Διασχίζοντας τη Μεσόγειο στην εποχή της Frontex και του Τέκνικουμ

Standard

Φουσκωτές βάρκες από την Ερυθραία και τη Σομαλία
 

της Φράνσις Στόνορ Σόντερς

μετάφραση: Δάφνη Λάππα

A dinghy overcrowded with Syrian refugees drifts in the Aegean sea between Turkey and Greece after its motor broke down off the Greek island of Kos, August 11, 2015. (Photo by Yannis Behrakis/Reuters)

A dinghy overcrowded with Syrian refugees drifts in the Aegean sea between Turkey and Greece after its motor broke down off the Greek island of Kos, August 11, 2015. (Photo by Yannis Behrakis/Reuters)

Διαβατήρια κάποιας μορφής υπήρχαν από πολύ παλιά, ωστόσο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η χρήση τους δεν ήταν καθόλου συστηματική. Πριν τον πόλεμο, μας λέει ο Στέφαν Τσβάιχ, «ο καθένας μπορούσε να ταξιδέψει χωρίς έλεγχο […], τα σύνορα ήταν όρια συμβολικά που μπορούσε κανείς να τα περάσει χωρίς να το σκεφτεί, σαν να περνάει τον Μεσημβρινό στο Γκρίνουιτς. Ο ίδιος ταξίδεψε από την Ευρώπη στην Ινδία και την Αμερική χωρίς ποτέ να έχει δικό του διαβατήριο, αλλά ούτε και είχε δει ποτέ κανένα διαβατήριο. Με τον πόλεμο όμως, συνεχίζει,

«ξεπρόβαλε ο εθνικισμός και αναστάτωσε τον κόσμο […] και η πρώτη ορατή συνέπεια αυτής της διανοητικής επιδημίας του αιώνα μας ήταν η ξενοφοβία, η νοσηρή αντιπάθεια, ή έστω ο φόβος, απέναντι στους ξένους. Ο κόσμος βρισκόταν σε άμυνα, παντού τους φέρονταν άσχημα. Οι ταπεινώσεις, που παλιότερα επιφυλάσσονταν στους εγκληματίες, τώρα επιβάλλονταν στους ταξιδιώτες, πριν και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους. Φωτογραφίες και από τις δύο μεριές, προφίλ και ανφάς, με τα μαλλιά αρκετά κομμένα για να φαίνονται καθαρά τα αυτιά. Δαχτυλικά αποτυπώματα, στην αρχή μόνο του αντίχειρα, μετά και από τα δέκα δάχτυλα. Επιπλέον έπρεπε να παρουσιάσεις πιστοποιητικά υγείας και εμβολιασμού, πιστοποιητικό έντιμου βίου από την Αστυνομία, συστατικές επιστολές και πρόσκληση για να επισκεφτείς μια χώρα. Να δώσεις τη διεύθυνση των συγγενών σου, ηθικές και οικονομικές εγγυήσεις, και να συμπληρώσεις ερωτηματολόγια και φόρμες σε τριπλά και τετραπλά αντίτυπα, και αν ένα από όλα αυτά τα έγγραφα χάνονταν, ήσουν κι εσύ χαμένος».

Η σχέση του Τσβάιχ με το διαβατήριό του ήταν κακή — κάθε σφραγίδα ήταν ένα στίγμα, κάθε συνέντευξη με συνοριακό υπάλληλο μια ταπείνωση. Ωστόσο, για άλλους τα διαβατήρια ήταν μια πόρτα στον κόσμο. Η Ναόμι Μίτσισον (Naomi Mitchison) έγραφε ότι το βρετανικό της διαβατήριο την έκανε να νιώθει ως «η πνευματική κληρονόμος όλων εκείνων των μυλόρδων που, στη διάρκεια του μεγαλοπρεπούς εμπορικού παρελθόντος, ταξίδεψαν την Ευρώπη». Δεν το έχω επιβεβαιώσει, ωστόσο νομίζω ότι το βρετανικό διαβατήριο είναι το μόνο όπου αναγράφονται οι κληρονομικοί τίτλοι ή οι τίτλοι τιμής ως επιβεβαίωση της ταυτότητας. Οι κυβερνητικές οδηγίες για τη σωστή χρήση των τίτλων στα διαβατήρια είναι πολύ αστείες. Για παράδειγμα, οι υπάλληλοι που εκδίδουν τα διαβατήρια πρέπει να γνωρίζουν ότι η κόρη ενός βαρώνου ή κάποιου με επίκτητο τίτλο τιμής, αν είναι ανύπαντρη, πρέπει να αναγράφεται ως «Hon[ourable]» (Αξιότιμος) και μετά να ακολουθεί το όνομα και το επώνυμό της. Αλλά, εάν έχει παντρευτεί με ιππότη ή βαρονέτο, τότε πρέπει να αναγράφεται «Hon[ourable] Lady» και μετά να ακολουθεί μόνο το επίθετό της. Και αν είναι παντρεμένη με απλό πολίτη, τότε  αναγράφεται ως «Hon[ourable] Mrs». Έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων με τέτοιες ανοησίες για τους τίτλους των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και όσων φιλοδοξούν να ενταχθούν σε αυτές. Οι οδηγίες λένε επίσης ότι «οι τίτλοι ευγενείας πρέπει πάντα να επαληθεύονται και ο υπάλληλος οφείλει να ανατρέχει στις σχετικές εκδόσεις – στο Peerage (Τίτλοι ευγενείας) των εκδόσεων Debrett, στην τελευταία έκδοση του Who’s Who ή στη London Gazette. Αν έχουν αμφιβολίες, οι υπάλληλοι πρέπει να απευθυνθούν σε ανώτερό τους, ο οποίος μάλλον θα πρέπει να έχει λάβει ειδική εκπαίδευση πάνω στο θέμα από την Νάνσυ Μίτφορντ (Nancy Mitford). Συνέχεια ανάγνωσης

Συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας: Σαν ένα νέο και πιο βαρύ Μνημόνιο

Standard

#Is This a Coup?  #StopTheDeal

του Στρατή Μπουρνάζου

 Διαμαρτυρία προσφύγων, που κάθονται στις γραμμές του τρένου, κρατώντας λουλούδια στα χέρια.Ειδομένη,,1.3.2016.Φωτογραφία EFE


Διαμαρτυρία προσφύγων, που κάθονται στις γραμμές του τρένου, κρατώντας λουλούδια στα χέρια.Ειδομένη,,1.3.2016.Φωτογραφία EFE

Σαν ένα καινούργιο Μνημόνιο – κι αυτό ακόμα πιο βαρύ. Έτσι έλεγε μια φίλη την Τρίτη, όταν βρεθήκαμε στην υποστήριξη του διδακτορικού ενός καλού μας φίλου, ότι νιώθει με την υπογραφή της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας. Ασφαλώς, η αναλογία με όρους ακριβείς δεν στέκει· οι διαφορές είναι σοβαρές και οι επιπτώσεις τους αρκετά διαφορετικές. Ωστόσο, όσοι το λένε –και διαπίστωσα, τις επόμενες μέρες, ότι δεν είναι λίγοι, εντός, εκτός και πέριξ του Σύριζα– έχουν λόγο, ενώ οι όποιες διαφορές επιδεινώνουν την κατάσταση. Γιατί τότε, αν μη τι άλλο, δόθηκε μια μακρά μάχη, και η κυβέρνηση δεν δέχθηκε την «ιδιοκτησία του Μνημονίου», αφού ήταν αποτέλεσμα «πραξικοπήματος» (This is a Coup). Το πλήγμα  όμως της τωρινής συμφωνίας  είναι πιο βαρύ, και επειδή έρχεται σωρευτικά, και επειδή το προσφυγικό-μεταναστευτικό-δικαιωματικό ήταν ένα κρίσιμο πεδίο για την κυβέρνηση και τον Σύριζα. Όχι τόσο για λόγους παράδοσης, αξιακούς  και ευαισθησίας, αλλά και για λόγους ατόφια πολιτικούς: ήταν ένα βασικό πεδίο που έδειχνε τη διαφορά από τη «Δεξιά», αποτελούσε βασικό δίαυλο με τον οποίο η  κυβέρνηση αυτή επικοινωνούσε με τους αλληλέγγυους και τα κινήματα, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, βρίσκοντας απήχηση στην κοινωνία. Και το πλήγμα μοιάζει ασήκωτο, επειδή, τούτη τη φορά η κυβέρνηση διεκδικεί την ιδιοκτησία της συμφωνίας, θεωρώντας τη «διπλωματική επιτυχία» και θετικό, έστω δειλό, βήμα.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναλύσω ξανά τη συμφωνία (τις σκέψεις μου για μια πρώτη αποτίμηση τις έγραψα στα περασμένα Ενθέματα· βλ. «Όχι πια πρόσφυγες, μόνο “παράτυποι», Τα προβλήματά της τα έχουν αναδείξει πολλοί, η Διεθνής Αμνηστία οργανώνει καμπάνια εναντίον της με τίτλο «Don’t Trade Refugees», ο Καρίμ Λαχιτζί, πρόεδρος  της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (FIDH), μιλάει για «ελεεινή επίδειξη κυνισμού».

Θα σταθώ σε δύο σημεία. Πρώτον, βασική επιδίωξη και  κορμός της συμφωνίας, όπως αναφέρεται με σαφήνεια, είναι η μείωση των ροών από την Τουρκία προς τα ελληνικά νησιά. Ξέρουμε, όμως, ότι οι ροές αυτές είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα προσφυγικές (κατά 90%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ)· επομένως, μείωσή τους σημαίνει μείωση των προσφυγικών ροών. Με όποιον τρόπο δηλαδή και αν επιτευχθεί η μείωση (περισσότερο ή λιγότερο νομότυπο –διότι νόμιμος δεν υπάρχει–, εξατομικευμένο, συλλογικό, με επαναπροωθήσεις, χάρη στην παρουσία των νατοϊκών πλοίων, με το χτύπημα των διακινητών και το κλείσιμο των παράνομων οδών, επομένως και  κάθε οδού, αφού νόμιμη οδός δεν υπάρχει κ.ο.κ.), αυτή θα αφορά πρόσφυγες. Συνέχεια ανάγνωσης

Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας: χωρίς καμιά ιστορική επίγνωση

Standard

WEB ONLY

του Τόμας Κλάου

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Eιδομένη, Μάρτιος 2016. Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Τσακαλίδη/SOOC (πηγή: Al Jazeera)

Eιδομένη, Μάρτιος 2016. Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Τσακαλίδη/SOOC (πηγή: Al Jazeera)

Χάος και θάνατος στην Ειδομένη: πρόσφυγες διωγμένοι από τον πόλεμο, τον εμφύλιο πόλεμο, την τρομοκρατία και γενοκτονικών εκκαθαρίσεων προσπαθούν απεγνωσμένα να καταφέρουν να φτάσουν στην Ευρώπη προτού εμείς οι Ευρωπαίοι, κάτοικοι μιας από τις πλουσιότερες και πιο ισχυρές περιοχές του πλανήτη, κλείσουμε την πόρτα στα μούτρα τους. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες οδηγούν την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε οριακό σημείο και εκλιπαρούν την τουρκική ηγεσία που κινείται ολοένα και περισσότερο στα χνάρια του Πούτιν, να μετατρέψει τη χώρα της σε νοτιοανατολικό προπύργιο της Ευρώπης, σε έναν τόπο απελπισίας κι όχι ελπίδας για εκατομμύρια ξεριζωμένους ανθρώπους, χωρίς κανέναν πόρο, από τη Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Μπανγκλαντές ή την Αφρική.

Οι εικόνες του πόνου, του εκτοπισμού και του θανάτου στα σύνορα της Ευρώπης, και μάλιστα εντός των ορίων της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένουν φρικιαστικές, αλλά έχουν χάσει την αιχμηρότητά τους, μεταμορφωμένες σε μια νέου είδους ζοφερή ευρωπαϊκή κανονικότητα.

Μια πολιτισμική επιλογή

Η καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, με τη μοναδική της ικανότητα να διαβάζει τις διαθέσεις της κοινής γνώμης, και αντιλαμβανόμενη το σημείο σύγκλισης των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών, φρόντισε στη συνέχεια να ξεφορτωθεί παλιές αλήθειες, όταν η απόκλισή τους από την πραγματικότητα τις έκανε μη ρεαλιστικές, και κατέληξε, τις τελευταίες εβδομάδες στο δικό της ζοφερό συμπέρασμα για τη νέα μεγάλη πολιτισμική επιλογή που κάνει συλλογικά η Ευρώπη. Εγκαταλείποντας το ρόλο του agent provocateur για ένα ανθρώπινο άνοιγμα προς τους πρόσφυγες και την ανάγκη τους να ξαναδημιουργήσουν τις ζωές τους, η Μέρκελ στάθμισε τις διαθέσεις των ηγετών της ΕΕ και διαπίστωσε ότι, μεταξύ των 28, σχεδόν μόνο αυτή αντιλαμβανόταν το μεγάλο προσφυγικό δράμα της εποχής μας πρωτίστως ως ανθρωπιστικά επιτακτικό και δευτερευόντως ως πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό δίλημμα.

Στη συνέχεια, η συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας, που εκπονήθηκε υπό την καθοδήγηση της Μέρκελ, θέτει πάρα πολλά νομικά και πρακτικά ζητήματα, για να θεωρηθεί ως ένα ακλόνητο θεμέλιο της μελλοντικής πολιτικής της Ε.Ε. σχετικά με το δικαίωμα ασύλου και προστασίας. Ωστόσο, οι πολιτικές και κοινωνικές ευρωπαϊκές δυναμικές από την οποία έχει προκύψει, είναι πλέον ξεκάθαρες.

Ο πολιτισμός της μνησικακίας Συνέχεια ανάγνωσης

Στα Ενθέματα αύριο 6 Μαρτίου

Standard

Στα «Ενθέματα» αύριο Κυριακή 6 Μαρτίου

Στα περίπτερα εντός της «Αυγής», στο μπλογκ τους (enthemata.wordpress.com), στο facebook (Enthemata Avgis)και στο twitter: @enthemata

Κείμενα των: Ζύγκμουντ Μπάουμαν, Χάρη Αθανασιάδη, Ράινερ Μπάουμπεκ, Μαρίας Χαϊδοπούλου-Βρυχέα, Βόλφγκανγκ Στρέεκ, Νίκου Σαραντάκου, Γιάννη Στουραΐτη, Ντάνιελ Τρίλινγκ

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτιδα"

Α. Μοντιλιάνι, «Καρυάτιδα»

Ο μεταναστευτικός «ηθικός πανικός» και οι (κατα)χρήσεις του. Ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν γράφει για τον φόβο που προκαλούν στις δυτικές κοινωνίες οι μεταναστευτικές ροές. «Η πρώτη παρόρμηση ακολουθεί, έστω και σε σύγχρονη μορφή, το σχήμα που περιέγραφε ο Αίσωπος στον μύθο με τους λαγούς και τα βατράχια. Οι λαγοί του μύθου δεν ήξεραν πλέον πού να καταφύγουν για να γλιτώσουν από το κυνηγητό των άλλων ζώων. Με το που έβλεπαν έστω κι ένα ζώο να τους πλησιάζει, το έβαζαν στα πόδια. Μια μέρα συνάντησαν μια αγέλη αφηνιασμένων αλόγων, και πανικόβλητοι έτρεξαν για μια κοντινή λίμνη, αποφασισμένοι να πνιγούν παρά να συνεχίσουν να ζουν μέσα στο φόβο. Αλλά καθώς πλησίαζαν στην όχθη, κάποιοι βάτραχοι, τρομαγμένοι με τη σειρά τους απ’ τους επερχόμενους λαγούς, πήδηξαν βιαστικά μες στο νερό. “Τελικά”, είπε ένας λαγός, “τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα”. Το ηθικό δίδαγμα του μύθου είναι ξεκάθαρο: η ικανοποίηση που ένιωσε ο λαγός –ένα ευπρόσδεκτο διάλειμμα από την καθημερινή απόγνωση του θηράματος– προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πάντα κάποιος που κουβαλάει βαρύτερο σταυρό από τον ίδιο. […]

Η πολιτική του αμοιβαίου διαχωρισμού και της τήρησης αποστάσεων, η οικοδόμηση τειχών αντί για γέφυρες και η καταφυγή σε ηχομονωμένους «ηχοθαλάμους» αντί για ανοιχτές γραμμές απαραμόρφωτης επικοινωνίας (ακόμα και η νίψη των χειρών ή η διακήρυξη της αδιαφορίας, μεταμφιεσμένης έστω σε ανεκτικότητα) δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στην έρημο της αμοιβαίας δυσπιστίας, αποξένωσης και επιδείνωσης. Παρότι μοιάζει βραχυπρόθεσμα καθησυχαστική (γιατί διώχνει την πρόκληση εκτός πεδίου), αυτή η απατηλή, αυτοκτονική πολιτική συσσωρεύει εκρηκτικές ύλες που είναι έτοιμες να εκραγούν στην πρώτη φυτιλιά. Κι έτσι, ένα συμπέρασμα πρέπει να είναι εξίσου ξεκάθαρο: ο μόνος δρόμος που μας απομακρύνει από την τωρινή δυσφορία και τη μελλοντική συμφορά περνά μέσα από την απόρριψη του ύπουλου πειρασμού του διαχωρισμού. Ακόμα καλύτερα, μέσα από την ακύρωσή του, την αποσυναρμολόγηση των φραχτών των «κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας» και το πλησίασμα των ενοχλητικών διαφορών, ανομοιοτήτων και των αυτοεπιβαλλόμενων χασμάτων σε στενή, καθημερινή και όλο και πιο άμεση επαφή –η οποία ελπίζω ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας γόνιμης σχέσης των δύο μερών αντί για την τωρινή, αυτοτροφοδοτούμενη σχάση ανάμεσά τους». (μετάφραση Δημήτρης Ιωάννου).

Η πραγματική αιτία της προσφυγικής κρίσης είναι η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών. Συνέντευξη του Ράινερ Μπάουμπεκ στον Δημήτρη Χριστόπουλο. Μιλάει για τις πολιτικές ιθαγένειας στην Ε.Ε, την ένταξη των μεταναστών, τις προοπτικές του προσφυγικού και τον ρόλο της Ελλάδας. «Το φθινόπωρο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσαν να έχουν αυξήσει την πίεση προς τα απρόθυμα κράτη-μέλη, αν είχαν ξεκινήσει επίσημα την επαναδιαπραγμάτευση της Συμφωνίας του Δουβλίνου. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα, η Ιταλία και όλα τα κράτη του “διαδρόμου” προς τη Γερμανία και τη Σουηδία δεν έχουν, εκ των πραγμάτων. κανένα κίνητρο να καταγράφουν τους πρόσφυγες, μια και αυτοί μπορούν ανά πάσα στιγμή να τους σταλούν πίσω από οποιοδήποτε κράτος προορισμού. Οι μηχανισμοί μετεγκατάστασης και επανεγκατάστασης μπορούν να ξεκολλήσουν μόνο αν τα κράτη-μέλη γνωρίζουν ότι δεν μπορούν πια να παίξουν το χαρτί του Δουβλίνου για να ενισχύσουν μια κατάφωρα άδικη κατανομή των προσφύγων και των βαρών που συνεπάγεται η υποδοχή τους. Φοβάμαι ότι το «παράθυρο ευκαιρίας» για μια τέτοια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση έχει ήδη κλείσει. Αυτό που μοιάζει πλέον πιο πιθανό είναι τα κράτη-μέλη να συντονιστούν στο θέμα του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων, επιμένοντας παράλληλα στη διακριτική ευχέρεια του καθενός να αποφασίζει από μόνο του πόσους και ποιους πρόσφυγες θα υποδέχεται» (μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου).

Από τον «Γεροστάθη» μέχρι το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Τα αποσυρθέντα σχολικά βιβλία, 1858-2008. Συνέντευξη του Χάρη Αθανασιάδη. Μιλάει για τη δημόσια, τη σχολική και την εθνική ιστορία, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας της μελέτης του «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008. «Στην Ιστορία υπάρχουν τομές και συνέχειες. Ή, καλύτερα, εμείς, ανάλογα με το αντικείμενό μας, διακρίνουμε εκ των υστέρων τομές και συνέχειες. Με κριτήριο τις διαμάχες για τη σχολική Ιστορία, που είναι το θέμα του βιβλίου, ο τελευταίος αιώνας μπορεί να ιδωθεί ως καταρχήν ενιαία περίοδος: Από το 1919, όταν εκτυλίχθηκε η πρώτη διαμάχη με αφορμή το πασίγνωστο αναγνωστικό του Ζαχαρία Παπαντωνίου Τα Ψηλά Βουνά ως το 2008, όταν καταλάγιασε ο θόρυβος που προξένησε το εγχειρίδιο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού – μα και μέχρι σήμερα, εκτιμώ, εφόσον ευρύτερες διαμάχες όπως αυτή για τον ιστορικό Χάιντς Ρίχτερ μοιάζουν και εν πολλοίς είναι ομόλογες με αυτές που το βιβλίο ανατέμνει. Βέβαια, κάθε διαμάχη είχε τις δικές της ιδιαίτερες αιτίες και τα δικά της διακυβεύματα που συνδέονταν πολλαπλά με την εκάστοτε συγκυρία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την οξύτατη αντιπαράθεση για τα Ψηλά Βουνά δίχως να λάβουμε υπόψη την πανσπερμία των εθνοτήτων που κλήθηκε να ενσωματώσει η Ελλάδα ύστερα από τους Βαλκανικούς Πολέμους, ούτε να καταλάβουμε την πολεμική σε ένα βιβλίο βυζαντινής Ιστορίας του 1965 δίχως να τη συσχετίσουμε με την ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο και την επιστροφή της το 1958».

Το τέλος του «δημοκρατικού καπιταλισμού» στην Ευρώπη. Συνέντευξη του Βόλφγκανγκ Στρέεκ στον Τζόνας Μπιρτς και τον Γιώργο Σουβλή (από το περ. Jacobin). Μιλάει για τη μεταδημοκρατία, την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, τον ΣΥΡΙΖΑ, το μέλλον της πλήρους απασχόλησης. «Η δημοκρατία στον καπιταλισμό είναι δημοκρατία στον βαθμό που διορθώνει τα αποτελέσματα των δράσεων των αγορών προς την κατεύθυνση της ισότητας. Η οικονομική απελευθέρωση αποσυνδέει τη δημοκρατία από την οικονομία – την καθιστά στεγνή. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ονομάζουμε μεταδημοκρατία: η πολιτική ως μαζικό θέαμα, ως κομμάτι της βιομηχανίας του θεάματος. Ένας τρόπος αποσύνδεσης της δημοκρατίας από την οικονομία είναι η μεταβίβαση της οικονομικής πολιτικής από τα χέρια των εθνικών κοινοβουλίων και των κυβερνήσεων στα χέρια «ανεξάρτητων» θεσμών όπως οι κεντρικές τράπεζες και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και Διεθνών Οργανισμών όπως το ΔΝΤ. Το ευρώ, όπως θεσπίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, έχει με αυτό τον τρόπο αποδημοκρατικοποιήσει –αλλά σε καμία περίπτωση αποπολιτικοποιήσει– τη νομισματική και οικονομική πολιτική στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. […] Η ιστορική ψευδαίσθηση του μεταπολεμικού κεϋνσιανισμού ήταν η πίστη ότι αυτό που στην πραγματικότητα παρέμεινε μια καπιταλιστική οικονομία είχε μετατραπεί σε μια πολιτικά ουδέτερη μηχανή δημιουργίας πλούτου και απασχόλησης, έτοιμης να λειτουργεί από επαγγελματίες μηχανικούς που ονομάζονταν “οικονομολόγοι”». (μετάφραση Γιάννης Χατζηδημητράκης)

Εγκλωβισμένοι στα χοτ σποτ. Ο Νίκος Σαραντάκος στη στήλη του «Oι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» γράφει για τα χοτ σποτ: «Όσο για το αγγλικό hot spot, κι αυτός ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές και σε διάφορους τομείς. Ας πούμε, πριν από καναδυό χρόνια, σε πιο ξένοιαστους καιρούς, αρκετοί αναζητούσαν πώς και πώς να βρουν ένα χοτ σποτ, διότι έτσι ονομάζονται (και) τα σημεία όπου μπορεί κανείς να συνδέσει το κινητό του με ένα ασύρματο δίκτυο (wi-fi), ενώ στη γεωλογία ο όρος δηλώνει τα σημεία έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας, θερμά σημεία δηλαδή, ενώ ακόμα πιο παλιά ο όρος σήμαινε ένα «καυτό» κέντρο διασκέδασης ή ακόμα και μια δερματική φλεγμονή. Ωστόσο, τώρα κυριαρχεί η νιόφερτη σημασία, των κέντρων υποδοχής προσφύγων στις χώρες πρώτης γραμμής, και κυρίως στην Ελλάδα. Στα κέντρα αυτά θα γίνεται λοιπόν η καταγραφή των προσερχομένων, η διαλογή των προσφύγων από τους μετανάστες – αλλά δεν είναι σαφές τι θα γίνεται στη συνέχεια, αφού η προώθηση των προσφύγων στις χώρες όπου επιθυμούν να εγκατασταθούν γίνεται με το σταγονόμετρο, ενώ ακόμα πιο δύσκολη έχει αποδειχτεί, τουλάχιστον ως τώρα, η επιστροφή εκείνων που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρόσφυγες στην Τουρκία ή στις χώρες καταγωγής τους».

Ο Τσε, ο «άνθρωπος-μάρτυρας» και άλλες σκέψεις για την Αριστερά του σήμερα. Γράφει η Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα: «Αν το πρότυπο του καπιταλισμού είναι ο οικονομικός άνθρωπος, τότε η δικιά μας πρόταση δεν μπορεί να είναι ο «άνθρωπος-μάρτυρας». Όσο αφηρημένος είναι ο οικονομικός άνθρωπος άλλο τόσο αφηρημένος είναι και ο “άνθρωπος-μάρτυρας”: ένας άνθρωπος, δηλαδή, εκτός πρακτικών μιας συλλογικής καθημερινότητας, χωρίς σώμα, χωρίς σχέσεις, χωρίς «προσωπική» ζωή, χωρίς ανάγκες, φίλους και συγγενείς, εκτός πολιτισμικών πλαισίων. Οι συνήθεις ήρωες μόνο την υπέρτατη στιγμή τα καταφέρνουν και εξυψώνονται πέρα από τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά. Τον υπόλοιπο καιρό αποτυγχάνουν να αντεπεξέλθουν ως πατέρες, ως φίλοι, ως σύντροφοι. Δεν μπορεί να είναι αυτή η δικιά μας πρόταση. Ο δικός μας άνθρωπος ή «ανθρώπισσα» ή άτομο ή ό,τι άλλο αποφασίσουμε να το ονομάσουμε, έχει καθημερινότητα και σχέσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ανάγκες και επιθυμίες.. Και μέσα από αυτή την επαφή με το συλλογικό ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο. (Γι’ αυτό κι ο τόπος, όπου μεγαλώνουμε, όπου ζούμε, έχει σημασία – αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση)».

Η «μεταεθνικιστική» Ευρωπαϊκή Ένωση ως ζωτικός χώρος του εθνικισμού. Ο Γιάννης Στουραΐτης σχολιάζει ο επιχείρημα ότι η Ε.Ε λειτουργεί ως παράγοντας ανάσχεσης των εθνικισμών. «Ο πολιτικός λόγος που επικαλείται τον μεταεθνικιστικό χαρακτήρα της Ε.Ε. βασίζεται, έτσι, σε μια επιφανειακή προσέγγιση. Η διάβρωση της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας των εθνικών κρατών από έναν ιεραρχικό υπερκρατικό μηχανισμό σαφώς και συνέβαλε στην περιθωριοποίηση του πολέμου ως εν δυνάμει μέσου επίλυσης των διαφορών ισχύος μεταξύ τους και, ως εκ τούτου, υποβάθμισε τον ρόλο του εθνικισμού ως ιδεολογικού εργαλείου προώθησης και δικαιολόγησης πολεμικών συγκρούσεων. Παρά τη διακηρυγμένη ανησυχία των απανταχού επαγγελματιών πατριωτών, όμως, ελάχιστα αποδόμησε τις εθνικές ιδεολογίες και τις πραγμοποιημένεςθνοπολιτισμικές ταυτότητες που συνδέονται με αυτές. Αντιθέτως, αποδεδειγμένα τις ενίσχυσε, με αποτέλεσμα, έπειτα από πλείστες συνθήκες «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» ο εθνικισμός να παραμένει η κατεξοχήν κυρίαρχη λειτουργική ιδεολογία των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, γεγονός με το οποίο συνδέεται η ολική επαναφορά του ρατσισμού, που αντικατοπτρίζεται στην άνοδο της ακροδεξιάς στα περισσότερα κράτη-μέλη».

WEBONLY. Στο εβραϊκό νεκροταφείο της Βάνζεε του Ντάνιελ Τρίλινγκ. Ο δημοσιογράφος και ερευνητής Daniel Trilling επισκέφτηκε το εβραϊκό νεκροταφείο της Βάνζεε, όπου είναι θαμμένος ο προ-προπάππους του Ilya B, γενημμένος γύρω στο 1880 σε μια μεσοαστική οικογένεια του Κιέβου. Με αφορμή την επίσκεψη αυτή, μας αφηγείται την ιστορία των προγόνων του, από το Κίεβο στο Βερολίνο και μετά στην Αγγλία και μας θυμίζει μια «όχι και τόσο καινούργια ιστορία»: πώς η κραυγή «Οι πρόσφυγες φταίνε!» ήταν πάντα η εύκολη λύση (μετάφραση: Δανάη Καρυδάκη· η μετάφραση πρωτοδημοσιεύτηκε στο ohnebinde.wordpress.com, από όπου και την αναδημοσιεύουμε).

Γιατί τα θωρηκτά δεν είναι λύση για την προσφυγική κρίση

Standard

του Ρούμπεν Άντερσον

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Από  «Το Μαύρο είδωλο της Αφροδίτης»  του Γιάννη Καλαϊτζή (εκδ. Ars Longa, 1990)

Από «Το Μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» του Γιάννη Καλαϊτζή (εκδ. Ars Longa, 1990)

Ακόμα μια εβδομάδα πέρασε, και μας έφερε ακόμα ένα σχέδιο που γράφτηκε στο πόδι για να επιλύσει, υποτίθεται, την προσφυγική κρίση. Το καινούριο αυτό σχέδιο είναι το «στείλτε τα θωρηκτά».[1]

Η πανικόβλητη απόφαση να εμπλακεί το ΝΑΤΟ στην προσφυγική κρίση δεν είναι μόνο ένα πρωτοφανές στάδιο στη συνεχιζόμενη στρατικοποίηση των ευρωπαϊκών συνόρων, αλλά ταιριάζει επίσης και στη μακραίωνη πλέον τάση να θεωρούνται οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που φτάνουν στις ακτές μας με βαρκούλες ως μια επείγουσα κατάσταση που μπορεί να αντιμετωπιστεί μονάχα με αύξηση της συνοριακής ασφάλειας.

Από τη στιγμή που λανσαρίστηκε η συμφωνία Σένγκεν για την ελεύθερη διακίνηση τη δεκαετία του 1990, οι κυβερνήσεις εστίασαν στο καθήκον να αυξήσουν την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ ως υποκατάστατο μιας πραγματικά κοινής προσέγγισης των πολιτικών μετανάστευσης και ασύλου. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα με αυτή τους τη σπουδή: δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Όπως ακούραστα επαναλαμβάνουν πολλοί ερευνητές[2] (μεταξύ τους κι εγώ), οι προσπάθειες να περιοριστεί η μετανάστευση δια της αστυνόμευσης των συνόρων και της ανακοίνωσης πολιτικών αποτροπής δεν μπορούν να φέρουν αποτελέσματα από τη στιγμή που δεν αντιμετωπίζονται οι ριζικές αιτίες του φαινομένου – από τις εντεινόμενες παγκόσμιες ανισότητες ως τη ζήτηση φτηνού εργατικού δυναμικού στις χώρες προορισμού, κι από τα διασυνοριακά δίκτυα συγγένειας ως τη βία και την καταπίεση. Αντίθετα, κάνουν την κατάσταση χειρότερη – πιο χαοτική, πιο θανατηφόρα, πιο αρπακτική. Συνέχεια ανάγνωσης

Άρατε πύλας! Ο φράχτης και οι προτεραιότητες

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Αστυνομικός κοιτάζει μέσα από τον φράχτη, στη Νέα Βύσσα,. Πηγή,

Αστυνομικός κοιτάζει μέσα από τον φράχτη, στη Νέα Βύσσα,. Πηγή, «Irish Examioner», 7.9.2015

Τον περασμένο Γενάρη, έγραφα σ’ αυτές τις σελίδες ένα σχόλιο για τον «πρωθυπουργό του φράχτη», τον Α. Σαμαρά, ο οποίος εν μέσω προεκλογικής περιόδου επισκεπτόταν τον Έβρο και παρουσίαζε το συνοριακό τείχος ως «επίτευγμα» και «σημαντικό έργο για τον τόπο». Το επίτευγμα στο οποίο αναφερόταν ο τότε πρωθυπουργός στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλο από τη μείωση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών στα χερσαία σύνορα και τη μετατόπισή τους προς τη θάλασσα με ό,τι αυτό συνεπάγεται: περισσότερα ναυάγια, δηλαδή, και πνιγμούς εκατοντάδων ανθρώπων.

Σήμερα, πολλά έχουν αλλάξει και, παρά τις σημαντικές ανεπάρκειες και τα προβλήματα, η ελληνική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει για πρώτη φορά να συγκροτήσει μια πολιτική για το θέμα. Για δύο λόγους: αφενός επειδή το μεταναστευτικό υπήρξε ένα ζήτημα αιχμής για τους ανθρώπους της Αριστεράς με σοβαρές επεξεργασίες στο προηγούμενο διάστημα, και αφετέρου επειδή η έξαρση της προσφυγής κρίσης δεν άφηνε περιθώρια στη «μη πολιτική» που συνήθιζαν να επιλέγουν ως (μη) λύση οι παρελθούσες κυβερνήσεις, κρατώντας βαθιά χωμένο το κεφάλι τους στην άμμο της ρητορικής τρομοκρατίας, των επιχειρήσεων «σκούπα» και των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Παρ’ όλ’ αυτά ο φράχτης του Έβρου συνεχίζει να υφίσταται και αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις των υπευθύνων δεν υπάρχει πρόθεση να γκρεμιστεί στο άμεσο μέλλον. Ξεκίνησε επί ΠΑΣΟΚ, ολοκληρώθηκε και δοξάστηκε επί Σαμαρά και διατηρείται επί των ημερών ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο Γ. Μουζάλας, αυτή την Παρασκευή, δήλωσε πως ο ίδιος «συμφωνεί θεωρητικά», πως είναι λογικό αλλά προς το παρόν μη εφικτό να πραγματοποιηθεί η κατεδάφισή του· την ίδια μέρα ο πρωθυπουργός καταφερόταν, σωστά, στη Βουλή εναντίον μιας Ευρώπης των τειχών και των κλειστών συνόρων, χωρίς ωστόσο συγκεκριμένη αναφορά στην ελληνική περίπτωση.

Συχνά λέγεται ότι ο φράχτης δεν είναι προτεραιότητα. Ασφαλώς, το να θέτει μια κυβέρνηση προτεραιότητες σε συνθήκες περιορισμένης δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής είναι και εύλογο και σημαντικό. Είναι σημαντικό, επίσης, να αναγνωρίζουμε τους συσχετισμούς, τα όρια και τις δυσκολίες που υπάρχουν σήμερα. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι, ακριβώς, ποιες είναι αυτές οι προτεραιότητες. Αυτό που θα περίμενε κανείς να αποτελεί την πρώτη, την απόλυτη προτεραιότητα σε μια προσφυγική κρίση του 21ου αιώνα είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Κι αυτό δεν συμβαίνει ούτε στην Ευρώπη, ούτε στη χώρα μας, παρόλο που οι προσπάθειες για τη διάσωση ανθρώπων –με τη συμμετοχή και τον καθοριστικό ρόλο εθελοντών και ντόπιων– που παλεύουν με τα κύματα στο Αιγαίο είναι συγκινητικές και πολλές φορές υπεράνθρωπες. Συνέχεια ανάγνωσης

Τα ασυνεχή σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Standard

του Φελίτσε Μομέτι και της Σίντζια Αρούζα

μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης

Το ξεκίνημα. Αλληλέγγυοι Aυστριακοί φορτώνουν τα αυτοκίνητά τους στη Βιέννη, για να ξεκινήσουν το ταξίδι προς την Ουγγαρία, 6.9.2015 (πηγή: www.vice.com/)

Το ξεκίνημα. Αλληλέγγυοι Aυστριακοί φορτώνουν τα αυτοκίνητά τους στη Βιέννη, για να ξεκινήσουν το ταξίδι προς την Ουγγαρία, 6.9.2015 (πηγή: http://www.vice.com/)

Η δυνατή εικόνα των χιλιάδων μεταναστών να βαδίζουν μαζί στον αυτοκινητόδρομο μεταξύ Βουδαπέστης και Βιέννης, την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, είναι μια από εκείνες τις εικόνες που σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής. Κάνει ορατή την παντελή αποτυχία των ευρωπαϊκών πολιτικών για τη μετανάστευση και το πολιτικό άσυλο, ενώ συμβολίζει τη συνεχιζόμενη ανοιχτή αμφισβήτηση των συνόρων της Ευρώπης-φρούριο. Ως μέρος αυτής της αμφισβήτησης, χιλιάδες εθελοντές οργάνωσαν ένα κομβόι αυτοκινήτων για να οδηγήσουν τους πρόσφυγες εκτός της Ουγγαρίας, όπου κινδυνεύουν με κράτηση σε ανασφαλή και υπερπλήρη στρατόπεδα: μια πράξη αλληλεγγύης, και, ταυτόχρονα, μια πράξη περιφρόνησης, αφού στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου η πρωτοβουλία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως διακίνηση ανθρώπων. Συνέχεια ανάγνωσης