Μία, δύο, τρεις, πολλές Μεταπολιτεύσεις;

Standard

Σκέψεις για τους νέους προσανατολισμούς στη μελέτη της Μεταπολίτευσης με αφετηρία τον συλλογικό τόμο «Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων», επιμέλεια: Μάνος Αυγερίδης, Έφη Γαζή, Κωστής Κορνέτης (εκδ. Θεμέλιο)

της Ελένης Κούκη

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (ΑΣΚΙ)

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (ΑΣΚΙ)

Μέσα στην οικονομική κρίση, ένας νέος κύκλος συζήτησης για το φαινόμενο της Μεταπολίτευσης άνοιξε. Μπορεί να μην απέκτησε την ένταση που προσέλαβε στην Ισπανία η επαναξιολόγηση της δικής τους transiciόn (όπως μας έδειξε ο Κωστής Κορνέτης στον συλλογικό τόμο του Θεμέλιου, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω) ωστόσο τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες. Καταρχάς το συνέδριο «Μεταπολίτευση: Από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;» (Ιστορείν – Freie Universität, Δεκέμβριος 2012), που κατέληξε στην πρόσφατη έκδοση του τόμου Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων (Θεμέλιο, 2015). Ενδιάμεσα, το 2014,  στο πλαίσιο των σεμιναρίων της Ερμούπολης διοργανώθηκε μια συνάντηση με τίτλο «Μεταπολίτευση 1974-1975. Από το πραξικόπημα της Κύπρου στις δίκες της Χούντας». Ορισμένες από αυτές τις ανακοινώσεις αναμένεται να εκδοθούν σύντομα, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Ακόμα, σημάδι ανανεωμένου ενδιαφέροντος υπήρξε και η ενασχόληση των εργαστηρίων των ΑΣΚΙ με την περίοδο 1974-1981, καθώς και με τη δεκαετία του ’80.

Φυσικά, δεν πρόκειται για πρωτοβουλίες που δημιουργούν από το μηδέν ένα πεδίο έρευνας∙ αντίθετα, βασίζονται σε μια βιβλιογραφία από καιρό δομημένη κυρίως χάρη στους πολιτικούς επιστήμονες. Κατά τη γνώμη μου, όμως, αποτελούν μια διακριτή στιγμή στην πορεία της ιστορικοποίησης της Μεταπολίτευσης. Διότι είναι επεξεργασίες που βασίζονται στη βεβαιότητα ότι η Μεταπολίτευση, ό,τι κι αν υπήρξε αυτή, έχει πια τελειώσει. Είναι προσπάθειες να ιδωθούν συνολικά τα πράγματα. Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι ανοίγουν ένα διάλογο για την περιοδολόγηση — για το ποια είναι τα χρονικά όρια του ιστορικού φαινομένου. Αυτό τον διάλογο με τις άλλοτε συμπληρωματικές και άλλοτε αντικρουόμενες προτάσεις δεν πρέπει να βιαστούμε να τον κλείσουμε, καθώς κάθε συζήτηση για τα όρια ενός πράγματος είναι ταυτόχρονα και μια συζήτηση που διαμορφώνει τον πυρήνα του, το πλαίσιο της πρόσληψής του. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «πρόβλημα νεολαία»

Standard

ΝΕΟΛΑΙΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ-1

συνέντευξη του Κώστα Κατσάπη

«Ηθικός πανικός» για τη νεολαία: μια έννοια σημαντική και στις δύο μελέτες. Πότε συγκροτείται ιστορικά στην Ελλάδα, αυτός ο «ηθικός πανικός»;War Is Over

Ως «ηθικό πανικό» τείνουμε να ορίζουμε την έντονη ανησυχία που κυριάρχησε τον δημόσιο λόγο στη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών σχετικά με την πορεία μιας νεολαίας που φαινόταν «ατίθαση», «εν κινδύνω» ή πολύ απλά ανεξέλεγκτη. Ο φόβος για τη νεολαία βεβαίως, δεν είναι ένα φαινόμενο που συναντάται για πρώτη φορά στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Γνωρίζουμε καλά πως η εμφάνιση της νεολαίας ως μιας διακριτής κοινωνικής κατηγορίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, φαινόμενο αλληλένδετο με την ύπαρξη για πρώτη φορά στις δυτικές κοινωνίες ενός ελεύθερου χρόνου ανάμεσα στην εξαρτημένη παιδική ηλικία και στις πολλαπλές ευθύνες της ενηλικίωσης, συνδυάστηκε με μία έντονη ανησυχία που αφορούσε τη  διαχείριση αυτού ακριβώς του ελεύθερου χρόνου. Οπωσδήποτε όμως, ο όρος «ηθικός πανικός» τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, δεν μπορούμε να πούμε πως εμφανίζεται παρά την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, πολύ εμφανώς στα μέσα της δεκαετίας με σημείο – τομή την εμφάνιση του ροκ εν ρολ και με πρωτοφανή ορμή από τις αρχές της επόμενης, ο «ηθικός πανικός» θα κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο, κάτι άλλωστε που λίγο- πολύ όλοι γνωρίζουμε από τις αποτυπώσεις του στον κινηματογράφο σε μια σειρά από κοινωνικά δράματα που προβάλλονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (Στεφανία, Κατήφορος, Νόμος 4000 κλπ).

Συνέχεια ανάγνωσης

Για την Αριστερά και τα πανεπιστήμια

Standard

της Ντίνας Βαΐου

Ανρί Ματίς, "Χρυσόψαρα", 1911

Ανρί Ματίς, «Χρυσόψαρα», 1911

Τα Ενθέματα αφιέρωσαν τις τελευταίες δύο Κυριακές αρκετό από τον χώρο τους στα πανεπιστήμια[1], εγκαινιάζοντας έναν ενδιαφέροντα και επίκαιρο διάλογο, σε μια περίοδο όπου τα πανεπιστήμια βρίσκονται στο στόχαστρο λυσσαλέων επιθέσεων — θεσμικών, οικονομικών και ιδεολογικών. Στο διάλογο αυτό φιλοδοξεί να συμβάλει και το σύντομο τούτο σχόλιο, αναγκαστικά πατώντας στα τριάντα δύο χρόνια δουλειάς στο ΕΜΠ.

Τρεις προκαταρκτικές παρατηρήσεις: Πρώτη, η ιστορία και οι μεταλλαγές του ελληνικού πανεπιστημίου δεν είναι αδιερεύνητο πεδίο, η σχετική βιβλιογραφία είναι πλούσια και μπορεί να υποβοηθήσει την εξασθενημένη μνήμη ή την άγνοια πολλών πανεπιστημιακών[2]. Δεύτερη, οι μετά-το-1974 μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση (κι όχι μόνο) δεν είναι αποτέλεσμα εμπνευσμένων θεσμικών παρεμβάσεων διαπρεπών ανδρών (και γυναικών;), αλλά και κοινωνικών διεκδικήσεων, συγκρούσεων και προσαρμογών όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την άποψη αυτή, το πανεπιστήμιο αποτελεί σημαντική συνιστώσα και διαρκές επίδικο του εκδημοκρατισμού που συνδέεται με όσα σηματοδοτεί ο όρος «μεταπολίτευση». Τρίτη, ο νόμος-πλαίσιο (Ν. 1268/1982, σε συνέχεια του Ν. 815/1978) είναι σημαντικός σταθμός –ίσως και σημείο εκκίνησης — στη διαδικασία εκδημοκρατισμού του πανεπιστημίου. Οι διαδοχικές αναθεωρήσεις, ήδη από την επαύριο της ψήφισής του, στόχευσαν –και πέτυχαν– τον περιορισμό των δημοκρατικών ανοιγμάτων, μέχρι την κατάργησή τους και τη ρεβανσιστική επάνοδο της Δεξιάς που προδιέγραψε ο Ν4009/2011. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τη Βαϊμάρη στη Μεταπολίτευση: Οι ιστορικές αναλογίες και η αναζήτηση του Ηγέτη

Standard

του Κωστή Καρπόζηλου

Αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα του 1974

Αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα του 1974

Την προηγούμενη Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014, Η Καθημερινή και Το Βήμα δημοσίευσαν το δελτίο Τύπου του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» για την πτώση της δικτατορίας και τη μετάβαση της Ελλάδας στη δημοκρατία. Η προβεβλημένη τυπογραφικά δημοσίευση, όχι στριμωγμένη σε μονόστηλο, ξεχωρίζει, καθώς αποτελεί τη μοναδική ανακοίνωση που συνόδευσε τα αφιερωματικά κείμενα γύρω από τα γεγονότα της Κύπρου και την πολιτειακή μεταβολή. Η σημειολογία είναι σαφής: Μεταπολίτευση ίσον Καραμανλής. Η μορφή του πρωθυπουργού της κυβέρνησης εθνικής ενότητας κυριαρχεί. Στις φωτογραφίες και στις λεζάντες, στους τίτλους και στα κύρια άρθρα, η ανάλυση της ιστορικής μεταβολής διανθίζεται με υμνητικές αναφορές στον «παράκλητο των Ελλήνων» ή εικόνες βγαλμένες από τη γλώσσα των σχολικών εκθέσεων: κατά τον εκδότη του Βήματος Σταύρο Π. Ψυχάρη ο Καραμανλής «στέκεται [στο βάθρο της Ιστορίας] πλάι στον Ελευθέριο Βενιζέλο και του χαμογελά ανταγωνιστικά». Η σύγκληση των πάλαι ποτέ ανταγωνιστικών εκφραστών της παραδοσιακής Δεξιάς και του πάντα ανήσυχου, και μονίμως συντηρητικού, Κέντρου αντανακλά την ανάδυση ενός νέου τρόπου ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης: η σύνθετη και κυρίως απρόβλεπτη μετάβαση στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία μετατρέπεται σε μια γραμμική αφήγηση γεγονότων στα οποία δεσπόζει η μορφή ενός ισχυρού άνδρα.

Αφίσα της Νέας  Δημοκρατίας για τη Μεταπολίτευση, 2014

Αφίσα της Νέας Δημοκρατίας για τη Μεταπολίτευση, 2014

Ο «Καραμανλής αποκαθιστά τη δημοκρατία» ήταν ο πρωτοσέλιδος –και δηλωτικός στην ενεργητική του σύνταξη– τίτλος της Καθημερινής, ενώ λίγες μέρες μετά η μορφή του Καραμανλή δέσποζε στην εικαστικά άψογη αφίσα της Νέας Δημοκρατίας με την οποία πληροφορούμαστε ότι «η Νέα Μεταπολίτευση ξεκίνησε».

Η αναδρομική προσωπολατρία είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της δημοφιλίας των ιστορικών αναλογιών στον ελληνικό 21ο αιώνα. Αφού στα χρόνια της κρίσης ο παραλληλισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης δοξάστηκε και εξαντλήθηκε προκειμένου να συγκροτηθεί το περίφημο συνταγματικό τόξο, η μετάβαση στην εποχή της αυταρχικής σταθερότητας αντλεί το πρότυπό της από τις ηγετικές μορφές, οι οποίες, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη και με τρόπους συχνά αντιδημοφιλείς, μετασχηματίζουν τις ιστορικές κρίσεις σε αφετηρίες εθνικής αναγέννησης. Η αναζήτηση της ισχυρής προσωπικότητας του παρελθόντος –του Μεγάλου Έλληνα του τηλεοπτικού ΣΚΑΙ το 2009– εξυπηρετεί τις σύγχρονες πολιτικές αναγκαιότητες: η Ιστορία επιστρέφει στα γνώριμα μονοπάτια των «προσωπικοτήτων» και η πορεία τους μετατρέπεται σε μια παραβολή για τις συλλογικές δυνατότητες και αδυναμίες του «έθνους». Συνέχεια ανάγνωσης

Το σχολείο την εποχή της κρίσης: Εκδημοκρατισμός και κρίση στην ελληνική εκπαίδευση

Standard

της Νέλλης Ασκούνη

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Πάμπλο Πικάσο, «O Πωλ ζωγραφίζει», 1923

 Το ερώτημα τι πολίτες διαμορφώνει το σχολείο δεν περιορίζεται σε ζητήματα πολιτικής διαπαιδαγώγησης ή ιδεολογικών επιλογών. Η εκπαίδευση διαμορφώνει πολιτικά υποκείμενα, όχι μόνο ως θεσμός κοινωνικοποίησης, αλλά ταυτόχρονα ως μηχανισμός κατανομής των ατόμων στο πλαίσιο του καταμερισμού εργασίας. Έτσι, η συζήτηση για το τι πολίτες φτιάχνει το σχολείο αναγκαστικά εμπεριέχει το ερώτημα τι δυνατότητες κοινωνικής ένταξης και κινητικότητας προσφέρει και σε ποιους – με άλλα λόγια, πώς συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική δομή.

Θα περιοριστώ σε μερικά ερωτήματα, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκεται σε κρίση αρκετό διάστημα πριν ξεκινήσει η σημερινή κρίση. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι ευχαριστημένη με το σχολείο της, οι μαθητές δεν φαίνεται να βρίσκουν νόημα στην εκπαίδευση, οι γονείς διαμαρτύρονται γιατί τα παιδιά τους δεν μαθαίνουν γράμματα και οι εκπαιδευτικοί για τις κακές συνθήκες και το επίπεδο που πέφτει. Πώς φτάσαμε σε αυτή την ευρύτερη απαξίωση και αποδυνάμωση του κύρους του δημόσιου σχολείου; Η απάντηση συνδέεται με τις αλλαγές που γνωρίζει η εκπαίδευση τα τελευταία 40 χρόνια.

Το σχολείο της μεταπολίτευσης: εκδημοκρατισμός

Η μεταπολιτευτική περίοδος χαρακτηρίζεται από το στόχο του εκδημοκρατισμού όλων των θεσμών. Στο χώρο της εκπαίδευσης ο στόχος αυτός έχει διπλό περιεχόμενο: αφενός η μόρφωση να μην είναι προνόμιο μιας μειοψηφίας, αλλά το σχολείο να γίνει προσβάσιμο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, αφετέρου να αλλάξει ο αυταρχικός προσανατολισμός τόσο των παιδαγωγικών δομών όσο και του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα θρανία του αγώνα

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟΤΑΞΙΟ τχ. 15

 του Δημήτρη Δημητρόπουλου

exofyllo-neoooo Tην επόμενη Πέμπτη, στον κήπο των Αρχαιολόγων, παρουσιάζεται το νέο τεύχος του «Αρχειοταξίου», του περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με αφιέρωμα στη μεταπολίτευση (1974-1981). Από την πλούσια ύλη του αφιερώματος (γράφουν οι Η. Νικολακόπουλος, Τ. Σακελλαρόπουλος, Δ. Ψαρράς, Τ.  Κωστόπουλος, Θ. Γάλλος, Ε. Κούκη, Ν. Σαραντάκος, Δ. Δημητρόπουλος, Π. Πολέμη, Δ. Θ. Αρβανίτης, Στ. Παυλόπουλος, Κ. Κατσάπης, Λ. Δελβερούδη, Κ. Σκλαβενίτη, Δ. Παπανικολάου, Γ. Φ. Κουκουλές, Κ. Λιαρίκος) προσημοσιεύουμε, με μικρές περικοπές, το άρθρο του Δ. Δημητρόπουλου για το μαθητικό κίνημα. Το τεύχος συμπληρώνεται με τις ενότητες  Προσεγγίσεις (Λ. Μπαλτσιώτης, Λ. Καλλιβρετάκης, Γ. Παπακονδύλης), Μνήμες (Μ. Ιωαννίδης, Φ. Λαζάρου), Διασταυρώσεις (Σ. Μπόρα, Στ. Βαμιεδάκης, Χ. Χρυσόπουλος), Εις Μνήμην (Σπ. Ι. Ασδραχάς, Μ. Ηλιού, Μ. Βουρλιώτης, Έ. Δρούλια), Συναντήσεις (Μ. Αυγερίδης), Αναγνώσεις (Γ. Γιανουλόπουλος, Ε. Δρούλια).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ddddddddddddddddddddddddddddddd Οι αποκλίσεις χαρακτηρίζουν το σχολείο των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Ο άνισος βηματισμός ανάμεσα σε όσα έχουν συμβεί στην ελληνική κοινωνία και στη δική του εσωτερική λειτουργία έχει πολλές εκφάνσεις. Μία όψη αφορά το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν έχει προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και κυρίως στον άνεμο φιλελευθεροποίησης που έχει πνεύσει μετά το τέλος της δικτατορίας. Την κατάσταση προσπαθεί να εξισορροπήσει η μεταρρύθμιση Γ. Ράλλη, η οποία με σειρά μέτρων επιχειρεί να αποκαταστήσει μία αναλογία της λειτουργίας του σχολείου με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην κοινωνία (η μεταρρύθμιση στο γλωσσικό –δημοτική, μονοτονικό–, το πενθήμερο σχολείο, τα μεικτά τμήματα αρρένων-θηλέων, η κατάργηση της «ποδιάς», η χαλάρωση των κανόνων για την εξωτερική εμφάνιση των μαθητών, είναι μερικές από τις μεταβολές).   

Μια δεύτερη όψη αφορά την απόσταση που χωρίζει τη νοοτροπία των μαθητών της δεκαετίας του 1970 από εκείνη των γονιών τους, που είναι οι νέοι της Κατοχής και του Εμφύλιου. Η διαφορά αυτή –η οποία είναι βέβαια ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει συνολικά το μεταπολεμικό δυτικό κόσμο– στα καθ’ ημάς προβάλλεται συχνά στον Τύπο της εποχής ως «χάσμα γενεών». Στο επιμέρους θέμα της συμμετοχής στην πολιτική δράση, εκφράζεται συχνά με την πιεστική προτροπή των γονιών προς τα παιδιά τους «να μην μπλέξουν με τα πολιτικά». Οι γονείς, με μνήμες της Κατοχής και της πείνας, έχοντας το βίωμα των σκληρών διώξεων των αριστερών μετά τον Εμφύλιο πόλεμο, της καχεκτικής δημοκρατίας που στηριζόταν στον φόβο, και της στρατιωτικής δικτατορίας που επέβαλλε τον τρόμο, είχαν αναγάγει την εμπλοκή με την πολιτική σε κίνδυνο ζωής. «Μπλεξίματα δεν θέλαμε στην οικογένειά μας και πέρα δεν κοιτάζαμε απ’ τα συμφέροντά μας», σάρκαζαν το 1973, το φόβο της οικογένειας που ο γιός τους έγινε αριστερός, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Γιάννης Νεγρεπόντης στα «Μικροαστικά», μια σειρά τραγουδιών, εξαιρετικά γλαφυρών αναπαραστάσεων της εποχής. Οι μαθητές, αντίθετα με τους γονείς τους, μεγάλωναν στο περιβάλλον ελευθεροφροσύνης και ελευθερίας λόγου και πράξης, που είχε φέρει η Μεταπολίτευση· κινούνταν στους απόηχους του ελληνικού 1968, δηλαδή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η οποία είχε αναδείξει τη συμμετοχή στα κοινά ως αυταξία και στοιχείο της νεανικής ταυτότητας. Το Πολυτεχνείο με αυτόν τον τρόπο σηματοδοτεί τη νέα μεγάλη έξοδο από το ατομικό στο κοινωνικό ή μάλλον την αξιοδότηση του προσωπικού μέσα από τη δράση στα κοινά. Συνέχεια ανάγνωσης

Γκάλοπ, πάθη και ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη μεταπολίτευση

Standard

του Γιώργου Παπανάγνου

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες», 1888. Στο πανώ μπροστά διαβάζουμε: «Ζήτω οσοσιαλισμός!»

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες», 1888. Στο πανώ μπροστά διαβάζουμε: «Ζήτω ο
σοσιαλισμός!»

Τον τελευταίο καιρό διαβάζουμε, πολύ συχνά, ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο λαϊκισμός, ότι υποθάλπει τη βία, ότι είναι τριτοκοσμικός, ότι υμνεί τον ολοκληρωτισμό, ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τις κινηματικές του «ασθένειες», καθώς και ότι η στροφή του προς τον «ρεαλισμό» (συνάντηση με Σόιμπλε, επίσκεψη στις ΗΠΑ κ.α.) και δεν πείθει αλλά και δημιουργεί εσωτερικές έριδες. Παράλληλα, μια σειρά δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πρωτιά της Αριστεράς στις επόμενες εκλογές σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Έτσι, αυθαίρετα έρχεται και το συμπέρασμα ότι (κάποια από) τα παραπάνω εξηγούν την παρούσα στασιμότητα.

Προκειμένου όμως να εξηγήσει κανείς τα δημοσκοπικά αποτελέσματα πρέπει να πάει στην ουσία των πραγμάτων. Πρέπει δηλαδή να εξετάσει τι πρεσβεύει η Αριστερά, πού δείχνει να πηγαίνει και γιατί, εν τέλει, προκαλεί τόσες –παθιασμένες– αντιδράσεις.

Καταρχάς, οφείλει να ομολογήσει κανείς ότι ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ έχει υπάρξει κατά καιρούς αμφίσημος. Παράλληλα, κατά περιόδους, εμφανίζει μια αδυναμία σε επικοινωνιακό επίπεδο όταν εκφράζονται θέσεις που εύκολα μπορούν να παρερμηνευθούν. Την ίδια στιγμή, γίνεται σαφές ότι η τρικομματική κυβέρνηση δεν βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η θετική απόφαση για τις δόσεις, το καλύτερο κλίμα για την Ελλάδα στο εξωτερικό αλλά και το ενδεχόμενο ενός νέου «κουρέματος» μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτέμβρη δημιουργούν την προσδοκία για μια σχετική ανάσα, μετά το 2013. Έπειτα από τέσσερα χρόνια πρωτοφανών θυσιών με μοναδικό στόχο, αλλά και ως τώρα αντίκρισμα, την παραμονή στο κοινό νόμισμα είναι παράλογο να πιστεύει κανείς ότι αυτές οι εξελίξεις δεν θα βοηθήσουν την κυβέρνηση. Επιπλέον, τα μέτρα είναι μεν εξαιρετικά επώδυνα αλλά οι συνέπειες τους δεν είναι ίδιες για όλους, ενώ στηρίζονται με πάθος από τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης. Συνέχεια ανάγνωσης