Λου Ρηντ και Velvet Underground

Standard

  Ο LOU REED ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ «MADE IN GREEK MEDIA» ΜΥΘΟ ΤΟΥ

Από την καρδιά ενός υπεροδηγημένου ενισχυτή κιθάρας, με πολλή παραμόρφωση…

 του Θάνου Μαντζάνα

lou reed

Ο ακριβώς προ δύο εβδομάδων θάνατος του Λου Ρηντ ήταν αφορμή να γραφτούν και να ειπωθούν πολλά γι’ αυτόν στα ελληνικά ΜΜΕ τα περισσότερα εκ των οποίων αναφέρονταν στον «ποιητή που πήγε μια βόλτα στην άγρια πλευρά». Μάλιστα λοιπόν, η πάντα σοβαρότερη ακόμα και απ’ όσο είναι αναγκαίο εγχώρια διανόηση που από καθέδρας αντιμετωπίζει εκ προοιμίου και συλλήβδην ως κάτι υποδεέστερο, άρα και ανάξιο λόγου, την pop culture – δηλαδή την σύγχρονη διεθνή λαϊκή κουλτούρα και την αισθητική της όπως αυτές διαμορφώθηκαν τα τελευταία πενήντα χρόνια σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον Δυτικό κόσμο πλην της Ελλάδας – έκανε αυτή την φορά την χάρη σε έναν Αμερικανό εκπρόσωπο της τελευταίας (έστω και μετά τον θάνατο του) να του χαρίσει την εύνοια της και να τον αναγνωρίσει, αν και ετεροχρονισμένα, ως περίπου αντάξιο της. Ο λόγος βέβαια που η ημέτερη, μιντιακή και όχι μόνο, διανόηση έχει αυτή την άποψη για την ποπ κουλτούρα είναι επειδή δεν την κατανοεί ούτε στο ελάχιστο, δεν γνωρίζει καν ούτε τα κυριότερα χαρακτηριστικά της, πιθανότατα γιατί δεν θέλει…Αν δεν ίσχυαν αυτά θα ήξερε μερικά βασικά πράγματα και για τον αείμνηστο Λου Ρηντ που θα την απέτρεπαν από το να προβαίνει σε τέτοιες το λιγότερο αυθαίρετες διαπιστώσεις και στις αντίστοιχες διατυπώσεις και μάλιστα μετά τόσης βεβαιότητας.

Προς ενημέρωση παντός ενδιαφερομένου λοιπόν, ναι, ο Λου Ρηντ ήταν εξαρχής προικισμένος με το χάρισμα του γραπτού έμμετρου λόγου το οποίο προφανώς καλλιέργησε ακόμα περισσότερο με τις σπουδές του στην αγγλική φιλολογία, για την ακρίβεια ομολογουμένως βρισκόταν πιο κοντά – από την πλειοψηφία των ομοτέχνων του – στην ποίηση παρά στην απλή στιχουργία rock τραγουδιών. Πριν και πάνω από αυτό όμως ήταν ένας rock ‘n’ roll μουσικός και μάλιστα από τους ευφυέστερους και πλέον ευρηματικούς όλων των εποχών…Και αν η προσωπική του δουλειά ήταν από πολύ καλή μέχρι άριστη ορισμένες φορές ο λόγος που η Ιστορία της μουσικής (και πιο συγκεκριμένα της σύγχρονης και του rock) τον κατέγραψε από πολύ νωρίς και τώρα πλέον θα τον αναφέρει με χρυσά γράμματα είναι ή σύντομη περίοδος κατά την οποία ήταν η ηγετική φυσιογνωμία των Velvet Underground, του πρώτου και μοναδικού γκρουπ που υπήρξε ποτέ μέλος. Ήταν από το 1965 μέχρι και το ’71 και ειδικά τα τρία πρώτα από αυτά τα χρόνια, καθόλου τυχαία όταν το γκρουπ συμπλήρωναν τρεις άλλοι μουσικοί – «αδελφά πνεύματα» του (ο ένας μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί ίσως να θεωρηθεί το…ανεστραμμένο και ακόμα πιο σκοτεινό alter ego του) και είχαν την τύχη να βρουν στον δρόμο τους τον δαιμόνιο Άντυ Γουώρχολ (του οποίου μάλλον η ικανότητα του να ανακαλύπτει και να προωθεί ταλέντα ήταν τουλάχιστον ισάξια με το όποιο δικό του…) που o Λου Ρηντ κατέκτησε, χωρίς να το επιδιώξει, ούτε καν να του περάσει από το μυαλό, αυτή την επίζηλη θέση, μαζί με εκείνη της διαχρονικής επιρροής για αναρίθμητους μεταγενέστερους.

bananaΚαι δεν χρειάστηκαν για αυτό άπαντες οι τέσσερις συνολικά δίσκοι που κυκλοφόρησε μαζί με τους Velvet Underground, ήταν και με το παραπάνω αρκετοί οι δύο πρώτοι, το ανυπέρβλητο ντεμπούτο τους «The Velvet Underground & Nico», η θρυλική «Μπανάνα» του ’67 που άλλαξε το ίδιο το concept και την μορφή του rock  αλλά και την αντίληψη των ακροατών γι’ αυτά όσο ελάχιστα άλλα albums και το ελάχιστα κατώτερο – μόνο και μόνον όμως γιατί είχε προηγηθεί το πρώτο – «White Light/White Heat» της επόμενης χρονιάς.

Ήταν, δηλαδή, ο εμφατικός, ίσως και προκλητικός μινιμαλισμός των συνθέσεων· και, ακόμα περισσότερο, η απελευθέρωση του ωμού, ακατέργαστου θορύβου ως εκφραστικού μέσου, η έρευνα επάνω στα επίμονα και λίαν ενοχλητικά για την ανθρώπινη ακοή drones, το μπαράζ από fuzz και feedback, ο τοίχος από ήχο που έχτιζαν οι κιθάρες του Ρηντ και του Στέρλινγκ Μόρισον και το υπόκωφο βουητό του μπάσου του Τζων Κέιλ, ενίοτε και της βιόλας του Μόρισον –το όργανο που είχε σπουδάσει– όταν την έπιανε κάνοντάς τη να φτύνει μάζες ημιτονοειδών συχνοτήτων, και το παίξιμο της Μωρίν «Mo» Τάκερ (σα να μην έφτανε το ότι ήταν μια από τις δυο-τρεις πρώτες γυναίκες σε ένα όργανο πεισματικά….«ανδρικό»!) στα ντραμ, μετρονομικό σε βαθμό που να θυμίζει περισσότερο μηχανή παρά άνθρωπο, και ακρότατα λιτό με σποραδική χρήση άλλων τυμπάνων πλην ταμπούρου και μπότας και σχεδόν πλήρη απουσία των πιατινιών. (http://goo.gl/NyNBTg) Συνέχεια ανάγνωσης