O πόνος και το δίκαιο

Standard

Ο Κ. Μητσοτάκης, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Κ. Μπακογιάννης και το νομοσχέδιο του Υπ. Δικαιοσύνης

 του Στρατή Μπουρνάζου

Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Κώστα Μπακογιάννη και την Ντόρα Μπακογιάννη ασχολήθηκαν πολύ, τις τελευταίες μέρες, τα μέσα ενημέρωσης — όπως και κάθε φορά που έρχεται στο προσκήνιο ένα θέμα σχετικό με την τρομοκρατία. Αυτή τη φορά, ήταν το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης. Έγραφα εδώ πριν δυο βδομάδες, και το έχουν γράψει και αρκετοί άλλοι πόσο θλιβερό είναι πως, από όλο τον πλούτο του νομοσχεδίου, τη συζήτηση από πλευράς της Ν.Δ. την μονοπωλεί ένα επιχείρημα: «Ο Ξηρός, ο Ξηρός, ο Ξηρός». Είναι κρίμα, γιατί η αντιπαράθεση, ακόμα και από συντηρητικής πλευράς, θα μπορούσε να γίνει με όρους ουσιαστικούς και όχι με έναν μπαμπούλα. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μου σήμερα. Περνάω λοιπόν αμέσως, χωρίς περιστροφές,  στο θέμα μου, ένα θέμα που με βασανίζει καιρό: Όταν οι τρεις παραπάνω μιλάνε για την τρομοκρατία, πώς τους αντιμετωπίζουμε; Έχω ακούσει όλη την γκάμα των απαντήσεων: με  συμπόνια και σεβασμό για τον πόνο τους μέχρι την αδιαφορία ή και ενόχληση για τη δημόσια έκθεση του πόνου τους.

Ibrahim Yıldız – Broken Memory II, 2010

Για μένα, καταρχάς, με σεβασμό και συμπόνια. Όταν ενός παιδιού στα έντεκά του δολοφονείται ο πατέρας του, δεν δικαιούμαστε να προσπεράσουμε το βάρος του γεγονότος και του βιώματος. Είναι απάνθρωπο. Και θεωρώ λάθος να θυμηθούμε, εδώ, την υπόθεση Siemens, την ιστορία της οικογένειας Μητσοτάκη ή το ότι η Ντόρα χαριεντιζόταν στη Βουλή με τον Η. Παναγιώταρο (τα έχω ακούσει όλα αυτά στη σχετική κουβέντα). Μπορούμε να τα λέμε σε πολλές άλλες συζητήσεις, όχι σε αυτήν. Μια γυναίκα που δολοφονούν τον άντρα της, δυο παιδιά που μένουν ορφανά: ο πόνος είναι αναμφισβήτητο· δεν σχετικοποιείται ούτε από την ταυτότητα όσων τον ένιωσαν ούτε από τη διαδρομή τους ούτε, ακόμα ακόμα, από τη χρήση που του κάνουν. Αν χρειάζεται, ας καταγγείλουμε τη χρήση· ας μην σχετικοποιούμε όμως τον πόνο. Στο κάτω κάτω, ποιοι είμαστε για να το κάνουμε; Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμη και λήθη: Ένα παλάτι ξαναφτιάχνεται στο Βερολίνο

Standard

το τέταρτο τρίλεπτο των «Ενθεμάτων» στο Πολιτιστικό Ημερολόγιο στο Κόκκινο 105,5

το ηχητικό εδώ: https://soundcloud.com/enthemata-avgis/24-10-14a

το κείμενο, αμέσως παρακάτω:

της Ιωάννας Μεϊτάνη

640px-Stamps_of_Germany_(DDR)_1976,_MiNr_Block_045Στο μικρόφωνο σήμερα η Ιωάννα Μεϊτάνη, άρτι αφιχθείσα από το Βερολίνο. Το Βερολίνο, όπου τα τελευταία 25 χρόνια όλο και κάποιο μεγάλο έργο κατασκευάζεται, πολύ συχνά έργο ανασύνθεσης της εικόνας της πόλης. Το πιο πρόσφατο, η ανακατασκευή του Παλατιού του Βερολίνου, στο κέντρο, απέναντι από τον μητροπολιτικό ναό και το Άλτες Μουζέουμ, λίγο παρακάτω από την Αλεξάντερπλατς και τον γνωστό της πύργο, στην ίδια γειτονιά με την κρατική όπερα και το πανεπιστήμιο Χούμπολντ.

Το έργο της ανακατασκευής του παλατιού, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε μεγάλο έργο στο Βερολίνο τα τελευταία χρόνια, έγινε αντικείμενο ισχυρότατων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για την ιστορία της πόλης και τη διατήρηση ή την απαλοιφή της.

Τι υπήρχε στον τόπο όπου γίνονται τώρα τα έργα της ανακατασκευής; Επί αιώνες έστεκε εκεί το Παλάτι του Βερολίνου, έδρα από το 1700 των πρώσων βασιλιάδων και αυτοκρατόρων. Από εκεί όριζαν τη μοίρα της χώρας τους, από εκεί κυβερνούσαν. Από εκεί, επίσης, είχε δηλώσει το 1918 ο Καρλ Λίμπκνεχτ ότι το παλάτι ανήκε πια στα χέρια του λαού. Στο τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, κατεστραμμένο από βομβαρδισμούς και πυρκαγιές, το παλάτι βρέθηκε στον Ανατολικό Τομέα της πόλης – και αμέσως μετά στην καρδιά της πρωτεύουσας της Ανατολικής Γερμανίας. Το 1950 ο Έριχ Χόνεκερ αποφάσισε την κατεδάφισή του και το 1976 ολοκληρώθηκε στο ίδιο σημείο το λεγόμενο Παλάτι της Δημοκρατίας ή Παλάτι του Λαού, η έδρα του κοινοβουλίου, ένα τεράστιο κτήριο που στέγαζε και επίσημες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μουσεία της λήθης

Standard

Με αφορμή τα πέντε χρόνια του Μουσείου της Ακρόπολης

του Γιάννη Χαμηλάκη

μετάφραση: Παύλος Καζακόπουλος

Αρχιτεκτονικό θραύσμα από το Ερέχθειο της Ακρόπολης, με οθωμανική επιγραφή του 1805

Αρχιτεκτονικό θραύσμα από το Ερέχθειο της Ακρόπολης, με οθωμανική επιγραφή του 1805. Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Η σχέση ανάμεσα στην αρχαιότητα, την αρχαιολογία και το εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα, η ιεροποίηση του κλασικού παρελθόντος και η αφομοίωση μιας δυτικής ιδέας του ελληνισμού από τον γηγενή πληθυσμό έχουν μελετηθεί εκτενώς τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.  Μάλιστα, η περίπτωση της Ελλάδας έχει αποδειχτεί πλούσια πηγή ιδεών και στοιχείων για τη μελέτη των πολιτικών της εθνικής κληρονομιάς σε άλλα έθνη-κράτη. H σύλληψη του νέου Μουσείου της Ακρόπολης ήταν σίγουρο ότι θα επηρεαζόταν εξαρχής από την ποιητική της εθνικής ταυτότητας, αφού η κύρια αναφορά του, η Ακρόπολη των Αθηνών, είναι το πιο ιερό αντικείμενο της ελληνικού εθνικού φαντασιακού. Ταυτόχρονα όμως, είναι αντικείμενο αποθαυμασμού και στη δυτικό φαντασιακό (αρκεί μια ματιά στο σήμα της UNESCO),   προορισμός εκατομμυρίων τουριστών απ’ όλο τον κόσμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και οικονομικά, και μια αενάως αναπαραγόμενη και τροποποιούμενη παγκόσμια εικόνα.

Υπάρχουν όχι μία αλλά πολλές Ακροπόλεις: σ’ έναν λόφο στο κέντρο της Αθήνας, σε μουσεία όλου του κόσμου, στη λογοτεχνία, στην τέχνη και τον κινηματογράφο, στη φωτογραφία, στο ίντερνετ (δες το φωτο-μπλογκ www.theotheracropolis.com). Υπάρχουν όχι μία αλλά πολλές ιστορίες που αφηγείται αυτή η υλικότητα, πολλές διεκδικήσεις και υποθέσεις που έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το αντικείμενο και σύμβολο. Κάποιες επίσημες και από τα πάνω, αρκετές ανεπίσημες, από τα κάτω, κρύφιες , εκουσίως προκλητικές και αμφιλεγόμενες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η εκθεσιακή λογική του νέου μουσείου και οι δυνατότητες που παρέχει στον επισκέπτη, η αρχιτεκτονική και η μουσειογραφεία του δεν μπορούν να κατανοηθούν απομονωμένα. Δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο κριτικής και να αποδομηθούν αποτελεσματικά, αν δεν συνδεθούν με τις αξιώσεις σύγχρονων διεθνών μουσείων επί του υλικού παρελθόντος και αν δεν ληφθούν υπόψιν και όλες οι άλλες φωνές, παρεμβάσεις και προκλήσεις, πέρα από τις επίσημες. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μνήμη αφηγείται την πόλη

Standard

Με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

(αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF)

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Ουίλλιαμ Τέρνερ, "η πόλη", 1969

Ουίλλιαμ Τέρνερ, «η πόλη», 1969

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de moire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Βρετανία: η κατασκευή της μνήμης

Standard

 του Νταν Τόντμαν

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

 bp-ww1-posterΥπάρχει μια διάσταση μεταξύ του δημόσιου και του ακαδημαϊκού λόγου σχετικά με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δημόσια εικόνα για το τι ήταν ο Πόλεμος (αίμα και λάσπη) και ποιος ο σκοπός του (μάταιος) έχει παραμείνει ακλόνητη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια –από τα τέλη της δεκαετίας του 1980– είχαμε μια εντυπωσιακή παραγωγή μελετών νέων επιστημόνων για τον Α΄ Παγκόσμιο, που εισήγαγε νέες οπτικές.

Το ρευστό και το ακίνητο. Η έρευνα στο τεράστιο αρχειακό υλικό για τον Πόλεμο –το οποίο παρέμεινε ανεκμετάλλευτο μέχρι πρόσφατα, παρά τα σχετικά βιβλία που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των εννέα δεκαετιών– έχει αναδείξει μια πολυδιάστατη άποψη για πολλές πτυχές του Πολέμου: για τις στρατιωτικές τακτικές, τις σχέσεις μεταξύ του πεδίου της μάχης και του «εσωτερικού μετώπου», την κινητοποίηση του πληθυσμού, το φαινόμενο του «πολεμικού ενθουσιασμό». Η έρευνα επίσης επισήμανε ότι οι προηγούμενες ακαδημαϊκές γενιές θεωρούσαν εσφαλμένα τη μεταπολεμική ρητορική ως τεκμήριο για τις πραγματικότητες του Πολέμου — λ.χ. σε θέματα όπως η σημασία του πολέμου για τις γυναίκες, η πεποίθηση ότι ο πόλεμος ήταν «μάταιος» και η φύση του πένθους:

* Η επί μακρόν επικρατούσα ιδέα ότι η συμβολή των γυναικών στον Πόλεμο τις έκανε να κερδίσουν το δικαίωμα ψήφου παραγνωρίζει τους αγώνες που έδωσαν οι σουφραζέτες προπολεμικά και αποκρύπτει την πολιτική επιλογή να δοθούν πολιτικά δικαιώματα στις μεγαλύτερες γυναίκες, σε μια προσπάθεια ανακοπής του ριζοσπαστισμού. Η ιδέα μπορεί να έτυχε ευρείας αποδοχής μετά το 1918, αλλά αυτό δεν συνιστά αποδεικτικό στοιχείο για το ότι ο πόλεμος αποτέλεσε ορόσημο — πολλώ δε μάλλον κάτι «καλό» για τις Βρετανίδες.

* Το πένθος εκατομμυρίων ανθρώπων καθώς και οι ακρωτηριασμοί πολλών από τους επιζώντες έκανε πολλούς Βρετανούς να αναρωτηθούν αν ο πόλεμος άξιζε αυτές τις θυσίες. Η απάντησή τους φαίνεται ότι συχνά ήταν καταφατική. Ήταν ένας πόλεμος με πλατιά λαϊκή υποστήριξη, και ίσως περισσότερο καθώς πλησίαζε στο τέλος παρά στο ξεκίνημά του. Μονάχα όταν είχαμε πια απομακρυνθεί κάπως από τον Πόλεμο, αλλά και λόγω της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1920, η πίστη στη ματαιότητα του πολέμου άρχισε να κερδίσει ευρεία αποδοχή.

www-1* Η βρετανική εμπειρία του θανάτου φαίνεται διαφορετική αν την εντάξουμε σε μια ευρωπαϊκή προοπτική — και μάλιστα καθιστά σαφές ότι η Βρετανία βγήκε με σχετικά ελαφρές απώλειες από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Αυτό, βέβαια, δεν υποβαθμίζει την τραγωδία των νέων που χάθηκαν ούτε ακυρώνει τη θλίψη που συνέτριψε τους οικείους τους. Αλλά υποδηλώνει ότι ένα βασικό πρόβλημα για τη μεταπολεμική μνήμη δεν ήταν να θεραπεύσει το τραύμα του πένθους, αλλά να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που είχαν χάσει κοντινούς συγγενείς και εκείνους που δεν είχαν.

Αυτή η ακαδημαϊκή επανάσταση είχε ελάχιστη επίδραση στη συλλογική μνήμη. Η κυρίαρχη εκδοχή του πολέμου που ανακυκλώνεται στην τηλεόραση, σε κύρια άρθρα εφημερίδων και διαδικτυακά φόρουμ είναι σταθερή: Ο πόλεμος ήταν μάταιος, και όσον αφορά τον τρόπο που διεξήχθη και όσον αφορά το αποτέλεσμά του. Ήταν μια μοναδική φρίκη: μια βρετανική τραγωδία (τείνοντας να ξεχάσουμε όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη). Μια γενιά χάθηκε. Ο καλύτερος μάρτυρας της εμπειρίας τους είναι το έργο των ποιητών του πολέμου. Ο πόλεμος άλλαξε τα πάντα.

Ο κακός πόλεμος. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνιστά πλήρη διαστρέβλωση των γεγονότων και των αντιλήψεων της περιόδου του Α΄ Παγκοσμίου· αποτελούν όμως μια επιλεκτική και μεροληπτική ανάγνωση. Αυτά τα σύμβολα και οι ερμηνείες μπορούν να αναχθούν σε πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και ήταν σίγουρα ισχυρά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να περιβάλλονται με το κύρος της αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Έχουν καταστεί πλέον η «προεπιλεγμένη ρύθμιση» για κάθε δημόσια συζήτηση. Για τους Βρετανούς, ο Α΄ Παγκόσμιος είναι ο «κακός πόλεμος», σε αντίθεση με τον Β΄ Παγκόσμιο. Και εκπληρώνει την εν λόγω λειτουργία τόσο καλά, που οι μελέτες είναι ανίκανες να τον μετακινήσουν απ’ αυτή τη συμβολική του θέση. Το μάλλον μελαγχολικό συμπέρασμα –για μια κοινωνία που έχει εμμονή με τον πόλεμο, καθώς και με την ιστορία– είναι ότι μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορίας της δεν τη βοηθάει να διαυγάσει τις πράξεις της σήμερα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Κόμης Μόντε-Κρίστο και η λήθη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του Κώστα Αθανασίου

 venceremosΣτο βιβλίο του Ιστορίες από δω κι από κει (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Opera), ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, μιλώντας για τη χούντα του Πινοτσέτ ή την Καθολική Εκκλησία, λέει για τον εαυτό του: «Εγώ είμαι τέκνο του Κόμη Μόντε-Κρίστο και έμβλημά μου είναι: “Ούτε λήθη ούτε συγγνώμη”». Σήμερα, μέσα στα ερείπια της κοινωνίας, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι η λήθη αποτελεί βασικό όπλο στα χέρια των κυρίαρχων, ότι το παρελθόν και η μνήμη είναι βασικός εχθρός τους. Όπως όμως λέει μια σοφή κουβανέζικη παροιμία, «κανείς ποτέ δεν ξέρει το παρελθόν που τον περιμένει».

Στο τελευταίο του βιβλίο, Αποκάλυψη, Ουτοπία, Ιστορία (εκδ. Πόλις), ο Αντώνης Λιάκος θυμάται τον Φώκνερ («Το παρελθόν δεν πεθαίνει. Δεν είναι καν παρελθόν»), για να αναφερθεί παρακάτω στις επιτροπές «αλήθειας και συμφιλίωσης» που δημιουργήθηκαν σε χώρες που βγήκαν από δικτατορίες, απαρτχάιντ κ.λπ. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η «συμφιλίωση» προαπαιτούσε και συνεπαγόταν τη λήθη για όσα είχαν συμβεί εκείνα τα μαύρα χρόνια: ας τα ανακαλέσουμε στη μνήμη, ας τα δημοσιοποιήσουμε, αλλά μετά ας τα ξεχάσουμε για πάντα. Η λήθη ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση της ατιμωρησίας, που προσπάθησαν να επιβάλουν παντού οι δικτάτορες. Γι’ αυτό, μόνο ανακούφιση υπήρξε στις χώρες όπου τελικά έσπασαν αυτοί οι νόμοι της «συμφιλίωσης» και τελικά παραπέμφθηκαν σε δίκη δικτάτορες και βασανιστές (π.χ. Αργεντινή, Γουατεμάλα). Συνέχεια ανάγνωσης

Γενοκτονία των Εβραίων: η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης

Standard

  Μια μνήμη εμβληματική όλων των θυμάτων του ρατσισμού

συνέντευξη της ιστορικού Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

H Oντέτ Βαρών-Βασάρ είναι γνωστή  για το έργο της τόσο ως μεταφράστρια όσο και ως ιστορικός (θυμίζουμε  τη  μελέτη της Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και την Αντίσταση, Αθήνα 2009). Πρόσφατα, στον τόμο Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (εκδ. Εστία) συγκεντρώνει κείμενά της, που αποτυπώνουν την έρευνά της για τα ζητήματα της γενοκτονίας των Εβραίων, της λήθης, της μνήμης και του στοχασμού πάνω σε αυτά. Ο τόμος που μόλις κυκλοφόρησε σε δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση (σε δύο κείμενα επιπλέον) σήμερα Κυριακή 19 Μαΐου, ώρα 18.00, στο Φιλολογικό Καφενείο (περίπτερο 13), της Διεθνούς ΄Εκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ομιλητές: Γρηγόρης Αμπατζόγλου, Γιώργος Αντωνίου, Κώστας Γαγανάκης, Βασίλης Κωνσταντίνου, με συντονίστρια τη  συγγραφέα. Με την ευκαιρία της έκδοσης μιλήσαμε με τη Ο. Βαρών-Βασάρ για τα ζητήματα που θέτει το βιβλίο.

Στρ. Μπ.

 Ο τόμος ξεκινάει με ένα παράθεμα του Ίμρε Κέρτες (το οποίο αναφέρεται και στο επιλογικό κεφάλαιο), το οποίο χαρακτηρίζει το Ολοκαύτωμα «ζωτικό ζήτημα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό», καθώς και για το «απροσμέτρητο ηθικό» περιεχόμενό του. Γιατί το διάλεξες αυτό ως μότο του βιβλίου;

Πράγματι, ήθελα να ανοίγει και να κλείνει το βιβλίο με το ίδιο αυτό απόσπασμα από ένα δοκιμιακό κείμενο του Ούγγρου νομπελίστα Ίμρε Κέρτες. Στο παράθεμα αυτό βρίσκω συμπυκνωμένα πολλά ουσιαστικά ζητήματα που συνάδουν με τις βασικές κατευθύνσεις του βιβλίου μου: το ότι το «Ολοκαύτωμα», η γενοκτονία των Εβραίων, που είναι ο όρος που επιλέγω, δεν είναι ένα στενά εβραϊκό ζήτημα, δεν μπορεί να περιορίζεται στη μνήμη ενός μόνο λαού, του λαού των θυμάτων, ούτε το πένθος για τα σχεδόν 6.000.000 θύματα είναι πένθος μόνο των βιολογικών απογόνων τους. Είναι πένθος για όλη την Ευρώπη, αφού σ’ αυτήν την γεωγραφική και πολιτισμική περιοχή, που επαίρεται για τον υψηλό της πολιτισμό, έλαβε χώρα το γεγονός της εξόντωσής τους με πρωτοφανείς μεθόδους.

Παιδιά παίζουν στο μνημείο του Ολοκαυτώματος της Ρόδου

Παιδιά παίζουν στο μνημείο του Ολοκαυτώματος της Ρόδου

Άνθρωποι από όλες σχεδόν τις χώρες που συγκροτούν την Ευρώπη σήμερα ήσαν αυτοί οι «Εβραίοι», τους οποίους ο ναζισμός υπέδειξε ως μια χωριστή και περίκλειστη κατηγορία, περιορίζοντάς τους σε ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους, με τον γνωστό του μηχανισμό κατηγοριοποίησης ομάδων πληθυσμού, απομόνωσής τους και τελικά εξόντωσής τους (η αρχή είχε γίνει με την ευάλωτη κατηγορία των διανοητικά ανάπηρων και κορυφώθηκε με την εξόντωση για φυλετικούς λόγους των Ρομ και των Εβραίων). Η μνήμη του γεγονότος κατέχει σήμερα πια (ύστερα από δεκαετίες σιωπής, αμφισβητήσεις και αρνήσεις και μετά από μεγάλο αγώνα) μια κεντρική θέση στην συλλογική ευρωπαϊκή μνήμη και αποτελεί διακύβευμα για μια ευρωπαϊκή ταυτότητα που είναι υπό συγκρότησιν. Αν οι Εβραίοι είναι όπως λέει η Ανέτ Βιβιορκά, το «μέλος–φάντασμα της Ευρώπης, το μέλος που της έχει αφαιρεθεί», τα θέματα του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της «ανοχής» του άλλου –ήδη η λέξη είναι προβληματική!- , της συνύπαρξης είναι καίρια για την Ευρώπη του σήμερα. Η γνώση που αποδεσμεύει η προσέγγιση του «Ολοκαυτώματος» μπορεί όντως να αποδειχτεί απροσμέτρητη και τα μαθήματά του, ηθικά και πολιτικά, απαραίτητα. Συνέχεια ανάγνωσης