Η μάνα, η μπάνκα

Standard

του Sraosha

Theodoor Rombouts, «Oι ταβλαδόροι, 1634

Theodoor Rombouts, «Oι ταβλαδόροι, 1634

Από το τάβλι μέχρι τη μονόπολη, όποιος κρατάει την μπάνκα ή τη μάνα, κρατάει το παιχνίδι.

Σε παιχνίδια με ασυγκρίτως πιο βαθιές και μακροχρόνιες συνέπειες, όπως η πολιτική, όποιος ορίζει την ατζέντα και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου κρατάει γερά και το πλεονέκτημα στο παιχνίδι και τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η Αριστερά υποτίθεται ότι ανέκαθεν προσελκύει καλλιεργημένους ή έστω ευφυείς ανθρώπους ή τουλάχιστον ευφραδείς και με ευγλωττία. Η Αριστερά υποτίθεται ότι φωτίζεται από το γενικό πρόταγμα της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, του αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος για ελευθερία και αυτοπροσδιορισμό. Η Αριστερά υποτίθεται ότι μεριμνά και αγωνίζεται για την ευημερία των πολλών και όχι για τον πλουτισμό των λίγων. Συνέχεια ανάγνωσης

Τα δικαιώματα

Standard

Διήγημα του Γιώργου Μπουγελέκα

Έντβαρτν Μυνκ, "Μαντόνα¨, 1896-1902

Έντβαρτν Μυνκ, «Μαντόνα¨, 1896-1902

Η Πετρούλα ζούσε μόνη πια. Ορφανή κι ανάδελφη την είχε πάρει ο Πότης, από μιαν άκληρη θεία της, και την έκανε γυναίκα του. Μετά το θάνατο του άντρα της, εκείνη παρέμεινε εδώ, στην άκρη του Ταινάρου, και δεν το κούναγε ρούπι απ’ το χωριό.

 Ένα χωριό, που μαράζωνε απ’ τη μετανάστευση, τη φτώχια, την καθυστέρηση, τις αγωνίες της επιβίωσης, τη δυσκολία της επαφής με τον έξω κόσμο. Τον κόσμο της πρωτεύουσας, δηλαδή τον Πειραιά. Γιατί, για όλους τους Μανιάτες, εκεί ήταν η πρωτεύουσα. Στην πιο τρανή απ’ όλες τις σκάλες που έπιανε το καράβι της ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας, όταν έγλειφε τις παραλίες της νότιας και της ανατολικής Πελοποννήσου.

Ένα παιδί μονάκριβο απέκτησε η Πετρούλα∙ τον Κούλη, κι εκείνο ταξίδευε. Πάλευε με τα κύματα για το ψωμί του.  Όμως τελευταία, που βασιλέας έγινε ένα νέο παιδί, οι φορές που της έστελνε κάποια χρηματάκια άρχισαν να πυκνώνουν. Και κείνη τα φορολογούσε. Για το γάμο του… Ήταν βλέπεις κι ανύπαντρο.

Παρηγοριά και συντροφιά ήταν πλέον η σκύλα της και το γαϊδουράκι της. Η μία για να μαρτυράει όσους πλησίαζαν το σπιτικό της, εκεί στην άκρη του χωριού, και το άλλο για να την ανεβοκατεβάζει στον Γερολιμένα, όταν τα χρειώδη τελείωναν κι έπρεπε να προστρέξει στο μαγαζί. Γιατί αυτοκίνητα δεν υπήρχαν, όμως ούτε και δρόμος να τον διαβούν και το μονοπάτι, το σκαλί όπως το λέγαν οι Οχιάτες, δεν ήταν εύκολο πια να το κατέβει και κυρίως να τ’ ανέβει, η Πετρούλα. Συνέχεια ανάγνωσης