Μία, δύο, τρεις, πολλές Μεταπολιτεύσεις;

Standard

Σκέψεις για τους νέους προσανατολισμούς στη μελέτη της Μεταπολίτευσης με αφετηρία τον συλλογικό τόμο «Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων», επιμέλεια: Μάνος Αυγερίδης, Έφη Γαζή, Κωστής Κορνέτης (εκδ. Θεμέλιο)

της Ελένης Κούκη

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (ΑΣΚΙ)

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (ΑΣΚΙ)

Μέσα στην οικονομική κρίση, ένας νέος κύκλος συζήτησης για το φαινόμενο της Μεταπολίτευσης άνοιξε. Μπορεί να μην απέκτησε την ένταση που προσέλαβε στην Ισπανία η επαναξιολόγηση της δικής τους transiciόn (όπως μας έδειξε ο Κωστής Κορνέτης στον συλλογικό τόμο του Θεμέλιου, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω) ωστόσο τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες. Καταρχάς το συνέδριο «Μεταπολίτευση: Από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;» (Ιστορείν – Freie Universität, Δεκέμβριος 2012), που κατέληξε στην πρόσφατη έκδοση του τόμου Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων (Θεμέλιο, 2015). Ενδιάμεσα, το 2014,  στο πλαίσιο των σεμιναρίων της Ερμούπολης διοργανώθηκε μια συνάντηση με τίτλο «Μεταπολίτευση 1974-1975. Από το πραξικόπημα της Κύπρου στις δίκες της Χούντας». Ορισμένες από αυτές τις ανακοινώσεις αναμένεται να εκδοθούν σύντομα, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Ακόμα, σημάδι ανανεωμένου ενδιαφέροντος υπήρξε και η ενασχόληση των εργαστηρίων των ΑΣΚΙ με την περίοδο 1974-1981, καθώς και με τη δεκαετία του ’80.

Φυσικά, δεν πρόκειται για πρωτοβουλίες που δημιουργούν από το μηδέν ένα πεδίο έρευνας∙ αντίθετα, βασίζονται σε μια βιβλιογραφία από καιρό δομημένη κυρίως χάρη στους πολιτικούς επιστήμονες. Κατά τη γνώμη μου, όμως, αποτελούν μια διακριτή στιγμή στην πορεία της ιστορικοποίησης της Μεταπολίτευσης. Διότι είναι επεξεργασίες που βασίζονται στη βεβαιότητα ότι η Μεταπολίτευση, ό,τι κι αν υπήρξε αυτή, έχει πια τελειώσει. Είναι προσπάθειες να ιδωθούν συνολικά τα πράγματα. Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι ανοίγουν ένα διάλογο για την περιοδολόγηση — για το ποια είναι τα χρονικά όρια του ιστορικού φαινομένου. Αυτό τον διάλογο με τις άλλοτε συμπληρωματικές και άλλοτε αντικρουόμενες προτάσεις δεν πρέπει να βιαστούμε να τον κλείσουμε, καθώς κάθε συζήτηση για τα όρια ενός πράγματος είναι ταυτόχρονα και μια συζήτηση που διαμορφώνει τον πυρήνα του, το πλαίσιο της πρόσληψής του. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «πρόβλημα νεολαία»

Standard

ΝΕΟΛΑΙΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ-1

συνέντευξη του Κώστα Κατσάπη

«Ηθικός πανικός» για τη νεολαία: μια έννοια σημαντική και στις δύο μελέτες. Πότε συγκροτείται ιστορικά στην Ελλάδα, αυτός ο «ηθικός πανικός»;War Is Over

Ως «ηθικό πανικό» τείνουμε να ορίζουμε την έντονη ανησυχία που κυριάρχησε τον δημόσιο λόγο στη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών σχετικά με την πορεία μιας νεολαίας που φαινόταν «ατίθαση», «εν κινδύνω» ή πολύ απλά ανεξέλεγκτη. Ο φόβος για τη νεολαία βεβαίως, δεν είναι ένα φαινόμενο που συναντάται για πρώτη φορά στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Γνωρίζουμε καλά πως η εμφάνιση της νεολαίας ως μιας διακριτής κοινωνικής κατηγορίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, φαινόμενο αλληλένδετο με την ύπαρξη για πρώτη φορά στις δυτικές κοινωνίες ενός ελεύθερου χρόνου ανάμεσα στην εξαρτημένη παιδική ηλικία και στις πολλαπλές ευθύνες της ενηλικίωσης, συνδυάστηκε με μία έντονη ανησυχία που αφορούσε τη  διαχείριση αυτού ακριβώς του ελεύθερου χρόνου. Οπωσδήποτε όμως, ο όρος «ηθικός πανικός» τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, δεν μπορούμε να πούμε πως εμφανίζεται παρά την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, πολύ εμφανώς στα μέσα της δεκαετίας με σημείο – τομή την εμφάνιση του ροκ εν ρολ και με πρωτοφανή ορμή από τις αρχές της επόμενης, ο «ηθικός πανικός» θα κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο, κάτι άλλωστε που λίγο- πολύ όλοι γνωρίζουμε από τις αποτυπώσεις του στον κινηματογράφο σε μια σειρά από κοινωνικά δράματα που προβάλλονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (Στεφανία, Κατήφορος, Νόμος 4000 κλπ).

Συνέχεια ανάγνωσης

Για την Αριστερά και τα πανεπιστήμια

Standard

της Ντίνας Βαΐου

Ανρί Ματίς, "Χρυσόψαρα", 1911

Ανρί Ματίς, «Χρυσόψαρα», 1911

Τα Ενθέματα αφιέρωσαν τις τελευταίες δύο Κυριακές αρκετό από τον χώρο τους στα πανεπιστήμια[1], εγκαινιάζοντας έναν ενδιαφέροντα και επίκαιρο διάλογο, σε μια περίοδο όπου τα πανεπιστήμια βρίσκονται στο στόχαστρο λυσσαλέων επιθέσεων — θεσμικών, οικονομικών και ιδεολογικών. Στο διάλογο αυτό φιλοδοξεί να συμβάλει και το σύντομο τούτο σχόλιο, αναγκαστικά πατώντας στα τριάντα δύο χρόνια δουλειάς στο ΕΜΠ.

Τρεις προκαταρκτικές παρατηρήσεις: Πρώτη, η ιστορία και οι μεταλλαγές του ελληνικού πανεπιστημίου δεν είναι αδιερεύνητο πεδίο, η σχετική βιβλιογραφία είναι πλούσια και μπορεί να υποβοηθήσει την εξασθενημένη μνήμη ή την άγνοια πολλών πανεπιστημιακών[2]. Δεύτερη, οι μετά-το-1974 μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση (κι όχι μόνο) δεν είναι αποτέλεσμα εμπνευσμένων θεσμικών παρεμβάσεων διαπρεπών ανδρών (και γυναικών;), αλλά και κοινωνικών διεκδικήσεων, συγκρούσεων και προσαρμογών όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την άποψη αυτή, το πανεπιστήμιο αποτελεί σημαντική συνιστώσα και διαρκές επίδικο του εκδημοκρατισμού που συνδέεται με όσα σηματοδοτεί ο όρος «μεταπολίτευση». Τρίτη, ο νόμος-πλαίσιο (Ν. 1268/1982, σε συνέχεια του Ν. 815/1978) είναι σημαντικός σταθμός –ίσως και σημείο εκκίνησης — στη διαδικασία εκδημοκρατισμού του πανεπιστημίου. Οι διαδοχικές αναθεωρήσεις, ήδη από την επαύριο της ψήφισής του, στόχευσαν –και πέτυχαν– τον περιορισμό των δημοκρατικών ανοιγμάτων, μέχρι την κατάργησή τους και τη ρεβανσιστική επάνοδο της Δεξιάς που προδιέγραψε ο Ν4009/2011. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τη Βαϊμάρη στη Μεταπολίτευση: Οι ιστορικές αναλογίες και η αναζήτηση του Ηγέτη

Standard

του Κωστή Καρπόζηλου

Αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα του 1974

Αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα του 1974

Την προηγούμενη Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014, Η Καθημερινή και Το Βήμα δημοσίευσαν το δελτίο Τύπου του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» για την πτώση της δικτατορίας και τη μετάβαση της Ελλάδας στη δημοκρατία. Η προβεβλημένη τυπογραφικά δημοσίευση, όχι στριμωγμένη σε μονόστηλο, ξεχωρίζει, καθώς αποτελεί τη μοναδική ανακοίνωση που συνόδευσε τα αφιερωματικά κείμενα γύρω από τα γεγονότα της Κύπρου και την πολιτειακή μεταβολή. Η σημειολογία είναι σαφής: Μεταπολίτευση ίσον Καραμανλής. Η μορφή του πρωθυπουργού της κυβέρνησης εθνικής ενότητας κυριαρχεί. Στις φωτογραφίες και στις λεζάντες, στους τίτλους και στα κύρια άρθρα, η ανάλυση της ιστορικής μεταβολής διανθίζεται με υμνητικές αναφορές στον «παράκλητο των Ελλήνων» ή εικόνες βγαλμένες από τη γλώσσα των σχολικών εκθέσεων: κατά τον εκδότη του Βήματος Σταύρο Π. Ψυχάρη ο Καραμανλής «στέκεται [στο βάθρο της Ιστορίας] πλάι στον Ελευθέριο Βενιζέλο και του χαμογελά ανταγωνιστικά». Η σύγκληση των πάλαι ποτέ ανταγωνιστικών εκφραστών της παραδοσιακής Δεξιάς και του πάντα ανήσυχου, και μονίμως συντηρητικού, Κέντρου αντανακλά την ανάδυση ενός νέου τρόπου ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης: η σύνθετη και κυρίως απρόβλεπτη μετάβαση στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία μετατρέπεται σε μια γραμμική αφήγηση γεγονότων στα οποία δεσπόζει η μορφή ενός ισχυρού άνδρα.

Αφίσα της Νέας  Δημοκρατίας για τη Μεταπολίτευση, 2014

Αφίσα της Νέας Δημοκρατίας για τη Μεταπολίτευση, 2014

Ο «Καραμανλής αποκαθιστά τη δημοκρατία» ήταν ο πρωτοσέλιδος –και δηλωτικός στην ενεργητική του σύνταξη– τίτλος της Καθημερινής, ενώ λίγες μέρες μετά η μορφή του Καραμανλή δέσποζε στην εικαστικά άψογη αφίσα της Νέας Δημοκρατίας με την οποία πληροφορούμαστε ότι «η Νέα Μεταπολίτευση ξεκίνησε».

Η αναδρομική προσωπολατρία είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της δημοφιλίας των ιστορικών αναλογιών στον ελληνικό 21ο αιώνα. Αφού στα χρόνια της κρίσης ο παραλληλισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης δοξάστηκε και εξαντλήθηκε προκειμένου να συγκροτηθεί το περίφημο συνταγματικό τόξο, η μετάβαση στην εποχή της αυταρχικής σταθερότητας αντλεί το πρότυπό της από τις ηγετικές μορφές, οι οποίες, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη και με τρόπους συχνά αντιδημοφιλείς, μετασχηματίζουν τις ιστορικές κρίσεις σε αφετηρίες εθνικής αναγέννησης. Η αναζήτηση της ισχυρής προσωπικότητας του παρελθόντος –του Μεγάλου Έλληνα του τηλεοπτικού ΣΚΑΙ το 2009– εξυπηρετεί τις σύγχρονες πολιτικές αναγκαιότητες: η Ιστορία επιστρέφει στα γνώριμα μονοπάτια των «προσωπικοτήτων» και η πορεία τους μετατρέπεται σε μια παραβολή για τις συλλογικές δυνατότητες και αδυναμίες του «έθνους». Συνέχεια ανάγνωσης

Το σχολείο την εποχή της κρίσης: Εκδημοκρατισμός και κρίση στην ελληνική εκπαίδευση

Standard

της Νέλλης Ασκούνη

Έργο του Πάμπλο Πικάσο

Πάμπλο Πικάσο, «O Πωλ ζωγραφίζει», 1923

 Το ερώτημα τι πολίτες διαμορφώνει το σχολείο δεν περιορίζεται σε ζητήματα πολιτικής διαπαιδαγώγησης ή ιδεολογικών επιλογών. Η εκπαίδευση διαμορφώνει πολιτικά υποκείμενα, όχι μόνο ως θεσμός κοινωνικοποίησης, αλλά ταυτόχρονα ως μηχανισμός κατανομής των ατόμων στο πλαίσιο του καταμερισμού εργασίας. Έτσι, η συζήτηση για το τι πολίτες φτιάχνει το σχολείο αναγκαστικά εμπεριέχει το ερώτημα τι δυνατότητες κοινωνικής ένταξης και κινητικότητας προσφέρει και σε ποιους – με άλλα λόγια, πώς συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική δομή.

Θα περιοριστώ σε μερικά ερωτήματα, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκεται σε κρίση αρκετό διάστημα πριν ξεκινήσει η σημερινή κρίση. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι ευχαριστημένη με το σχολείο της, οι μαθητές δεν φαίνεται να βρίσκουν νόημα στην εκπαίδευση, οι γονείς διαμαρτύρονται γιατί τα παιδιά τους δεν μαθαίνουν γράμματα και οι εκπαιδευτικοί για τις κακές συνθήκες και το επίπεδο που πέφτει. Πώς φτάσαμε σε αυτή την ευρύτερη απαξίωση και αποδυνάμωση του κύρους του δημόσιου σχολείου; Η απάντηση συνδέεται με τις αλλαγές που γνωρίζει η εκπαίδευση τα τελευταία 40 χρόνια.

Το σχολείο της μεταπολίτευσης: εκδημοκρατισμός

Η μεταπολιτευτική περίοδος χαρακτηρίζεται από το στόχο του εκδημοκρατισμού όλων των θεσμών. Στο χώρο της εκπαίδευσης ο στόχος αυτός έχει διπλό περιεχόμενο: αφενός η μόρφωση να μην είναι προνόμιο μιας μειοψηφίας, αλλά το σχολείο να γίνει προσβάσιμο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, αφετέρου να αλλάξει ο αυταρχικός προσανατολισμός τόσο των παιδαγωγικών δομών όσο και του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Συνέχεια ανάγνωσης

Στα θρανία του αγώνα

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟΤΑΞΙΟ τχ. 15

 του Δημήτρη Δημητρόπουλου

exofyllo-neoooo Tην επόμενη Πέμπτη, στον κήπο των Αρχαιολόγων, παρουσιάζεται το νέο τεύχος του «Αρχειοταξίου», του περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με αφιέρωμα στη μεταπολίτευση (1974-1981). Από την πλούσια ύλη του αφιερώματος (γράφουν οι Η. Νικολακόπουλος, Τ. Σακελλαρόπουλος, Δ. Ψαρράς, Τ.  Κωστόπουλος, Θ. Γάλλος, Ε. Κούκη, Ν. Σαραντάκος, Δ. Δημητρόπουλος, Π. Πολέμη, Δ. Θ. Αρβανίτης, Στ. Παυλόπουλος, Κ. Κατσάπης, Λ. Δελβερούδη, Κ. Σκλαβενίτη, Δ. Παπανικολάου, Γ. Φ. Κουκουλές, Κ. Λιαρίκος) προσημοσιεύουμε, με μικρές περικοπές, το άρθρο του Δ. Δημητρόπουλου για το μαθητικό κίνημα. Το τεύχος συμπληρώνεται με τις ενότητες  Προσεγγίσεις (Λ. Μπαλτσιώτης, Λ. Καλλιβρετάκης, Γ. Παπακονδύλης), Μνήμες (Μ. Ιωαννίδης, Φ. Λαζάρου), Διασταυρώσεις (Σ. Μπόρα, Στ. Βαμιεδάκης, Χ. Χρυσόπουλος), Εις Μνήμην (Σπ. Ι. Ασδραχάς, Μ. Ηλιού, Μ. Βουρλιώτης, Έ. Δρούλια), Συναντήσεις (Μ. Αυγερίδης), Αναγνώσεις (Γ. Γιανουλόπουλος, Ε. Δρούλια).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ddddddddddddddddddddddddddddddd Οι αποκλίσεις χαρακτηρίζουν το σχολείο των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Ο άνισος βηματισμός ανάμεσα σε όσα έχουν συμβεί στην ελληνική κοινωνία και στη δική του εσωτερική λειτουργία έχει πολλές εκφάνσεις. Μία όψη αφορά το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν έχει προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και κυρίως στον άνεμο φιλελευθεροποίησης που έχει πνεύσει μετά το τέλος της δικτατορίας. Την κατάσταση προσπαθεί να εξισορροπήσει η μεταρρύθμιση Γ. Ράλλη, η οποία με σειρά μέτρων επιχειρεί να αποκαταστήσει μία αναλογία της λειτουργίας του σχολείου με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην κοινωνία (η μεταρρύθμιση στο γλωσσικό –δημοτική, μονοτονικό–, το πενθήμερο σχολείο, τα μεικτά τμήματα αρρένων-θηλέων, η κατάργηση της «ποδιάς», η χαλάρωση των κανόνων για την εξωτερική εμφάνιση των μαθητών, είναι μερικές από τις μεταβολές).   

Μια δεύτερη όψη αφορά την απόσταση που χωρίζει τη νοοτροπία των μαθητών της δεκαετίας του 1970 από εκείνη των γονιών τους, που είναι οι νέοι της Κατοχής και του Εμφύλιου. Η διαφορά αυτή –η οποία είναι βέβαια ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει συνολικά το μεταπολεμικό δυτικό κόσμο– στα καθ’ ημάς προβάλλεται συχνά στον Τύπο της εποχής ως «χάσμα γενεών». Στο επιμέρους θέμα της συμμετοχής στην πολιτική δράση, εκφράζεται συχνά με την πιεστική προτροπή των γονιών προς τα παιδιά τους «να μην μπλέξουν με τα πολιτικά». Οι γονείς, με μνήμες της Κατοχής και της πείνας, έχοντας το βίωμα των σκληρών διώξεων των αριστερών μετά τον Εμφύλιο πόλεμο, της καχεκτικής δημοκρατίας που στηριζόταν στον φόβο, και της στρατιωτικής δικτατορίας που επέβαλλε τον τρόμο, είχαν αναγάγει την εμπλοκή με την πολιτική σε κίνδυνο ζωής. «Μπλεξίματα δεν θέλαμε στην οικογένειά μας και πέρα δεν κοιτάζαμε απ’ τα συμφέροντά μας», σάρκαζαν το 1973, το φόβο της οικογένειας που ο γιός τους έγινε αριστερός, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Γιάννης Νεγρεπόντης στα «Μικροαστικά», μια σειρά τραγουδιών, εξαιρετικά γλαφυρών αναπαραστάσεων της εποχής. Οι μαθητές, αντίθετα με τους γονείς τους, μεγάλωναν στο περιβάλλον ελευθεροφροσύνης και ελευθερίας λόγου και πράξης, που είχε φέρει η Μεταπολίτευση· κινούνταν στους απόηχους του ελληνικού 1968, δηλαδή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η οποία είχε αναδείξει τη συμμετοχή στα κοινά ως αυταξία και στοιχείο της νεανικής ταυτότητας. Το Πολυτεχνείο με αυτόν τον τρόπο σηματοδοτεί τη νέα μεγάλη έξοδο από το ατομικό στο κοινωνικό ή μάλλον την αξιοδότηση του προσωπικού μέσα από τη δράση στα κοινά. Συνέχεια ανάγνωσης

Γκάλοπ, πάθη και ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη μεταπολίτευση

Standard

του Γιώργου Παπανάγνου

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες», 1888. Στο πανώ μπροστά διαβάζουμε: «Ζήτω οσοσιαλισμός!»

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες», 1888. Στο πανώ μπροστά διαβάζουμε: «Ζήτω ο
σοσιαλισμός!»

Τον τελευταίο καιρό διαβάζουμε, πολύ συχνά, ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο λαϊκισμός, ότι υποθάλπει τη βία, ότι είναι τριτοκοσμικός, ότι υμνεί τον ολοκληρωτισμό, ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τις κινηματικές του «ασθένειες», καθώς και ότι η στροφή του προς τον «ρεαλισμό» (συνάντηση με Σόιμπλε, επίσκεψη στις ΗΠΑ κ.α.) και δεν πείθει αλλά και δημιουργεί εσωτερικές έριδες. Παράλληλα, μια σειρά δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πρωτιά της Αριστεράς στις επόμενες εκλογές σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Έτσι, αυθαίρετα έρχεται και το συμπέρασμα ότι (κάποια από) τα παραπάνω εξηγούν την παρούσα στασιμότητα.

Προκειμένου όμως να εξηγήσει κανείς τα δημοσκοπικά αποτελέσματα πρέπει να πάει στην ουσία των πραγμάτων. Πρέπει δηλαδή να εξετάσει τι πρεσβεύει η Αριστερά, πού δείχνει να πηγαίνει και γιατί, εν τέλει, προκαλεί τόσες –παθιασμένες– αντιδράσεις.

Καταρχάς, οφείλει να ομολογήσει κανείς ότι ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ έχει υπάρξει κατά καιρούς αμφίσημος. Παράλληλα, κατά περιόδους, εμφανίζει μια αδυναμία σε επικοινωνιακό επίπεδο όταν εκφράζονται θέσεις που εύκολα μπορούν να παρερμηνευθούν. Την ίδια στιγμή, γίνεται σαφές ότι η τρικομματική κυβέρνηση δεν βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η θετική απόφαση για τις δόσεις, το καλύτερο κλίμα για την Ελλάδα στο εξωτερικό αλλά και το ενδεχόμενο ενός νέου «κουρέματος» μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτέμβρη δημιουργούν την προσδοκία για μια σχετική ανάσα, μετά το 2013. Έπειτα από τέσσερα χρόνια πρωτοφανών θυσιών με μοναδικό στόχο, αλλά και ως τώρα αντίκρισμα, την παραμονή στο κοινό νόμισμα είναι παράλογο να πιστεύει κανείς ότι αυτές οι εξελίξεις δεν θα βοηθήσουν την κυβέρνηση. Επιπλέον, τα μέτρα είναι μεν εξαιρετικά επώδυνα αλλά οι συνέπειες τους δεν είναι ίδιες για όλους, ενώ στηρίζονται με πάθος από τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης. Συνέχεια ανάγνωσης

«Η Μεταπολίτευση κατοχύρωσε ένα κοινωνικό συμβόλαιο»

Standard

Συνέντευξη του Κορνέλ Μπαν στον Κωστή Κορνέτη

Ο Κορνέλ Μπαν στο Σύνταγμα, Δεκέμβριος 2012

Ο Κορνέλ Μπαν στο Σύνταγμα, Δεκέμβριος 2012

Με την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, κυριάρχησε στη δημόσια σφαίρα ένας λόγος σύμφωνα με τον οποίο η «κουλτούρα» της Μεταπολίτευσης –που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν μια επιτυχημένη περίπτωση οικοδόμησης ενός άρτιου δημοκρατικού συστήματος– ευθύνεται για όλα τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας από το 1974 και μετά. Το περιοδικό Ιστορείν σε συνεργασία με το Freie Universitaet του Βερολίνου οργάνωσε επιστημονικό συνέδριο, προτείνοντας θεματικές πέρα από τις στερεοτυπικές κριτικές και τις ηγεμονικές αφηγήσεις που προτείνει η παρούσα κρίση, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου αναστοχασμού για την πρόσφατη ιστορία μας με θέμα «Μεταπολίτευση: Από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;», με κεντρικό ομιλητή τον ρουμάνο πολιτικό επιστήμονα Cornel Ban.

Ο Μπαν είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, με ερευνητική έμφαση στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας. Ενώ δηλώνει οπαδός του Κέυνς –«η υιοθέτηση μέτρων λιτότητας είναι ο θρίαμβος των αντι-κεϋνσιανών ιδεών στην ΕΕ», όπως λέει χαρακτηριστικά– έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ιστορία της εμπλοκής του ΔΝΤ στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: «το σημερινό ΔΝΤ δεν είναι αυτό των παπούδων μας ή των πατεράδων μας: είναι πιθανότερο να βρει κάποιος «ετερόδοξη» οικονομική σκέψη στο ερευνητικό προσωπικό του σήμερα από ότι στις Βρυξέλλες», σημειώνει με νόημα. Όντας σε πλεονεκτική θέση για να συγκρίνει διαφορετικούς οικονομικούς κύκλους στην πρόσφατη ιστορία, ο Ban θεωρεί πως η «μακρά» οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 λειτούργησε με διαφορετικούς όρους από την σημερινή ύφεση γιατί «ο κόσμος ήταν πολύ πιο απλός»: «το εργατικό κίνημα δεν ήταν αποδυναμωμένο, ο κόσμος δεν είχε μεγάλες αντοχές στον νεοφιλελευθερισμό, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν ήταν τόσο ισχυρό, και οι συντάξεις και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν είχαν αποκτήσει «χρηματοπιστωτικό» χαρακτήρα»».

O Μπαν έχει ασχοληθεί εκτενώς και με την εδραίωση της δημοκρατίας σε χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης στα τέλη του ’70 και του ’80 αντίστοιχα. Αυτό τον καιρό ολοκληρώνει το βιβλίο του για την πολιτική οικονομία της κρίσης, με έμφαση στο ρόλο των οικονομικών ιδεών και την αλληλεπίδραση μεταξύ διεθνών και εγχώριων παραγόντων εστιάζοντας στα παραδείγματα χωρώ με δικτατορικό παρελθόν, όπως η Βραζιλία, η Ισπανία και η Ρουμανία. Μιλήσαμε μαζί του μερικές μέρες πριν έρθει στην Αθήνα για να δώσει την ομιλία του με θέμα «Τα φαντάσματα των μεταβάσεων: Οι ανολοκλήρωτες μεταδικτατορικές πολιτικές στην Νότια και την Ανατολική Ευρώπη», και του θέσαμε μερικά ερωτήματα σε σχέση με δυο από τους βασικούς άξονες του συνεδρίου του Ιστορείν – γιατί επανεξετάζουμε τις μεταβάσεις στην δημοκρατία τον καιρό της κρίσης και πώς μπορούμε να δούμε τη Μεταπολίτευση σε ένα συγκριτικό πλαίσιο.

Κωστής Κορνέτης

"Δον Κιχώτης", έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου

«Δον Κιχώτης», έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου

Είστε κεντρικός ομιλητής του συνεδρίου του περιοδικού «Ιστορείν», που εστιάζει στην ελληνική Μεταπολίτευση. Ποια είναι η άποψή σας για την ελληνική περίπτωση, σε σχέση με άλλες μεταβάσεις, για παράδειγμα την ισπανική; Αποτελεί «εξαίρεση»;

 Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την ισπανική. Στη φάση της εδραίωσης της δημοκρατίας, τόσο ο Φελίπε Γκονθάλεθ όσο και ο Ανδρέας Παπανδρέου κατοχύρωσαν ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα μπορούσε να συνοψιστεί στο εξής: μέτρια –αλλά πραγματική– αναδιανομή για κοινωνικοπολιτική ειρήνη. Το κράτος εγγυόταν επιδόματα για τους ηλικιωμένους, τους ανάπηρους, τους ανέργους. Προφανώς, κάτι τέτοιο επήλθε με το κόστος της υψηλής ανεργίας στους νέους, ειδικά στην Ισπανία, αλλά συνολικά η συμφωνία μετάβασης έγινε αποδεκτή από ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας. Θα έπρεπε ίσως να προσθέσει κανείς τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις σε σχέση με το  κοινωνικό φύλο, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό. Συνέχεια ανάγνωσης

Τουρκία 2012: η αυταρχική και ελιτίστικη πολιτική κουλτούρα κυριαρχεί και εμποδίζει τον εκδημοκρατισμό

Standard
ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΙΣΤΟΡΕΙΝ» ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ, 14-16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

συνέντευξη της Μπούσρα Ερσανλί στον Βαγγέλη Κεχριώτη

Η Μπ. Ερσανλί μιλάει τη δημοκρατία, την πρόσφατη φυλάκισή της, την αυτολογοκρισία στα πανεπιστήμια, το Κουρδικό, το νέο τουρκικό Σύνταγμα

Από την Παρασκευή μέχρι την Κυριακή (14-16 Δεκεμβρίου) το περιοδικό Ιστορείν σε συνεργασία με το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (και την οικονομική υποστήριξη του Ιδρύματος Friedrich Ebert) οργανώνει συνέδριο με θέμα «Μεταπολίτευση: Από τη μετάβαση στη δημοκρατία στην οικονομική κρίση;». Σκοπός του, να αναλύσει το φαινόμενο της μεταπολίτευσης πέρα από τα στερεότυπα και τις αφηγήσεις της κρίσης. Στο συνέδριο παίρνουν μέρος πενήντα μελετητές από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού. Α

νάμεσά τους, και η τουρκάλα πολιτικός επιστήμων Büşra Ersanlı. Η Ersanlι έχει διδάξει ως επισκέπτρια σε πολλά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ενώ τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μαρμαρά. Το πιο γνωστό της βιβλίο είναι: Εξουσία και Ιστορία: Το δόγμα της «επίσημης Ιστορίας» στην Τουρκία (1992). Εδώ και χρόνια μετέχει στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ το 2009 εξελέγη στο συντονιστικό του φιλοκουρδικού Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP). Τον Οκτώβριο του 2011 φυλακίστηκε, εννέα μήνες, για «συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση». Η δίωξή της συνεχίζεται. Ο Βαγγέλης Κεχριώτης, επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, τη συνάντησε στην Κωνσταντινούπολη και μίλησε μαζί της για την κοινωνία και την πολιτική στη σημερινή Τουρκία.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 Πώς θα περιγράφατε, εν συντομία, τις ομοιότητες και τις διαφορές της εμπειρίας Ελλάδας και Τουρκίας τα τελευταία 40 χρόνια;

4

Η Μπ. Ερσανλί σε δηλώσεις της στα τουρκικά μέσα αμέσως μετά την αποφυλάκισή της, τον Ιούλιο που μας πέρασε.

Οι ομοιότητες βρίσκονται, λίγο-πολύ, στα αποτελέσματα του εκδημοκρατισμού και του αυταρχισμού. Κυρίως, όμως, έχουμε διαφορές, οι οποίες είναι πιο εμφανείς και σημαντικές. Οι διαφορές αυτές σχετίζονται πρωτίστως με την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα του τουρκικού καθεστώτος. Θεωρώ πως το πολιτικό, θεσμικό και γραφειοκρατικό στρατιωτικό κατεστημένο και οι τρόποι άσκησης εξουσίας έχουν ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο σε σχέση με την Ελλάδα. Έχει δημιουργηθεί μια πολιτική κουλτούρα που δυστυχώς προκρίνει τη μονολιθικότητα, σε μια χώρα που συγκροτείται από πολλές πληθυσμιακές ομάδες, με σοβαρές διαφορές. Έτσι, το σύστημα εξουσίας γίνεται ολοένα και πιο απρόσιτο.

Σχετικά με το τελευταίο. Φυλακιστήκατε τη δεκαετία του 1970, αλλά και τη χρονιά που μας πέρασε, για εννιά μήνες. Πώς σας επηρέασε αυτή η εμπειρία και πώς εκτιμάτε την απόσταση που έχει διανυθεί όσον αφορά τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας;

Παρατηρώ ότι και στη δική μου ζωή, όπως και στο αριστερό κίνημα εντός του οποίου βρέθηκα, εντός και εκτός, όλο αυτό το διάστημα, το σύστημα εξουσίας και η κυρίαρχη ελίτ εμφανίζονται με ένα διπλό πρόσωπο. Σαν μια τραμπάλα: εκδημοκρατισμός-αυταρχισμός και τούμπαλιν. Η πολιτική δύναμη που μας φυλάκισε τη δεκαετία του 1970 αντιμετώπιζε ως εχθρό οτιδήποτε σχετιζόταν με τον σοσιαλισμό, τη μαζικοποίηση, τον εκδημοκρατισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον κομμουνισμό. Σήμερα, ο εχθρός δεν είναι πια ο κομμουνισμός (το 1991 ο νόμος εναντίον του κομμουνισμού άλλαξε), αλλά η ίδια πρακτική συνεχίζεται μέσω της πολύ βολικής έννοιας της «τρομοκρατίας», έννοια η οποία έχει ενταχθεί στο νομικό σύστημα των ΗΠΑ και πολλών άλλων χωρών. Έτσι, ο εχθρός διαχέεται ακόμα περισσότερο. Στο παρελθόν ήταν ιδεολογίες όπως ο κομμουνισμός και ο αναρχισμός, σήμερα είναι, ουσιαστικά, μια στάση: ο όρος «τρομοκρατία» χρησιμοποιείται εύκολα για κάθε μορφή αντίστασης. Αυτό που παραμένει απαράλλακτο είναι το συσσωρευμένο μίσος για κάθε είδος αντίστασης· κι αυτό είναι το τρομακτικό. Στην τραμπάλα αυτή, λοιπόν, ο απολυταρχισμός σηκώνεται πάντα ψηλότερα, ενώ ο εκδημοκρατισμός, αν και υπάρχουν περίοδοι που επιχειρεί να ισορροπήσει, όπως κατά τη διάρκεια της προσέγγισης με την Ε.Ε. (1999-2005), στο τέλος κάμπτεται, διότι η ιδέα της ηγεμονίας της κυρίαρχης ταυτότητας παραγκωνίζει κάθε άλλο κίνητρο άσκησης πολιτικής.

Θεωρείτε λοιπόν ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε περισσότερες συνέχειες παρά τομές μεταξύ της κυβέρνησης του AKP και των προηγούμενων;

Υπάρχει μια ισχυρή συνέχεια, που εξηγείται από την πολιτική μας κουλτούρα: βαθιά αυταρχική και ελιτίστικη –ακόμα κι αν το περιεχόμενο του ελιτισμού μεταβάλλεται στον χρόνο–, μονολιθική, εργαλειακή. Έτσι, είναι πολύ δύσκολο να κατηγορήσει κανείς συγκεκριμένες ιδεολογίες ή θεσμούς, τον στρατό, τη γραφειοκρατία, το Ισλάμ, την αντίδραση, την προοδευτικότητα, την επαναστατικότητα. Όλα τους βρίσκονται εντός αυτής της πολιτικής κουλτούρας.

 Προσεγγίζοντας συγκεκριμένες όψεις αυτής κουλτούρας, θα ήθελα τη γνώμη σας για το ζήτημα της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Είστε μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας και η δίωξή σας δεν αφορούσε μόνο την πολιτική σας ένταξη, αλλά και την ιδιότητά σας αυτή. Πώς επηρεάζει ο αυταρχισμός που περιγράψατε την πανεπιστημιακή ζωή;

Κανένας δεν παρενέβη ευθέως στην ερευνητική μου δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής μου ζωής, η οποία αριθμεί πια πάνω από δύο δεκαετίες. Ωστόσο, πάντα ένιωθα πως συγκεκριμένα θέματα και προσεγγίσεις δεν θα γίνονταν αποδεκτά. Έτσι, εγώ και οι συνάδελφοί μου, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έπρεπε να έχουμε διαρκώς στο μυαλό μας τις ισορροπίες και μια «ευελιξία», όσον αφορά τις έννοιες και τις ερευνητικές εστιάσεις μας, ώστε η δουλειά μας να «περάσει» και να εκδοθεί. Βιώναμε μια πολύ αυστηρή αυτολογοκρισία, που οριζόταν από όσα ζητήματα το κράτος θεωρούσε ευαίσθητα, επικίνδυνα ή απειλητικά γι’ αυτό.

Η διατριβή μου είναι ένα καλό παράδειγμα. Έκανα ό,τι μπορούσα, προσπαθώντας να αναδείξω τη μονολιθικότητα των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας. Δεν μπορούσα όμως να αναφερθώ στην ταυτότητα και τις ονομασίες των πληθυσμών, να κατονομάσω την κουρδική ή άλλες μειονότητες, να μιλήσω για τον πλουραλισμό αυτόν ως κεντρικό παρονομαστή της χώρας. Μπορούσα μόνο να εστιαστώ στο ζήτημα της μονολιθικότητας μέσα απ’ τα εγχειρίδια. Αυτό ήταν το κεντρικό μου επιχείρημα, αλλά θα ήθελα να περιγράψω και το έδαφος στο οποίο αναπτύσσεται — αυτό το έδαφος όμως δεν μπορούσα να το αποδώσω σε όλες του τις αποχρώσεις.

4a

Μια ιστορική φωτογραφία. Η Mπ. Εσρανλί, λίγο μετά την αποφυλάκισή της, μαζί με φίλους, μέλη του Group Ιnternationale de Travail, μιας οργάνωσης για την υπεράσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Μιλώντας για τους Κούρδους, οι κατηγορίες εναντίον σας βασίστηκαν στη συμμετοχή σας στα σεμινάρια που οργάνωσε το Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP), στο οποίο ανήκετε.

Συμμετέχω στο BDP, το οποίο αποτελεί τη συνέχεια του πολιτικού αγώνα των Κούρδων, αγώνα για την ελευθερία, για να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, για να το πούμε απλά. Είναι η πρώτη φορά που έγινα, στα 58 μου, μέλος κόμματος, γιατί πιστεύω πως αποτελεί τη μόνη διέξοδο για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. Διότι τον χρειάζονται περισσότερο απ’ τον καθένα. Έτσι, έχουν γίνει πιο δημιουργικοί και προωθημένοι σε ζητήματα όπως η συμμετοχή των γυναικών, η οικολογία, η ένταξη περιθωριοποιημένων πληθυσμών, το εργατικό κίνημα. Επιχειρούν να τα αναδείξουν μαζί με το Κουρδικό. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για το πιο αυθεντικό κίνημα στη χώρα. Γι’ αυτό συμμετέχω, αν και είμαι πολύ πιο «ακαδημαϊκή» στις σκέψεις μου, τη ζωή και τα συναισθήματά μου. Συνέχεια ανάγνωσης

Αντι-μεταπολίτευση

Standard

39 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Αντιδικτατορική αφίσα του ΠΑΜ. Από το αφιέρωμα των ΑΣΚΙ στο Πολυτεχνείο. Στην ιστοσελίδα τους (www.askiweb.eu) και στο http://www.facebook.com/askigr?fref=ts

 Χάνει κανείς το μέτρημα προσπαθώντας να λογαριάσει πόσες φορές έπεσαν, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, οι τίτλοι τέλους της μεταπολίτευσης. Το πρώτο «τέλος» εντοπίστηκε στα 1981, με τη νίκη των ηττημένων του Εμφυλίου επί της Δεξιάς∙ το επόμενο διαπιστώθηκε το ’89, με τον Ιστορικό Συμβιβασμό αλά ελληνικά∙ ένα ακόμα πανηγυρίστηκε το ’96, με την επικράτηση των «εκσυγχρονιστών» επί του «λαϊκισμού»∙ το τελευταίο δε βεβαιώθηκε προ διετίας, με την αυτοακύρωση της Βουλής χάριν του εθνοσωτήριου Μνημονίου.

Παρά τις διαφορές, όλες οι προαναφερθείσες περιπτώσεις είχαν έναν κοινό παρονομαστή: κανένα «τέλος» από τα αναγγελλόμενα δεν υπαινισσόταν επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Ο χώρος της νοσταλγίας των συνταγματαρχών ήταν το περιθώριο, καθώς η μνήμη των φρικαλεοτήτων όπως και η γελοιότητά τους ήταν νωπές· άλλωστε, πολλά θα μπορούσε να προσάψει κανείς στην περίφημη «ελληνική πολιτική κουλτούρα», όχι όμως ροπή προς τον στρατωνισμό.

Αυτό που αντίθετα υπήρξε διάχυτο όλα αυτά τα χρόνια, και παραδόξως έπειθε ακροατήρια με τις πιο διαφορετικές πολιτικές αναφορές (περισσότερο, τουλάχιστον, από το γραφικό «Ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται»), ήταν ο ψόγος της μεταπολίτευσης.

Για πολλούς αριστερούς, η μεταπολίτευση υποτιμήθηκε, αρχικά ως «αλλαγή νατοϊκής φρουράς» και πιο πρόσφατα ως «Χούντα που δεν τελείωσε». Η εκτίμηση ήταν εντελώς εσφαλμένη, έβρισκε –και βρίσκει– ωστόσο ερείσματα: στη λειψή αποχουντοποίηση και τον φόβο ενός νέου πραξικοπήματος, στα περίφημα «σταγονίδια» και στα ίχνη συνέχειας του παλιού (προδικτατορικού) κόσμου, που προσδιόριζαν και τις συντεταγμένες του καινούριου, και βέβαια, στον αυταρχισμό και την αναγωγή μιας στρατιωτικοποιημένης Αστυνομίας σε πυλώνα του πολιτεύματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Ξαναπιάνοντας τα κομμένα νήματα: Αριστερά και Μεταρρυθμίσεις

Standard

 του Αντώνη Λιάκου

Roger de La Fresnaye, «Tα δεκατετράχρονα του Ιουλίου», 1914

Οι μεταρρυθμίσεις έχουν αναχθεί σε μείζον ζήτημα και βασικό κριτήριο για την πορεία της χώρας, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων προβάλλεται ως επείγουσα, σε μια σειρά χώρες, σχεδόν στο σύνολο. Ποια χώρα δεν υπόκειται σε μεταρρυθμίσεις; Στο μέτρο βέβαια που ποτέ και πουθενά τα πράγματα δεν λειτουργούν τέλεια, πάντοτε θα χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Τι πιο φυσικό; Οι μεταρρυθμίσεις είναι έκφραση της νεωτερικότητας και της επιθυμίας βελτίωσης της κοινωνίας. Νεωτερικότητα σημαίνει την ικανότητα μιας χώρας να αυτορρυθμίζεται. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες γίνεται λόγος δεν αφορούν γενικώς βελτιώσεις και αλλαγές. Πρόκειται για συγκεκριμένο πακέτο πολιτικής, με συγκεκριμένη κατεύθυνση και στοχοθεσία. Παρά τις διαφορετικές ανάγκες, από χώρα σε χώρα, οι μεταρρυθμίσεις αυτές προκύπτουν από ενιαίο εγχειρίδιο: από μια πολιτική η οποία άρχισε να συγκροτείται ήδη ως απάντηση στις αλλεπάλληλες κρίσεις της δεκαετίας του ’70 και εκφράζουν μια ευρύτερη αλλαγή Παραδείγματος στην οικονομική και πολιτική φιλοσοφία, στις σχέσεις κράτους και πολίτη, διοίκησης και αγοράς.

Ποια είναι η κοινή συνισταμένη τους; Η προσομοίωση του κράτους στις λειτουργίες της αγοράς, η ιδιωτικοποίηση της ιδιότητας του πολίτη που αποσυνδέεται από κοινωνικά δικαιώματα, η απογύμνωση της εργασίας από τα θεσμικά της ερείσματα, γύρω από τα οποία συγκροτήθηκαν κοινωνικό κράτος και μαζικές δημοκρατίες. Πρόκειται για βαθιά αναμόχλευση της κοινωνίας, για ριζοσπαστικό πρόγραμμα χωρίς τέλος, για διαρκή επανάσταση των ελίτ. Η κρίση στην Ελλάδα ήταν η μεγάλη ευκαιρία να μπει η χώρα σε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, λέγεται. Tο Μνημόνιο μπορεί να απέτυχε, αλλά αυτό βαραίνει λιγότερο, αρκεί που η χώρα μπήκε στην πορεία των Μνημονίων, επομένως των μεταρρυθμίσεων.

Δεν υπάρχει επιστροφή στην κατάσταση προ κρίσης

 Το ζήτημα είναι οι πολιτικές της ανάταξης. Σε ποια κατεύθυνση και με ποιο σκεπτικό θα κινηθούν; Είναι σαφές πως η χώρα δεν μπορεί να επανέλθει στην προ κρίσης κατάσταση. Για δύο λόγους: Συνέχεια ανάγνωσης

Το τέλος της γιορτής

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. 23.7.1974. Ημέρα αναγεννήσεως». Αφίσα του Αλέκου Φασιανού, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Σπύρος Καραχρήστος, «Ελληνικές αφίσες», Κέδρος, Αθήνα 2003).
.

Η «γιορτή της δημοκρατίας» δεν πραγματοποιήθηκε φέτος στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου. Οι αιτιολογίες ήταν δύο. Μια επίσημη, «η δοκιμασία που περνά ο Ελληνικός Λαός», όπως λέει η ανακοίνωση της Προεδρίας. Και μια ανεπίσημη, το πρόβλημα που θα δημιουργούσε η παρουσία βουλευτών της Χρυσής Αυγής, αφού ως κοινοβουλευτικό κόμμα –τρομάρα μας!– έπρεπε να προσκληθούν. Ως προς την πρώτη, νομίζω ότι φαιδροποιούμε την έννοια της εξοικονόμησης δαπανών αν εννοούμε το κόστος των προσκλήσεων και της πορτοκαλάδας — κυριολεκτώ, αφού, ήδη από πέρσι, η Προεδρία της Δημοκρατίας είχε περιορίσει τα προσφερόμενα στη δεξίωση σε χυμούς. Ως προς τη δεύτερη, αν ισχύει, αντιπροσωπεύει τη λογική «πονάει δόντι, κόβει κεφάλι». Με βάση αυτή, θα ’πρεπε να καταργήσουμε κι ένα σωρό άλλα, με αποκορύφωμα το ίδιο το Κοινοβούλιο, για να παρακάμψουμε το αγκάθι της παρουσίας εκεί Χρυσαυγιτών.

***

Γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή, ορθότερα, η κυβέρνηση (αφού είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι μια τέτοια απόφαση την έλαβε ο ανεύθυνος πολιτικά, κατά το Σύνταγμα, ανώτατος πολιτειακός άρχων) αποφάσισε τη ματαίωση της γιορτής; Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός σχετίζεται άμεσα με τη συστηματική και ενορχηστρωμένη επίθεση, όλα τα τελευταία χρόνια, εκ μέρους του κυρίαρχου πολιτικού και μηντιακού μπλοκ, στη μεταπολίτευση. Αν η μεταπολίτευση, όπως κανοναρχούν, είναι η πηγή όλων των δεινών (της φαυλοκρατίας, του λαϊκισμού, της ασυδοσίας) που μας οδήγησαν στον τωρινό γκρεμό, τότε αρμόζει να την εορτάζουν κάποιοι γραφικοί, αριστεριστές και συριζαίοι, σε τίποτα γούπατα ή λαγούμια των Εξαρχείων, και πάντως όχι η πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της χώρας, στους κήπους της Ηρώδου του Αττικού. Συνέχεια ανάγνωσης

Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως σήμερα

Standard

(το πρόγραμμα στο τέλος του άρθρου)

 του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Πάμπλο Πικάσο, «Στούντιο με κεφάλι αγάλματος», 1925

Κάθε εορτασμός είναι μια ευκαιρία για απολογισμoύς. Απολογισμούς των όσων έγιναν, της υποδοχής τους, της συμβολής τους στη διαμόρφωση της συγχρονίας — ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή, όπου πολλές από τις κατακτήσεις των προηγούμενων χρόνων καταρρέουν ή δοκιμάζονται και νέα διακυβεύματα εμφανίζονται στο προσκήνιο.

Πώς φτάσαμε λοιπόν έως εδώ, για να θυμηθούμε ένα από τα καίρια ιστοριογραφικά ερωτήματα που χαρακτήρισαν το τέλος της δικτατορίας και την αρχή της μεταπολίτευσης; Από το 1971 και την ίδρυση της Eταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού έως σήμερα άλλαξαν πολλά στην ελληνική ιστοριογραφία, η οποία γνώρισε μια μοναδική άνθηση, όπως αποτυπώθηκε στη δημιουργία θεσμών και συλλογικοτήτων, καθώς και στη θεαματική ανάπτυξη της ιστοριογραφικής παραγωγής. Ποιες ήταν οι κοινωνικές ανάγκες και ζητούμενα, τα ακαδημαϊκά και ιστοριογραφικά περιβάλλοντα που συνέβαλαν σε αυτή την άνθηση; Πόσο ομοιογενής υπήρξε, ποια ήταν τα πεδία που αναπτύχθηκαν και ποια η εξέλιξή τους στον χρόνο; Ποιες ήταν οι κύριες επιρροές και ωσμώσεις, πώς συνομίλησαν οι αλλαγές στη ελληνική ιστοριογραφία με τις αντίστοιχες διεθνείς, με ποιες και πού συναντήθηκαν; Συνέχεια ανάγνωσης

Μια νέα ώσμωση ουμανισμού και ριζοσπαστισμού

Standard

της Μαρίας Κουρούκλη

Έργο του Ανρί Ματίς

 Η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα διατηρεί στενές σχέσεις με τον γαλλικό πανεπιστημιακό και ερευνητικό χώρο. Πολλοί σημαντικοί έλληνες ιστορικοί φοίτησαν στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης, την Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, το 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού (στη Vincennes και αργότερα στο Saint Denis) ή το 10ο Πανεπιστήμιο, τη Nanterre.

Στη διάρκεια της δικτατορίας και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η ιστορική έρευνα που αφορούσε την Ελλάδα γινόταν εν πολλοίς στη Γαλλία, όπου κυριαρχούσε η σχολή των Annales. Πρόκειται για μια θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι μέσα από την ιδέα της μακράς διάρκειας, των διαχρονικών διαδικασιών που διαμορφώνουν τις κοινωνίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων και των τοπικών κοινωνιών και τις ιδέες, συνήθειες και νοοτροπίες που τους χαρακτήριζαν. Η γαλλική ιστορική σχολή αναπτυσσόταν στο ιδιαίτερο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον της πρώτης μετααποικιακής περιόδου (Πόλεμος της Αλγερίας και του Βιετνάμ, αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων από τις αφρικανικές αποικίες) και της ανόδου της Αριστεράς στο εσωτερικό της χώρας, της συμμαχίας Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος και εν τέλει της νίκης των σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές το 1981. Οι γάλλοι ιστορικοί πρότειναν πρωτοπόρες μεθόδους ιστορικής ανάλυσης στη διάρκεια μιας ιδιαίτερης στιγμής της γαλλικής κοινωνίας: όταν, από τη μια μεριά, από αποικιοκρατική δύναμη ξαναβρίσκει τη διάσταση έθνους-κράτους και, από την άλλη, όταν διαμορφώνεται ανάμεσα στους διανοούμενους μια νέα ώσμωση ουμανισμού και ριζοσπαστισμού, που χαρακτηρίζει τους γάλλους και τους ξένους διανοούμενους οι οποίοι συμμετέχουν στην πολιτική και πολιτιστική αυτή μεταμόρφωση. Συνέχεια ανάγνωσης

Θόδωρος Αγγελόπουλος: Ένας ποιητής της ιστορίας

Standard

του Αντώνη Λιάκου

Φωτογραφία του Γιόζεφ Κούντελκα, από το άλμπουμ «Περιπλανήσεις. Ακολουθώντας το βλέμμα του Οδυσσέα» (από τα γυρίσματα της ταινίας του Θ. Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα»)

Σκέπτομαι τώρα, με τον ξαφνικό θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου,  πως αν θα του ταίριαζε ένας ορισμός, αυτός θα ήταν  «ποιητής της ιστορίας». Έγραψε ποίηση της ιστορίας με εικόνες, και τις εικόνες αυτές μέσω του κινηματογράφου τις κάρφωσε στα μυαλά μας. Η επιρροή του στον τρόπο που διαμορφώθηκε η ιστορική κουλτούρα των Νεοελλήνων της μεταπολίτευσης, ανάμεσα στο έθνος και στην Αριστερά, είναι αποφασιστική. Αλλά τι είδους ιστορία εποίησε ο Αγγελόπουλος; Όχι την ιστορία όπως την έγραφαν οι συγκαιρινοί του ιστορικοί, αλλά μια προφητική ιστορία. Έναν τύπο ιστορίας που επέζησε της προφητείας, συνοδεύοντας τις μεταμορφώσεις της σε επαναστατικό λόγο.

Αλλά ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στα  δυο μοντέλα χρόνου που συνεπάγεται η ιστορική και η προφητική αντίληψη της ιστορίας;  Η πρώτη οργανώνει τα γεγονότα του παρελθόντος σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος.  Συνέχεια ανάγνωσης

«Να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους»

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Αφίσα του Αλέκου Φασιανού, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας (Σπύρος Καραχρήστος, «Ελληνικές αφίσες», Κέδρος, Αθήνα 2003)

Γυρίσαμε πάλι στο Σεπτέμβρη. Αφήνοντας πίσω μας τις παραλίες, το νυχτερινό χαζολόγημα, τα παιδιά που τρέχουν στους πλακόστρωτους δρόμους, τη θάλασσα. Αφήνοντας πίσω μας… Όσοι και όσες αυτό το παράξενο καλοκαίρι βρεθήκαμε να κάνουμε διακοπές, την ώρα που φίλοι και γνωστοί έμεναν στην Αθήνα μετρώντας δουλειές και χρέη — διακοπές που δεν διέκοψαν την αγωνία μας γι’ αυτό που φουντώνει μέρα τη μέρα, καθώς διαγράφεται όλο και καθαρότερα το αδιέξοδο: στα μεσημεριανά τραπέζια, στους καφέδες του απογέματος, στις παρέες και στις ειδήσεις,  η κρίση κυριαρχεί παντού.

Διαβάζοντας σελίδες επί σελίδων, ένιωσα πως βρήκα τελικά τον υπεύθυνο: δεν είναι άλλος από τη μεταπολίτευση, την κουλτούρα της που,  πεθαίνοντας, συμπαρασύρει μαζί της και έναν ολόκληρο κόσμο. Ας τελειώνουμε, λοιπόν, μ’ αυτή την περίοδο της χλιδής και της ελευθεριότητας, ας εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που η νέα συγκυρία γεννά. Όσοι και όσες πιο δυνατοί επιβιώσουν — το  θέμα το έχουν αναδείξει ο Νικόλας Σεβαστάκης και ο Πολυμέρης Βόγλης στα ωραία τους κείμενα, σε αυτό εδώ το ένθετο.

Πέθανε λοιπόν η μεταπολίτευση. Είμαστε πλέον έτοιμοι να τυπώσουμε και τα κηδειόσημα –άρθρα, αναλύσεις και επιφυλλίδες που σωρεύονται, όλο και περισσότερες, τους τελευταίους μήνες–, να παραγγείλουμε τα στεφάνια, να ψήσουμε τους καφέδες της παρηγοριάς, να προβάρουμε τους επικήδειους.  Η «διαφθορά», οι «καταχρήσεις του δημόσιου βίου», ο «ατομικός ευδαιμονισμός», ο «λαϊκισμός»,  «ο κομματισμός», ο «κρατισμός», το κράτος και εν γένει οτιδήποτε δημόσιο, όλα όσα οδήγησαν στη σημερινή κρίση μπορούν να θαφτούν πλέον δίπλα  της. Δεν πειράζει αν μαζί τους, ανακατεμένα στο χώμα, παρασυρθούν και κάποια από τα κατακτημένα δικαιώματα και τις ελευθερίες, εμείς είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε το ξόδι. Πρώτα οι λίγοι στενοί συγγενείς –πάει ο καιρός που άπαντες όμνυαν στο όνομά της– τώρα σιγά σιγά αποχωρούν καταγγέλλοντας. Κι έπειτα οι υπόλοιποι, θεατές, όλοι εμείς που πορευτήκαμε μαζί της αυτά τα χρόνια. Δεν είμαστε και λίγοι, όσοι συνειδητοποιήσαμε τον κόσμο τις πρώτες δικές της ημέρες ή όσοι γεννηθήκανε μέσα στις δεκαετίες που ξεδιπλώθηκε. Σιωπηλοί θα ακολουθούμε, ανέτοιμοι να την υπερασπιστούμε, αναζητώντας πλέον την έμπνευση σε άλλες εποχές, στην Κατοχή, στο νέο ΕΑΜ, στα τραγούδια της δεκαετίας  του ’40, στα οράματα των νέων συλλογικοτήτων, που προσπαθούμε να διακρίνουμε. Αμήχανοι, βλέποντας πια ό,τι κάποτε πολιτικά υποστηρίξαμε ή πιστέψαμε να εκμαυλίζεται, τους ανίκανους διαχειριστές πολιτικούς της γενιάς του Πολυτεχνείου να ρητορεύουν, τις διεφθαρμένες ηγεσίες ενός κρατικοδίαιτου συνδικαλιστικού κινήματος να διαρρηγνύουν τα ήδη πουλημένα ιμάτιά τους, όσους επαγγέλθηκαν την αλλαγή να γκρεμίζουν ό,τι χτίστηκε στο όνομά της, εκείνους που τράφηκαν από τους καρπούς της να την απαξιώνουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Αυτογνωσία ή Αυτοκατάργηση;

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

 Διάβασα το μεγάλης έκτασης κείμενο που γράφτηκε από τον Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο και συνυπογράφεται από ακόμα πέντε γνωστές δημόσιες φωνές του χώρου της «Δημοκρατικής Αριστεράς» (δημοσιεύεται στο The Books Journal,  τεύχος 6, Απρίλιος 2011). Φέρει έναν πολύ εντυπωσιακό τίτλο: «Από την χρεοκοπία στην αυτογνωσία». Το περιεχόμενό του όμως είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό, με την έννοια ότι θα προκαλέσει θετικές ή αρνητικές εκπλήξεις, ανάλογα βέβαια με το πώς τοποθετείται ο αναγνώστης του, τόσο ως προς τις περιγραφές καταστάσεων όσο και ως προς την κατεύθυνση της προβληματικής του.

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927

Δεν είναι υπερβολή να πω ότι αισθάνθηκα παράξενα με το μοτίβο που διατρέχει τη συγκεκριμένη ανάλυση. Αναφέρομαι στην, πολύ συμβατική πλέον, αρνητική περιγραφή της Μεταπολίτευσης, των τριών τελευταίων δεκαετιών, ως μιας «ιστορίας [του] λαϊκισμού». Όχι όμως όποιου και όποιου λαϊκισμού, αλλά ενός αριστερού ή πάντως αριστερόστροφου λαϊκισμού στον οποίον, κατά τον συγγραφέα, βυθίστηκαν άπαντες: φυσικά το «ανδρεοπαπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ» αλλά και τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς, τα συνδικάτα, οι αντιεξουσιαστές, ακόμα και η συντηρητική παράταξη, ιδιαίτερα της τελευταίας κυβερνητικής θητείας. Αυτό είναι το πρώτο και βασικό σημείο το οποίο, φυσικά, δεν παρουσιάζει κάποια αναλυτική πρωτοτυπία. Προσφάτως, για παράδειγμα, στο συνέδριο του Economist ο διευθυντής του ΙΟΒΕ Γ. Στουρνάρας χαρακτήρισε την μεταπολιτευτική Ελλάδα «χώρα αριστερισμού». Η αναγωγή μιας αντιφατικής ιστορικής περιόδου στο μονοσήμαντο επίπεδο ενός κατακλυσμιαίου λαϊκισμού αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια προσφιλές εξηγητικό σχήμα στον λόγο της κεντροαριστερής ή κεντροδεξιάς σχολής των «εκσυγχρονιστών».

Ρενέ Μαγκρίτ, «Ο απατηλός καθρέφτης», 1928

Το κείμενο ωστόσο δεν εξαντλείται στη διεκτραγώδηση του λαϊκισμού της σύγχρονης ελληνικής περιπέτειας. Περισσότερο ενδιαφέρον έχουν κάποια βήματα παραπάνω στην ανατομία του ελληνικού προβλήματος. Στο επίκεντρο έρχεται εδώ το ελληνικό πρόβλημα ως ευθύνη της Αριστεράς ή ως υπαιτιότητα και της ελληνικής Αριστεράς. Κυρίως δε αυτής. Και σε αυτή την «Αριστερά» εντάσσονται άπαντες, από το επί δεκαετίες κυβερνών ΠΑΣΟΚ μέχρι τον αντιεξουσιαστικό χώρο, δίχως ιδιαίτερη αξιολόγηση των διαφορών ως προς τους ρόλους, τη θέση, τις πολιτικές κουλτούρες, τη σχέση με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αυτό το δεύτερο επίπεδο, το ερμηνευτικό σχήμα συμπληρώνεται και με έναν άλλον σημαντικό όρο: δεν είναι απλώς ο «λαϊκισμός» που έφερε την χρεοκοπία. Είναι, λένε, η διαμόρφωση μιας ατομικιστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας των διάσπαρτων ατομικιστικών απαιτήσεων, των μυριάδων «ιδιωτικών βουλήσεων» που έπνιξαν τον δημόσιο χώρο και οδήγησαν στην κατάρρευση της έννοιας του γενικού συμφέροντος. Και αυτό το οποίο προσθέτει μια ξεχωριστή πλοκή στην αφήγηση αφορά το βασικό υποκείμενο ή τον κύριο οργανωτή και εκφραστή αυτής της ατομικιστικής εξέγερσης εναντίον του γενικού συμφέροντος. Ο υπαίτιος κατονομάζεται: είναι, και εδώ, η ελληνική Αριστερά. Η Αριστερά που, κατά τον Παπαδημητρόπουλο και τους συνυπογράφοντες, πέρασε από την εποχή της αυτοθυσίας και της ανιδιοτελούς αφοσίωσης στο πεδίο του γενικευμένου ατομικισμού ως η αγωνιστική, μαχητική, οργανωμένη εκδοχή αυτού του ατομικισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Σχεδόν τριάντα χρόνια

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Να πάρεις την Εκδίκηση της γυφτιάς, μου είχε πει η Χαρά, είναι κάτι τύποι μάλλον από τη Θεσσαλονίκη. Αν και γενικά την άκουγα, δεν αγόρασα τον δίσκο αμέσως. Ήταν άλλες εποχές τότε, τέλη της δεκαετίας του 1970, για το χαρτζιλίκι μας η αγορά ενός δίσκου ήταν πραγματική γιορτή, και δεν μπορούσαμε να πάμε σε πολλές.

Τον αγόρασα όμως λίγους μήνες αργότερα. Όταν τα τραγούδια του είχαν πια πλημμυρίσει τη ζωή μας με ήχους που έως τότε ήταν κλεισμένοι στα σαρανταπεντάρια δισκάκια των γονιών μας, στις διαφημιστικές εκπομπές των δισκογραφικών εταιρειών στο ραδιόφωνο, στις κριτικές για τη φωνή του Καζαντζίδη που ήταν φοβερή, αλλά, βρε παιδί μου, οι επιλογές του… Ήχοι και μουσικές πειραγμένες που ερχόντουσαν να μπλεχθούν με τις αμήχανες εφηβείες μας, ανάμεσα στον Αφρό των Ημερών του Μπορίς Βιάν και την Παναγία των λουλουδιών, παραδίπλα στο Εγώ κι Αυτό της Μαρί Καρντινάλ που κρυφοδιαβάζαμε από τα πιο έξυπνα κορίτσια του φροντιστηρίου και μαθαίναμε για τα προβλήματα της περιόδου. Ήχοι και φωνές που έμπλεκαν με τους Scorpions και του Doors, επιρροές των μεγαλύτερων αδελφών μας, μαζί με γιάνκες και ό,τι έμενε ακόμη από Θεοδωράκη και Μικρούτσικο.

Αν η μουσική ήταν το επίδικο, οι στίχοι ήταν εκείνοι που έμοιαζαν να γεφυρώνουν την απόσταση. Έξυπνοι, σημερινοί, μίλαγαν με έναν τρόπο οικείο για εκείνα που μέχρι τότε ήταν έξω από αυτά που τραγουδάγαμε: το κοτλέ παντελονάκι που φοράς, ο χαβαλές, τα μπαράκια, οι φραπέδες. Λέξεις και σύμβολα από τη δική μας καθημερινότητα. Κι όταν λίγο αργότερα ήρθαν και τα Τραγούδια της Χαρούλας,  εμπλέκοντας τώρα κι εκείνους για τους οποίους τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη τους ωστόσο ζωή, αλλά περνούσαν γελαστοί μες στις πορείες, τότε πια η απόσταση από το λαϊκό είχε εκμηδενιστεί, δεν ερχόταν ενάντια ούτε καν στην αγωνιστική μας συνείδηση. Συνέχεια ανάγνωσης

Να τελειώνουμε με τη μεταπολίτευση;

Standard

του Πολυμέρη Βόγλη

 

Αντιμοναρχική αφίσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου, για το δημοψήφισμα της 8.12.1974 (Γιάννης Καραχάλιος, «Ελληνικές αφίσες», Κέδρος, Αθήνα 2004).

Επί μήνες δημοσιογράφοι, αναλυτές και πολιτικοί επαναλαμβάνουν ομόφωνα: «να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση». Η Μεταπολίτευση ή η «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» θεωρείται υπεύθυνη για όλα τα «δεινά» της σημερινής Ελλάδας: από την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και τη διαφθορά μέχρι την οικονομική χρεοκοπία και τις κοινωνικές αντιδράσεις στα μέτρα του Μνημονίου. Το αποτέλεσμα αυτής της γενικόλογα κατεδαφιστικής κριτικής είναι να εγγράφεται η Μεταπολίτευση αρνητικά στη σύγχρονη ιστορική συνείδηση, να μετατρέπεται σε έναν αρνητικό κοινό τόπο. Χρειάζεται άραγε να υπενθυμίσει κανείς ότι η Μεταπολίτευση ήταν η περίοδος θεμελίωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα; Μετά το 1974 εγκαινιάζεται η εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών και η διεύρυνση της δημοκρατίας με την άρση αποκλεισμών και διακρίσεων που είχαν χαρακτηρίσει την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες: περιορισμός του ρόλου του στρατού, αποκαθήλωση της μοναρχίας, νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση, δικαίωμα ψήφου στα 18, ισότητα των δύο φύλων, αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και πάρα πολλά άλλα. Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, και υποθέτω ότι όσοι καταδικάζουν την «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» δεν συγκαταλέγουν αυτές τις αλλαγές στις αρνητικές κληρονομιές της.

Ταυτόχρονα, στη Μεταπολίτευση η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία διογκώθηκε και διευρύνθηκε στην κατεύθυνση της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Το κράτος ανέλαβε να παίξει όλο και πιο ενεργό ρόλο στην αναδιανομή του πλούτου, τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων και στην κοινωνική αναπαραγωγή. Θα έλεγε κανείς ότι η εδραίωση της δημοκρατίας συμβάδιζε με την επέκταση της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, όσοι καταφέρονται κατά της Μεταπολίτευσης μάλλον έχουν στο νου τους την κοινωνία, δηλαδή τις αξίες, ιδέες και πρακτικές που επικρατούσαν στα μεταπολιτευτικά χρόνια. Το ερώτημα που σπάνια τίθεται είναι: Τι σχέση η σημερινή ελληνική κοινωνία με αυτήν της δεκαετίας του 1970; Τι σχέση έχουν οι πολυήμερες, «άγριες», μαζικές απεργίες στη ΜΕΛ, την ΙΖΟΛΑ, τη Μαδέμ-Λάκκο με τις απεργίες που κηρύσσει σήμερα η ΓΣΕΕ; Τι σχέση έχουν οι ογκώδεις διαδηλώσεις για το Πολυτεχνείο το 1975, 1977, το 1980 με τις επετειακές «λιτανείες»; Πόσα πολιτικά περιοδικά εκδίδονταν τότε και πόσα σήμερα; Τα ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, η απάντηση όμως θα ήταν η ίδια, η οποία δείχνει την απόσταση που μας χωρίζει από τη Μεταπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Μάρτα Χάρνεκερ στην Ελλάδα

Standard

 

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγική ομιλία του Ν. Θεοτοκά στη διάλεξη της Μάρτα Χάρνεκερ με θέμα «Οι προκλήσεις της Αριστεράς τον 21ο αιώνα: Η περίπτωση της Λατινικής Αμερικής» (Πάντειο Πανεπιστήμιο, 9.12.2010), που οργάνωσαν το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς», η Αυτόνομη κίνηση Μεταπτυχιακών «Manifesto» και το  δίκτυο transform!europe, με την υποστήριξη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου. Σχετικά, βλ. και  τη συνέντευξη της Μ. Χάρνεκερ, που δημοσιεύεται σήμερα, σε άλλη σελίδα του κυριακάτικου φύλλου.

του Νικου Θεοτοκα

 

 

Χαρακτικό του Καρλ Σμιτ-Ρότλουφ

Ευχαριστώ θερμά, εκ μέρους του Τμήματος και του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου, για την παρουσία σας εδώ σήμερα. Επιτρέψτε μου να πω δυο αμήχανα λόγια για την ομιλήτρια, που η παρουσία της είναι τιμή και έμπνευση για το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ομολογώ ότι βλέποντάς την ανάμεσά μας, ακαταπόνητη και μαχητική, εκπληρώνεται μια ανομολόγητη επιθυμία: ν’ αντικρίσω τη μορφή της πολύτιμης δασκάλας που δεν συναντήθηκε ποτέ με την ευγνωμοσύνη των ανώνυμων μαθητών της. Συγνώμη για τον ανεπίτρεπτο, σε τέτοιες εκδηλώσεις, προσωπικό τόνο. Διακρίνω εδώ στο ακροατήριο αρκετές και αρκετούς τέτοιους μαθητές.

***

Η Μάρτα Χάρνεκερ είναι μια σημαντική διανοούμενη της Ευρώπης και του τόπου της. Ή, καλύτερα, των τόπων της. Των τόπων της Νότιας Αμερικής όπου, πριν διακόσια χρόνια, απλώθηκε η δυναμική των επαναστάσεων. Μια δυναμική η οποία, παράγοντας πρωτόγνωρες πυκνώσεις και επιταχύνσεις, απλώθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο: Από τις Ενωμένες Επαρχίες της Νοτίου Αμερικής ως την Ιβηρική και τα Βαλκάνια. Αυτό το ρεύμα για την ισότητα, την ελευθερία, την κοινή ευτυχία –για να θυμηθούμε τον Σαιν Ζυστ– και την ανεξαρτησία έκανε τον Τζέρεμυ Μπένθαμ να γράφει, το 1821, στον Σιμόν Μπολίβαρ πως οι πιο πιστοί σύμμαχοί του είναι η ελευθερωμένη Αϊτή και η επαναστατημένη Ελλάδα. Συνέχεια ανάγνωσης