Ανδρέας Μαλλιώρης, πολίτης της Πάτρας και της αριστεράς

Standard
Πορτρέτο του Ανδρέα Μαλλιώρη, από τον Γιάννη Ψυχοπαίδη

Πορτρέτο του Ανδρέα Μαλλιώρη, από τον Γιάννη Ψυχοπαίδη

Ο Ανδρέας Μαλλιώρης γεννήθηκε πριν 92 χρόνια, τον Απρίλιο του 1923. Γόνος πολυμελούς οικογένειας, πέρασε γρήγορα, στα νεανικά του χρόνια, τα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, στην εαμική αντίσταση αρχικά ως Επονίτης και μετά ως μέλος του ΚΚΕ.

Τα χρόνια της νιότης του τα πέρασε με διώξεις, καθώς εστάλη να υπηρετήσει τη θητεία του στο Α΄ Τάγμα της Μακρονήσου, όπου βρέθηκε στη δίνη της πιο αιματηρής περιόδου, με τη σφαγή της 29ης Φλεβάρη 1948. Ακολούθησε τρίχρονη κράτηση στο «σύρμα», καθώς δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας. Και, όπως οι άλλοι αγωνιστές αυτής της δρακογενιάς, είχε την τύχη  και το προνόμιο να λέει: Ναι, ήμουν εκεί, ήμουν στον αγώνα, έμεινα όρθιος και ζω. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Μακρόνησος του Ολιβιέ Ζισουά

Standard

 Η ταινία προβάλλεται τη Δευτέρα 15.9, στις 20.30, στην αυλή των Μουσείων Πολιτικών Εξορίστων Άι-Στράτη και Μακρονήσου (Αγίων Ασωμάτων 31). Θα ακολουθήσει συζήτηση με την Ελένη Γιώτη και τον Ολιβιέ Ζισουά.

του Στρατή Μπουρνάζου

     «Προτίμησα να προσπαθήσω να φέρω στο φως παρουσίες, να προκαλέσω ερωτήματα, να παλέψω ενάντια στη λήθη — κι αυτό το προσπάθησα αφήνοντας να λειτουργήσει η δύναμη της ποιητικής φαντασίας»: λόγια του  Ολιβιέ Ζισουά  για την ταινία του «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας», από τη συνέντευξή του στον Κώστα Τερζή, στην Αυγή (14.4.2013). Η ταινία, ένα ποιητικό  ντοκιμαντέρ με θέμα τη Μακρόνησο, ξετυλίγεται με άξονα την «αντιπαράθεση» ποιημάτων  (κυρίως του Ρίτσου, αλλά και του Λειβαδίτη, του Αλεξάνδρου, του Λουντέμη κ.ά.) που γράφτηκαν στο νησί με επίσημα προπαγανδιστικά κείμενα της «αναμορφωτικής αγωγής» της Μακρονήσου.

Από  την ταινία «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας»

Από την ταινία «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας»

    Το 2009, όταν πρωτοσυνάντησα τη βοηθό σκηνοθέτη Ελένη Γιώτη,  άκουσα με κάποια δυσπιστία ότι ένας γαλλοελβετός κινηματογραφιστής, με κίνητρο και βασικό εργαλείο τον ενθουσιασμό που του προξένησε η ανάγνωση του Πέτρινου Χρόνου του Ρίτσου (μόλις είχαν μεταφραστεί στα γαλλικά), θέλει να κάνει μια ταινία για τη Μακρόνησο. Σκεφτόμουν ότι είναι πολύ δύσκολο, χωρίς καμιά σχέση με την Ελλάδα και το πεδίο, να κατανοήσει τη δύσκολη συνθετότητα της Μακρονήσου — και ακόμα περισσότερο να την κάνει ταινία. Διαψεύστηκα πανηγυρικά. Και σε αυτό συντέλεσε  η συστηματική έρευνα (το διαπίστωσα από κοντά, καθώς έκανα τον «ιστορικό σύμβουλο» στην ταινία), η πολιτική  ευαισθησία  του Ζισουά (δεν είναι τυχαίο ότι η προηγούμενη ταινία του αφορά ένα προσφυγικό στρατόπεδο στο Νταρφούρ, ενώ η πρώτη του ταινία ασχολείται με το χρέος του Νότου και τον ρόλο των ελβετικών τραπεζών) και, βέβαια, το ταλέντο του. Χάρη στο τελευταίο η ευαισθησία και η γνώση που σωρεύτηκαν μετουσιώθηκαν κινηματογραφικά σε μια θαυμάσια ταινία. Συνέχεια ανάγνωσης

«Ήθελα να φέρω στο φως παρουσίες, να παλέψω ενάντια στη λήθη»

Standard

Μια κινηματογραφική «κατάδυση» στο κολαστήριο της Μακρονήσου

(αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής, 14.4.2013)

Σημ. Η ταινία «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας» θα παίζεται μέχρι την άλλη Τετάρτη 30/4 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος  στην Αθήνα και στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στη  Θεσσαλονίκη)

συνέντευξη του Ολιβιέ Ζισουά στον Κώστα Τερζή

μετάφραση: Σοφία Φραγκουλοπούλου

Σκαπανείς κατασκευάζουν ομοίωμα του Παρθενώνα, στη Μακρόνησο. Προπαγανδιστική φωτογραφία του Απόστολου Βερβέρη

Σκαπανείς κατασκευάζουν ομοίωμα του Παρθενώνα, στη Μακρόνησο. Προπαγανδιστική φωτογραφία του Απόστολου Βερβέρη

«Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας» είναι ο τίτλος του ντοκιμαντέρ που γύρισε ένας Ελβετός, ο Ολιβιέ Ζισουά, για το «εθνικό αναμορφωτήριο» της Μακρονήσου, και το οποίο θα προβάλλεται από την ερχόμενη Πέμπτη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» αντίστοιχα). Με τον τίτλο δανεισμένο από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Οι γερόντοι», η ταινία του Ζισουά αντιπαραθέτει την ποίηση που έγραψαν οι πολιτικοί κρατούμενοι της Μακρονήσου στο εθνικιστικό παραλήρημα της «αναμόρφωσης», όπως βγαίνει μέσα από το ουρλιαχτό των μεγαφώνων…

Ο «ανήσυχος» για τα σημάδια των καιρών Ελβετός κινηματογραφιστής φτιάχνει μια ταινία μνήμης ενάντια στη λήθη, αλλά και ένα έργο ηθικής αντίστασης για το σήμερα… Ο Γάλλος συμπαραγωγός της ταινίας μεσολάβησε ώστε ο Ζισουά να συνεργαστεί από ελληνικής πλευράς με την κινηματογραφική ομάδα του «Περίπλου» -σε μια «εξαιρετικά γόνιμη συνεργασία», όπως τονίζουν οι Έλληνες συνεργάτες του. Ιστορικός σύμβουλος της ταινίας ήταν ο «δικός μας» Στρατής Μπουρνάζος, των «Ενθεμάτων».

Κώστας Τερζής

Τι είναι αυτό που σας τράβηξε αρχικά, ως κινηματογραφιστή, στο συγκεκριμένο σχέδιο για τη Μακρόνησο; Και όταν τελειώσατε την ταινία τι είχε αλλάξει, τι «μάθατε» μέσα απ’ αυτήν;

Αποφάσισα να γυρίσω την ταινία, αφότου διάβασα τη συλλογή Πέτρινος Χρόνος του Γιάννη Ρίτσου (στη γαλλική μετάφραση του Pascal Neveu, από τις εκδόσεις Ypsilon, 2009]. Μέχρι τότε δεν είχα επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα. Η τραγωδία της Μακρονήσου και η δραματουργική δύναμη των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου, τα οποία έγραψε ενόσω ήταν εξόριστος στο νησί, με συγκλόνισαν. Οπότε, ήταν για μένα σαν μια μεγάλη πόρτα που άνοιγε προς μια χώρα και μια ιστορία που δεν γνώριζα. Προκειμένου να γίνει μια τέτοια ταινία, χρειάστηκε διάβασμα, συζητήσεις με μεγάλο αριθμό Μακρονησιωτών και με ιστορικούς, και στη συνέχεια να γίνουν δραστικές επιλογές, την ευθύνη των οποίων φέρουμε πλήρως. Κατά κάποιο τρόπο, προστατεύτηκα πίσω από τους ποιητές, αφήνοντας τα ποιήματα να αντιπαρατεθούν με τα προπαγανδιστικά κείμενα. Όμως, έχω επίγνωση ότι αυτός ο λογοτεχνικός «Ψυχρός Πόλεμος» δεν πραγματεύεται παρά μόνο κάποιες από τις διαστάσεις της πραγματικότητας για τη Μακρόνησο.

 Καθώς δεν γνωρίζουμε καθόλου στην Ελλάδα το προηγούμενο κινηματογραφικό σας έργο, ποια είναι, ίσως, τα κοινά στοιχεία με την ταινία για τη Μακρόνησο;

Η προηγούμενη ταινία μου, με τίτλο «Αuloindesvillages» (Μακριά από τα χωριά, 2008), γυρίστηκε σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο στο Νταρφούρ του Σουδάν. Πρόκειται για ένα στρατόπεδο, στο οποίο οι άνθρωποι κλείνονται από μόνοι τους, προκειμένου να προστατευτούν από τον πόλεμο που μαίνεται έξω. Σε αντίθεση με τη Μακρόνησο, επρόκειτο για ένα στρατόπεδο που σώζει ζωές. Η κινηματογραφική φόρμα που επιλέχθηκε ήταν αυστηρή: στατικά πλάνα και τράβελινγκ, με στόχο να αποτυπωθεί η ατέρμονη αναμονή και οι συνθήκες ένδειας των επιζώντων. Μια δουλειά πάνω στο χρόνο (που απλώνεται), το χώρο (που περιορίζεται) και τη μνήμη (των σφαγών από τις οποίες γλίτωσαν), η οποία συγκλίνει με την προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε και στην ταινία για τη Μακρόνησο. Σε αυτό το σημείο, όμως, μου φαίνεται, πρέπει να σταματήσουν οι συγκρίσεις…

Σε μια ταινία όπως αυτή, πόσο ισχυρός είναι ο καταναγκασμός της Ιστορίας, της πραγματικότητας, και ποιο το περιθώριο καλλιτεχνικής ελευθερίας; Τι πιστεύετε για τον συνδυασμό αυτό;

Σε μια ταινία που πραγματεύεται ένα τόσο οδυνηρό θέμα όπως η Μακρόνησος, ο σκηνοθέτης δεν είναι ελεύθερος: παραλύει από το «βάρος» και την πολυπλοκότητα όσων συνέβησαν, από τον κίνδυνο να αναπτύξει μια αισθητική που φαίνεται τεχνητή ή να κάνει μια ταινία «ωραία αλλά ανούσια». Από το να αποπειραθώ να τεκμηριώσω ή να κάνω «Ιστορία», προτίμησα να προσπαθήσω να φέρω στο φως παρουσίες, να προκαλέσω ερωτήματα, να παλέψω ενάντια στη λήθη, και αυτό με το να αφήσω να λειτουργήσει η δύναμη της ποιητικής φαντασίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Μακρόνησος του Ολιβιέ Ζισουά

Standard

της Μάρως Δούκα

Η ταινία «Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας» του Ολιβιέ Ζισουά, προβάλλεται αυτή τη βδομάδα: στην Ταινιοθήκη στην Αθήνα και στην αίθουσα Παύλος Ζάννας στη Θεσσαλονίκη. Η πρεμιέρα έγινε την Πέμπτη, και αξίζει να σημειώσουμε τις θερμές αντιδράσεις του κοινού, με τα δάκρυα στα μάτια — και ιδίως των Μακρονησιωτών. Δημοσιεύουμε σήμερα, με μια μικρή περικοπή, τα όσα είπε η Μάρω Δούκα στη συζήτηση που ακολούθησε. Θυμίζουμε επίσης τη συνέντευξη του σκηνοθέτη Ο. Ζισουά στον Κώστα Τερζή, στην προηγούμενη Αυγή της Κυριακής (14.4.2013).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας

Χαρακτικό του Χρίστου Δαγκλή

Χαρακτικό του Χρίστου Δαγκλή

Τρεις σκέψεις, βλέποντας το Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας, ένα δοκίμιο τεκμηρίωσης, ευθύβολο, λιτό: ένα αριστούργημα.

Σκέψη πρώτη: Η ομορφιά που δεν είναι μόνο ομορφιά. Πίσω από το εμβληματικά ωραίο τοπίο: ο πόνος, ο τρόμος, η φρίκη. Όπως και έπειτα από το βιβλικό θέαμα της πυρηνικής έκρηξης, ο θάνατος. Όπως και μέσα στο χορό της φωτιάς, τα αποκαΐδια.

Να σιχαθείς για πάντα το γαλάζιο; Να καταραστείς τη θάλασσα; Ή να υποψιάζεσαι μόνο, όπου κι αν είσαι, με όποιους κι αν είσαι, την ομορφιά;

Σκέψη δεύτερη: Αν οι χιλιάδες «υπό εθνικήν αναμόρφωσιν», στα ξερονήσια και στις φυλακές, ούτε προφήτες ούτε ήρωες ούτε εσταυρωμένοι, λογαριάζονταν μόνο ως άνθρωποι, με την πείνα, τη δίψα, τον πόνο, το ασήκωτο φορτίο. Κι αν ύψωναν απ’ της ψυχής τους τα μεγάφωνα, ως πρώτιστο καθήκον, κόντρα στον σαδισμό των βασανιστών, τη φωνή: –Αλλού τα κόλπα σας υπάνθρωποι! Με τον Προμηθέα Δεσμώτη εμείς, ή με τον Ναζωραίο, ή με τον Σπάρτακο, θα λογαριαστούμε αλλιώς.

Σκέψη τρίτη: Η διαρκής, η μέσα, η αβάστακτη Μακρόνησος. Οι σύντροφοί σου σε λένε «δηλωσία». Να σε αποδιώχνουν. Να σε περιφρονούν. Οι «αναμορφωτές» σου να σε λένε «ανανήψαντα». Να σε εξευτελίζουν. Να σε δείχνουν.

Και οι αρουραίοι, τη δουλειά τους αυτοί, στους τάφους-αντίσκηνα. Και θυμάμαι μια παράγραφο από τον Λοιμό του Α. Φραγκιά: Συνέχεια ανάγνωσης