«Ρωτούσε για την ποιότητα…»: Τα κανάλια και η δημοκρατία

Standard

 «Pωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,
σχεδόν σβησμένη απ’ την επιθυμία.
Κι ανάλογα ήλθαν οι απαντήσεις,
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη,
με υπολανθάνουσα συναίνεσι»

Κ.Π. Καβάφης, «Ρωτούσε για την ποιότητα»

 

του Στρατή Μπουρνάζου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Πανικός τον Μεσαίωνα", 1927

Ρενέ Μαγκρίτ, «Πανικός τον Μεσαίωνα», 1927

Έπειτα από χρόνια, ο μελετητής της ελληνικής κοινωνίας θα διαθέτει, νομίζω, ένα παραστατικό παράδειγμα που συνοψίζει το φαινόμενο της «διαπλοκής» και γενικότερα του ελληνικού καπιταλισμού του 21ου αιώνα (αυτού που αποκλήθηκε «δύσμορφος», «στρεβλός» κλπ. – αλλά δεν είναι εδώ ο χώρος γι’ αυτή τη συζήτηση): τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Αρκεί να θυμηθούμε μερικά βασικά τους γνωρίσματα, από τα «θαλασσοδάνεια» και τους φόρους που δεν αποδίδουν μέχρι την εξοργιστική πολιτική μονομέρειά τους, το χαμηλής ποιότητας προϊόν που παράγουν και προβάλλουν, την καταπάτηση της δεοντολογίας, τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, τη χρήση τους από τους ολιγάρχες ιδιοκτήτες ως μέσον πολιτικής πίεσης και άλλα πολλά.

Με αυτά τα δεδομένα, ένας αριστερός, αλλά και γενικότερα δημοκρατικός πολίτης, έχει, καταρχήν, κάθε λόγο να υποστηρίξει τις προσπάθειες της κυβέρνησης (και κάθε κυβέρνησης) να παρέμβει σε αυτή την κατάσταση, ρυθμίζοντας το τηλεοπτικό τοπίο. Γιατί η κατάσταση αυτή έχει βλάψει και βλάπτει σοβαρά τη δημοκρατία και τον πλουραλισμό, διαπαιδαγωγεί με αρνητικό τρόπο τους πολίτες, διαχέει ρατσιστικά στερεότυπα κ.ο.κ. Και το ότι έχουμε εθιστεί σε αυτή, δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι ανεκτή.

Από εκεί και πέρα, αφού συμφωνήσουμε σε μερικά βασικά (όπως το απαράδεκτο της κατάστασης, το ότι αποτελεί αρμοδιότητα αλλά και υποχρέωση του κράτους να παρέμβει, τις τεράστιες ευθύνες ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.), αρχίζει η ουσιαστική κουβέντα: τι πρέπει να γίνει (πέρα από ευχολόγια τύπου σχολικών εκθέσεων, όπως «η πολιτεία οφείλει να πατάξει την ανομία» κλπ. κλπ.). Πριν προχωρήσω, σημειώνω απλώς ότι το ζήτημα «ενημέρωση-δεοντολογία-ελευθερία της έκφρασης-δημόσιος έλεγχος-ιδιωτική ή κυβερνητική χειραγώγηση» είναι από τα πιο σύνθετα και δύσκολα, αλλά και ουσιαστικά σε μια δημοκρατία. Πατάμε, εδώ, σε μια κινούμενη άμμο: αν από τη μια έχουμε τα συμφέροντα της διαπλοκής που αντιστέκονται στη λογοδοσία και τον έλεγχο (αυτό είναι απλό να το διακρίνουμε και δύσκολο να το αντιμετωπίσουμε) από την άλλη έχουμε πιο σύνθετα ζητήματα, όπως πώς επιτυγχάνεται ο δημόσιος (αλλά όχι κυβερνητικός) έλεγχος και η λογοδοσία, πώς συνδυάζεται δεοντολογία και ελεύθερη έκφραση, πώς η δεοντολογία δεν πρέπει να οδηγεί σε ηθικοδιδακτισμό κ.ο.κ.

Μετά από αυτά τα γενικά, προχωράω στο συγκεκριμένο, την τροπολογία της κυβέρνησης, που ψηφίστηκε την Πέμπτη. Και επικεντρώνομαι σε ένα βασικό ερώτημα, που έχει τεθεί: Γιατί τέσσερα κανάλια; Bασικό επιχείρημα που διατυπώθηκε υπέρ του αριθμού αυτού είναι ότι με βάση τη «διαφημιστική πίτα» τόσα μόνο κανάλια μπορούν να είναι «υγιή». Πέραν μιας σειράς άλλων προβλημάτων (γιατί τρία και όχι πέντε;) η λογική αυτή, αν τη μεταφέρουμε σε άλλους χώρους (λ.χ. εφημερίδες ή θέατρα, χωρίς να παραγνωρίζv τις διαφορές) μας δείχνει πόσο προβληματική είναι η λέξη «βιωσιμότητα». Και, το πιο ριζικό, για μένα, ερώτημα, : «Εάν όντως θέλουμε να ξεφύγουμε από τη σημερινή εκδοχή κακής ψυχαγωγίας και χειραγωγημένης ενημέρωσης, το πρώτο πράγμα που πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι ο αριθμός των αδειών αλλά η ποιότητα των καναλιών. Το να έχουμε 4 ή 14 παραλλαγές του MEGA και του ΣΚΑΪ μας κάνει εξίσου ανενημέρωτες-ους» (το απόσπασμα από το άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη, «Τηλεοπτικές άδειες: το ανακάτεμα της τράπουλας δεν είναι ρήξη με τη διαπλοκή», από το ηλεκτρονικό Unfollow. Συνέχεια ανάγνωσης

Kανάλια και δημοσκοπήσεις: Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;

Standard

του Δημοσθένη Δώδου

Οι ραγδαίες και πρωτόγνωρες πολιτικές εξελίξεις από τα μέσα Αυγούστου (ψήφιση του Μνημονίου, με 32 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να μην το ψηφίζουν· παραίτηση της κυβέρνησης· συγκρότηση της ΛΑΕ) βρήκαν –όσους μπορούσαν– σε ολιγοήμερες, έστω, διακοπές. Επιπλέον προκάλεσαν, βέβαια, μεγάλη σύγχυση, κυρίως σε εκείνους που τον Γενάρη είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Η προκήρυξη των εκλογών, στις 28 Αυγούστου, έδωσε το σύνθημα για την μαζική εμφάνιση στα ΜΜΕ δημοσκοπήσεων διαφόρων εταιρειών.

Φωτογραφία: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος/FOSPHOTOS (πηγή: www.popaganda.gr)

Φωτογραφία: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος/FOSPHOTOS
(πηγή: http://www.popaganda.gr)

Για τις εταιρείες δημοσκοπήσεων, το άλλοτε αρκούντως καλοπληρωμένο προϊόν τους, στην εποχή της κρίσης μετατράπηκε σε μια κακοπληρωμένη «ανάθεση», προκειμένου να παραμένουν στην επικαιρότητα. Έτσι όμως φαίνεται να επιβεβαιώνεται η άποψη που εξέφρασε στέλεχος εταιρείας, σχεδόν μια βδομάδα πριν τις εκλογές: ό,τι πληρώνεις, παίρνεις.

Οι δημοσκοπήσεις εδώ και πολλά χρόνια –για λόγους κόστους– είναι τηλεφωνικές, και οι εταιρείες είναι υποχρεωμένες να αναζητούν το δείγμα τους μόνο σε σταθερά τηλέφωνα. Και μπορεί να ανακοινώνουν ότι η δημοσκόπηση έγινε σε δείγμα «χιλίων τόσων» ατόμων, από πουθενά όμως δεν προκύπτει πόσες «απουσίες» και πόσες «αρνήσεις» υπήρξαν. Συνέχεια ανάγνωσης

Καλά και κακά νέα: ένα μανιφέστο

Standard

του Τζερόμ Ρους

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

Το ROAR Magazine (roarmag.org), το γνωστό ριζοσπαστικό και κριτικό –διαδικτυακό– περιοδικό, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Reflections on Revolution», αυτοπροσδιορίζεται ως «διεθνής κολεκτίβα απαρτιζόμενη από μέλη που επιδίδονται στη δημοσιογραφία των πολιτών, που δρουν ως διανοούμενοι-ακτιβιστές και ως ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές». Ξεκίνησε την εποχή της Αραβικής Άνοιξης, του Occupy Wall Street, των Αγανακτισμένων. Έκτοτε, με εμψυχωτή το Jerome Roos, επεκτείνει την ύλη, τους συνεργάτες, τα πεδία και τις χώρες που καλύπτει. Κεντρικές του μέριμνες, όπως τις ξεχωρίζουμε από την αρθρογραφία, είναι η προβολή και ο συντονισμός κινημάτων και αντιστάσεων σε όλο τον κόσμο (με την επαφή μεταξύ τους και με την αξιοποίηση της τεχνολογίας), καθώς και η ριζική κριτική στον κυρίαρχο λόγο και η άρθρωση συγκροτημένου λόγου (ή, μάλλον, λόγων) της αντίστασης. Το 2014 το ROAR ξεκινάει μια προσπάθεια αναβάθμισης, στην λογική της δημιουργίας ανεξάρτητων μέσων που θα υπηρετούν την πραγματική δημοκρατία. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το άρθρο του Tζερόμ Ρους (28.12.2013), που μας εισάγει στο πνεύμα της προσπάθειας, στην οποία θα επανέλθουμε.

ENΘΕΜΑΤΑ

1-roos

Φρανς Μασερεέλ, «Ο κόκορας», 1952

Ζούμε σε καιρούς εξαιρετικούς. Τα πάντα γύρω μας, όλος ο παλιός κόσμος καταρρέει, ενώ ο νέος πασχίζει να γεννηθεί. Κρίσεις και καταστροφές αναστατώνουν τον πλανήτη μας όπως ποτέ μέχρι σήμερα. Οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις ταρακουνούν το σύστημα μέχρι το μεδούλι του. Και όμως, ενώ τα παλιρροϊκά κύματα της Ιστορίας συνεχίζουν να σκάνε στις ακτές της συλλογικής φαντασίας μας, οι φρουροί του 1% μας λένε σταθερά να μην ανησυχούμε, «Δεν υπάρχει τίποτα να δείτε εδώ!», ενώ εκδότες, διαφημιστές και τηλεπαρουσιαστές μας λένε με απαλή παρακλητική φωνή: «Μην ταράζεστε, συνεχίστε την πορεία σας».

Τα κακά νέα. Με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό να επιταχύνεται φτάνοντας σε έναν παροξυσμό αυτοκαταστροφικής υπερδραστηριότητας, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει σήμερα μια ανείπωτη πρόκληση. Ας αρχίσουμε με τα κακά νέα. Η αξιοπρέπεια και η δημοκρατία δέχονται επίθεση πανταχόθεν. Και ενώ οι άνθρωποι ξεσηκώνονται –είτε μέσα από μαζικές λαϊκές εξεγέρσεις είτε με μικρές πράξεις καθημερινής αντίστασης– οι εξουσιαστές εξακολουθούν να μας λένε να ασχοληθούμε με άλλα: με τα στεγαστικά μας δάνεια, τις πιστωτικές μας κάρτες, τα σπουδαστικά μας δάνεια, τις όλο και πιο μίζερες και κακοπληρωμένες δουλειές και, πάνω απ’ όλα, «αυτούς»: τις μεγάλες εταιρείες και τους ισχυρούς πολιτικούς, μεγάλες εικόνες στο εικονοστάσι του φονταμενταλισμού της αγοράς, πιστούς υπηρέτες της μίας και μοναδικής θεότητας: του Μαμμωνά. Του Θεού του Χρήματος. Συνέχεια ανάγνωσης

Ισχυρός προνοιακός μηχανισμός, όχι αστυνομικά μέτρα

Standard
ΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΟΥΣ ΡΟΜΑ-1

Συνέντευξη του Γιώργου Μόσχου, Βοηθού Συνήγορου του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγγίδη

Φωτογραφία του Ευθύμιου Μελεγκίδη

Θα θέλαμε, καταρχάς, ένα σχόλιό σας για τη στάση όσων ενεπλάκησαν στην υπόθεση της τετράχρονης Μαρίας (ΜΜΕ, Χαμόγελο του Παιδιού, κρατικές υπηρεσίες).

 Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά, μια υπόθεση που επικεντρωνόταν στην προσωπική ιστορία ενός παιδιού υπήρξε αφορμή για εκτενή τηλεοπτικά προγράμματα και ρεπορτάζ, που ωστόσο δεν αρκέστηκαν στην ενημέρωση του κοινού και την αντικειμενική αναζήτηση των παραγόντων που συνέθεταν το ιστορικό της υπόθεσης, αλλά έδωσαν χώρο σε ποικίλες εικασίες, στερεοτυπικές προσεγγίσεις σε βάρος μιας πληθυσμιακής ομάδας (του τύπου «οι τσιγγάνοι κλέβουν παιδιά») και καλλιέργεια τρομολαγνικών και ρατσιστικών αντιλήψεων. Η εξακολουθητική αναπαραγωγή της εικόνας της μικρής, που δόθηκε στη δημοσιότητα με εισαγγελική διάταξη για συγκεκριμένο σκοπό, ακόμη μάλιστα και όταν ο σκοπός εξέλειπε (δηλαδή όταν εντοπίστηκαν οι φυσικοί γονείς της), όσο και άλλου οπτικοακουστικού υλικού, σε συνδυασμό με αυθαίρετες γενικεύσεις και αναλύσεις, συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής ζωής της ανήλικης αλλά και γενικότερα προσβολή της παιδικής ηλικίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Είναι αδύνατος σήμερα ένας «ιστορικός συμβιβασμός»

Standard

 «Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το υπαρκτό, αλλά για να το αλλάξουμε, όχι για να υποταχθούμε σ’ αυτό»

 Συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά

 spasdΑς ξεκινήσουμε από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Πώς κρίνετε την τωρινή τους θέση;

 Για το ΠΑΣΟΚ δεν θα είχα να πω κάτι άλλο, πέραν του ότι ακολούθησε τη μοίρα των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, από τη στιγμή που εγκολπώθηκαν σαν αναλυτικό εργαλείο, αλλά και σαν εργαλείο άσκησης πολιτικής εξουσίας, τον νεοφιλελευθερισμό.

Ως προς τη ΔΗΜΑΡ, θα έλεγα ότι είναι το λυπηρό απομεινάρι ενός σημαντικού εγχειρήματος – εννοώ τον ευρωκομμουνισμό. Οι εποχές βεβαίως είναι πολύ διαφορετικές· οι απολήξεις όμως σημαδεύουν την αναποτελεσματικότητα, εκ των υστέρων, του μεγάλου σχεδίου του Μπερλινγκουέρ και του Άλντο Μόρο για τον ιστορικό συμβιβασμό. Δεν νομίζω ότι σήμερα είναι εφικτός ένας «ιστορικός συμβιβασμός», ούτε στην Ιταλία ούτε φυσικά στην Ελλάδα. Η ΔΗΜΑΡ εικονογραφεί την αποτυχία ενός μεγάλου για την εποχή του σχεδίου, και αν αναφέρομαι σε αυτή την απόληξη είναι γιατί αποτελεί δείκτη μιας μεγάλης κρίσης.

 Και ας προχωρήσουμε στον ΣΥΡΙΖΑ…

 Ας δούμε καταρχάς την πρόσληψη του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ από το εκλογικό σώμα. Ο λόγος αυτός είναι διηθημένος από τα κρατούντα μέσα ενημέρωσης, τα οποία, όταν δεν είναι απροκάλυπτα αρνητικά ή εχθρικά, είναι μεροληπτικά. Στους πολλούς αποδέκτες, ο λόγος της Αριστεράς, φτάνει παρηλλαγμένος. Κάποτε, η παραλλαγή γίνεται και από τα αριστερά. Θα αναφερθώ σε ένα ενδεικτικό παράδειγμα: το περίφημο «Δεύτερο Σχέδιο», το γνωστό, αγγλιστί, Plan B — βλέπετε, η αγγλική, μια ορισμένη μορφή της συγκεκριμένα, έχει γίνει η κοινή γλώσσα. Δεν έχει η Αριστερά δεύτερο σχέδιο, μας λένε. Ρωτήθηκαν ποτέ η Δεξιά και τα κεντροαριστερά παραβλαστήματα αν έχουν δεύτερο σχέδιο στην περίπτωση κατά την οποία αποτύχει –και έχουμε ουκ ολίγες ενδείξεις γι’ αυτό– το σχέδιο το οποίο εφαρμόζουν; Κανείς δεν θέτει το ζήτημα αυτό· το πρόβλημα τίθεται μόνο για την Αριστερά, και μάλιστα και από καλόβολους αριστερούς. Συνέχεια ανάγνωσης

Νεοναζισμός 4 x 4

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Τζωρτζ Γκρος, «Ο προπαγανδιστής» (αλληγορία για τον Χίτλερ), 1928

Τζωρτζ Γκρος, «Ο προπαγανδιστής» (αλληγορία για τον Χίτλερ),
1928

Έχουν ήδη γραφτεί πολλά για την εκπομπή Τράγκα με τους Χρυσαυγίτες βουλευτές. Κι αν γράφω  σήμερα δεν είναι τόσο από τσαντίλα ή  επειδή όσα κι αν γραφτούν, λίγα είναι γι’ αυτό που συνέβη το βράδυ της Κυριακής. Ο λόγος είναι διπλός:  ενώ από τη  μια είναι αφελές να εκπλησσόμαστε, από την άλλη δεν μπορούσε να μην εκπλησσόμαστε. Δεν δικαιούμαστε να εκπλησσόμαστε, αφού η εκπομπή δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία· και δεν μπορούμε να μην εκπλησσόμαστε, επειδή από πολλές απόψεις αποτελεί τομή. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τη σκέψη μου.

Πρώτον, για να ξεκινήσω από τα σίγουρα, δεν μπορεί κανείς να πέφτει από τα σύννεφα, καθώς τα κανάλια έχουν, δυστυχώς, αρκετή προϋπηρεσία στον τομέα αυτό. Η γκάμα βέβαια και οι αποχρώσεις, ως προς την ευθύνη τους για τη διάδοση των  νεοναζιστικών ιδεών και πρακτικών, ποικίλλουν:  αδιαφορία, ανοχή, εθελοτυφλία, χάιδεμα, προβολή και προμοτάρισμα της Χρυσής Αυγής (και ας μην ξεχνάμε εδώ ότι ο πρώτος που κάλεσε στο στούντιο τον Ν. Μιχαλολιάκο, σε ανύποπτο χρόνο, πριν αρκετά χρόνια, ήταν ο «έγκριτος» Γιάννης Πρετεντέρης).

Δεύτερον, για να συνεχίσω στα λιγότερα σίγουρα, μου φαίνεται παράδοξο αλλά και εξόχως προβληματικό να εκπλησσόμαστε που ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος δεξιώθηκε τους Χρυσαυγίτες. Ακόμα χειρότερα, αν η έκπληξή μας πηγάζει από το ότι αυτό το έκανε ο «αντιμνημονιακός» Τράγκας. Γιατί είναι στοιχειώδες, πολιτικά, να διακρίνουμε πώς, για τον συγκεκριμένο δημοσιογράφο, η αντιπολίτευση, η «υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων», η «πάλη ενάντια στο Μνημόνιο» είναι  μόνο το επίχρισμα. Άμα το ξύσουμε  –λιγάκι, όχι πολύ– θα βρούμε μπόλικο αντικοινοβουλευτισμό, συνωμοσιολογία, αγοραίο εθνικισμό,  δημαγωγία, χυδαίο λαϊκισμό και σκέτη χυδαιότητα – με λίγα λόγια, πολλά βασικά συστατικά του φασισμού και του  φασιστικού ήθους. (Και είναι μια μεγάλη κουβέντα,  από εκεί και πέρα, που χρειάζεται να την  κάνουμε επειγόντως, πώς ακροδεξιές νοοτροπίες μπορούν να φωλιάζουν και στο πλαίσιο του αντιμνημονιακού λόγου. Θα μπορούσαμε να την ξεκινήσουμε και από την  προχθεσινή ρεβεράντζα του Τράγκα προς τους Χρυσαυγίτες: η κυβέρνηση Μέρκελ σας λέει νεαναζιστές, αλλά η πραγματική ναζί είναι εκείνη!). Συνέχεια ανάγνωσης

Φαιές νεοναζί αντανακλάσεις στο γυαλί των ΜΜΕ

Standard

του Κωστή Παπαϊωαννου

Σχέδιο του Μίνω Αργυράκη, από το λεύκωμα «Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον»

Οι δυνάμεις του φαιού αντικοινοβουλευτισμού βρίσκουν φιλόξενο χώρο σε αρκετά ΜΜΕ που με το μαγικό τους ραβδί μεταμορφώνουν τους νεοεκλεγέντες νεοναζί σε αστέρες του λαϊφστάιλ. Πολλά τα παραδείγματα. Τη γνωστή επίθεση στις δυο βουλευτίνες της Αριστεράς σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση ακολούθησαν επανειλημμένες εμβριθείς μεσημεριανές συζητήσεις στον STARγια τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες του ευέξαπτου νέου που προκλήθηκε κι αντέδρασε, το αρρενωπό του προφίλ, την ενδιαφέρουσα συναισθηματική του ζωή, τις φίλες του στο Facebook και άλλες αθέατες πλευρές αυτής της πολυσχιδούς προσωπικότητας. Η «μεσημεριανή Μελέτη» του φιλικού κι ανθρώπινου νεοναζί δεν είχε τέλος. Στη συνέχεια ήρθαν λεπτομερή ρεπορτάζ για τον γάμο άλλου εκλεκτού τέκνου της ίδιας οργάνωσης, γνωστού για τη σταθερή παρουσία του σε επεισόδια και βίαιες διακοπές εκδηλώσεων των οποίων το περιεχόμενο δεν τύγχανε του γούστου του. Αποσιωπώντας όσα συγκροτούν ένα βίαιο προφίλ και αναδεικνύοντας «το ανθρώπινο πρόσωπο», ο σταθμός αναβαπτίζει τους νεοναζί στα νάματα του λαϊφστάιλ, διενεργεί ένα πλήρες ξέπλυμα πολιτικού προφίλ. Συνειδητή προσπάθεια ή αυτόματη εφαρμογή μιας εμπορικής μανιέρας; Αδιάφορο. Το αποτέλεσμα μετράει. «Φέτος η εκπομπή σας θα προσπαθήσει να έχει και ένα πιο δυνατό κι ανθρώπινο πρόσωπο. Εκτός από την ψυχαγωγία, τη χαρά, την ξεγνοιασιά και το lifestyle, δε μπορούμε να κλείσουμε τ’ αυτιά και τα μάτια σε μια κοινωνία που υποφέρει». Με τα λόγια αυτά ο κ. Στ. Μαλέλης περιέγραφε το προφίλ του τηλεοπτικού του σταθμού. Ενδεχομένως τελικά η διευθυντική στόχευση σε «ένα πιο δυνατό κι ανθρώπινο πρόσωπο» να μην αφορούσε τον σταθμό αλλά τους lifestyleβίαιους βουλευτές. Καλοδεχούμενη φυσικά αλλά αργοπορημένη η μεταγενέστερη δήλωση του κ. Μαλέλη: «Δε θέλω να ξαναδώ lifestyle την Χρυσή Αυγή. Παίρνω εγώ την ευθύνη, κάναμε λάθος, δε θα ξαναγίνει». Ελπίζουμε η αλλαγή πορείας να τηρηθεί με συνέπεια. Δεν τρέφουμε αυταπάτες όμως. Συνέχεια ανάγνωσης

Ήλοι του Τύπου

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Τζόναθαν Γκιμπς, «Ψάρι» (από το μπλογκ http://underplot.tumblr.com)

 Πολλά και γιγαντιαία τα ζητήματα που διακυβεύτηκαν στις τελευταίες διπλές εκλογές, ανάμεσα στα οποία αξιοπρόσεκτη νομίζω είναι η σχέση των κομμάτων και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Είναι η πρώτη φορά –τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και μετά– που το ένα από τα δύο κόμματα τα οποία διεκδίκησαν με σοβαρές αξιώσεις τη διακυβέρνηση δεν υποστηρίχθηκε από καμία μεγάλης κυκλοφορίας, καθιερωμένη, «σοβαρή» εφημερίδα, ενώ επίσης αντιμετώπισε τη σκληρή κριτική, την ανοικτή ή συγκαλυμμένη εχθρότητα και τη λοιδορία, όλων των μεγάλης τηλεθέασης ιδιωτικών καναλιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αξιωματική τελικά αντιπολίτευση, κατάφερε να δοξαστεί υβριζόμενος, κατεβαίνοντας στις εκλογές με τη στήριξη δύο μοναχά καθημερινών εφημερίδων, πενιχρής κυκλοφορίας: της δικής του Αυγής και –προσώρας– τής, αλλού και αλλουνού, δυσώνυμης Αυριανής. Επιτέλους, η φράση «μας χτυπούν τα Μέσα», που χρόνια τώρα επαναλαμβανόταν σε ποικίλου χαρακτήρα συνάξεις της Αριστεράς βρήκε την απτή δικαίωσή της. Μια καταδίωξη, που κάποτε ήταν αληθινή, κάποτε πλάσμα της φαντασίας και εθελούσια επιλογή ρόλου θύματος, τώρα πραγματώθηκε. Και απέτυχε απολύτως. Η κατεδαφιστική κριτική των ΜΜΕ, όχι μόνο δεν κατάφερε να ανακόψει την ορμή του κρινόμενου αλλά εκτόξευσε την εκλογική του ανταπόκριση. Η επισήμανση αυτή δεν αναφέρεται φυσικά στην ποιότητα των απόψεων του ΣΥΡΙΖΑ και των κριτών του, αλλά στο γεγονός ότι πορεύτηκε στη μάχη δίχως το δόρυ και την ασπίδα των παραδοσιακών ΜΜΕ· κυρίως μέσα από τα μονοπάτια του διαδικτύου.

Αν όμως είναι έτσι –έστω και ως τάση που φυσικά δεν έχει εξαλείψει την τεράστια επιρροή των ΜΜΕ–, τότε η από μακρού διατυμπανιζόμενη «κρίση του Τύπου» και η γενικότερη «κρίση των ΜΜΕ» (κυκλοφοριακή, οικονομική, αξιοπιστίας, ταυτότητας κλπ.) αποκτά ένα νέο, ανατρεπτικό ποιοτικό χαρακτηριστικό: μεταμορφώνεται σε αδυναμία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης· οι αναγνώστες, οι ακροατές και θεατές των κλασικών ΜΜΕ διαβάζουν, ακροώνται, βλέπουν αλλά δεν «ακούνε». Η νέα κρίση πλήττει δηλαδή τον πυρήνα του φληναφήματος, μέσω του οποίου πορεύτηκε ο Τύπος, και κατεξοχήν ο τηλεοπτικός, ότι δηλαδή συνιστά την τέταρτη και πανίσχυρη εξουσία. Δεν ξέρω αν υπάρχουν έρευνες που να επιβεβαιώνουν ή να απορρίπτουν αυτή την πρόχειρη εμπειρική παρατήρηση, μελέτες που να εντοπίζουν τυχόν αιτίες και αίτιους. Η αίσθησή μου είναι ότι ένα βασικό στοιχείο της αλλαγής αυτής βρίσκεται στη σοβαρή μετατόπιση του δημοσιογραφικού λόγου από το κυνήγι και την παρουσίαση της είδησης στον σχολιασμό της. Αλλά εκεί τα παραδοσιακά επαγγελματικά ΜΜΕ έχουν το παιχνίδι χαμένο· το ίντερνετ καραδοκεί παντού.

 Τα χιλιάδες προσωπικά μπλογκ, τα πιο οργανωμένα δημοσιογραφικά δίκτυα τύπου protagon, antinews, tvxs ή και rednotebook, οι ιστοσελίδες των έντυπων εφημερίδων, συνιστούν το βασίλειο του σχολίου· του επώνυμου, του ψευδώνυμου, του ανώνυμου σχολίου, αλλά πάντως του σχολίου. Βεβαίως, η αίσθηση δύναμης που αποπνέει το διαδίκτυο, η ιλιγγιώδης ταχύτητα, η αμεσότητα αντίδρασης του αναγνώστη και η κατ’ επιλογήν ανωνυμία συχνά ζαλίζει όσους πιστεύουν ότι επιτέλους απέκτησαν ένα δίαυλο να ακουστεί η φωνή τους. Με τον τρόπο αυτό, η ακατάσχετη συνωμοσιολογία, το εύκολο υβρεολόγιο, η εξαγρίωση, ενίοτε και εξαχρείωση, ελλοχεύει στον κυβερνοχώρο — συνυπάρχοντας βέβαια με την ευαίσθητη γραφή, το χιούμορ, την ποιότητα κάποιες φορές. Ο σχολιασμός έχει εκδημοκρατιστεί, η γραφίδα, ηλεκτρονική πλέον, από προνόμιο των λίγων μοιάζει να έγινε όπλο των πολλών, και συνακόλουθα ο λόγος των επαγγελματιών βουλιάζει μέσα σε μια τρικυμισμένη θάλασσα απόψεων. Συνέχεια ανάγνωσης

Τακτικές και φόβοι

Standard

του Δημοσθένη Δαγκλή

Πάμπλο Πικάσο, «Κορίτσι με μαύρα μαλλιά»

Το αίσθημα ανησυχίας, έως και πανικού, που διακατέχει τελευταία το κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό κατεστημένο είναι πρόδηλο. Η ογκούμενη λαϊκή αντίδραση στην επιβαλλόμενη κοινωνική αδικία, αντίδραση που εκφράζεται πολιτικο-κοινοβουλευτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί τον καθημερινό στόχο του συστήματος, με κύρια ομάδα κρούσης τους παντός είδους και μεγέθους μιντιακούς εκφραστές του. Με βασικό σκοπό την καλλιέργεια του φόβου, χρησιμοποιείται μια ευρεία μεθοδολογική γκάμα, της οποίας μπορούμε να διακρίνουμε κάποια βασικά στοιχεία.

Ένα στοιχείο αποτελεί η επιλεκτική αναφορά κάποιων ατυχών ή παρεξηγήσιμων μεμονωμένων δηλώσεων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, με τη γνωστή μέθοδο της αποκοπής τους από το σύνολο. Αποτελεί συνήθη προπαγανδιστική τακτική, ευνοούμενη ιδιαίτερα από την έλλειψη συντονισμού του χώρου που βρίσκεται στο στόχαστρο. Συνέχεια ανάγνωσης

Στην υπηρεσία του φόβου: ΜΜΕ, κατευθυνόμενη ενημέρωση και παραπληροφόρηση

Standard

Εκδήλωση των Ενθεμάτων και  του RedNotebook

την Παρασκευή 25.5, ώρα 20.30, στο εντευκτήριο των «Ενθεμάτων»

 

«Φόβος». Έργο του Τιμ Πάρις

Η μονοφωνία και η κατευθυνόμενη ενημέρωση που κυριαρχεί, όλο και περισσότερο,  στο τοπίο της ενημέρωσης εξελίσσεται σε μείζον ζήτημα όχι μόνο για την πληροφόρηση των πολιτών, αλλά συνολικότερα για τη δημοκρατία.  Έτσι, τα Ενθέματα και το RedNotebook οργανώνουν ανοιχτή συζήτηση με θέμα: «Στην υπηρεσία του φόβου: ΜΜΕ, κατευθυνόμενη ενημέρωση και παραπληροφόρηση, πριν και μετά τις 6 Μαΐου». Θα μιλήσουν:

Τάσος Κορωνάκης (μέλος ΠΓ ΣΥΝ, υποψήφιος ΣΥΡΙΖΑ)

Γιώργος Κυρίτσης (δημοσιογράφος, Η Αυγή, Στο Κόκκινο)

Δημήτρης Τρίμης (δημοσιογράφος, πρόεδρος ΕΣΗΕΑ)

Η συζήτηση θα γίνει στο εντευκτήριο των «Ενθεμάτων» (Βαλτετσίου 50-52 6ος όροφος), την Παρασκευή 25 Μαΐου, στις 20.30.

  Συνέχεια ανάγνωσης

Οι θλιμμένες καμπάνες της ζωής μου

Standard

Με αφορμή το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού

του Χρήστου Τριανταφύλλου

Ανρί Ρουσώ, «Οι παίκτες του ράγκμπυ», 1908

Το ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού, την προηγούμενη Κυριακή, ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο ζητήματα που αφορούν την επίσημη διαχείριση του οπαδισμού, καθώς και τους καρπούς που δρέπει ένα συγκεκριμένο σύστημα από αυτόν, επενδύοντας σε πρακτικές εξωφρενικές, που όμως περιβάλλονται από έναν μανδύα κανονικότητας.

Όποιος βρίσκεται έστω και σε στοιχειώδη επαφή με τον συγκεκριμένο χώρο, γνωρίζει ότι υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες ελλήνων αθλητικογράφων: οι δηλωμένοι οπαδοί κάποιας ομάδας, που ευθύνονται και για τα περίφημα «εμπρηστικά» πρωτοσέλιδα, και η μεγάλη μερίδα των λεγόμενων «αντικειμενικών». Βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις, η διάκριση δεν είναι σαφής, καθώς ο μανδύας της αντικειμενικότητας δεν είναι καλοραμμένος. Το ζήτημα που θα πραγματευθώ εδώ δεν είναι ούτε τα ίδια τα επεισόδια ούτε οι ευθύνες των προκλητικά φανατισμένων δημοσιογράφων· μια τέτοια πραγμάτευση θα έθετε αυτομάτως το άρθρο αυτό στη χορεία των κειμένων που «καταδικάζουν απερίφραστα τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», κατονομάζοντας τους θεσμικούς υπεύθυνους που «κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια». Το κλειδί εδώ θεωρώ πως είναι η «αγανάκτηση», ίσως η πιο διαδεδομένη έννοια εδώ και ένα περίπου χρόνο. Η αγανάκτηση για όλα και όλους, η αγανάκτηση που δείχνει με το δάχτυλο το δέντρο, ενώ το δάσος οργιάζει. Συνέχεια ανάγνωσης

Ήρθε η ώρα για έναν τηλεοπτικό σταθμό της Αριστεράς

Standard

του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου

Σοβιετική αφίσα για το βιβλίο, 1925

Τελικά, δεν υπήρξαν μόνον οι «υπόγειες», μυστικές προεκλογικές συνεννοήσεις του Γ. Παπανδρέου με τον περιβόητο Στρως-Καν για την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ. Ο έγκριτος σχολιαστής και ανταποκριτής της Ελευθεροτυπίας στην Ουάσιγκτον Δ.Π. Δήμας αποκάλυψε πρόσφατα ότι οι «φίλοι του κ. Παπανδρέου από το δημοκρατικό κατεστημένο» της αμερικανικής πρωτεύουσας ανέλαβαν να προετοιμάσουν την ελληνική γνώμη, με τις γνωστές αμερικανικές επικοινωνιακές μεθόδους, για την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και για την επιβολή της σημερινής καταστροφικής πολιτικής. Στόχος αυτής της καμπάνιας, «η έξυπνη προετοιμασία της κοινής γνώμης για την καλύτερη αποδοχή του “μοιραίου” και, υπό μορφή της “εσχάτης ανάγκης”, να καταπιούν όλοι το “χάπι” του ΔΝΤ ως ένα “αναγκαίο κακό”. Επρόκειτο περί μεθοδολογίας βγαλμένης από την Οδό των Διαφημιστών της Μάντισον Άβενιου… Η κατά πολλούς σκόπιμη και πολύμηνη διαπόμπευση της χώρας από τον πρωθυπουργό της, κατά τρόπο που δεν άφηνε ούτε επιεικώς να πει κανείς ότι ίσως επρόκειτο περί εγκληματικής απειρίας, προετοίμασε το έδαφος για όσα έμελλε να ακολουθήσουν». (Ελευθεροτυπία, 2.5.2011.) Είναι πλέον φανερό: επρόκειτο περί σχεδίου, τόσο πριν όσο και αμέσως μετά τις εκλογές, ενός διαρκώς και ασυστόλως ψευδόμενου πρωθυπουργού η πολιτική του οποίου οδηγεί την ελληνική κοινωνία σε ένα εφιαλτικό μέλλον. Συνέχεια ανάγνωσης

Η «αυτοδικία» κάπου μεταξύ «αυτοάμυνας» και επίθεσης

Standard

 του Δημήτρη Χριστόπουλου

Τις τελευταίες μέρες, ρατσιστικές επιθέσεις, πογκρόμ εναντίον μεταναστών ενδημούν χάρη σε ένα προφανές στρατηγικό σχέδιο υλοποίησης από τη Χρυσή Αυγή και ελέω της απουσίας ενός αντίστοιχου σχεδίου αντιμετώπισης από την πολιτεία. Οι επιθέσεις αυτές στις γνωστές περιοχές του αθηναϊκού κέντρου βαπτίστηκαν από τη συντριπτική πλειοψηφία των μέσων «αυτοδικία», καθώς εγγράφονται σε μια χρονική αλληλουχία και συνάφεια με τη δολοφονία του Mανώλη Καντάρη στη γωνία Ηπείρου και 3ης Σεπτεμβρίου.

Τζαίημς Ένσορ, «Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγκα τουρσί», 1891

Με κάποιες εξαιρέσεις φαντάζομαι, οι άνθρωποι που διεξάγουν τις επιθέσεις αυτές δεν νιώθουν ότι εγκληματούν. Αυτό που κατά τεκμήριο προβάλλει η ρατσιστική βία ως νομιμοποιητική της βάση είναι η αυτοάμυνα. Η μελέτη της βίας αυτής στην Ευρώπη δείχνει ότι η συμπεριφορά που προσλαμβάνεται από τα υποκείμενά της ως αυτοάμυνα αιτιολογεί τις απεχθέστερες πράξεις σε βάρος μεταναστών, καθώς οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί τους είτε νιώθουν είτε λένε ότι νιώθουν πως «διώκονται» από τους μετανάστες. Άρα, με βάση αυτή τη συλλογιστική, η αντίδρασή τους καλύπτεται από όσα προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας για τέτοιες περιπτώσεις. Το άρθρο 22 του δικού μας Ποινικού Κώδικα αναφέρει πως «δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας», όπου άμυνα είναι «η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους».

Αυτοάμυνα, πράξη δηλαδή δίκαια, θα ήταν αν την κρίσιμη στιγμή ο σαραντατετράχρονος ή ο συνοδός του μπορούσε να αμυνθεί, προκαλώντας ακόμη και σοβαρές βλάβες στους επιτιθέμενους εγκληματίες. Σύμφωνα με το ελληνικό ποινικό δίκαιο και τη σχετική νομολογία, ως και η υπέρβαση της άμυνας είτε δεν καταλογίζεται καν, είτε τιμωρείται πολύ λιγότερο αν το θύμα της επίθεσης μπορέσει να αποδείξει ότι στην κατάσταση που βρισκόταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Είναι γνωστή στα ποινικά χρονικά, και όχι μόνο, η περίπτωση της γυναίκας που πριν από αρκετά χρόνια στη Γερμανία, αν και σκότωσε στο δικαστήριο τον βιαστή του παιδιού της, τιμωρήθηκε με ελαφρυντικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Αν αυτό είναι δημοκρατία…

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

 

Ρόυ Λιχτενστάιν, "Νεκρή φύση με μπαμπού", 1973

Οι λέξεις βεβαίως ονομάζουν τον κόσμο, αλλά οι λέξεις επίσης καλύπτουν τα πράγματα: ένα εκκρεμές που πάει κι έρχεται μπροστά από τη φλόγα ενός κεριού — αυτό είναι οι λέξεις. Είναι ο μηχανισμός κάλυψης-εξοικείωσης με την (απεχθή ή όχι, χυδαία ή όχι, σκληρή ή όχι…) πραγματικότητα. Λοιπόν, ας μην ακούσουμε κι ας μην διαβάσουμε τις λέξεις των φερέφωνων, ας προσπαθήσουμε ν’ αγγίξουμε, καθένας μόνος του, την εικόνα: μόλις είδαν ότι το πράγμα ξεφεύγει, μόλις είδαν ότι τα αφεντικά τους δεν τήρησαν τη συμφωνία, μόλις είδαν ότι οι σκλάβοι καταλαβαίνουν (πριν τη συμφωνημένη ώρα) το παιγνίδι, μόλις είδαν ότι οι σκληροί νόμοι του Monopoly αποκαλυπτόμενοι άκαιρα μπορεί να δείξουν πιο αποκρουστική τη χυδαιότητα του παιχνιδιού τους, έτρεξαν, μέσα στη νύχτα, οι «δημοκρατικά εκλεγμένοι»· τηλέφωνα και συνεννοήσεις, πίτσι-πίτσι πίσω από τις κουίντες, ανακοινώσεις, διαμαρτυρίες και επικλήσεις της εθνικής αξιοπρέπειας, λεονταρισμοί και στύλωμα ποδιών, «ποιοι είναι αυτοί που θα μας υπαγορεύσουν την πολιτική μας;», «ο κυρίαρχος λαός και η εκλεγμένη κυβέρνηση θα αποφασίσουν για την εκμετάλλευση του δημόσιου πλούτου της χώρας» και τα τέτοια — και την άλλη μέρα, ιδού, η αποκάλυψη! Κοντά ποδάρια που έχει καμιά φορά το ψέμα! Δείλαιοι μπροστά στ’ αφεντικά τους και «τζάμπα μάγκες», που θα ’λεγε και ο αλήστου μνήμης, απέναντι σε μας, που μας βλέπουνε σαν τους υπηκόους του βασιλιά Μοντεζούμα. Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

Δεν ξέρω πόσοι πιστέψανε τον πυρήνα του Κοινωνικού Συμβολαίου, ξέρουμε όμως πια πολύ καλά ότι είναι αφέλεια να δεχτούμε ότι η γενεσιουργός αιτία της εξουσίας ήταν η κοινωνική συναίνεση: ήταν η βία. Ο λόγος γένεσης της θεωρίας αυτής, άλλωστε, δεν ήταν τόσο η πραγματολογική ερμηνεία του ιστορικού φαινομένου της εξουσίας όσο η ηθική και πολιτική νομιμοποίηση του δικαιώματος ανατροπής των απόλυτων, των ελέω θεού μοναρχιών. Αυτός, όμως, ο μύθος του Κοινωνικού Συμβολαίου ύφανε σιγά-σιγά ένα ιδεολογικό κάλυμμα, έναν κώδικα που υποτίθεται πως ορίζει και νοηματοδοτεί τη «δημοκρατική πολιτεία»: κι αυτός ο κώδικας θέτει κάποια όρια στο ψέμα και την υποκρισία, πέρα από τα οποία έρχεται η υπερβολή (να πούμε: ύβρις;) — δηλαδή, η αποσάθρωση! Είναι βεβαίως πάντα πιο εύκολο να αντιληφθείς την υπέρβαση των ορίων, παρά να πεις το πού βρίσκονται αυτά. Λοιπόν, τίποτα απ’ αυτόν τον κώδικα δεν έχει απομείνει, η εξουσία έχει αθετήσει προ πολλού όσα δυνητικά θα τη νομιμοποιούσαν στις συνειδήσεις της κοινωνίας· ασκείται ερήμην και εις βάρος εκείνων που ονομάζει πολίτες, αλλά θεωρεί υπηκόους. Αυτή είναι η δημοκρατία τους — αν αυτό είναι δημοκρατία…

Το τέλος της μικρής μας πόλης

Ο Αισχύλος, πάντως, μας είχε κι αυτός προειδοποιήσει: ο τόπος νοηματοδότησης, ο τόπος πραγμάτωσης του Δικαίου είναι η πόλη. Αλλά και το ανάποδο μας είπε: η πόλη δεν υπάρχει, δεν έχει τόπο, αν αυτός δεν ορίζεται από το Δίκαιο. Η ανθρώπινη κοινωνία, η πόλη είναι οι ίδιοι οι θεσμοί της — κι έτσι έγραψε την Ορέστειά του, κληροδοτώντας μας τους όρους για το μεγάλο στοίχημα της θεσμισμένης ανθρώπινης συμβίωσης: της πολιτικής. Αν αυτό έχει να πει κάτι είναι ότι τα θεμέλια της πόλης δεν είναι αυτά που ρίχνουνε οι εργολάβοι, αλλά αυτά που συντελούν στη διαμόρφωση των συνειδήσεων, συγκροτώντας ό,τι στις εκθέσεις ιδεών ονομάζαμε κοινωνικό ιστό. Αν αυτός διαλυθεί, τότε πόλη δεν υπάρχει: γιατί δεν υπάρχει το Δίκαιο που προϋποτίθεται, που υπόκειται στη θεμελίωσή της. Συνέχεια ανάγνωσης

«Τι δημοκρατία έχουμε, επιτέλους;»

Standard

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

 

Φράνσις Μπέικον, Μελέτη για ταυρομαχία, αρ. 1", 1969

Να το ερώτημα που από το Σάββατο 29 Ιανουαρίου, την επομένη της «αναίμακτης εξόδου» των μεταναστών από τη Νομική, βασανίζει τα αγωνιώδη πρωτοσέλιδα των Νέων. Υποψιάζομαι ότι όποιος θελήσει να διαβάσει την παραπάνω φράση μεγαλόφωνα θα πρέπει να ρίξει αποφασιστικά τον τόνο στο «επιτέλους». Που σημαίνει: «Δεν πάει άλλο», «αρκετά», «φτάνει πια»! Φτάνει πια με τι; Φτάνει πια με τις «καταχρήσεις» των δικαιωμάτων, με τις «υπερβολές» των διεκδικήσεων, με τον «μη σεβασμό» στον άλλον, με τον «θόρυβο» των μειοψηφιών, με την «έλλειψη κατανόησης της κατάστασής μας», με την «αντίδραση στα μέτρα που θα βοηθήσουν την οικονομία μας». Φτάνει πια… Πότε επιτέλους θα σοβαρευτούμε; Πότε επιτέλους θα δείξουμε την κατανόηση που επιβάλλεται; Πότε επιτέλους θα συμπεριφερθούμε υπεύθυνα;

Έχει όρια η υποκρισία; Όχι, δεν έχει! Γιατί, σε ποια ακριβώς ερώτηση καλούμαστε να απαντήσουμε; Αν ήμουνα στην τάξη που εκφωνήθηκε αυτό το θέμα, θα παρακαλούσα τους επιτηρητές μου να τηλεφωνήσουνε στο Υπουργείο για διευκρινιστικές ερωτήσεις, τουλάχιστον για να αποσαφηνιστεί το υποκείμενο του «έχουμε». Δίχως αυτή τη διευκρίνιση, πώς να γράψουμε καλά στο διαγώνισμα της Αγωγής του Πολίτου; Κι αν έχει πάρει άλλες οδηγίες ο διορθωτής από το Υπουργείο, πράγμα πολύ πιθανό; Αλλά εδώ η διευκρίνιση δεν εθεωρήθηκε απαραίτητη. Μέσα σε αυτό τον πολτό που κινούμαστε και ανασαίνουμε, εύκολο και βολικό είναι να γενικεύουμε, εύκολο και βολικό είναι να συσκοτίζουμε, εύκολο και βολικό είναι να θολώνουμε τα νερά. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι δυο δημοκρατίες

Standard

TΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ – ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

 

του Νικόλα Σεβαστάκη

Στη σκανδαλισμένη φιλολογία περί ανομίας, εκφυλισμένου ασύλου και αυθαίρετων μειοψηφιών, σε πλείστα από όσα ειπώθηκαν και γράφτηκαν από δημόσιους αναλυτές, ακαδημαϊκούς δασκάλους και πολιτικούς, διαπιστώνει κανείς κάτι πολύ ανησυχητικό: ότι στη σημερινή θεσμική ρητορεία ανακυκλώνονται διαθέσεις, συναισθήματα και ιδίως τρόποι σκέψης που ανάγονται στην πολιτική κουλτούρα των αστικών ολιγαρχιών του 19ου αιώνα.

Όττο Ντιξ, «Ecce Hommo III», 1949.

Σαν να αναγκαζόμαστε να υποστούμε ένα παράξενο ταξίδι στο χρόνο για να δανειστούμε έννοιες και πρακτικές από τους βραβευμένους στοχαστές της εποχής της Παλινόρθωσης, τις διακηρύξεις ενός Γκιζό ή τις κοινοβουλευτικές ομιλίες ενός Αδόλφου Θιέρσου για να βρούμε πηγές έμπνευσης για την έξοδο από τα εγχώρια «μεταπολιτευτικά ταμπού» (κατά την έκφραση της Καθημερινής).

Οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες για τις υπερβολές και τις καταχρήσεις της δημοκρατίας αντηχούν εντυπωσιακά όμοιες σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η εύτακτη πολιτεία ως κυριαρχία των πεφωτισμένων, ικανών και λογικών ατόμων (souveraineté de la Raison) συνδέεται, εκ νέου, με το υπόδειγμα της μοναδικής «ορθής διακυβέρνησης». Σε αυτή τη διακυβέρνηση, εννοείται, τον πρώτο και τελευταίο λόγο πρέπει να έχουν οι αντίστοιχες προικισμένες μερίδες του έθνους, οι φορείς της εκάστοτε αριστείας. Οτιδήποτε θολώνει αυτή την πρότυπη κατανομή των ικανοτήτων και των αξιωμάτων στιγματίζεται αυτόματα ως αταξία και αρχαϊσμός. Έτσι ακριβώς και στη ρητορική περί της κατάχρησης του ακαδημαϊκού ασύλου είναι προφανής η αντίληψη ότι «η ελεύθερη συζήτηση των ιδεών» δεν πρέπει να έχει σχέση με μορφές πολιτικής δραστηριότητας ούτε με την ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων ευρύτερου ενδιαφέροντος. Κατά παρόμοιο τρόπο μια πολιτιστική εκδήλωση σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να διαταράσσεται για να βγει από την αφάνεια λχ. ένα κοινωνικό ζήτημα, ένα θέμα εργασιακών σχέσεων, απολύσεων κλπ. Η κοσμιότητα της κουλτούρας δεν είναι δυνατό να εμπλέκεται σε υποθέσεις για τις οποίες οι επαγγελματίες της είναι αναρμόδιοι και απληροφόρητοι. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τον ραδιοφωνικό Μεσοπόλεμο στις μέρες του Wikileaks

Standard

Πλοπ! Η διαρροή της αθωότητας

του Στάθη Στασινού

Φωτογραφία του Izis, Παρίσι 1950

Το ραδιόφωνο είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Το δέος του «κουτιού που μιλάει» ήταν αυτό που οδήγησε δεκάδες ακροατές να πιστέψουν πως η ραδιοφωνική αναπαράσταση του πολέμου των κόσμων από τον Όρσον Γουέλς ήταν μια πραγματική εισβολή Αρειανών. Αλλά η αξιοπιστία του ραδιοφώνου δεν αναπτύχθηκε υπό κενό. Ο Μεσοπόλεμος ήταν μια εποχή έντονων διεργασιών και αμφισβήτησης. Οι εφημερίδες είχαν χάσει μεγάλο μέρος του κύρους τους στο πρώτο ημίχρονο του πολέμου (1914-1918), αναπαράγοντας την προπαγάνδα της κάθε κυβέρνησης. Το ραδιόφωνο ήταν νέο, άμεσο, εντυπωσιακό και άσπιλο, και κέρδισε τις καρδιές των ανθρώπων. Ειδικά μετά το Κραχ, όταν η ανεργία έκανε το ραδιόφωνο μια φτηνή, λαϊκή διασκέδαση που δεν προϋπέθετε να μπορείς να διαβάζεις.

Εάν ήμασταν όμως λίγο πιο προσεκτικοί, θα παρατηρούσαμε πως τα ραδιόφωνα ήταν μια κεντρικά διευθυνόμενη δραστηριότητα που, τόσο για τυπικούς (μεγάλες και ακριβές εγκαταστάσεις) όσο και για πολιτικούς λόγους, δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο των κυβερνήσεων. Το ραδιόφωνο λοιπόν δεν ήταν ποτέ ελεύθερο από την κυβερνητική προπαγάνδα. Ο Ρούζβελτ και το Τρίτο Ράιχ δεν άφησαν ανεκμετάλλευτο ένα κουτί που μιλά στον κάθε πολίτη προσωπικά. Και στο δεύτερο ημίχρονο του ευρωπαϊκού πολέμου (1939-1945), το ραδιόφωνο έγινε το πιο ποθητό μέσο ενημέρωσης που έφτανε πέρα από τα σύνορα των εμπολέμων.

Fast Forward. Το ίντερνετ ξεκίνησε την καριέρα του με πολύ καλύτερες περγαμηνές ανεξαρτησίας από το ραδιόφωνο. Η ίδια η αποκεντρωμένη δομή του, καθώς και η δυνατότητα του κάθε κόμβου να είναι πομπός και δέκτης ταυτόχρονα, έδωσαν ελπίδες σε πολλούς θεωρητικούς και απλούς ανθρώπους. Κι έτσι γρήγορα προτάθηκε ως εναλλακτική λύση πληροφόρησης. Η ίδια η εμπλοκή των ανθρώπων με τη διαχείριση της πληροφορίας τού έδωσε μια ακαταμάχητη αίγλη. Ποτέ ξανά δεν θα χρειαζόσουν τη Μπριτάνικα ή τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια για να σου εξηγήσει τον κόσμο, ποτέ ξανά ο κάθε κλόουν που βγαίνει στο γυαλί δεν θα ελέγχει το πώς προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα. Ή έτσι νόμιζαν.

Κανείς πια δεν αμφισβητεί πως το ίντερνετ έχει τα δικά του προβλήματα. Για παράδειγμα, το copy paste δεν κάνει την πληροφορία πιο αξιόπιστη, απλά πιο επίμονη. Κι αυτή η τάση αγελοποίησης είναι που βοήθησε το ΙΟΒΕ να διαδίδει τον γελοίο και ψευδή ισχυρισμό πως η απελευθέρωση των επαγγελμάτων θα φέρει ανάπτυξη της τάξης του 13,2% του ΑΕΠ. Τα παραδοσιακά μέσα το αναπαρήγαγαν και οι υπόλοιποι απλώς έκαναν copy paste. Τόσο η συχνή αναμετάδοση, όσο και η σχετική έλλειψη επικαιρότητας (τα άρθρα στο ίντερνετ δεν μπαγιατεύουν εύκολα, κάνοντας την αναζήτηση διαχρονική), κάνουν την πληροφορία ακόμα πιο επίμονη. Κι αυτή η επιμονή τη νομιμοποιεί ως επιχείρημα, ανεξάρτητα με το πόσο τσαρλατάνικη είναι.

Η ελευθερία που στάζει. Παρ’ όλα αυτά, το ίντερνετ και οι κοινωνοί του (αριστεροί ή δεξιοί) συνέχιζαν να πιστεύουν πως όλα αυτά τα προβλήματα άξιζαν τον κόπο, διότι τους επέτρεπαν να δρουν πέρα και έξω από τα όρια της κατεστημένης εξουσίας.

Ήταν μια ισχυρή φαντασίωση ελευθερίας, και γι’ αυτό από μόνη της αρκετά επικίνδυνη. Διότι η φαντασίωση της ελευθερίας μπορεί να οδηγήσει και στη διεκδίκησή της, όπως πολύ συχνά μας έδειξε ο εθνικισμός και η χειραφέτηση των μαζών. Και όπως όλες τις ισχυρές ιδέες, τις χρησιμοποίησαν διάφοροι φερέλπιδες επιχειρηματίες αλλάζοντας τον κόσμο (και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους). Πέρα από τα προβλήματά τους, το ebay μας απελευθέρωσε από τα δεσμά της τοπικής αγοράς, το google από τα δεσμά της τοπικής πληροφορίας, το Facebook από τα δεσμά του τοπικού περίγυρου, το Skype από τα δεσμά της τοπικής τηλεφωνίας και τα μπλογκ από τα δεσμά της τοπικής και κεντρικά διευθυνόμενης πληροφόρησης.

Όμως, και συγχωρέστε με για την έλλειψη υπερβολικής αισιοδοξίας, οι άνθρωποι που γνώριζαν τη δομή του ίντερνετ καταλάβαιναν εδώ και χρόνια πως αυτή η ελευθερία ήταν πολύ εύκολο να περιοριστεί. Οι σταλεγάκες όμως (βλ. aimof.blogspot.com/2008/03/jer.html) δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλείς τύποι, γι’ αυτό συνήθιζαν να γκρινιάζουν σαν τους γέρους του μάπετ σόου, τη στιγμή που οι υπερασπιστές ακτιβιστές της ελευθερίας γκρέμιζαν την ιρανική ισλαμική επανάσταση μέσω Twitter. Συνέχεια ανάγνωσης

Η «κρίση στον Τύπο» και ο πειραματικός σωλήνας των ελληνικών ΜΜΕ

Standard

του Γιώργου Καράμπελα

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Γονατιστή Καρυάτιδα, που κάθεται στις φτέρνες της», π. 1911-1913

Με το πέρας του καλοκαιριού, η αναμενόμενη ως μοιραία εισβολή της «εποχής του Μνημονίου» σε όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας άρχισε να υλοποιείται δραστικά και στον χώρο των ΜΜΕ. Τα ελληνικά ΜΜΕ, που την τελευταία εικοσαετία αποδείχθηκαν προπύργιο της διαπλοκής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στη χώρα, και ταυτόχρονα βασικός πυλώνας της καταναλωτικής, ιδιωτεύουσας κουλτούρας που σφράγισε τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας», μετατρέπονται σήμερα σε πεδίο «πυρηνικών δοκιμών» ενόψει της γενικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που επιχειρείται με όχημα τον «μηχανισμό στήριξης» της χώρας και ιδεολογικό προκάλυμμα την αποφυγή του πολυπρόσωπου φαντάσματος της «χρεοκοπίας» (δημοσιονομική χρεοκοπία, χρεοκοπία των ασφαλιστικών ταμείων, χρεοκοπία επιχειρήσεων κ.ο.κ.).

Χρειάζεται να τονίσουμε τον διττό χαρακτήρα αυτού που εννοούμε εδώ ως «πεδίο πυρηνικών δοκιμών», ή ως «πειραματικό σωλήνα», αν προτιμά κανείς την πιο μετριοπαθή διατύπωση του τίτλου: δεν πρόκειται απλώς για επιμέρους εφαρμογή ενός γενικού σχεδίου, αλλά επίσης –και συγχρόνως– για απόπειρα παραγωγής του ίδιου του γενικού σχεδίου μέσα σε έναν επιμέρους τομέα, με τη μέθοδο της δοκιμής και του σφάλματος, και με εκμετάλλευση όλων των εγγενών ιδιαιτεροτήτων και δυνατοτήτων αυτού του τομέα. Κανείς δεν ήξερε στην πραγματικότητα τι ακριβώς είναι μια ατομική βόμβα, μέχρι που δοκιμάστηκε· και η δοκιμή αυτή ναι μεν βασίστηκε σε μια θεωρία, αλλά, από όλες τις πρακτικές απόψεις, «γέννησε» την ίδια την πυρηνική εποχή στην οποία εντάσσεται με τον πολύ ειδικό τρόπο του ορίου, της απαρχής. Ειρωνικά, έχουμε να κάνουμε εδώ με την αμφισημία εκείνη που διατύπωσε με φιλοσοφικούς όρους η καντιανή θεωρία της κρίσης: μια κρίση μπορεί να είναι προσδιοριστική, να εφαρμόζει τον γενικό νόμο σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως μπορεί να είναι και αναστοχαστική, να παράγει τον γενικό νόμο από μια ιδιαίτερη περίπτωση. Σε μεγάλο βαθμό, η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει αυτήν ακριβώς την καντιανή δομή: παράγεται από και παράγει το κεφάλαιο, σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης (της σχέσης-κεφάλαιο) που γι’ άλλους εκδηλώνεται ως επίθεση και όλεθρος και γι’ άλλους ως «ευκαιρία»… Συνέχεια ανάγνωσης