«Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς μια οικονομική πολιτική, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα λογικής»

Standard

Συνέντευξη της Γουέντι Μπράουν

Μιλάει για τον νεοφιλελευθερισμό ως πολιτική ορθολογικότητα, τις αντιστάσεις και το όραμα της δημο-κρατίας

Η Wendy Brown, μια από τις πιο σημαντικές σύγχρονες θεωρητικούς, θα βρεθεί τις επόμενες μέρες στην Αθήνα. Θα μιλήσει  στην ένατη ετήσια διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά, την Τρίτη 1η Δεκεμβρίου και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Γκαίτε (Ομήρου 14-16) με θέμα: «Ο νεοφιλελευθερισμός ενάντια στη δημοκρατία: Δέκα θέσεις». Την ομιλήτρια και το έργο της θα παρουσιάσει η Αθηνά Αθανασίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η Γουέντι Μπράουν είναι καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ. Τα πεδία ενδιαφέροντός της περιλαμβάνουν την ιστορία της πολιτικής θεωρίας, αλλά και τα σύγχρονα προβλήματα πολιτικής θεωρίας με έμφαση την κυριαρχία, την κριτική και τον ανθρωπισμό, την αυτονομία του πολιτικού και τον νεοφιλελευθερισμό. Στα αγγλικά, μεταξύ άλλων, κυκλοφορούν τα βιβλία της A Feminist Reading in Political Theory (Rowman and Littlefield, 1988), Politics Out of History (Princeton University Press, 2001), Walled States, Waning Sovereignty (Zone Books, 2010) και το πιο πρόσφατο Undoing the Demos: Neoliberalism’s Stealth Revolution (Zone Books, 2015).

Τη συνέντευξη πήραν η Αθηνά Αθανασίου, η Αιμιλία Κουκούμα και η Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα 

μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

 

Στο τελευταίο σας βιβλίο (Undoing the Demos: Neoliberalisms Stealth Revolution), διερευνάτε τον νεοφιλελευθερισμό σε αντιδιαστολή με τη δημοκρατία. Τι σημαίνει η υπαγωγή της πολιτικής στη λογική της ανταγωνιστικότητας και των αγορών; Πως λειτουργεί ο νεοφιλελευθερισμός ως τρόπος διακυβέρνησης; 

Από τη στιγμή που το νεοφιλελεύθερο όραμα οργανώνει κάθε δραστηριότητα στη λογική της αγοράς θεωρώντας ότι κάθε άτομο δρα αποκλειστικά με οικονομικά κριτήρια, η δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει. Η εξουσία του λαού (δημο-κρατία) εξαρτάται από τη λαϊκή κυριαρχία, και αυτή με τη σειρά της από την ισότιμη πρόσβαση στην πολιτική εξουσία. Οι αγορές δεν έχουν καμιά χρησιμότητα για τη λαϊκή κυριαρχία ή την ισότητα και είναι οργανωμένες στη βάση τόσο των αρχών του ανταγωνισμού, των κερδισμένων και των χαμένων, όσο και δυνάμεων που δεν υπάγονται σε οποιονδήποτε έλεγχο. Κατά συνέπεια, όταν οι αρχές της αγοράς κυριαρχούν στην πολιτική ζωή, δεν διαβρώνουν απλώς τη δημοκρατία, αλλά λεηλατούν το νόημά της και επιτίθενται στην ίδια την αξία της. Η θεώρηση των αγορών ως υπέρτατης αξίας από τον νεοφιλελευθερισμό αποτελεί έναν πόλεμο ενάντια στη δημοκρατία. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι πολιτικές της μεσότητας

Standard

Από την κοινωνική θεωρία στην σημερινή κατάσταση και πολιτική

 του Μανόλη Αγγελίδη

Με αφορμή την τρέχουσα συγκυρία, στην οποία τίθεται το πρόβλημα εφαρμογής του προγράμματος της προσφάτως εκλεγείσης κυβέρνησης της Αριστεράς, εν μέσω των αντινομιών της προϊούσης οικονομικής κρίσης στο περιβάλλον της ευρωζώνης, αλλά και των προσδοκιών για τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, είναι χρήσιμο να σκεφτούμε ορισμένα ζητήματα από το πεδίο της κοινωνικής θεωρίας, που μπορούν ίσως να βρουν τις αντιστοιχίες τους στη σημερινή κατάσταση.

Λουίζ Χέντερσον, «Τρεις μορφές»

Λουίζ Χέντερσον, «Τρεις μορφές»

Ο Άνταμ Σμιθ στη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων, ένα λιγότερο γνωστό έργο του, στα μέσα του 18ου αιώνα, ανέπτυξε μια επιχειρηματολογία με αναφορά στη σχέση των κοινωνικών συμφερόντων με τη δομή του πολιτικού συντάγματος. Σε αυτό το πλαίσιο υποστήριζε ότι οι διάφορες κοινωνικές ομάδες σε κάθε ανεξάρτητο κράτος διαθέτουν τις δικές τους επιμέρους εξουσίες, προνόμια και ασυλίες. Θεωρούσε επιπλέον ότι το κάθε άτομο ήταν κατά φυσικό τρόπο προσδεδεμένο στη δική του τάξη και ομάδα και η φιλοδοξία του ήταν να επεκτείνει ακριβώς αυτά το προνόμια και τις ασυλίες έναντι των άλλων ομάδων. Από αυτή ακριβώς τη χωριστική δομή υποστήριζε ότι ήταν εξαρτημένο το Σύνταγμα αυτού του κράτους. Συνέχεια ανάγνωσης

Να ανακτήσουμε την έννοια της ταξικής πάλης

Standard

συνέντευξη της Ροσάνα Ροσάντα στον Γιώργο Σουβλή

Ξεκινώντας, θέλω να σας ρωτήσω πώς βλέπετε την εξέλιξη του γυναικείου ζητήματος τις τελευταίες δεκαετίες;

Η Ροσάνα Ροσάντα με τον Λουίτζι Πίντορ και τον Λούτσιο Μάγκρι

Η Ροσάνα Ροσάντα με τον Λουίτζι Πίντορ και τον Λούτσιο Μάγκρι

Η κατάσταση των γυναικών έχει βελτιωθεί σε σχέση με τη δεκαετία του 1970. Έχουν γίνει σημαντικά βήματα όσον αφορά τη χειραφέτησή τους. Για παράδειγμα, στην Ιταλία συμμετέχουν ισότιμα στην κυβέρνηση, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε παλιότερα. Παρά ταύτα, οι πιο ριζοσπαστικές εκδοχές φεμινισμού προβαίνουν στη διάκριση μεταξύ «χειραφέτησης» και «γυναικείας απελευθέρωσης». Ο πρώτος όρος συνεπάγεται την εξίσωση των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών, ενώ ο δεύτερος θεωρεί ότι αυτή η ισότητα είναι υπό διακύβευση, καθώς η ανδρική κυριαρχία συνεχίζει να επιβιώνει.

Πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω χρονικά, τι έχετε να πείτε για τη στάση του ΚΚΙ, όντας μέλος του, έναντι του γυναικείου ζητήματος;

Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή, θα έλεγα ότι δεν υπήρχε διάκριση ούτε στον Τολιάτι ούτε στο ΚΚΙ μεταξύ του γυναικείου ζητήματος και της διεκδίκησης των υπόλοιπων δικαιωμάτων. Το αντίθετο. Η σχέση ανδρών και γυναικών αναγόταν σε μια από τις πολλές κοινωνικές αντιφάσεις που παράγονταν εντός του καπιταλισμού, παρότι είναι ένα ζήτημα πολύ παλιότερο του καπιταλισμού και, κατά βάση, ανθρωπολογικής φύσης. Για αυτό το ζήτημα θα εκδώσω προσεχώς ένα βιβλίο στο οποίο συζητάμε με τον Ετιέν Μπαλιμπάρ. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Μαρξ στον καθρέφτη

Standard

(απόσπασμα από την Εισαγωγή του ομότιτλοθυ βιβλίου, εκδ. Παπαζήση)

 του Παναγιώτη Νούτσου

Ο Μαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Ο Μαρξ από τον Ντέιβιντ Λιβάιν

Τι είναι λοιπόν ο «καθρέφτης»; Τούτο θα το συζητήσουμε με τον ίδιο τον Μαρξ (§§.1-28). Εδώ, χωρίς να προκαταλάβω τους όρους των ερωταποκρίσεων, υπογραμμίζω ότι ο ερωτώμενος με το έργο του προτίθεται να αντιπαρατεθεί σε κάθε μορφή «ειδωλοποίησής» του, με την επακριβή προσκόμιση των θέσεών του, και αντίστοιχα ο ερωτών υπόσχεται να διατυπώνει έτσι τις ερωτήσεις του (βλ. και Αριστοτέλης, Ανaλυτ. πρότερα 1, 1, 3), ώστε να προϋποθέτουν το συνδυασμό της γνώσης των έργων του Μαρξ, των συνθηκών της ιστορικής ανάδυσης και εκδίπλωσης της σκέψης του, των μορφών πρόσληψης και επεξεργασίας της καθώς και των πόλων της κριτικής που ασκήθηκε, από τη δημοσίευση των κειμένων του έως σήμερα. Επιπλέον, με το διαρκή αυτοέλεγχο της «ἐρωτητικῆς τέχνης» (Αριστοτέλης, Σοφ.ἔλεγχοι 11, 9) να αποκλείεται η προνομιακή χρήση της αντωνυμίας: ούτε ως δικός «μου» ούτε ως δικός «του» ή έστω του καιρού «του» και του καιρού «μας» να αξιοποιείται ο «καθρέφτης».

Χέγκελ και Μαρξ του Ντέιβιντ Λιβάιν

Χέγκελ και Μαρξ του Ντέιβιντ Λιβάιν

Ώσπου, βέβαια, να πάρει εμπρός η πένα ή το πληκτρολόγιο ερεθιστικός για την εκκίνηση είναι ο σεφερικός στίχος: «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης» (Ποιήματα, 300). Όσο για τη μέριμνα να μην επονομασθεί κανένας από τους δυο μας «καθρεφτάκιας», κατά το ιδιόλεκτο προσωνύμιο του «ειδωλοποιού» Ναρκίσσου, θα μπορούσε να σχεδιαστεί εξυπαρχής ένα κείμενο που, χωρίς ν’ αφήσει τίποτε ανερώτητο, να μην καταντήσει «Εγχειρίδιο» ή «Compendium», αλλά να διεξαχθεί ως μια ζωηρή «συνομιλία» στο «Salon d’ antidote», με τους θαμώνες σε εγρήγορση και τα πολλά «κάτοπτρα» καλογυαλισμένα. Απέναντι σε ένα απ’ αυτά σταθήκαμε με τη σύντροφό μου, στο κυλικείο του Μουσείου της Ακροπόλεως (19.1.2013), όταν μου υπέδειξε ότι με κοίταζε αμήχανα και μάλλον παραπονιάρικα ο Μarx με το διαπεραστικό βλέμμα του. Από τη στιγμή εκείνη επανήλθα ως «βηματιστής» στο σύνολο του έργου του ή «ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Σταθμοὶ τῆς Καρόλου πορείας» (βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Ι, 59, 9) Συνέχεια ανάγνωσης

«Επιτέλους, σύντομα — ψωμί και τριαντάφυλλα!»[1]

Standard

Μια αναφορά στο ανέκδοτο κείμενο  του Αλτουσέρ «Θέσεις του Ιούνη»

Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα του κειμένου «Θέσεις του Ιούνη»   Ολόκληρο το κείμενο θα δημοσιευτεί στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Ουτοπία, πλαισιωμένο από ένα αφιέρωμα στον Αλτουσέρ και την πολιτική θεωρία.

του Φρίντερ Όττο Βολφ

μετάφραση: Γιώργος Σουβλής, επιμέλεια: Στάθης Κουβελάκης

Εισαγωγή του Στάθη Κουβελάκη

AlthusserΤο κείμενο που ακολουθεί απεικονίζει στο έπακρο την αμφιλεγόμενη θέση του έργου του Αλτουσέρ που εκτείνεται από το τραγικό γεγονός του 1980 ως τον θάνατό του, μια δεκαετία αργότερα. Συνέχεια ή ρήξη με την προηγούμενη σκέψη του; Απέλπιδες προσπάθειες ενός συντετριμμένου υποκειμένου ή νέα δημιουργική αρχή για το στοχασμό του; Είναι τελικά ο «ίδιος» Αλτουσέρ που γράφει το Για τον Μάρξ και ο «ζωντανός νεκρός» που υπογράφει την εκτός κάθε ορίου «αυτοβιογραφία» του; Στις Θέσεις του Ιούνη τα ερωτήματα αυτά, που διατρέχουν την ίδια τη σκέψη του Αλτουσέρ, παίρνουν μια νέα τροπή, καθότι εδώ ο λόγος του μας φτάνει διαμοσελαβημένος από τον λόγο του φίλου του Φρίντερ Όττο Βολφ, που προσπάθησε ανεπιτυχώς να τις δημοσιεύσει αλλά προσέκρουσε στην άρνηση των κληρονόμων. Αναγκαστικά λοιπόν, η ίδια η μορφή του κειμένου τροποποιείται και παίρνει το χαρακτήρα μιας «αναφοράς».

Οι Θέσεις του Ιούνη έχουν αναμφισβήτητα μια ονειρική χροιά και αποπνέεουν μια ιδιόμορφη αισιοδοξία για το εγχείρημα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, που μοιάζει με αντεστραμμένη εικόνα της καταθλιπτικής ατμόσφαιρας των γραπτών της περιόδου 1978-1980, αλλά και αρκετών κατοπινότερων. Φαίνεται ότι ορισμένοι θεώρησαν ότι αποτελεί κάτι σαν θεωρητικό παραλήρημα, αλλά το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί για όλα τα κείμενα που γράφτηκαν μετά το 1980 και είναι πλέον στο μεγαλύτερο μέρος τους δημοσιευμένα.

Ας σημειώσουμε εδώ μόνο ότι, αν και αδημοσίευτο (αλλά προσβάσιμο στο κατατεθειμένο αρχείο των χειρογράφων του), το κείμενο αυτό απετέλεσε ένα βασικό τεκμήριο  της μεταμοντέρνας ερμηνείας  της σκέψης του ύστερου Αλτουσέρ που διατύπωσε ο Αντόνιο Νέγκρι το 1993[2] και άσκησε ισχυρή επίδραση σε όλη τη συζήτηση που ακολούθησε. Οι Θέσεις αυτές σίγουρα αποτυπώνουν μια θεωρητική μετατόπιση, ειδικά όταν διαγράφουν την ταξική πάλη ως κινητήρια ιστορική δύναμη, αλλά σχεδόν εξίσου και μια ριζοσπαστικοποιημένη εκδοχή του πυρήνα της αλτουσεριανής σκέψης, όταν π.χ. αποφαίνονται ότι «τα πάντα κρίνονται σε τελευταία ανάλυση στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης και της φιλοσοφικής παρέμβασης». Κυρίως όμως ξαναπιάνουν και ξετυλίγουν ένα βασικό νήμα του αλτουσεριανού έργου που αφορά τη σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική πρακτική, ένα νήμα που γνωρίζουμε τώρα ότι διαπερνούσε υπόγεια τη δουλειά του από τη δεκαετία του 1970 και ήρθε στο φως με τη μεταθανάτια δημοσίευση των εξαιρετικά σημαντικών κειμένων του για τον Μακιαβέλι. Αυτός είναι ο Αλτουσέρ που προσπαθεί να σκεφτεί την ιδιαιτερότητα της πολιτικής και την «αστάθμητη» τροχιά που χαράζουν οι διαδράσεις της ενδεχομενικότητας και των ιστορικά προσδιορισμένων καθορισμών. Είναι ο Αλτουσέρ της συγκυρίας, και όχι της δομής, του «κενού», δηλαδή της ενικότητας των συμβάντων, αλλά και της επανδιατύπωσης της κομμουνιστικής προοπτικής. Μια προοπτική που ορίζεται πλέον ως προσπάθεια μετασχηματισμού των «νησίδων κομμουνισμού» που εμπερικλείει ο σημερινός κόσμος σε ένα νέο απελευθερωτικό κίνημα, πέρα από τη μορφή-κόμμα, ίσως και πέρα από τον μαρξισμό, αλλά που, σε ρήξη με τη μεταμοντέρνα αντίληψη, επιμένει στον στόχο του «να κάνουμε το περιθώριο κέντρο».

Στο κείμενο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αλτουσέρ, ταυτιζόμενος πλήρως με την «μοναξιά» των στρατευμένων στοχαστών στους οποίους έχει ανεφερθεί, επιχειρεί, με μια ύστατη ζαριά, να σπάσει το τείχος της σιωπής και της απομόνωσης που τον περιέβαλλε και, όπως ο Μακιαβέλι που τόσο θαύμαζε, να «στοχαστεί το καινούργιο».

***

Η «ΑΝΑΦΟΡΑ» ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΕΡ ΟΤΟ ΒΟΛΦ ΣΤΙΑ «ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ» ΤΟΥ ΑΛΤΟΥΣΕΡ

13974_althusser13ruedesarchivesΘέση 6

[…] «Υπάρχει η ιδέα στον Μαρξ, και πάνω από όλα στους Ένγκελς, Λένιν, Μάο, πως οι επιστημονικές έννοιες είναι έγκυρες μόνο όταν διαθέτουν ως υπόβαθρο μια σωστή φιλοσοφία» (γαλ. «philosophie juste»), και πως […] ενδέχεται να μπορούν χρησιμοποιηθούν μόνο στη βάση του σωστού προσανατολισμού που παρέχεται από μια τέτοια σωστή φιλοσοφία» (Θ6). Σε αυτή την μακροσκελή έκτη θέση, ο Aλτουσέρ πρώτα επισημαίνει πως μια τέτοια «σωστή φιλοσοφία» δεν μπορεί να βρεθεί «στον θεωρητικό ανθρωπισμό του νεαρού Μαρξ, δηλαδή στη φιλοσοφική θεωρία της φοϋερμπαχιανής αποξένωσης» και υπογραμμίζει ότι «ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Μαρξ είναι η προϋπόθεση: 1) της επιστημονικής του θεωρίας των κοινωνικών σχηματισμών 2) του πρακτικού, αδελφικού ανθρωπισμού του κομμουνισμού». [3] Ο Αλτουσέρ ωστόσο επιμένει πως ο Μαρξ ποτέ «δεν είχε επιχειρήσει να συστηματοποιήσει αυτήν τη φιλοσοφία»: στη Γερμανική Ιδεολογία[4] (την οποία ο Αλτουσέρ διαβάζει ακολουθώντας την ανάλυση του Ζωρζ Λαμπικά)[5] «ο Μαρξ θεωρεί πως η φιλοσοφία είναι μόνο ιδεολογία, και ως εκ τούτου ψευδαισθητική». Κατόπιν, oΜαρξ «επαναπροσεγγίζει ανοικτά τον Χέγκελ “αντιστρέφοντάς” τον (όπως έχω επισημάνει πρόκειται για μια μάλλον ασαφή έννοια συντηρητικής φύσης)». Βασικά, ο Mαρξ ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιδέα πως η φιλοσοφία ήταν μια μορφή ιδεολογίας» ή την ιδέα ότι ήταν ένας «θετικός επιστήμονας» (γαλ. «savant positif»), «στην παράδοση των επιστημόνων φυσικών και δαρβινιστών του 19ου αιώνα». Ο Αλτουσέρ περιγράφει τη χρήση του Χέγκελ [6] από τον Μαρξ με έννοιες που δανείζεται από τον Γκαστόν Μπασελάρ, ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον Χέγκελ «τόσο για να στηριχθεί ο ίδιος σε συγκεκριμένες έννοιες και την κίνηση τους (ως ένα είδος φιλοσοφικού στηρίγματος) όσο και για να καταπολεμήσει τις στρεβλωμένες εκδοχές τους (ως ένα είδος επιστημολογικού εμποδίου)», μόνο για να προσθέσει πως υπό αυτήν την οπτική για τον Marx «το εμπόδιο ήταν πάντα πιο καθοριστικής σημασίας από ό,τι ήταν το στήριγμα» – και ο Marx δεν ήταν ποτέ πραγματικά ικανός να «αναμετρηθεί ουσιωδώς με τον Χέγκελ», και ειδικότερα με την δική του σχέση με την φιλοσοφία του Χέγκελ. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι μεταφραστικές επιλογές του Κώστα Φιλίνη

Standard

Γκυγιωμώ,  Γκράμσι,  Πουλαντζάς,  Μαρξ, Ένγκελς

του Παναγιώτη Νούτσου

 2-noutsosΑπό την οπτική της ιστορίας των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, ο Κώστας Φιλίνης θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως αξιοζήλευτος μεταφραστής ομόλογων κειμένων, τα οποία δημοσιεύονται στα ελληνικά και σε εξαιρετικά κατάλληλες χρονικές στιγμές. Όχι, βέβαια, πως και η πολιτική του αρθρογραφία, την ίδια περίοδο, δεν σήμαινε καίριες παρεμβάσεις στην εκδίπλωση αξιοσημείωτων σταθμών της εγχώριας Αριστεράς.Ενδεικτικά στα περιοδικά: Ελληνική Αριστερά (1966), Κομμουνιστική Επιθεώρηση (1971), Τετράδια 72 (Οκτ. 1972).Εδώ θα περιορισθώ όμως στα εξής μεταφραστικά του εγχειρήματα:

α) Με την επενέργεια αναζητήσεων που καταγράφονται στην ελληνική αριστερή διανόηση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, και σε συσχετισμό με τις ευρύτερες ανακατατάξεις που ράγισαν την ιδεολογική ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ένα τμήμα της ηγεσίας του ΚΚΕ και των διανοούμενων μελών του κατανοεί, επώδυνα και με σπασμωδικούς χειρισμούς, τα αδιέξοδα των πολιτικών επιλογών και τη στενότητα των ιδεολογικών θέσεων ως προς την επαρκή αντιμετώπιση μιας πολυεπίπεδης κοινωνικής και γνωστικής πραγματικότητας. Η μία πλευρά της 12ης Ολομέλειας, που κράτησε για τον εαυτό της με πείσμα τη νόμιμη εκπροσώπηση του κόμματος, διέκρινε στην αναδυόμενη κοσμογονία τη μεταμφιεσμένη απόρριψη του μαρξισμού-λενινισμού, αν και λίγο αργότερα θα εντοπίσει τη ρίζα του αναθεωρητισμού στην ισχνή ιδεολογική δουλειά που εξακολουθούσε (παρά την εκκαθάριση του 1968) να διατηρείται σε «χαμηλό επίπεδο» και να μην ανταποκρίνεται στις «σημερινές απαιτήσεις», ιδίως στους τομείς της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για να ξαναονειρευτούμε τον κομμουνισμό

Standard

συνέντευξη της Μπίνι Αντάμτσακ στη Σοφία Κουσιάντζα

 Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο


Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο

Μια ιστορία για παιδιά, εικονογραφημένη από τη συγγραφέα, που μιλάει για τον κομμουνισμό. Μια ιστορία όπου η συγγραφέας χρησιμοποιεί για τα πάντα θηλυκό γένος. Το Κομμουνισμός. Μια μικρή ιστορία για το πώς επιτέλους θα αλλάξουν όλα της Μπίνι Αντάμτσακ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το καλοκαίρι (εκδόσεις νήσος). Η Αντάμτσακ γεννήθηκε το 1979, σπούδασε φιλοσοφία, είναι περφόρμερ και εικαστικός και ζει στο Βερολίνο. Ζητήσαμε από τη φίλη και μεταφράστρια του βιβλίου, Σοφία Κουσιάντζα, μια συνέντευξη με την Μπ. Αντάμτσακ. Την ευχαριστούμε θερμά, όπως και τη συγγραφέα, για την προθυμία και την ανταπόκριση.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο «Κομμουνισμός. Μια μικρή ιστορία για το πώς επιτέλους θα αλλάξουν όλα».


Σχέδια της Μπίνι Άνταμτσακ, από το βιβλίο

Πότε έγραψες το βιβλίο και με ποιο κίνητρο;

Το 2003 οργανώθηκε στη Φραγκφούρτη ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο «indeterminate! kommunismus». Λίγο πριν είχα παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για τα νεανικά χειρόγραφα του Μαρξ και σκόπευα να γράψω μια εργασία για το πώς αντιλαμβάνεται και πώς περιγράφει ο Μαρξ τον κομμουνισμό. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είχε επίτηδες σιωπήσει επ’ αυτού. Ωστόσο, από τη μελέτη του έργου του προκύπτει ότι υπάρχουν διάσπαρτες σε κείμενά του συμβουλές για το πώς θα μπορούσε ή πώς θα έπρεπε να είναι μια κομμουνιστική κοινωνία — από τα Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα έως την Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Όταν όμως έκατσα να γράψω την εργασία, μπλόκαρα. Κι ένα πρωί, έπειτα από μια μακριά νύχτα που δεν είχα καταφέρει να γράψω ούτε μια αράδα, it struck me: για τον κομμουνισμό δεν μπορείς να γράψεις σε γλώσσα επιστημονική. Για τον κομμουνισμό, το όνειρο μιας διαφορετικής, καλύτερης ζωής, δεν μπορείς να γράψεις χωρίς λαχτάρα.

Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα, αφού το γράψιμο ανοίγει την όρεξη. Καθώς έγραφα γελούσα συχνά, όπως και οι φίλες μου που τους διάβαζα το κείμενο. Η παιδική γλώσσα επιτέλεσε το σκοπό της: σε μια εποχή όπου είχε πεθάνει η ελπίδα για την κοινωνική προοπτική που είχε συνδεθεί με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, μια εποχή που η τάξη πραγμάτων είχε επιβεβαιωθεί άλλη μια φορά μετά τις 11/9, το τέχνασμα με την παιδική γλώσσα έδωσε ξανά τόπο στο όνειρο. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έλεγε ότι ο κομμουνισμός είναι το εύκολο που είναι δύσκολο να το κάνεις. Το 2003 απείχαμε πάρα πολύ απ’ το να είναι εφικτός ο κομμουνισμός, εμένα όμως με ενδιέφερε να τον ξανακάνω προσιτό στη φαντασία. Ο κομμουνισμός ήταν λοιπόν τώρα το εύκολο που ήταν εύκολο να το επιθυμείς.

 Φοβήθηκες ότι η παιδική γλώσσα απλοποιεί το περιεχόμενο ή αφήνει απέξω σημαντικές λεπτομέρειες;

Ο κίνδυνος αυτός υπάρχει, και τον είχα συνειδητοποιήσει απολύτως. Έχω μεγαλώσει κι η ίδια με παιδικά βιβλία κοινωνικής κριτικής, που εξηγούσαν στα παιδιά τις κοινωνικές ανισότητες στις σχέσεις των τάξεων και των φύλων. Η δεκαετία του ’70 υπήρξε στον τομέα αυτό πολύ γόνιμη –αντιαυταρχική εκπαίδευση, Σάμερχιλ κ.λπ.–, και στα χέρια μου έφταναν παιδικά βιβλία και από τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας. Μερικά από αυτά προσωποποιούν τις κοινωνικές σχέσεις. Λόγου χάρη, ένα εικονογραφημένο βιβλίο με την ιστορία των γιγάντων και των νάνων: οι νάνοι αντιπροσώπευαν τις εργάτριες, οι γίγαντες ήταν οι τεμπέλες καπιταλίστριες. Οι σχέσεις στον καπιταλισμό παρουσιάζονταν έτσι ως έκφραση δόλιων προθέσεων των κακών, τεμπέληδων ανθρώπων, τσιγκούνηδων και εξουσιομανών, που στα παραμύθια είχαν την εικόνα που τους ταίριαζε: ήταν άσχημοι. Συνέχεια ανάγνωσης