά. Με χαρακτήρα και ύφος καθαρά προσωπικό και υποκειμενικό, αφού ο αυτόπτης αφηγητής παρουσιάζει ένα μέρος από την ιστορία της ζωής του και δεν παραλείπει να προσθέσει «τας ιδίας εαυτού σκέψεις εις πολλά» (κάτι που απέφυγε ο Ανώνυμος της Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι), έχουν ωστόσο κάποια αξία για την ιστοριογραφία.

Αν η αφήγηση είναι ζωντανή, το ύφος ξεχωριστό και η χρήση της γλώσσας προσεγμένη, τότε περνάμε στον χώρο της λογοτεχνίας, και στο ιδιαίτερο είδος που έχει προσδιοριστεί ως «λογοτεχνία του στρατώνα». Όταν βεβαίως τα κείμενα χαρακτηρίζονται από μεγαλοστομία, ύφος πομπώδες, γλωσσικούς ακροβατισμούς, τότε βρισκόμαστε μπρος σε ενός άλλου είδους απόλαυση! Ιδιαιτέρως μάλιστα αν γλώσσα της αφήγησης είναι η καθαρεύουσα. Γλώσσα ψυχρή σαν το κρύο μάρμαρο, άκαμπτη, η οποία, πολλές φορές, οδηγεί την αφήγηση σε γελοιογραφικά ολισθήματα, αν και σε κάποιες, ελάχιστες, περιπτώσεις εξασφαλίζει στο κείμενο έναν εξαιρετικά σπάνιο ρυθμό και ένα κρυμμένο ηχόχρωμα μοναδικό.

Αναδιφώντας σε μονογραφίες που γράφτηκαν και τυπώθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και αναφέρονται σε γεγονότα πολεμικά ανάμεσα στο Βασίλειο της Ελλάδος και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

***

«Η παράδοση των Ιωαννίνων στον ελληνικό στρατό». Λαϊκή εικόνα του Σωτήρη Χρηστίδη

«Η παράδοση των Ιωαννίνων στον ελληνικό στρατό». Λαϊκή εικόνα του Σωτήρη Χρηστίδη

Ο Πολυζώης Π. Καβασιάδης, «αυτόπτης μάρτυς και πολεμιστής, εκ χωρίου Βελιμαχίου της επαρχίας Γόρτυνος», στο βιβλίο του Η εκστρατεία της Καλαμπάκας, ήτοι ιστορικόν επεισόδιον των κατά το 1854 μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συγκροτηθεισών μαχών εν ταις Ηπειρο-Θεσσαλικαίς πεδιάσιν (έκδοση 1880), περιγράφοντας επιχειρήσεις νοτίως του Αλιάκμονα, αναφέρει:

[…] την δε επομένην ήλθον τρεις άνθρωποι από χωρίου Τρανόβαλτον, δύω ώρας μακράν, και ανήγγειλαν εις τον αρχηγόν μας ότι ευρίσκονται εκεί είκοσι πέντε περίπου Τούρκοι απαιτούντες παρά των χριστιανών πολλών ετών φόρους και μεταχειριζόμενοι κατ’ αυτών παντοίας βαρβάρους καταπιέσεις, […]. Ταύτα ακούσας ο αρχηγός μας, διέταξε παρευθύς να μεταβή αμέσως εις το χωρίον απόσπασμα εξ ογδοήκοντα στρατιωτών και να διώξη εκείθεν τους βαρβάρους. […] επολιορκήσαμεν το χωρίον. […] τρεις μεν εξ αυτών εφονεύσαμεν, τους τρεις δε άλλους συνελάβομεν, μεταξύ των οποίων ήτο και τις πληγωμένος, Δερβίσαγας καλούμενος, όστις και είχε κάμει κατάλυμα εις την οικίαν του ιερέως και βαρβάρως εζήτει να εκπληρώσει τας κτηνώδεις ορέξεις του επί της θυγατρός του ιερέως.

Ενώ δε ημείς εκαθήσαμεν να αναπαυθώμεν ολίγον, βλέπομεν εκβαίνοντα από τα δάση και τα βουνά, τα γυναικόπαιδα […] μεταξύ δε αυτών ήτο και ο προρρηθείς ιερεύς, όστις ιδών τον Δερβίσαγαν ώρμησε κατ’ αυτού μανιώδης διά να τον φονεύση, λέγων, «ας χύσω το αίμα σου, βάρβαρε, και την ιδίαν ώραν να ’πάγω να λειτουργήσω, αμαρτία δεν είναι, τόσον μου έχεις πληγωμένην την καρδίαν, απάνθρωπε». Ημείς όμως αποτρέψαμεν τον ιερέα τού να γίνη φονεύς, υποσχόμενοι ότι ο αρχηγός μας ήθελε πληρέστερα τον ικανοποιήσει. Συνέχεια ανάγνωσης

Τι ψάχνει η σύγχρονη λογοτεχνία στην ιστορία;

Standard

 Σκέψεις πάνω στο έργο της Μάρως Δούκα

της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη

 

«Άτιμο πράγμα η Ιστορία. Πέφτει πάνω στη ζωή και την πλακώνει».

Σοφία Νικολαΐδου, Απόψε δεν έχουμε φίλους.[1]

Μάρω Δούκα

Μάρω Δούκα

Η ελληνική πεζογραφία τείνει τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει μια προνομιακή σχέση με την ιστορική αναπαράσταση: Από τους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης με την Εβραία Νύφη του Δαβέττα, τον Εμφύλιο και τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μέχρι τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Οδησσού, τον Εθνικό Διχασμό, το Βυζάντιο, τους Τουρκοκρητικούς (Αθώοι και φταίχτες, Μάρω Δούκα) και τον Αγώνα του 1821 (Ρέα Γαλανάκη). Η λίστα είναι μακρά, ιδιαίτερα για όσους από εμάς ασχολούμαστε με τη δεκαετία του ‘40: Πολιορκία, Ιαγουάρος του Κοτζιά, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, το Πένθιμο Εμβατήριο του Πατατζή, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Ζέη ή η Κάθοδος των Εννιά και η Ορθοκωστά του Βαλτινού…

Συγγραφείς που θεωρήθηκε ότι «παρεκκλίνουν» και δεν ακολούθησαν τον δρόμο της υπεράσπισης των κομματικών ιδανικών στη γραφή τους, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Δημήτρης Χατζής, έπιασαν το νήμα της ιστορίας, άλλοτε με συνέπειες και άλλοτε με προσωπικές ματαιώσεις. Ο πρώτος έγραψε τα ποιήματά του και το θεατρικό του έργο Αντιγόνη εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και απομονωμένος από τους συνεξόριστούς του. Αρκετά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι πια, έγραψε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας, το συγκλονιστικό Κιβώτιο. Όσο για τον Δημήτρη Χατζή, το διήγημά του «Ανυπεράσπιστοι», δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1964, προκάλεσε την αντίδραση του κομματικού μηχανισμού. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μας θυμίζει ότι ο ταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού Ασπροπόταμος το χαρακτηρίζει «φιλολογικό φτύσιμο, που καλά θα ’κανε ο άκαπνος συγγραφέας να το κρατήσει για τον εαυτό του». Ο κομματικός «Λογοτεχνικός κύκλος» που συνεδρίασε εσπευσμένα έκρινε ότι το διήγημα «Ανυπεράσπιστοι» του Δ. Χατζή φανερώνει υποχώρηση του συγγραφέα στην πίεση της αστικής ιδεολογίας. Συνέχεια ανάγνωσης

2667

Standard

του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου

Αναστασία Δούκα, «Roberto Bolaño», 2013

Αναστασία Δούκα, «Roberto Bolaño», 2013

Πολλές φορές βλέπω στα όνειρά μου τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, πως τον συναντώ στην πλατεία Μαδρίτης (στην αρχή της Μιχαλακοπούλου), να έρχεται ντυμένος στα μαύρα σαν κοτσύφι, ενώ εγώ κάθομαι και τον περιμένω σ’ ένα παγκάκι, και μετά βλέπω τα βιβλία του, τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί και τα βιβλία του που δεν έχουν εκδοθεί και πρόκειται να εκδοθούν σύντομα, αλλά κι αυτά που είναι ακόμα βαθιά χωμένα μέσα στα συρτάρια του και θ’ αργήσουν να εκδοθούν, αν και στην πραγματικότητα το μόνο που βλέπω είναι τα εξώφυλλά τους, που είναι σαν σκοτεινές προσόψεις μέσα στη νύχτα, οι οποίες διακόπτονται από μια φωτεινή κάθετη ρίγα, μια στενή λουρίδα σαν τη Χιλή, και δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μισάνοιχτη πόρτα που αφήνει ένα υποκίτρινο φως να βγει προς τα έξω, μέχρι που η πόρτα ανοίγει απότομα και η στενή λουρίδα γίνεται πλατιά, για μια στιγμή το φως γίνεται εκτυφλωτικό και μετά η φωτεινότητα καταλαγιάζει και βλέπω επιτέλους πίσω από την πόρτα, υπάρχει ένα άδειο δωμάτιο, γυμνό από έπιπλα, με άσπρους τοίχους και μια λάμπα να κρέμεται μ’ ένα καλώδιο από το ταβάνι.

Κατά κάποιο τρόπο ο Μπολάνιο έγραψε τα βιβλία του μαζί με το θάνατό του, το δικό του επικείμενο θάνατο, που ήταν η μόνιμη απειλή της ζωής του –από τη μέρα που διαγνώστηκε το πρόβλημα στο συκώτι του, το ’92– και συγχρόνως ο μεγάλος του υποστηρικτής, γιατί ο θάνατος ήταν ο μόνιμος βοηθός του, που τον απελευθέρωνε και συγχρόνως τον τσίγκλαγε –όπως οι βοηθοί στις ιστορίες του Κάφκα– να εργαστεί περισσότερο, με ακόμη πιο γρήγορους ρυθμούς, καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του, αν και η αλήθεια είναι πως ο Μπολάνιο έγραφε πάντα πολύ, τουλάχιστον για μια δεκαπενταετία πίσω, σίγουρα από τότε που έφτασε στη Βαρκελώνη και ύστερα, έγραφε συνέχεια, όταν δεν έκανε δουλειές του ποδαριού για να ζήσει, όταν δεν κοιμόταν (δεν κοιμόταν), όταν δεν διάβαζε σαν μανιακός (που είναι ακριβώς το ίδιο με το να γράφει κανείς), έγραφε όσο ζούσε στο στούντιο της οδού Ταγιέρς, στο κέντρο της πόλης, έγραφε όταν μετακόμισε στη Χιρόνα, την περίοδο της μεγάλης φτώχειας, την οποία περιγράφει σ’ ένα από τα πιο ωραία του κείμενα, στον Σενσίνι, από τη συλλογή διηγημάτων Τηλεφωνήματα (1997), και έπειτα, στο Μπλάνες, όπου εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του, την Καρολίνα Λόπες, κι εκεί έγραφε, κι έπρεπε να γίνει 40 χρονών για να δει τα βιβλία του να εκδίδονται τακτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την κουλτούρα του νέου ριζοσπαστισμού

Standard

 ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ –  ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 του Νικόλα Σεβαστάκη

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

Μετά από καιρό επανέρχομαι στα φιλόξενα ύδατα των «Ενθεμάτων». Με κάποιες σκέψεις για τα αποτυπώματα της κρίσης στο ήθος του ριζοσπαστισμού, εννοείται φυσικά του αριστερού ριζοσπαστισμού.

 Ποια είναι η συγκεκριμένη αιχμή αυτού του προβληματισμού; Πολλούς μήνες τώρα με απασχολεί το ποιες αισθητικές κλίσεις και αναγνωστικές πρακτικές αναπτύσσονται κάτω από τους κλυδωνισμούς της κρίσης. Αντλώ κυρίως από τις εμπειρίες μου στo πανεπιστήμιο κυρίως όμως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις με ανθρώπους, κατά τεκμήριο νεότερους στην ηλικία, οι οποίοι κινούνται στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Έχω διαπιστώσει λοιπόν το εξής: στο ευρύ πεδίο της κουλτούρας βλέπω να αναβιώνουν στάσεις δογματικής σκλήρυνσης σε ιδέες και συναισθήματα. Συναντώ έναν τύπο ριζοσπαστικού κοινού νου ο οποίος έχει την τάση να χειρίζεται όλες τις πληροφορίες και τα περισσότερα από τα ερεθίσματά του μέσα από ένα πρίσμα πολεμικό και εργαλειακό. Αυτό παράγει μια σειρά αποτελέσματα για την παιδεία του αριστερού: μεγάλες περιοχές της πολιτισμικής δημιουργίας αντιμετωπίζονται περίπου ως πολυτέλειες οι οποίες, σύμφωνα με το γνωστό «ιστορικό» επιχείρημα, δεν ανταποκρίνονται πια στις νέες κοινωνικές ανάγκες. Οποιαδήποτε σκέψη, έργο ή γλώσσα δεν παραπέμπει, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στη διάφανη λογική ενός αιτήματος εναντίωσης ή μιας οπτικής της χειραφέτησης, χρεώνεται τα αμαρτήματα της παραπλανημένης ιδεολογίας: ατομικισμούς, αφελείς ανθρωπισμούς, «αστικές» ηθογραφίες κλπ. Ας πάω όμως σε ορισμένα, φαινομενικά σκόρπια, παραδείγματα-εικόνες. Συνέχεια ανάγνωσης