Πειραιάς-Βόλος: λιμάνια ψευδαισθήσεων

Standard

Ποδοσφαιρικές ολιγαρχίες και υβριδικά πολιτικά μορφώματα στις τοπικές κοινωνίες

του Γιάννη Ζαϊμάκη

zaimakisΗ διαπλοκή της πολιτικής με τις ποδοσφαιρικές ελίτ έχει μια μακρόχρονη διαδρομή, που πάντα ήταν υπόγεια και αφανής. Δίκτυα πολιτικής πατρονείας εναγκαλισμένα με ποδοσφαιρικά συμφέροντα διασφάλιζαν τη λειτουργία κρατικοδίαιτων εταιρειών και σωματείων, διευθετώντας τις οικονομικές τους ατασθαλίες. Στις πρόσφατες εκλογές, ωστόσο, είδαμε για πρώτη φορά μια ωμή διείσδυση επιχειρηματικών κύκλων, που βρίσκονται πίσω από δημοφιλή σωματεία, στην πολιτική αρένα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η εκλογική επιτυχία τους δείχνει πως υβριδικά πολιτικά μορφώματα που αντλούν τη ρητορεία τους από τον κόσμο του λαϊφστάιλ και του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, με λαϊκό προσωπείο και επιχειρηματικό μεγαλοϊδεατισμό, διεισδύουν στο κοινωνικό σώμα διαμορφώνοντας νέα πολιτικά ήθη.

Παράγοντες όπως ο Βαγγέλης Μαρινάκης και ο Αχιλλέας Μπέος αποτελούν παραδείγματα προβεβλημένων αθλητικών προσώπων με ταχεία κοινωνική ανέλιξη που μετέφεραν στον χώρο του ποδοσφαίρου τη λογική του ευέλικτου καπιταλισμού της ύστερης νεωτερικότητας. Ευρισκόμενοι στο επίκεντρο μιας αθλητικής δημοσιότητας που κατασκευάζει είδωλα και σωτήρες, έχουν καταλάβει ιδιαίτερη θέση στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Αποτελούν τις ενσαρκώσεις του καπιταλιστικού ονείρου για γρήγορο πλουτισμό, δόξα και μια ταχεία οικονομική αναρρίχηση χωρίς ηθικούς φραγμούς. Διακεκριμένοι ποδοσφαιρικοί παράγοντες και αθλητές που λανσάρονται με επιμέλεια στους αλλοτριωμένους κόσμους του επαγγελματικού ποδοσφαίρου γίνονται οι επιτυχημένοι, ξεχωριστοί άνδρες της διπλανής πολυκατοικίας που εισέρχονται στο σπίτι μας, ενεργοποιούν τις φαντασιώσεις μας και εκπληρώνουν εφήμερες προσδοκίες. Συνέχεια ανάγνωσης

Ολιγάρχες του λιμανιού

Standard

του Νίκου Μπελαβίλα

Αν σήμερα επανερχόμαστε στον Πειραιά (είχαμε μιλήσει και στις 11.5 με τον «Γαϊδούρειο ίππο»), δεν το κάνουμε μόνο επειδή τον αγώνα εκεί, κι ας μην κέρδισε, τον έδωσε με απαράμιλλο ήθος, μαχητικότητα και γνώση ένα λαμπρό αυτοδιοικητικό σχήμα, το «Λιμάνι της Αγωνίας», με επικεφαλής τον Θοδωρή Δρίτσα. Αλλά και επειδή το ζοφερό μοντέλο Μώραλη-Μαρινάκη –το οποίο βγάζει και παρακλάδια, όπως δείχνει και η περίπτωση Μπέου στον Βόλο–  όπου συμπλέκονται συμφέροντα, τραμπουκισμοί, ακροδεξιοί ιεράρχες, εξαγορά, χειραγώγηση μέσω του χρήματος και του ποδοσφαίρου, υπερβαίνει πολύ τον Πειραιά: πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας. Με αυτά κατά νου, πριν την κάλπη –και ευχόμενοι ολόψυχα κάθε επιτυχία στον Μαργαρίτη Πατσιαντά στον Βόλο– ζητήσαμε από έναν καλό γνώστη της ιστορίας  και της πολιτικής ζωής του Πειραιά, τον Νίκο Μπελαβίλα, να μας αναλύσει το φαινόμενο.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

O Πειραιάς, όπως όλα τα λιμάνια του κόσμου, έχει μόρτες, μαστροπούς, λαθρέμπορους. Ήταν και είναι κομμάτι της καθημερινότητας και της κουλτούρας της πόλης αυτός ο υπόκοσμος, άλλοτε μάγκικος, γλυκός και τρυφερός, όπως εκείνος του κινηματογράφου του ’60 και των ρεμπέτικων, άλλοτε αποκρουστικός, γλοιώδης, απάνθρωπος.

Ο Πειραιάς είχε πάντα έναν τρόπο να κρατάει αυτό τον υπόκοσμό του στην άκρη. Στις αποβάθρες και στους δύο-τρεις δρόμους πίσω από το λιμάνι. Αυτό οφειλόταν, νομίζω, σε μια αστική τάξη της πόλης η οποία δεν διαπραγματευόταν ούτε την ηγεμονία της ούτε τον καθωσπρεπισμό της. Τις συνδιαλλαγές της με τον υπόκοσμο ή δεν τις έκανε ή τις έκανε υπόγεια. Οφειλόταν, επίσης, και σε εκείνη την πολύ μεγάλη κοινωνική τάξη των εργοστασιακών εργατών και των μικρασιατών προσφύγων που είχε αντίστοιχα επιβάλει τους κώδικες της δικής της συμπεριφοράς στις λαϊκές συνοικίες: κώδικες σεβασμού, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, που ίσχυαν ακόμη κι όταν φλεγόταν η πόλη από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Ώσπου στον Πειραιά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Τα πρώτα άγνωστα στην κοινή γνώμη λυντσαρίσματα μεταναστών στον Ρέντη, οι επιθέσεις στο Πέραμα και στην Κοκκινιά και, τέλος, η πολιτική δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζί σήμαναν το τέλος της εποχής. Για πρώτη φορά περπατάει κόσμος φοβισμένος στην πόλη μας. Το λουμπεναριό σήκωσε τα καπάκια των υπονόμων βγαίνοντας στο φως. Χρυσαυγίτες, χούλιγκαν, μπράβοι νυχτερινών κέντρων. Η καθολική φτώχεια και τα τεράστια μεγέθη της ανεργίας, στις βόρειες κυρίως γειτονιές αποτέλεσαν το υπόβαθρο για να βρουν τόπο να πατήσουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Γαϊδούρειος ίππος

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

1-marinakis

Δεν είναι πολλά αυτά που ξέρω για τον Πειραιά. Έχω διαβάσει για την ιστορία της πόλης, έχω κάνει ωραίες βόλτες με καλούς φίλους, παρακολουθώ (συνήθως μέσω αυτών των φίλων) τα πολιτικά δρώμενα στο λιμάνι. Και όμως, σήμερα, για τον Πειραιά θέλω να γράψω, κι ας μην τον ξέρω καλά. Γιατί αυτό που επιχειρείται να γίνει, με την υποψηφιότητα Μαρινάκη, ξεπερνά τα όρια της πόλης, τα δημοτικά πράγματα και πρόσωπα: εισάγει ένα νέο μοντέλο πολιτικής, πολύ επικίνδυνο αν επικρατήσει.

Ασφαλώς, δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Το σύμπλεγμα οικονομικοί παράγοντες-επαγγελματικό ποδόσφαιρο-πελατειακές σχέσεις-μήντια-χειραγώγηση δεν εκβάλλει για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή. Ωστόσο, αν και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της υποψηφιότητας Μαρινάκη είναι παλιά, η υποψηφιότητά του συνιστά, ποιοτικά, νέο φαινόμενο. Όλα όσα γίνονταν μέχρι σήμερα παρασκηνιακά ή στο ημίφως, τώρα (χωρίς να σταματήσουν βέβαια να γίνονται παρασκηνιακά) εμφανίζονται θριαμβευτικά στο προσκήνιο. Χωρίς προσχήματα, στο πρόσωπο ενός ισχυρού υποψηφίου, που δεν το κρύβει, αλλά διαλαλεί: Ναι, είμαι ο εκλεκτός του κεφαλαίου, της μπάλας, του μητροπολίτη.

Η βιτρίνα είναι υπερκομματική, απολιτική: Ο Πειραιάς, του Πειραιά, τον Πειραιά, ω Πειραιά, ζήτω ο Πειραιάς, ζήτωσαν οι Πειραιάδες: «Πάμε να νικήσουμε. Να κάνουμε έργα. Με πράξεις, όχι με λόγια. Τα ψέματα τελειώνουν. Φτάνει η μιζέρια, η ανεργία και η υποβάθμιση. Αλλάζουμε τον Πειραιά, το λιμάνι της καρδιάς μας. Να αισθανθούμε ξανά Περήφανοι Πειραιώτες!»: λόγια του Β. Μαρινάκη στην παρουσίαση του ψηφοδελτίου (27.4.2014). Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον απολιτίκ εκσυγχρονισμό στη μεταπολιτική

Standard

της Έφης Γιαννοπούλου

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, "Ο ξυλοκόπος", 1912

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, «Ο ξυλοκόπος», 1912

Δέκα μέρες πριν από τις επικείμενες εκλογές, στο εξώφυλλο της Athens Voice, ο Γιώργος Καμίνης εμφανίζεται να «χτυπάει» τατουάζ τη φράση «I love Athens», ενώ η συνέντευξή του στο εσωτερικό του εντύπου έχει τίτλο «Η Αθήνα είναι σέξι. Το ζήτημα είναι να γίνει και λίγο πλούσια». Στο τεύχος, το οποίο φιλοξενεί ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στις εκλογές, παρουσιάζονται 10 υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι του συνδυασμού του κ. Καμίνη έναντι 2 του κ. Σπηλιωτόπουλου, μιας συνέντευξης του πρώην δημάρχου κ. Κακλαμάνη και κανενός της Ανοιχτής Πόλης ή οποιουδήποτε άλλου συνδυασμού.

Ωστόσο, το ζητούμενο αυτού του σχολίου δεν είναι να ασκήσει κριτική στη μεροληψία της Athens Voice και γενικότερα της εμφανιζόμενης ως ακομμάτιστης free press δημοσιογραφίας. Περισσότερο αντιμετωπίζω την περίπτωση AthensVoiceως ενδεικτική μιας γενικότερης ρητορικής, που πίσω από την κάλυψη του απολιτίκ ασκεί πολύ συγκεκριμένη πολιτική, πριμοδοτώντας πολιτικά πρόσωπα και κινήσεις. Η εν λόγω ρητορική αρθρώνεται με μια επίφαση αντικειμενικότητας, από μια θέση που αξιώνει το καθολικό. Και ο αποδέκτης της, ενώ καταναλώνει αφειδώς πολιτική, μπορεί να δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως αυτή τον αφήνει παγερά αδιάφορο.

Η καταγωγή αυτού του λόγου μπορεί εύκολα να ανιχνευτεί στην περίοδο του ελληνικού εκσυγχρονισμού, και στα στοιχεία που καθόρισαν εκείνη την εποχή τόσο την κυρίαρχη ρητορική όσο και την πολιτική και κοινωνική ζωή. Επιγραμματικά θα αναφέραμε: απαξίωση της πολιτικής και οποιασδήποτε συλλογικής διεκδίκησης και δράσης· τεχνοκρατική διαχείριση της διακυβέρνησης· αποθέωση της αποτελεσματικότητας και της δίχως πρόσημο μεταρρύθμισης· απάλειψη κάθε αναφοράς σε ταξικά συμφέροντα και αντιπαραθέσεις υπέρ ενός διαχωρισμού της κοινωνίας με κριτήρια πολιτιστικά ή και αισθητικά, ακόμη και δημιουργία μιας πολιτικής και πολιτιστικής ελίτ που εκφράζει έναν ιδεολογικό αχταρμά εκτεινόμενο από την ανανεωτική αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι τον κοινωνικό και οικονομικό (νεο)φιλελευθερισμό.

Παραμένοντας στο απυρόβλητο της κυρίαρχης κριτικής για τα αίτια της κρίσης, –ή, στην καλύτερη περίπτωση, αντιμετωπιζόμενος ως μια αποτυχημένη πλην ευγενής προσπάθεια αλλαγής της ελληνικής κοινωνίας, που δεν τελεσφόρησε εξαιτίας της ελληνικής ιδιαιτερότητας και της αδυναμίας του να ελέγξει το κακό και λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ– ο εκσυγχρονισμός καταφέρνει να μεταλλάσσεται δημιουργώντας νέα trends, πολιτικά πρόσωπα ή παρατάξεις, με ακόμη πιο οξυμμένα τα (αρνητικά) χαρακτηριστικά του που φτάνουν μέχρι τα όρια της μεταπολιτικής. Συνέχεια ανάγνωσης