Το «Κεφάλαιο», μια διαρκής αναγνωστική πρόκληση

Standard

Για τη νέα ελληνική μετάφραση του «Κεφαλαίου» του Μαρξ (εκδ. ΚΨΜ)

Η νέα ελληνική έκδοση του Κεφαλαίου του Μαρξ (1052 σελ.) είναι, αφεαυτής, εκδοτικό και επιστημονικό γεγονός, για τα ελληνικά γράμματα. Πολύ περισσότερο που η μετάφραση, που βασίζεται στην πιο πρόσφατη και οριστική έκδοση του Κεφαλαίου από τα MEGA (2013) αξιοποιεί όλη την πρόσφατη έρευνα, και πλαισιώνεται από την εισαγωγή, τις πραγματολογικές σημειώσεις και τα Ευρετήρια και Παραρτήματα (τα τελευταία καταλαμβάνουν 300 σελίδες), αναδεικνύοντας τις διαδοχικές επεξεργασίες του μαρξικού. Ο έπαινος είναι παραπάνω από επιβεβλημένος, προς όλους τους ανθρώπους (τον μεταφραστή και την ευρύτερη ομάδα που τον πλαισίωσε, καθώς και τις εκδόσεις ΚΨΜ) που αναμετρήθηκαν χρόνια με το γιγάντιο εγχείρημα αντιμεπίζοντας όλες τις δυσκολίες: γλωσσικές, επιστημονικές, χρονικές και υλικές. Μιλήσαμε, με την ευκαιρία αυτής της σημαντικής στιγμής με τον μεταφραστή Θανάση Γκιούρα, καθηγητή πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

συνέντευξη του μεταφραστή Θανάση Γκιούρα

Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος

Η παρούσα ελληνική έκδοση ακολουθεί την έκδοση των ΜEGA. Ας ξεκινήσουμε από τα MEGA, αυτό το μεγάλο επιστημονικό και εκδοτικό εγχείρημα.

O Mαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

O Mαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Τα MEGA αποτελούν ακρωνύμιο της ονομασίας Marx-Engels-Gesamtausgabe, δηλαδή της έκδοσης των Απάντων των δύο συγγραφέων. Συγχρόνως βέβαια –κατά διαβολική, ως είθισται να λέγεται, σύμπτωση– το ακρωνύμιο ταυτίζεται με την ελληνική λέξη «μέγα», η οποία χρησιμοποιείται εκγερμανισμένη στην καθομιλουμένη γερμανική και σε άλλες γλώσσες. Πρόκειται λοιπόν, αν ακολουθήσουμε το λογοπαίγνιο, για μια μεγαλειώδη από κάθε άποψη έκδοση, οι απαρχές της οποίας φθάνουν μέχρι τη μεσοπολεμική περίοδο χωρίς τότε να τελεσφορήσει, καθώς ο πρωτεργάτης της προσπάθειας και ένας από τους πρώτους «μαρξολόγους» του 20ού αιώνα, ο Σοβιετικός Ντάβιντ Ριαζάνοφ, εκτελέστηκε στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων, επειδή, όπως ειπώθηκε, προκαλούσε σύγχυση στο προλεταριακό κίνημα. Το εγχείρημα ξεκίνησε και πάλι μετά τον πόλεμο τη δεκαετία του 1970, γι’ αυτό και μιλάμε για MEGA2, για την δεύτερη φάση των MEGA. Πρόκειται για ένα εγχείρημα διεθνούς εμβέλειας, το οποίο συντονίζεται από την Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου, και έχει ως σκοπό να δημοσιεύσει σε επιστημονικά επιμελημένες εκδόσεις όλα τα κείμενα, τα χειρόγραφα και τις ευρισκόμενες επιστολές του Μαρξ και του Ένγκελς. Στην τελική μορφή προβλέπεται να περιλαμβάνει 114 τόμους. Στο Συνέδριο που οργανώνουν οι εκδόσεις ΚΨΜ στις 18 και 19 Μαρτίου θα υπάρξει εισήγηση από τον συντονιστή της Ακαδημίας, τον Γκέραλντ Χούμπμαν (Gerald Hubmann) ακριβώς για τα MEGA. Η βοήθεια της Ακαδημίας ήταν μεγάλη, τόσο αναφορικά με την ενημέρωση για την πορεία της διεθνούς έρευνας όσο και για τις διάφορες δυνατότητες προσέγγισης των μαρξικών κειμένων. Το γεγονός ότι πλέον έχουν δημοσιευθεί στα MEGA όλα τα χειρόγραφα του Μαρξ για το Κεφάλαιο, δηλαδή τόσο αυτά που επιμελήθηκε ο Ένγκελς όσο και εκείνα που δεν έλαβε υπόψη, μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για την πρόθεση του Μαρξ. Συνέχεια ανάγνωσης

Στόχος ζωής η έκδοση του «Κεφαλαίου»

Standard

Βασίλης Γραμέλης, Δημήτρης Γκόβας, εκ μέρους των εκδόσεων ΚΨΜ

Παραδώσαμε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια νέα μετάφραση και έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου του Καρλ Μαρξ. Μια προσπάθεια πολλών χρόνων και ένας από τους μεγάλους στόχους μας, ένα «έργο ζωής» για τις εκδόσεις μας, πραγματοποιείται με αυτό τον τόμο. Ήταν μια εργασία με πολλές παραμέτρους, άγνωστα εμπόδια, πολλές δυσκολίες και μεγάλες προκλήσεις, την οποία οφείλουμε στην ακούραστη ομάδα των ανθρώπων που για χρόνια εργάστηκαν μεθοδικά, με επιμονή και επιστημονική αρτιότητα πάνω στο πρωτότυπο κείμενο του Μαρξ: του Θανάση Γκιούρα, του Διονύση Γράβαρη, του Θωμά Νουτσόπουλου, του Διονύση Γράβαρη, της Βάσως Μπαχούρου και του Ηλία Γεωργαντά.

Για τη σημασία του ίδιου του μαρξικού έργου δεν θέλουμε να προσθέσουμε κάτι. Ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Ιδρύματος Μαρξ-Ένγκελς και διευθυντής του προγράμματος MEGA, Γκέραλντ Χούμπμαν, στο σημείωμα-χαιρετισμό του για τη νέα ελληνική έκδοση, όπως και ο πρόλογος των συντελεστών, παρουσιάζουν με πληρότητα την ιστορική θέση του μείζονος μαρξικού έργου, αλλά και τη σημασία που έχει μια νέα επιστημονική έκδοση του Κεφαλαίου στον 21ο αιώνα. Συνέχεια ανάγνωσης

«Jacobin»: μαρξισμός, κουλτούρα και ταξική ανάλυση στον 21ο αιώνα

Standard

Ένα αριστερό περιοδικό με ευρεία απήχηση

Μέσα σε μία μόλις πενταετία το περιοδικό Jacobin κατάφερε όχι να αναδειχθεί όχι μόνο σε «ηγετική φωνή της αμερικανικής Αριστεράς, με άρθρα πάνω στην πολιτική, την οικονομία και τον πολιτισμό, σε μια σοσιαλιστική προοπτική», αλλά σε σημείο αναφοράς για την Αριστερά, διεθνώς (με πάνω από 10.000 συνδρομητές και πάνω από 700.000 διαδικτυακούς αναγνώστες ανά μήνα) — και ειδικότερα για μια νέα γενιά αριστερών, που δίνουν έμφαση σε ζητήματα θεωρίας και ταξικής πάλης, όπως άλλωστε ο ιδρυτής και οι βασικοί του συνεργάτες. Ο ιστορικός Γιώργος Σουβλής (υποψήφιος δρ στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας) συνάντησε τον Bhaskar Sunkara, ιδρυτή και εκδότη του Jacobin, στο πλαίσιο του συνεδρίου Historical Materialism, τον Νοέμβριο του 2014 και συζήτησε διά μακρών μαζί του. Μια σύνοψη της συζήτησης, έπειτα από διαδοχικές επεξεργασίες και επικαιροποιήσεις, με τη βοήθεια του Bhaskar, μπορείτε να διαβάσετε σήμερα. Εμείς, πρέπει να ευχαριστήσουμε θερμά τον Μπασκάρ Σουνκάρα, τον Γιώργο Σουβλή, καθώς και τον Δημήτρη Ιωάννου, που ανέλαβε το επίπονο έργο της απομαγνητοφώνησης και μετάφρασης.

«Ε»

Συνέντευξη του Μπασκάρ Σουνκάρα στον Γιώργο Σουβλή

                                                         Μιλάει για το περιοδικό «Jacobin» και τη διαδρομή του, το Οccupy Wall Street, τον Μπ. Σάντερς, τον ΣΥΡΙΖΑ, τους Podemos

Απομαγνητοφώνηση και μετάφραση Δημήτρης Ιωάννου

Πες μας κάποια πράγματα για σένα, τις σπουδές σου, την ένταξή σου στην Αριστερά κλπ.

Γεννήθηκα το καλοκαίρι του 1989. Οι γονείς μου είχαν έρθει ένα χρόνο νωρίτερα στις ΗΠΑ, μετανάστες από το Τρινιντάντ και το Τομπάγκο. Ήμουν ο μικρότερος από πέντε αδέλφια και ο μόνος που γεννήθηκε στις ΗΠΑ. Έτσι, στην οικογένειά μου μπορείς να δεις την τυπική διαταξική πορεία του μετανάστη. Τα περισσότερα από τα αδέλφια μου δεν πήγαν στο πανεπιστήμιο και είχαν λιγότερες ευκαιρίες από όσες είχα εγώ, που μεγάλωσα σε μια περιοχή με καλά δημόσια σχολεία, πρόσβαση σε βιβλιοθήκες κ.λπ. Οπότε, οι ταξικά εξηγήσιμες ανισότητες ευκαιριών ήταν σε μένα προφανείς από πολύ νωρίς, όπως και το πόσα πράγματα στη ζωή οφείλονται στην τύχη.

Από πολύ νέος ενδιαφερόμουν για έναν ακτιβισμό με αριστερό-προοδευτικό πρόσημο. Ωστόσο, πέρα από αυτή την ευρεία κεντροαριστερή προδιάθεση, δεν πολιτικοποιήθηκα. Η πραγματική ένταξή μου στην Αριστερά έγινε μέσω της διανοητικής δραστηριότητας: μια και οι γονείς μου δούλευαν ως αργά, πήγαινα στη βιβλιοθήκη μετά το σχολείο και, γύρω στην έβδομη τάξη [η δική μας 1η γυμνασίου], δηλαδή στα 12 ή 13 μου, ανακάλυψα τον Φόρο Τιμής στην Καταλονία του Τζορτζ Όργουελ, και μέσω αυτού τη συζήτηση γύρω από τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον Τρότσκι. Συνέχεια ανάγνωσης

Η ιστοριογραφία συνοδεύει τον 20ό αιώνα και παρεμβαίνει σ’ αυτόν

Standard

5-liakos-bΣυνέντευξη του Αντώνη Λιάκου με την ευκαιρία του διεθνούς  συνεδρίου History of of TwentiethCentury Historiography 

Μιλάει για τη σχέση ιστορίας-πολέμου-έθνους, την «απο-ευρωποίηση» της ιστοριογραφίας, τη μικροϊστορία, τον μαρξισμό

4-liakosΚοιτάζοντας το πρόγραμμα του συνεδρίου, μου κάνει εντύπωση το μέγεθος (130 σύνεδροι) αλλά και η προέλευση των συνέδρων — από τη Νότιο Αμερική έως την Ανατολική Ασία… Γιατί αυτό το συνέδριο και γιατί τώρα;

Ζούμε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, αλλά και στον οποίο το ενδιαφέρον για την ιστορία γίνεται ολοένα μεγαλύτερο και πιο μαζικό. Το ερώτημα είναι πώς φτάσαμε έως εδώ. Έχουμε πολλές μελέτες για το πώς διαμορφώθηκε η ιστοριογραφία τον 19ο αιώνα, τότε που συγκροτήθηκε ως κλάδος, συνδέθηκε με τη συγκρότηση του έθνους, και η ιστοριογραφία από σχόλη έγινε επάγγελμα. Ποιο είναι όμως το προφίλ της στον 20ό αιώνα; Και, κυρίως, πώς η ιστορία του 20ού αιώνα διαμόρφωσε την ιστοριογραφία; Η ιστοριογραφία δεν είναι ένας κλειστός κόσμος, που διαμορφώνεται με άξονα την εσωτερική του δυναμική. Βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με όσα συμβαίνουν, ακόμα κι αν αφορά την αρχαιότητα ή τους προϊστορικούς πολιτισμούς. Και αυτός ο αιώνας είδε δύο Παγκόσμιους Πολέμους με κατακλυσμιαία αποτελέσματα, είδε εξανδραποδισμούς λαών, αναγκαστικές μετοικεσίες, είδε την αποαποικιοποίηση, την εκτόξευση της τεχνοεπιστήμης, την αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα, μεγάλες και συμπαγείς αντιμαχόμενες ιδεολογίες, την παγκοσμιοποίηση που έκανε τον κόσμο ένα αλληλοσυνδεδεμένο σύνολο, αλλά και τις συνεχείς κρίσεις. Ένας αιώνας πολύ διαφορετικός από τον 19ο. Η ιστοριογραφία δεν καταγράφει απλώς το παρελθόν· συνοδεύει τον αιώνα, τον σχολιάζει, παρεμβαίνει δημιουργώντας συνειδήσεις, ανταποκρίνεται σε ανάγκες.

Ντιέγκο Ριβέρα, «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», 1933. Από την αφίσα του συνεδρίου

Ντιέγκο Ριβέρα, «Άνθρωπος στο σταυροδρόμι», 1933.
Από την αφίσα του συνεδρίου

Ποιοι είναι οι «αρμοί» αυτών των αλλαγών;

Αν συγκρίνεις φωτογραφίες από συνέδρια ιστορικών στις αρχές και στα τέλη του 20ού αιώνα καταλαβαίνεις. Τότε λίγοι, ανήκαν στις υψηλές ελίτ, άνδρες βεβαίως, Ευρωπαίοι, με προνομιακές σχέσεις με το κράτος. Σήμερα, οι ιστορικοί είναι εκατοντάδες χιλιάδες, σε όλο τον κόσμο: άνδρες και γυναίκες, από όλες τις φυλές, κυρίως από μεσαία στρώματα, οι περισσότεροι/ες χωρίς σταθερή δουλειά. Το επάγγελμα έχει μαζικοποιηθεί, έχει αλλάξει το προφίλ του ιστορικού.

Το αναγνωστικό κοινό επίσης έχει διευρυνθεί. Η εγγραμματοσύνη διευρύνθηκε, η μετάβαση από την τυπογραφία στην εικόνα και στην ψηφιακή εποχή, ο πολλαπλασιασμός εθνών και κοινωνικών ομάδων σε αναζήτηση ιστορίας, όλα αυτά άλλαξαν το κοινό των ιστορικών. Δεκάδες νέες χώρες αναδύθηκαν τον 20ό αιώνα, και αυτές είχαν ανάγκη την ιστορία και τους ιστορικούς για να φιλοτεχνήσουν το προφίλ τους. Άλλαξε, επίσης, ο τρόπος χρηματοδότησης. Κάποτε κρατικός, τώρα πολυκεντρικός, δεν εξαφανίστηκε ο έλεγχος, άλλαξε ο τύπος, πάντως εξασφάλισε περισσότερη ελευθερία, αν και δεν ακούγονται όλες οι απόψεις με την ίδια ισχύ. Αυτά έχουν ασφαλώς επιπτώσεις στους προσανατολισμούς της ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Μαρξ στον καθρέφτη

Standard

(απόσπασμα από την Εισαγωγή του ομότιτλοθυ βιβλίου, εκδ. Παπαζήση)

 του Παναγιώτη Νούτσου

Ο Μαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Ο Μαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Τι είναι λοιπόν ο «καθρέφτης»; Τούτο θα το συζητήσουμε με τον ίδιο τον Μαρξ (§§.1-28). Εδώ, χωρίς να προκαταλάβω τους όρους των ερωταποκρίσεων, υπογραμμίζω ότι ο ερωτώμενος με το έργο του προτίθεται να αντιπαρατεθεί σε κάθε μορφή «ειδωλοποίησής» του, με την επακριβή προσκόμιση των θέσεών του, και αντίστοιχα ο ερωτών υπόσχεται να διατυπώνει έτσι τις ερωτήσεις του (βλ. και Αριστοτέλης, Ανaλυτ. πρότερα 1, 1, 3), ώστε να προϋποθέτουν το συνδυασμό της γνώσης των έργων του Μαρξ, των συνθηκών της ιστορικής ανάδυσης και εκδίπλωσης της σκέψης του, των μορφών πρόσληψης και επεξεργασίας της καθώς και των πόλων της κριτικής που ασκήθηκε, από τη δημοσίευση των κειμένων του έως σήμερα. Επιπλέον, με το διαρκή αυτοέλεγχο της «ἐρωτητικῆς τέχνης» (Αριστοτέλης, Σοφ.ἔλεγχοι 11, 9) να αποκλείεται η προνομιακή χρήση της αντωνυμίας: ούτε ως δικός «μου» ούτε ως δικός «του» ή έστω του καιρού «του» και του καιρού «μας» να αξιοποιείται ο «καθρέφτης».

Χέγκελ και Μαρξ του Ντέιβιντ Λιβάιν

Χέγκελ και Μαρξ του Ντέιβιντ Λιβάιν

Ώσπου, βέβαια, να πάρει εμπρός η πένα ή το πληκτρολόγιο ερεθιστικός για την εκκίνηση είναι ο σεφερικός στίχος: «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης» (Ποιήματα, 300). Όσο για τη μέριμνα να μην επονομασθεί κανένας από τους δυο μας «καθρεφτάκιας», κατά το ιδιόλεκτο προσωνύμιο του «ειδωλοποιού» Ναρκίσσου, θα μπορούσε να σχεδιαστεί εξυπαρχής ένα κείμενο που, χωρίς ν’ αφήσει τίποτε ανερώτητο, να μην καταντήσει «Εγχειρίδιο» ή «Compendium», αλλά να διεξαχθεί ως μια ζωηρή «συνομιλία» στο «Salon d’ antidote», με τους θαμώνες σε εγρήγορση και τα πολλά «κάτοπτρα» καλογυαλισμένα. Απέναντι σε ένα απ’ αυτά σταθήκαμε με τη σύντροφό μου, στο κυλικείο του Μουσείου της Ακροπόλεως (19.1.2013), όταν μου υπέδειξε ότι με κοίταζε αμήχανα και μάλλον παραπονιάρικα ο Μarx με το διαπεραστικό βλέμμα του. Από τη στιγμή εκείνη επανήλθα ως «βηματιστής» στο σύνολο του έργου του ή «ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Σταθμοὶ τῆς Καρόλου πορείας» (βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Ι, 59, 9) Συνέχεια ανάγνωσης

«Επιτέλους, σύντομα — ψωμί και τριαντάφυλλα!»[1]

Standard

Μια αναφορά στο ανέκδοτο κείμενο  του Αλτουσέρ «Θέσεις του Ιούνη»

Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα του κειμένου «Θέσεις του Ιούνη»   Ολόκληρο το κείμενο θα δημοσιευτεί στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Ουτοπία, πλαισιωμένο από ένα αφιέρωμα στον Αλτουσέρ και την πολιτική θεωρία.

του Φρίντερ Όττο Βολφ

μετάφραση: Γιώργος Σουβλής, επιμέλεια: Στάθης Κουβελάκης

Εισαγωγή του Στάθη Κουβελάκη

AlthusserΤο κείμενο που ακολουθεί απεικονίζει στο έπακρο την αμφιλεγόμενη θέση του έργου του Αλτουσέρ που εκτείνεται από το τραγικό γεγονός του 1980 ως τον θάνατό του, μια δεκαετία αργότερα. Συνέχεια ή ρήξη με την προηγούμενη σκέψη του; Απέλπιδες προσπάθειες ενός συντετριμμένου υποκειμένου ή νέα δημιουργική αρχή για το στοχασμό του; Είναι τελικά ο «ίδιος» Αλτουσέρ που γράφει το Για τον Μάρξ και ο «ζωντανός νεκρός» που υπογράφει την εκτός κάθε ορίου «αυτοβιογραφία» του; Στις Θέσεις του Ιούνη τα ερωτήματα αυτά, που διατρέχουν την ίδια τη σκέψη του Αλτουσέρ, παίρνουν μια νέα τροπή, καθότι εδώ ο λόγος του μας φτάνει διαμοσελαβημένος από τον λόγο του φίλου του Φρίντερ Όττο Βολφ, που προσπάθησε ανεπιτυχώς να τις δημοσιεύσει αλλά προσέκρουσε στην άρνηση των κληρονόμων. Αναγκαστικά λοιπόν, η ίδια η μορφή του κειμένου τροποποιείται και παίρνει το χαρακτήρα μιας «αναφοράς».

Οι Θέσεις του Ιούνη έχουν αναμφισβήτητα μια ονειρική χροιά και αποπνέεουν μια ιδιόμορφη αισιοδοξία για το εγχείρημα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, που μοιάζει με αντεστραμμένη εικόνα της καταθλιπτικής ατμόσφαιρας των γραπτών της περιόδου 1978-1980, αλλά και αρκετών κατοπινότερων. Φαίνεται ότι ορισμένοι θεώρησαν ότι αποτελεί κάτι σαν θεωρητικό παραλήρημα, αλλά το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί για όλα τα κείμενα που γράφτηκαν μετά το 1980 και είναι πλέον στο μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιευμένα.

Ας σημειώσουμε εδώ μόνο ότι, αν και αδημοσίευτο (αλλά προσβάσιμο στο κατατεθειμένο αρχείο των χειρογράφων του), το κείμενο αυτό απετέλεσε ένα βασικό τεκμήριο  της μεταμοντέρνας ερμηνείας  της σκέψης του ύστερου Αλτουσέρ που διατύπωσε ο Αντόνιο Νέγκρι το 1993[2] και άσκησε ισχυρή επίδραση σε όλη τη συζήτηση που ακολούθησε. Οι Θέσεις αυτές σίγουρα αποτυπώνουν μια θεωρητική μετατόπιση, ειδικά όταν διαγράφουν την ταξική πάλη ως κινητήρια ιστορική δύναμη, αλλά σχεδόν εξίσου και μια ριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή του πυρήνα της αλτουσεριανής σκέψης, όταν π.χ. αποφαίνονται ότι «τα πάντα κρίνονται σε τελευταία ανάλυση στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης και της φιλοσοφικής παρέμβασης». Κυρίως όμως ξαναπιάνουν και ξετυλίγουν ένα βασικό νήμα του αλτουσεριανού έργου που αφορά τη σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική πρακτική, ένα νήμα που γνωρίζουμε τώρα ότι διαπερνούσε υπόγεια τη δουλειά του από τη δεκαετία του 1970 και ήρθε στο φως με τη μεταθανάτια δημοσίευση των εξαιρετικά σημαντικών κειμένων του για τον Μακιαβέλι. Αυτός είναι ο Αλτουσέρ που προσπαθεί να σκεφτεί την ιδιαιτερότητα της πολιτικής και την «αστάθμητη» τροχιά που χαράζουν οι διαδράσεις της ενδεχομενικότητας και των ιστορικά προσδιορισμένων καθορισμών. Είναι ο Αλτουσέρ της συγκυρίας, και όχι της δομής, του «κενού», δηλαδή της ενικότητας των συμβάντων, αλλά και της επανδιατύπωσης της κομμουνιστικής προοπτικής. Μια προοπτική που ορίζεται πλέον ως προσπάθεια μετασχηματισμού των «νησίδων κομμουνισμού» που εμπερικλείει ο σημερινός κόσμος σε ένα νέο απελευθερωτικό κίνημα, πέρα από τη μορφή-κόμμα, ίσως και πέρα από τον μαρξισμό, αλλά που, σε ρήξη με τη μεταμοντέρνα αντίληψη, επιμένει στον στόχο του «να κάνουμε το περιθώριο κέντρο».

Στο κείμενο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αλτουσέρ, ταυτιζόμενος πλήρως με την «μοναξιά» των στρατευμένων στοχαστών στους οποίους έχει ανεφερθεί, επιχειρεί, με μια ύστατη ζαριά, να σπάσει το τείχος της σιωπής και της απομόνωσης που τον περιέβαλλε και, όπως ο Μακιαβέλι που τόσο θαύμαζε, να «στοχαστεί το καινούργιο».

***

Η «ΑΝΑΦΟΡΑ» ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΕΡ ΟΤΟ ΒΟΛΦ ΣΤΙΑ «ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ» ΤΟΥ ΑΛΤΟΥΣΕΡ

13974_althusser13ruedesarchivesΘέση 6

[…] «Υπάρχει η ιδέα στον Μαρξ, και πάνω από όλα στους Ένγκελς, Λένιν, Μάο, πως οι επιστημονικές έννοιες είναι έγκυρες μόνο όταν διαθέτουν ως υπόβαθρο μια σωστή φιλοσοφία» (γαλ. «philosophie juste»), και πως […] ενδέχεται να μπορούν χρησιμοποιηθούν μόνο στη βάση του σωστού προσανατολισμού που παρέχεται από μια τέτοια σωστή φιλοσοφία» (Θ6). Σε αυτή την μακροσκελή έκτη θέση, ο Aλτουσέρ πρώτα επισημαίνει πως μια τέτοια «σωστή φιλοσοφία» δεν μπορεί να βρεθεί «στον θεωρητικό ανθρωπισμό του νεαρού Μαρξ, δηλαδή στη φιλοσοφική θεωρία της φοϋερμπαχιανής αποξένωσης» και υπογραμμίζει ότι «ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Μαρξ είναι η προϋπόθεση: 1) της επιστημονικής του θεωρίας των κοινωνικών σχηματισμών 2) του πρακτικού, αδελφικού ανθρωπισμού του κομμουνισμού». [3] Ο Αλτουσέρ ωστόσο επιμένει πως ο Μαρξ ποτέ «δεν είχε επιχειρήσει να συστηματοποιήσει αυτήν τη φιλοσοφία»: στη Γερμανική Ιδεολογία[4] (την οποία ο Αλτουσέρ διαβάζει ακολουθώντας την ανάλυση του Ζωρζ Λαμπικά)[5] «ο Μαρξ θεωρεί πως η φιλοσοφία είναι μόνο ιδεολογία, και ως εκ τούτου ψευδαισθητική». Κατόπιν, oΜαρξ «επαναπροσεγγίζει ανοικτά τον Χέγκελ “αντιστρέφοντάς” τον (όπως έχω επισημάνει πρόκειται για μια μάλλον ασαφή έννοια συντηρητικής φύσης)». Βασικά, ο Mαρξ ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιδέα πως η φιλοσοφία ήταν μια μορφή ιδεολογίας» ή την ιδέα ότι ήταν ένας «θετικός επιστήμονας» (γαλ. «savant positif»), «στην παράδοση των επιστημόνων φυσικών και δαρβινιστών του 19ου αιώνα». Ο Αλτουσέρ περιγράφει τη χρήση του Χέγκελ [6] από τον Μαρξ με έννοιες που δανείζεται από τον Γκαστόν Μπασελάρ, ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον Χέγκελ «τόσο για να στηριχθεί ο ίδιος σε συγκεκριμένες έννοιες και την κίνηση τους (ως ένα είδος φιλοσοφικού στηρίγματος) όσο και για να καταπολεμήσει τις στρεβλωμένες εκδοχές τους (ως ένα είδος επιστημολογικού εμποδίου)», μόνο για να προσθέσει πως υπό αυτήν την οπτική για τον Marx «το εμπόδιο ήταν πάντα πιο καθοριστικής σημασίας από ό,τι ήταν το στήριγμα» – και ο Marx δεν ήταν ποτέ πραγματικά ικανός να «αναμετρηθεί ουσιωδώς με τον Χέγκελ», και ειδικότερα με την δική του σχέση με την φιλοσοφία του Χέγκελ. Συνέχεια ανάγνωσης

Συμβάν, πολιτικό υποκείμενο και κράτος στον Μπαντιού

Standard

Ο Αλαίν Μπαντιού θα  βρεθεί στην Αθήνα και θα δώσει τρεις διαλέξεις:

1. Η πρόσληψη του Πλάτωνα στη σύγχρονη φιλοσοφία (Γαλλικό Ινστιτούτο, Πέμπτη 23.1., ώρα 18.30).

2. Ο Λακάν και η αντι-φιλοσοφία (αμφιθέατρο Δρακόπουλου, Πανεπιστημίου 30, Παρασκευή 24.1., ώρα 19.00).

3. Η πολιτική και η κρίση (Νομική Σχολή, Σάββατο 25.1., ώρα 19.00)

 του Δημήτρι Βεργέτη

 alain-badiouΤο «βελούδινο διαζύγιο» της πολιτικής από τη φιλοσοφία υπήρξε μια μάστιγα στην ιστορία του μαρξισμού, τροφοδοτούμενη από τον θρίαμβο του σταλινισμού και των ευπρεπισμένων μεταλλάξεών του. Ο Μπαντιού είναι ο στοχαστής που επανασυνέδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία, εισάγοντας στην πολιτική τη βαθμίδα του υποκειμένου, σε ρήξη με τον στρουκτουραλισμό και τις ιδεολογίες της συνείδησης. Η πρωτότυπη σύμπραξή τους μέσω του υποκειμένου επιτρέπει να χαρτογραφήσουμε ένα νέο, συμβαντικό χώρο επαναδιατύπωσης των πολιτικών χειραφέτησης. Το θρυλούμενο τέλος της πολιτικής, είτε ως κυνικό μοτίβο είτε ως μελαγχολία της απορρόφησης του πολιτικού στον διαχειριστικό πραγματισμό, αποδεικνύεται πλέον ατελέσφορος εξορκισμός στην αφύπνιση της ιστορίας και στην απρόβλεπτη ανάδυση της ρηξιγενούς τοπικής του συμβάντος, εκεί όπου η πραγματικότητα αδυνατεί να τιθασεύσει το πραγματικό των κοινωνικών συγκρούσεων.

 Στον Μπαντιού, όμως, το υποκείμενο δεν παραπέμπει σε κάποιο κοινωνιολογικό δεδομένο ή μια δομική συλλογικότητα, που θα προϋπήρχαν της πολιτικής, αλλά σε ένα ετερογενές και εύθραυστο μετασυμβαντικό μόρφωμα υπό διαρκή διάπλαση. Το υποκείμενο δεν προηγείται της πολιτικής, καθότι έπεται του συμβάντος. Η σχέση τους δεν είναι απριορικά ή τελεολογικά συναρθρώσιμη, αλλά αστάθμητη, γιατί το καθεστώς του συμβάντος αποκλίνει από την εμπειρική αμεσότητα του γεγονότος. Το υποκείμενο μορφοποιείται μέσα σε πολιτικές χειραφέτησης, που έχουν ως γενέθλιο λίκνο όχι την τοπική της παραγωγής και τις συστημικές αντιθέσεις της, αλλά μια τέτοια ρήξη της οποίας η εστία δεν είναι δομικά προδιαγεγραμμένη. Το συμβάν δεν συντελείται στο προδιαγεγραμμένο σημείο συμπύκνωσης προσημασμένων ταξικών αντιθέσεων. Συνέχεια ανάγνωσης