O πόνος και το δίκαιο

Standard

Ο Κ. Μητσοτάκης, η Ντ. Μπακογιάννη, ο Κ. Μπακογιάννης και το νομοσχέδιο του Υπ. Δικαιοσύνης

 του Στρατή Μπουρνάζου

Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Κώστα Μπακογιάννη και την Ντόρα Μπακογιάννη ασχολήθηκαν πολύ, τις τελευταίες μέρες, τα μέσα ενημέρωσης — όπως και κάθε φορά που έρχεται στο προσκήνιο ένα θέμα σχετικό με την τρομοκρατία. Αυτή τη φορά, ήταν το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης. Έγραφα εδώ πριν δυο βδομάδες, και το έχουν γράψει και αρκετοί άλλοι πόσο θλιβερό είναι πως, από όλο τον πλούτο του νομοσχεδίου, τη συζήτηση από πλευράς της Ν.Δ. την μονοπωλεί ένα επιχείρημα: «Ο Ξηρός, ο Ξηρός, ο Ξηρός». Είναι κρίμα, γιατί η αντιπαράθεση, ακόμα και από συντηρητικής πλευράς, θα μπορούσε να γίνει με όρους ουσιαστικούς και όχι με έναν μπαμπούλα. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μου σήμερα. Περνάω λοιπόν αμέσως, χωρίς περιστροφές,  στο θέμα μου, ένα θέμα που με βασανίζει καιρό: Όταν οι τρεις παραπάνω μιλάνε για την τρομοκρατία, πώς τους αντιμετωπίζουμε; Έχω ακούσει όλη την γκάμα των απαντήσεων: με  συμπόνια και σεβασμό για τον πόνο τους μέχρι την αδιαφορία ή και ενόχληση για τη δημόσια έκθεση του πόνου τους.

Ibrahim Yıldız – Broken Memory II, 2010

Για μένα, καταρχάς, με σεβασμό και συμπόνια. Όταν ενός παιδιού στα έντεκά του δολοφονείται ο πατέρας του, δεν δικαιούμαστε να προσπεράσουμε το βάρος του γεγονότος και του βιώματος. Είναι απάνθρωπο. Και θεωρώ λάθος να θυμηθούμε, εδώ, την υπόθεση Siemens, την ιστορία της οικογένειας Μητσοτάκη ή το ότι η Ντόρα χαριεντιζόταν στη Βουλή με τον Η. Παναγιώταρο (τα έχω ακούσει όλα αυτά στη σχετική κουβέντα). Μπορούμε να τα λέμε σε πολλές άλλες συζητήσεις, όχι σε αυτήν. Μια γυναίκα που δολοφονούν τον άντρα της, δυο παιδιά που μένουν ορφανά: ο πόνος είναι αναμφισβήτητο· δεν σχετικοποιείται ούτε από την ταυτότητα όσων τον ένιωσαν ούτε από τη διαδρομή τους ούτε, ακόμα ακόμα, από τη χρήση που του κάνουν. Αν χρειάζεται, ας καταγγείλουμε τη χρήση· ας μην σχετικοποιούμε όμως τον πόνο. Στο κάτω κάτω, ποιοι είμαστε για να το κάνουμε; Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμη και λήθη: Ένα παλάτι ξαναφτιάχνεται στο Βερολίνο

Standard

το τέταρτο τρίλεπτο των «Ενθεμάτων» στο Πολιτιστικό Ημερολόγιο στο Κόκκινο 105,5

το ηχητικό εδώ: https://soundcloud.com/enthemata-avgis/24-10-14a

το κείμενο, αμέσως παρακάτω:

της Ιωάννας Μεϊτάνη

640px-Stamps_of_Germany_(DDR)_1976,_MiNr_Block_045Στο μικρόφωνο σήμερα η Ιωάννα Μεϊτάνη, άρτι αφιχθείσα από το Βερολίνο. Το Βερολίνο, όπου τα τελευταία 25 χρόνια όλο και κάποιο μεγάλο έργο κατασκευάζεται, πολύ συχνά έργο ανασύνθεσης της εικόνας της πόλης. Το πιο πρόσφατο, η ανακατασκευή του Παλατιού του Βερολίνου, στο κέντρο, απέναντι από τον μητροπολιτικό ναό και το Άλτες Μουζέουμ, λίγο παρακάτω από την Αλεξάντερπλατς και τον γνωστό της πύργο, στην ίδια γειτονιά με την κρατική όπερα και το πανεπιστήμιο Χούμπολντ.

Το έργο της ανακατασκευής του παλατιού, ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε μεγάλο έργο στο Βερολίνο τα τελευταία χρόνια, έγινε αντικείμενο ισχυρότατων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για την ιστορία της πόλης και τη διατήρηση ή την απαλοιφή της.

Τι υπήρχε στον τόπο όπου γίνονται τώρα τα έργα της ανακατασκευής; Επί αιώνες έστεκε εκεί το Παλάτι του Βερολίνου, έδρα από το 1700 των πρώσων βασιλιάδων και αυτοκρατόρων. Από εκεί όριζαν τη μοίρα της χώρας τους, από εκεί κυβερνούσαν. Από εκεί, επίσης, είχε δηλώσει το 1918 ο Καρλ Λίμπκνεχτ ότι το παλάτι ανήκε πια στα χέρια του λαού. Στο τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, κατεστραμμένο από βομβαρδισμούς και πυρκαγιές, το παλάτι βρέθηκε στον Ανατολικό Τομέα της πόλης – και αμέσως μετά στην καρδιά της πρωτεύουσας της Ανατολικής Γερμανίας. Το 1950 ο Έριχ Χόνεκερ αποφάσισε την κατεδάφισή του και το 1976 ολοκληρώθηκε στο ίδιο σημείο το λεγόμενο Παλάτι της Δημοκρατίας ή Παλάτι του Λαού, η έδρα του κοινοβουλίου, ένα τεράστιο κτήριο που στέγαζε και επίσημες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Μουσεία της λήθης

Standard

Με αφορμή τα πέντε χρόνια του Μουσείου της Ακρόπολης

του Γιάννη Χαμηλάκη

μετάφραση: Παύλος Καζακόπουλος

Αρχιτεκτονικό θραύσμα από το Ερέχθειο της Ακρόπολης, με οθωμανική επιγραφή του 1805

Αρχιτεκτονικό θραύσμα από το Ερέχθειο της Ακρόπολης, με οθωμανική επιγραφή του 1805. Φωτογραφία του Φώτη Υφαντίδη

Η σχέση ανάμεσα στην αρχαιότητα, την αρχαιολογία και το εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα, η ιεροποίηση του κλασικού παρελθόντος και η αφομοίωση μιας δυτικής ιδέας του ελληνισμού από τον γηγενή πληθυσμό έχουν μελετηθεί εκτενώς τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.  Μάλιστα, η περίπτωση της Ελλάδας έχει αποδειχτεί πλούσια πηγή ιδεών και στοιχείων για τη μελέτη των πολιτικών της εθνικής κληρονομιάς σε άλλα έθνη-κράτη. H σύλληψη του νέου Μουσείου της Ακρόπολης ήταν σίγουρο ότι θα επηρεαζόταν εξαρχής από την ποιητική της εθνικής ταυτότητας, αφού η κύρια αναφορά του, η Ακρόπολη των Αθηνών, είναι το πιο ιερό αντικείμενο της ελληνικού εθνικού φαντασιακού. Ταυτόχρονα όμως, είναι αντικείμενο αποθαυμασμού και στη δυτικό φαντασιακό (αρκεί μια ματιά στο σήμα της UNESCO),   προορισμός εκατομμυρίων τουριστών απ’ όλο τον κόσμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και οικονομικά, και μια αενάως αναπαραγόμενη και τροποποιούμενη παγκόσμια εικόνα.

Υπάρχουν όχι μία αλλά πολλές Ακροπόλεις: σ’ έναν λόφο στο κέντρο της Αθήνας, σε μουσεία όλου του κόσμου, στη λογοτεχνία, στην τέχνη και τον κινηματογράφο, στη φωτογραφία, στο ίντερνετ (δες το φωτο-μπλογκ www.theotheracropolis.com). Υπάρχουν όχι μία αλλά πολλές ιστορίες που αφηγείται αυτή η υλικότητα, πολλές διεκδικήσεις και υποθέσεις που έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το αντικείμενο και σύμβολο. Κάποιες επίσημες και από τα πάνω, αρκετές ανεπίσημες, από τα κάτω, κρύφιες , εκουσίως προκλητικές και αμφιλεγόμενες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η εκθεσιακή λογική του νέου μουσείου και οι δυνατότητες που παρέχει στον επισκέπτη, η αρχιτεκτονική και η μουσειογραφεία του δεν μπορούν να κατανοηθούν απομονωμένα. Δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο κριτικής και να αποδομηθούν αποτελεσματικά, αν δεν συνδεθούν με τις αξιώσεις σύγχρονων διεθνών μουσείων επί του υλικού παρελθόντος και αν δεν ληφθούν υπόψιν και όλες οι άλλες φωνές, παρεμβάσεις και προκλήσεις, πέρα από τις επίσημες. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μνήμη αφηγείται την πόλη

Standard

Με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

(αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF)

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Ουίλλιαμ Τέρνερ, "η πόλη", 1969

Ουίλλιαμ Τέρνερ, «η πόλη», 1969

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Ερνστ Κίρχνερ, «Σκηνή δρόμου από το παράθυρο ενός κουρείου», 1929

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de moire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Βρετανία: η κατασκευή της μνήμης

Standard

 του Νταν Τόντμαν

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

 bp-ww1-posterΥπάρχει μια διάσταση μεταξύ του δημόσιου και του ακαδημαϊκού λόγου σχετικά με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δημόσια εικόνα για το τι ήταν ο Πόλεμος (αίμα και λάσπη) και ποιος ο σκοπός του (μάταιος) έχει παραμείνει ακλόνητη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια –από τα τέλη της δεκαετίας του 1980– είχαμε μια εντυπωσιακή παραγωγή μελετών νέων επιστημόνων για τον Α΄ Παγκόσμιο, που εισήγαγε νέες οπτικές.

Το ρευστό και το ακίνητο. Η έρευνα στο τεράστιο αρχειακό υλικό για τον Πόλεμο –το οποίο παρέμεινε ανεκμετάλλευτο μέχρι πρόσφατα, παρά τα σχετικά βιβλία που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των εννέα δεκαετιών– έχει αναδείξει μια πολυδιάστατη άποψη για πολλές πτυχές του Πολέμου: για τις στρατιωτικές τακτικές, τις σχέσεις μεταξύ του πεδίου της μάχης και του «εσωτερικού μετώπου», την κινητοποίηση του πληθυσμού, το φαινόμενο του «πολεμικού ενθουσιασμό». Η έρευνα επίσης επισήμανε ότι οι προηγούμενες ακαδημαϊκές γενιές θεωρούσαν εσφαλμένα τη μεταπολεμική ρητορική ως τεκμήριο για τις πραγματικότητες του Πολέμου — λ.χ. σε θέματα όπως η σημασία του πολέμου για τις γυναίκες, η πεποίθηση ότι ο πόλεμος ήταν «μάταιος» και η φύση του πένθους:

* Η επί μακρόν επικρατούσα ιδέα ότι η συμβολή των γυναικών στον Πόλεμο τις έκανε να κερδίσουν το δικαίωμα ψήφου παραγνωρίζει τους αγώνες που έδωσαν οι σουφραζέτες προπολεμικά και αποκρύπτει την πολιτική επιλογή να δοθούν πολιτικά δικαιώματα στις μεγαλύτερες γυναίκες, σε μια προσπάθεια ανακοπής του ριζοσπαστισμού. Η ιδέα μπορεί να έτυχε ευρείας αποδοχής μετά το 1918, αλλά αυτό δεν συνιστά αποδεικτικό στοιχείο για το ότι ο πόλεμος αποτέλεσε ορόσημο — πολλώ δε μάλλον κάτι «καλό» για τις Βρετανίδες.

* Το πένθος εκατομμυρίων ανθρώπων καθώς και οι ακρωτηριασμοί πολλών από τους επιζώντες έκανε πολλούς Βρετανούς να αναρωτηθούν αν ο πόλεμος άξιζε αυτές τις θυσίες. Η απάντησή τους φαίνεται ότι συχνά ήταν καταφατική. Ήταν ένας πόλεμος με πλατιά λαϊκή υποστήριξη, και ίσως περισσότερο καθώς πλησίαζε στο τέλος παρά στο ξεκίνημά του. Μονάχα όταν είχαμε πια απομακρυνθεί κάπως από τον Πόλεμο, αλλά και λόγω της οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1920, η πίστη στη ματαιότητα του πολέμου άρχισε να κερδίσει ευρεία αποδοχή.

www-1* Η βρετανική εμπειρία του θανάτου φαίνεται διαφορετική αν την εντάξουμε σε μια ευρωπαϊκή προοπτική — και μάλιστα καθιστά σαφές ότι η Βρετανία βγήκε με σχετικά ελαφρές απώλειες από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Αυτό, βέβαια, δεν υποβαθμίζει την τραγωδία των νέων που χάθηκαν ούτε ακυρώνει τη θλίψη που συνέτριψε τους οικείους τους. Αλλά υποδηλώνει ότι ένα βασικό πρόβλημα για τη μεταπολεμική μνήμη δεν ήταν να θεραπεύσει το τραύμα του πένθους, αλλά να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που είχαν χάσει κοντινούς συγγενείς και εκείνους που δεν είχαν.

Αυτή η ακαδημαϊκή επανάσταση είχε ελάχιστη επίδραση στη συλλογική μνήμη. Η κυρίαρχη εκδοχή του πολέμου που ανακυκλώνεται στην τηλεόραση, σε κύρια άρθρα εφημερίδων και διαδικτυακά φόρουμ είναι σταθερή: Ο πόλεμος ήταν μάταιος, και όσον αφορά τον τρόπο που διεξήχθη και όσον αφορά το αποτέλεσμά του. Ήταν μια μοναδική φρίκη: μια βρετανική τραγωδία (τείνοντας να ξεχάσουμε όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη). Μια γενιά χάθηκε. Ο καλύτερος μάρτυρας της εμπειρίας τους είναι το έργο των ποιητών του πολέμου. Ο πόλεμος άλλαξε τα πάντα.

Ο κακός πόλεμος. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνιστά πλήρη διαστρέβλωση των γεγονότων και των αντιλήψεων της περιόδου του Α΄ Παγκοσμίου· αποτελούν όμως μια επιλεκτική και μεροληπτική ανάγνωση. Αυτά τα σύμβολα και οι ερμηνείες μπορούν να αναχθούν σε πραγματικές εμπειρίες του πολέμου, και ήταν σίγουρα ισχυρά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να περιβάλλονται με το κύρος της αδιαμφισβήτητης αλήθειας. Έχουν καταστεί πλέον η «προεπιλεγμένη ρύθμιση» για κάθε δημόσια συζήτηση. Για τους Βρετανούς, ο Α΄ Παγκόσμιος είναι ο «κακός πόλεμος», σε αντίθεση με τον Β΄ Παγκόσμιο. Και εκπληρώνει την εν λόγω λειτουργία τόσο καλά, που οι μελέτες είναι ανίκανες να τον μετακινήσουν απ’ αυτή τη συμβολική του θέση. Το μάλλον μελαγχολικό συμπέρασμα –για μια κοινωνία που έχει εμμονή με τον πόλεμο, καθώς και με την ιστορία– είναι ότι μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορίας της δεν τη βοηθάει να διαυγάσει τις πράξεις της σήμερα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο Κόμης Μόντε-Κρίστο και η λήθη

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

 του Κώστα Αθανασίου

 venceremosΣτο βιβλίο του Ιστορίες από δω κι από κει (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, εκδ. Opera), ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, μιλώντας για τη χούντα του Πινοτσέτ ή την Καθολική Εκκλησία, λέει για τον εαυτό του: «Εγώ είμαι τέκνο του Κόμη Μόντε-Κρίστο και έμβλημά μου είναι: “Ούτε λήθη ούτε συγγνώμη”». Σήμερα, μέσα στα ερείπια της κοινωνίας, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι η λήθη αποτελεί βασικό όπλο στα χέρια των κυρίαρχων, ότι το παρελθόν και η μνήμη είναι βασικός εχθρός τους. Όπως όμως λέει μια σοφή κουβανέζικη παροιμία, «κανείς ποτέ δεν ξέρει το παρελθόν που τον περιμένει».

Στο τελευταίο του βιβλίο, Αποκάλυψη, Ουτοπία, Ιστορία (εκδ. Πόλις), ο Αντώνης Λιάκος θυμάται τον Φώκνερ («Το παρελθόν δεν πεθαίνει. Δεν είναι καν παρελθόν»), για να αναφερθεί παρακάτω στις επιτροπές «αλήθειας και συμφιλίωσης» που δημιουργήθηκαν σε χώρες που βγήκαν από δικτατορίες, απαρτχάιντ κ.λπ. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η «συμφιλίωση» προαπαιτούσε και συνεπαγόταν τη λήθη για όσα είχαν συμβεί εκείνα τα μαύρα χρόνια: ας τα ανακαλέσουμε στη μνήμη, ας τα δημοσιοποιήσουμε, αλλά μετά ας τα ξεχάσουμε για πάντα. Η λήθη ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση της ατιμωρησίας, που προσπάθησαν να επιβάλουν παντού οι δικτάτορες. Γι’ αυτό, μόνο ανακούφιση υπήρξε στις χώρες όπου τελικά έσπασαν αυτοί οι νόμοι της «συμφιλίωσης» και τελικά παραπέμφθηκαν σε δίκη δικτάτορες και βασανιστές (π.χ. Αργεντινή, Γουατεμάλα). Συνέχεια ανάγνωσης

Γενοκτονία των Εβραίων: η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης

Standard

  Μια μνήμη εμβληματική όλων των θυμάτων του ρατσισμού

συνέντευξη της ιστορικού Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

H Oντέτ Βαρών-Βασάρ είναι γνωστή  για το έργο της τόσο ως μεταφράστρια όσο και ως ιστορικός (θυμίζουμε  τη  μελέτη της Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και την Αντίσταση, Αθήνα 2009). Πρόσφατα, στον τόμο Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (εκδ. Εστία) συγκεντρώνει κείμενά της, που αποτυπώνουν την έρευνά της για τα ζητήματα της γενοκτονίας των Εβραίων, της λήθης, της μνήμης και του στοχασμού πάνω σε αυτά. Ο τόμος που μόλις κυκλοφόρησε σε δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση (σε δύο κείμενα επιπλέον) σήμερα Κυριακή 19 Μαΐου, ώρα 18.00, στο Φιλολογικό Καφενείο (περίπτερο 13), της Διεθνούς ΄Εκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ομιλητές: Γρηγόρης Αμπατζόγλου, Γιώργος Αντωνίου, Κώστας Γαγανάκης, Βασίλης Κωνσταντίνου, με συντονίστρια τη  συγγραφέα. Με την ευκαιρία της έκδοσης μιλήσαμε με τη Ο. Βαρών-Βασάρ για τα ζητήματα που θέτει το βιβλίο.

Στρ. Μπ.

 Ο τόμος ξεκινάει με ένα παράθεμα του Ίμρε Κέρτες (το οποίο αναφέρεται και στο επιλογικό κεφάλαιο), το οποίο χαρακτηρίζει το Ολοκαύτωμα «ζωτικό ζήτημα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό», καθώς και για το «απροσμέτρητο ηθικό» περιεχόμενό του. Γιατί το διάλεξες αυτό ως μότο του βιβλίου;

Πράγματι, ήθελα να ανοίγει και να κλείνει το βιβλίο με το ίδιο αυτό απόσπασμα από ένα δοκιμιακό κείμενο του Ούγγρου νομπελίστα Ίμρε Κέρτες. Στο παράθεμα αυτό βρίσκω συμπυκνωμένα πολλά ουσιαστικά ζητήματα που συνάδουν με τις βασικές κατευθύνσεις του βιβλίου μου: το ότι το «Ολοκαύτωμα», η γενοκτονία των Εβραίων, που είναι ο όρος που επιλέγω, δεν είναι ένα στενά εβραϊκό ζήτημα, δεν μπορεί να περιορίζεται στη μνήμη ενός μόνο λαού, του λαού των θυμάτων, ούτε το πένθος για τα σχεδόν 6.000.000 θύματα είναι πένθος μόνο των βιολογικών απογόνων τους. Είναι πένθος για όλη την Ευρώπη, αφού σ’ αυτήν την γεωγραφική και πολιτισμική περιοχή, που επαίρεται για τον υψηλό της πολιτισμό, έλαβε χώρα το γεγονός της εξόντωσής τους με πρωτοφανείς μεθόδους.

Παιδιά παίζουν στο μνημείο του Ολοκαυτώματος της Ρόδου

Παιδιά παίζουν στο μνημείο του Ολοκαυτώματος της Ρόδου

Άνθρωποι από όλες σχεδόν τις χώρες που συγκροτούν την Ευρώπη σήμερα ήσαν αυτοί οι «Εβραίοι», τους οποίους ο ναζισμός υπέδειξε ως μια χωριστή και περίκλειστη κατηγορία, περιορίζοντάς τους σε ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους, με τον γνωστό του μηχανισμό κατηγοριοποίησης ομάδων πληθυσμού, απομόνωσής τους και τελικά εξόντωσής τους (η αρχή είχε γίνει με την ευάλωτη κατηγορία των διανοητικά ανάπηρων και κορυφώθηκε με την εξόντωση για φυλετικούς λόγους των Ρομ και των Εβραίων). Η μνήμη του γεγονότος κατέχει σήμερα πια (ύστερα από δεκαετίες σιωπής, αμφισβητήσεις και αρνήσεις και μετά από μεγάλο αγώνα) μια κεντρική θέση στην συλλογική ευρωπαϊκή μνήμη και αποτελεί διακύβευμα για μια ευρωπαϊκή ταυτότητα που είναι υπό συγκρότησιν. Αν οι Εβραίοι είναι όπως λέει η Ανέτ Βιβιορκά, το «μέλος–φάντασμα της Ευρώπης, το μέλος που της έχει αφαιρεθεί», τα θέματα του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της «ανοχής» του άλλου –ήδη η λέξη είναι προβληματική!- , της συνύπαρξης είναι καίρια για την Ευρώπη του σήμερα. Η γνώση που αποδεσμεύει η προσέγγιση του «Ολοκαυτώματος» μπορεί όντως να αποδειχτεί απροσμέτρητη και τα μαθήματά του, ηθικά και πολιτικά, απαραίτητα. Συνέχεια ανάγνωσης

Νεοναζί: το Ολοκαύτωμα της μνήμης

Standard

Η καινούργια ταινία του Στέλιου Κούλογλου «Νεοναζί: το Ολοκαύτωμα της μνήμης», με αφετηρία την άνοδο της Χρυσής Αυγής, ερευνά την μνήμη, τη λήθη και την ιστορική αλήθεια στη σύγχρονη Ελλάδα. Το ντοκιμαντέρ επικεντρώνεται στα εγκλήματα των ναζί κατακτητών στα Καλάβρυτα, το Δίστομο και τον Χορτιάτη, συνδυάζοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων, άγνωστο αρχειακό υλικό, τα  αφοπλιστικά λόγια των μαθητών του Λυκείου στο Δίστομο και τις αποκαλυπτικές δηλώσεις εκπροσώπων της Χρυσής Αυγής που επιχειρούν να πάρουν τη ρεβάνς, 70 χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού. Συζητήσαμε με τον Στέλιο Κούλογλου για τα ζητήματα που θέτει η ταινία.

Στρ. Μπ.

«Ορφανά από το Δίστομο». Φωτογραφία του Ντιμίτρι Κέσελ,Οκτώβριος - Νοέμβριος 1944

«Ορφανά από το Δίστομο». Φωτογραφία του Ντιμίτρι Κέσελ,
Οκτώβριος – Νοέμβριος 1944

Πώς ξεκίνησες, γιατί αποφάσισες να κάνεις αυτή την ταινία;

Μετά τις εκλογές του 2012 και την άνοδο της Χρυσής Αυγής, αποφάσισα να καταγράψω μαρτυρίες για τα εγκλήματα των ναζί στην Ελλάδα, στην διάρκεια της Κατοχής. Ήθελα να θυμίσω τι είχε συμβεί και συγχρόνως με ενδιέφερε να καταλάβω τις αιτίες που η ιστορική μνήμη φαινόταν να έχει εξασθενίσει, ακόμη και στις μαρτυρικές πόλεις. Γιατί μετά τις εκλογές του περασμένου Μαΐου, τα ΜΜΕ μετέδωσαν ότι η Χρυσή Αυγή έλαβε περίπου 1.000 ψήφους στα  Καλάβρυτα και το Δίστομο. Τις αμέσως επόμενες μέρες, στην ερώτηση αν είναι νεοναζί και αν σχετίζονται με τον Χίτλερ, οι εκπρόσωποι της Χρυσής Αυγής απαντούσαν: «Οι δημότες στα Καλάβρυτα και το Δίστομο απάντησαν ήδη, με την ψήφο τους». Στην πορεία ανακάλυψα ότι η είδηση ήταν κατασκευασμένη.

 Είχε γίνει μεγάλος θόρυβος τότε για τις ψήφους στις μαρτυρικές πόλεις…

Τα Καλάβρυτα και το Δίστομο είναι καλλικρατικοί δήμοι, αλλά τα συνεχή ρεπορτάζ το απέκρυψαν. Λέγανε π.χ. ότι στο Δίστομο η Χρυσή Αυγή είχε πάρει 350 ψήφους, αλλά μετράγανε και τις ψήφους από την Αράχοβα, τα Άσπρα Σπίτια, όλα τα γύρω χωριά. Μέσα στο Δίστομο, η Χρυσή Αυγή είχε πάρει 8 ψήφους. Οι μαθητές του Διστόμου λένε στο ντοκιμαντέρ ότι επεσήμαναν το λάθος στα τηλεοπτικά συνεργεία που κατέφθασαν επιτόπου, αλλά δεν συμπεριέλαβαν τις διαμαρτυρίες στα ρεπορτάζ τους.

 Θεωρείς ότι η ιστορική μνήμη μπορεί να είναι αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα κατά του νεοναζισμού και της Χρυσής Αυγής; Το ρωτάω αυτό γιατί υπάρχει και η άποψη ότι το βάρος πρέπει να πέσει στο σήμερα, στην εγκληματική της δράση κλπ.

Υπάρχει μια ιστορική συνέχεια, την οποία είναι απαραίτητο να υπογραμμίζουμε, αντιμετωπίζοντας την Χρυσή Αυγή: ότι πρόκειται για πολιτικούς απόγονους των ταγματασφαλιτών. Η ταινία είναι «ένα ντοκιμαντέρ μέσα στο ντοκιμαντέρ». Πήγα σε ένα λύκειο στο Δίστομο και τους πρόβαλα ένα ντοκιμαντέρ για τις ναζιστικές θηριωδίες στα Καλάβρυτα, στον Χορτιάτη, στο Άουσβιτς. Ύστερα κατέγραψα τη συζήτηση με τους μαθητές, που ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Συνέχεια ανάγνωσης

H ρεμπέτισσα Αγγέλα Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες

Standard

Τα χαΐρια μας εδώ. Ονείρατα της άκαυτης και της καμένης Σμύρνης (εκδ. Επτάλοφος-Ταμείον Θράκης, 2003) είναι μια καταγραφή της προφορικής μαρτυρίας της Αγγέλας Παπάζογλου, από τον γιο της Γεώργιο Παπάζογλου: για τη Σμύρνη, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τη μετέπειτα ζωή της στην Κοκκινιά. Δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα αποσπάσματα, στα οποία η Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες (μας τα υπέδειξε η φίλη Ελένη Καρασαββίδου), καθώς ο γνήσιος λαϊκός της λόγος είναι, αρκετές φορές, πιο εύγλωττος από πολλές σελίδες αρθρογραφίας.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

της Αγγέλας Παπάζογλου

 

Ταγματασφαλίτες στον Κάλαμο της Αττικής

Ο αρχηγός τους –ηλέγανε– επί Γερμανών ήτανε ο Ράλλης. Έτσι έλεγε ο λαός… Αυτός τα είχε όλα σοφιστεί. Δικά του ήτανε τα τάγματα ασφαλείας — γερμανοτσολιάδες που τσι λέγανε.

«Κουκουέδες», λέει, «σκοτώνουνε. Τι κάνετ’ έτσι; Δε σκοτώνουνε Έλληνες. Καλά τους κάνουνε… Θέλετε να σας γκρεμίσουνε τσ’ εκκλησιές; Να σας πάρουνε τα κορίτσια; Για το καλό μας τσι σκοτώνουνε… για νάχουμε πατρίδα κι οικογένεια και θρησκεία… γι’ αυτό τσι σκοτώνουνε… για το καλό σας». Αν σου πω, βρε Γιώργο, ποιοι τα λέγανε αυτά στη γειτονιά δε θα το πιστέψεις.

Στη Σμύρνη αυτό οι Τούρκοι το λέγανε «γιοκλαμά», που ζώνανε μια περιφέρεια και στη γωνιά στεκούντανε ένας με τ’ αυτόματο κι απαγορευούντανε να βγεις έξω από την πόρτα σου, να μη βγεις έξω, να ’μπουνε να ψάξουνε ένα ένα σπίτι… Τότε κατάλαβα πως γερμανικό θα ’ναι το κόλπο αυτό. Ας το λέγανε οι Τούρκοι «γιοκλαμά».

Ζώνανε το μέρος τη νύχτα… Άκου ρεζίληδες… ολόκληρος γερμανικός στρατός ε; Να ζώνει γυναικόπαιδα και άοπλους, πεινασμένους, μισοπεθαμένους, ύστερα από τόση πείνα και μαρτύρια και σκλαβιά. Κι αμολούσανε μες στο μπλόκο τα λυσσασμένα τα σκυλιά, αυτοί τσι μαύροι τσι προδότες και τσι τσολιάδες του Ράλλη, και ηκάναμε τα πιο μεγάλα αίσχη και εγκλήματα τσ’ οικουμένης.

Και σηκωνούμαστε, μάτια μου, ένα πρωί κι ήμαστε κι εμείς μπλοκαρισμένοι. Δηλαδή τόπιαμε μέχρι τον πάτο όλο το δηλητήριο της σκλαβιάς. Τι δηλητήριο… Ήπιαμε αναμμένα κάρβουνα. Μασήσαμε την ίδια την φωτιά… την κατάπιαμε. Συνέχεια ανάγνωσης

Εθνικές επέτειοι και γεγονότα διαμαρτυρίας: ένα καινοφανές πρόβλημα;

Standard

του Παναγιώτη Στάθη

Από την παρέλαση στην Πάτρα, 25.3.2012

Οι πολλαπλές και πολύμορφες διαμαρτυρίες και εντάσεις στις τελευταίες εθνικές επετείους οδήγησαν σε ζωηρές συζητήσεις στα ΜΜΕ που κατέληγαν στην πλειονότητά τους σε σφοδρή αποδοκιμασία και καταδίκη των γεγονότων. Τι είναι αυτό που κάνει τα συγκεκριμένα γεγονότα διαμαρτυρίας να θεωρούνται ξεχωριστά και να επικρίνονται σε βαθμό ακόμη και αμφισβήτησης του δικαιώματος διαμαρτυρίας κατά τις ημέρες των εθνικών γιορτών;

Ο συμβολικός χαρακτήρας των επετείων

Κεντρική εκδήλωση των εθνικών επετείων είναι η σε στρατιωτικούς σχηματισμούς παρέλαση μαθητών, στρατού και σωμάτων ασφαλείας, συλλόγων και σωματείων ενώπιον εκπροσώπων των κεντρικών ή περιφερειακών αρχών και παρουσία θεατών από ευρύτερα μεσαία και λαϊκά στρώματα. Στη δομή αυτού του θεάματος είναι εγκατεστημένη μια τριμερής ιεραρχημένη σχέση με ισχυρή συμβολική σημασία: κεντρική εξουσία-συντεταγμένες εθνικές δυνάμεις-λαός. Οι παρελαύνοντες δηλαδή συμβολίζουν το, οιονεί ή πράγματι, στρατιωτικά οργανωμένο τμήμα του έθνους που, σήμερα ή στο μέλλον, έχει αποστολή την προάσπιση των αξιών που διέπουν την ελληνική κοινωνία και αρθρώνονται στο γεγονός της επετείου όπως αυτό εκάστοτε νοηματοδοτείται από την κυρίαρχη ιδεολογία. Η ιδεολογία αυτή νομιμοποιεί και στηρίζει την πολιτική εξουσία, της οποίας ο συσχετισμός δύναμης αντιπροσωπεύεται στην εξέδρα των επισήμων. Μάλιστα, σε μια ιεραρχικά δομημένη εξέδρα στην οποία ο πρόεδρος της δημοκρατίας στέκεται ξεχωριστά και ακολουθούν εκατέρωθεν και πίσω του οι υπόλοιποι εκπρόσωποι των φορέων εξουσίας. Το συντεταγμένο σώμα του έθνους παρελαύνοντας έμπροσθεν των εκπροσώπων της εξουσίας στρέφει την κεφαλή προς αυτούς σε μια συμβολική κίνηση νομιμοποίησης της δομής εξουσίας. Η παρουσία του λαού ως θεάμονος κοινού που χειροκροτεί παρέχει λαϊκή αποδοχή και νομιμοποίηση της εν λόγω ιεραρχημένης δομής και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος. Συνιστά, άλλωστε, μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο λαός έρχεται σε άμεση επαφή με εκπροσώπους της κεντρικής εξουσίας, ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία χρόνια οπότε οι προεκλογικές συγκεντρώσεις έχουν υποκατασταθεί από τηλεοπτικές συζητήσεις. Επιπλέον στις παρελάσεις αποτυπώνονται πολλαπλώς κυρίαρχες εκδοχές της δημόσιας ιστορίας: ενσωματώνονται νοερές ιστορικές γενεαλογίες (π.χ. παρελαύνουν ανάπηροι πολέμου, απόγονοι των Μακεδονομάχων, τμήματα ευζώνων, σύλλογοι με παραδοσιακές ενδυμασίες κλπ.), συχνά ένας εκφωνητής διανθίζει την περιγραφή της παρέλασης με αφηγήσεις των ιστορικών γεγονότων των τιμώμενων επετείων και συνδέσεις του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, ενώ στο τέλος της παρέλασης οι επίσημοι κάνουν δηλώσεις εκθέτοντας την εκδοχή τους για το μήνυμα της επετείου. Συνακόλουθα, οι επετειακές εκδηλώσεις συνιστούν τόπους συνάντησης της ιστορικής μνήμης και της επικαιρότητας, και συνακόλουθα τόπους όπου το ιστορικό παρελθόν φιλτράρεται από τη συγκυρία. Καθώς, λοιπόν, οι επέτειοι αποτελούν δημόσια γεγονότα με σημαντική εμβέλεια, η δημόσια ιστορία που ενσαρκώνεται σε αυτές αποκτά αντίστοιχη σημασία.

Επομένως, οι παρελάσεις συνιστούν συμβολικές τελετές συναίνεσης ή και νομιμοποίησης των πολιτικών ελίτ και συνακόλουθα του πολιτικού συστήματος, της κυρίαρχης ιδεολογίας και της δημόσιας ιστορίας. Από αυτή την άποψη, οι εθνικές επέτειοι αποτελούν επινοημένες παραδόσεις, σύμφωνα με την ανάλυση του Έρικ Χομπσμπάουμ,[1] και αποκτούν ισχύ εθνικού συμβόλου, του οποίου η προσβολή προσλαμβάνεται ως βαρύ αμάρτημα που στρέφεται ενάντια στην εθνική ιστορία.

Οι επέτειοι ως ευκαιρία πολιτικής διαμαρτυρίας

Πράγματι, σε περιόδους ομαλής πολιτικής κατάστασης διαμορφώνονται βαθμιαία συναινετικές προσλήψεις των ιστορικών γεγονότων που τιμώνται στις επετείους και των τρόπων εορτασμού τους. Σε περιόδους όμως πολιτικής κρίσης είναι δυνατόν οι συναινέσεις να διαρρηγνύονται. Τότε κοινωνικές ομάδες ή πολιτικές συλλογικότητες αντιπαρατίθενται στο πολιτικό σύστημα, ή έστω σε ορισμένες πλευρές του, εκφράζοντας μια αντίπαλη ιδεολογία που περιλαμβάνει επίσης μια διαφορετική εκδοχή ιστορίας, η οποία συχνά εκβάλλει σε δημόσιες τελετές όπως οι εθνικοί επέτειοι, παίρνοντας τη μορφή είτε γεγονότων διαμαρτυρίας είτε εναλλακτικών και αντίπαλων τελετών εορτασμού.

Στο παρελθόν δεν είναι λίγα τέτοια παραδείγματα. Μεταξύ 1838 (που θεσπίστηκε η επέτειος της 25ης Μαρτίου) και 1843 (κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη που επέβαλε σύνταγμα) αντιοθωνικοί κύκλοι οργάνωσαν εναλλακτικούς εορτασμούς που τόνιζαν το φιλελεύθερο χαρακτήρα του Εικοσιένα έναντι του απολυταρχικού καθεστώτος του Όθωνα.[2] Το 1875 ιδιωτικοί σύλλογοι διοργάνωσαν εορτασμούς της 25ης Μαρτίου στους οποίες συνέδεαν την επανάσταση με το κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη καταγγέλλοντας έτσι την ανώμαλη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος της εποχής. Παράλληλα ο λαός παρακολούθησε τη βασιλική πομπή και τη στρατιωτική παρέλαση ψυχρά, χωρίς ζητωκραυγές και επευφημίες.[3]Στην επέτειο του 1936 φοιτητές φώναξαν αντιφασιστικά συνθήματα συνδέοντας την πράξη τους με τον φιλελεύθερο αγώνα του Εικοσιένα.[4] Στις πρώτες μεταπολεμικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου, το 1944-1945, το ΕΑΜ, το μπλοκ Κέντρου-Δεξιάς και η Ακροδεξιά αντιπαρατίθενται τόσο στους τρόπους εορτασμού όσο και στην ιστορική ερμηνεία της επετείου. Οι εαμικές δυνάμεις προβαίνουν σε διαδηλώσεις, ενώ οι αντίπαλοι πριμοδοτούν το στρατιωτικό χαρακτήρα της παρέλασης. Η Αριστερά, με σύνθημα λαοκρατία, τονίζει την αντιφασιστική διάσταση του πολέμου. Τα αστικά κόμματα δίνουν έμφαση στον πανεθνικό χαρακτήρα του πολέμου αποφεύγοντας πολιτικές συνδηλώσεις. Η ακροδεξιά υπογραμμίζει το «Όχι» των Μεταξά και βασιλιά Γεωργίου στην προοπτική της επιστροφής του τελευταίου. Η νοηματοδότηση της επετείου με βάση τις προτεραιότητες της συγκυρίας είναι εμφανής.[5]Στις εθνικές επετείους των ετών 1963-1966 πλήθη πολιτών φώναζαν συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας, διαμαρτυρόμενοι για την ανώμαλη πολιτική κατάσταση της περιόδου.[6] Στα 1979-1980 οι προσπάθειες αριστερών σωματείων της Εθνικής Αντίστασης να καταθέσουν στεφάνια και να συμμετέχουν στις παρελάσεις κατέληξε σε επεισόδια και συλλήψεις. Ήταν η εποχή που η Αριστερά διεκδικούσε την αναγνώριση της συμβολής της στην Εθνική Αντίσταση του 1941-1944.[7]

Οι τελευταίες εθνικές (28η Οκτωβρίου, 17η Νοέμβρη, 25η Μαρτίου) και τοπικές επέτειοι (Γιάννενα, Ρόδος), ακόμη και η θρησκευτική γιορτή των Θεοφανείων χρωματίστηκαν από μια ευρεία γκάμα εκδηλώσεων διαμαρτυρίας: αποδοκιμασίες των πολιτικών, διαδηλώσεις – αντι-παρελάσεις, στροφή της κεφαλής στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή των επισήμων, παρέλαση τμημάτων με μαύρα μαντίλια, παρεμπόδιση της παρέλασης μέχρι να αποχωρήσουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι από τις εξέδρες των επισήμων, αλλά και ορισμένες βιαιότερες ενέργειες όπως μούντζες στους πολιτικούς, εκτόξευση γιαουρτιών, επιθέσεις στις αστυνομικές δυνάμεις όταν εμπόδιζαν ομάδες διαδηλωτών να πλησιάσουν τους επισήμους, μέχρι και μεμονωμένες ατομικές επιθέσεις σε πολιτικούς. Η αντίδραση των αρχών ήταν επίσης ποικίλη: αύξηση των αστυνομικών δυνάμεων επιτήρησης, τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων για τον περιορισμό των θεατών-διαδηλωτών, απόσυρση των εξεδρών των επισήμων για να μην ξεχωρίζουν οι πολιτικοί από το πλήθος, αποφυγή των πολιτικών να εμφανιστούν στις παρελάσεις, ματαίωση της παρέλασης μπροστά στον όγκο των διαμαρτυρομένων.

Την 25ης Μαρτίου η αστυνομία προχώρησε ακόμη και σε προληπτικές προσαγωγές και κράτηση πολιτών  στα αστυνομικά τμήματα στη διάρκεια της παρέλασης, μέτρο που σαφώς παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα εφόσον η προσαγωγή διενεργήθηκε σε πολίτες που δεν έδωσαν αφορμή. Στην κεντρική τελετή της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη αποχώρησε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και ματαιώθηκε η στρατιωτική παρέλαση. Η αντίστοιχη παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά με μόνους θεατές τους επισήμους και την αστυνομία εφόσον οι πολίτες απαγορεύτηκε πλησιάσουν στο Σύνταγμα, ακυρώνοντας ουσιαστικά το δημόσιο χαρακτήρα της τελετής. Στο μέτρο δηλαδή που η παρέλαση συνιστά μια συμβολική απότιση φόρου τιμής του έθνους στους αγωνιστές του Εικοσιένα, στην πρόσφατη περίπτωση το έθνος απουσίαζε αποκλεισμένο από εκείνες τις δυνάμεις που είναι ταγμένες να το προστατεύουν. Συνέχεια ανάγνωσης

Θόδωρος Αγγελόπουλος: Ένας ποιητής της ιστορίας

Standard

του Αντώνη Λιάκου

Φωτογραφία του Γιόζεφ Κούντελκα, από το άλμπουμ «Περιπλανήσεις. Ακολουθώντας το βλέμμα του Οδυσσέα» (από τα γυρίσματα της ταινίας του Θ. Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα»)

Σκέπτομαι τώρα, με τον ξαφνικό θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου,  πως αν θα του ταίριαζε ένας ορισμός, αυτός θα ήταν  «ποιητής της ιστορίας». Έγραψε ποίηση της ιστορίας με εικόνες, και τις εικόνες αυτές μέσω του κινηματογράφου τις κάρφωσε στα μυαλά μας. Η επιρροή του στον τρόπο που διαμορφώθηκε η ιστορική κουλτούρα των Νεοελλήνων της μεταπολίτευσης, ανάμεσα στο έθνος και στην Αριστερά, είναι αποφασιστική. Αλλά τι είδους ιστορία εποίησε ο Αγγελόπουλος; Όχι την ιστορία όπως την έγραφαν οι συγκαιρινοί του ιστορικοί, αλλά μια προφητική ιστορία. Έναν τύπο ιστορίας που επέζησε της προφητείας, συνοδεύοντας τις μεταμορφώσεις της σε επαναστατικό λόγο.

Αλλά ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στα  δυο μοντέλα χρόνου που συνεπάγεται η ιστορική και η προφητική αντίληψη της ιστορίας;  Η πρώτη οργανώνει τα γεγονότα του παρελθόντος σε μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος.  Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Γενιά των φύλλων των ανθρώπων η γενιά

Standard

 αναδημοσίευση από την «Καθημερινή», 25.9.2011

 του Παντελή Μπουκάλα

Σκίτσο του Ηλία Μακρή, για τον χαμό του Σπύρου Μπουκάλα («Η Καθημερινή» 17.8.2011)

Είναι φορές στη ζωή των ανθρώπων που οι λέξεις τούς φαίνονται ανούσιες κι ανόητες· τιποτένιες και προδοτικές. Ακόμα και η ίδια η πράξη της σκέψης τούς μοιάζει τότε απαράδεκτη, γιατί, έστω κι αν έχουν πειστεί από το πολύ φαρμάκι να αντιστρέψουν τον Σεφέρη και να πουν πως «είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε», κρίνουν απαράδεκτο τον ίδιο τον πόνο που τους τσάκισε· δεν τον υπολογίζουν σαν όλους τους υπόλοιπους, τους «συνήθεις», που, ακολουθώντας ακόμα κι αθέλητά τους μια μυριόχρονη επιβιωτική πρακτική τόσο καλά αφομοιωμένη που να μην είναι καν αισθητή η ύπαρξή της, τους χρησιμοποιούν για ν’ αντέξουν, για να ενισχύσουν το φρόνημά τους, ίσως και για να μεταπλάσουν σε κάποιας μορφής τέχνη τον σπαραγμό τους. Είναι φορές λοιπόν που πρέπει να πολεμήσεις με την απέχθεια για τις λέξεις, με την άρνηση της ίδιας της υπόστασής τους, με το μίσος για όσα λένε και για όσα αδυνατούν να συλλάβουν και να αποδώσουν. Είναι τότε που το ουρλιαχτό φαντάζει νοηματικά πλουσιότερο και κυριολεκτικότερο από οποιαδήποτε παρηγορητική φιλοσοφία· τότε που οποιαδήποτε προσπάθεια να συνταχθούν τα ασύντακτα και να ειπωθούν τα μη φωνητά, μοιάζει αδάπανο φιλολόγημα και ανεπίτρεπτη ωραιολογία. Πώς τάχα αποκτάς γνώση και γνώμη για τα πυρωμένα κάρβουνα όταν τα πιάνεις με ψυχρές λαβίδες και με πυρίμαχα γάντια…

Γυρνάει ο καθείς από τον άναυδο πόνο ή από τον τρόπο του ουρλιαχτού στον συνταγμένο κόσμο παίρνοντας τον δικό του βασανιστικό δρόμο, το δικό του μονοπατάκι — και, το ξέρουμε, δεν γυρνάνε όλοι οι ναυαγισμένοι· η λερναία πίκρα μπορεί να σε καταπιεί, να θρυμματίσει μονομιάς όσους θώρακες πίστεψες πως απέκτησες με καιρό και με κόπο. Ο δικός μου δρόμος, εδώ, τώρα, για να γυρίσω από τον τρόπο της παγωμένης αλαλίας ή της κραυγής στον κόσμο της γραφής, και μάλιστα της δημόσιας γραφής, είναι ο κόσμος της ανάγνωσης. Να διαβάσω, όχι για να διαβώ σε κάποιο ψύχραιμο «απέναντι», αλλά για να κατέβω βαθύτερα στο «εκεί»: εκεί όπου ο χρόνος ρουφιέται από μια μαύρη τρύπα, κι η ψυχή μαζί του, και ο μοναδικός τρόπoς διαφυγής είναι το «αν», ειπωμένο είτε με τον τρόπο του Ελύτη μετατονισμένο και προσαρμοσμένο στη δεινή ανάγκη, «Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…», είτε με τον τρόπο του ριζίτικου τραγουδιού για έναν άγουρο που νιότη δεν εχάρη γιατί τον πρόλαβε ο «σκληροκάρδης» με την μπαμπεσιά που δίκαια του αποδίδει η δημοτική μας ποίηση: «Χριστέ, και να ’τον παρεμπρός, και να ’τον παραπίσω». Αυτό το ψυχοφάγο «αν», ή το «μακάρι», απευθυνόμενο σε θεότητες άφαντες ή αδιάφορες, τσακίζει και κόκαλα που πίστεψαν αναίτια πως ανήκουν στα γερά· μια τριχούλα χρόνου, μια τριχούλα που κόβει βιαιότατα κι απότομα τον χρόνο στα δύο, στον ενεστώτα και στον αδυσώπητο αόριστο, στο εδώ και στο εκεί. Ναι. Μάλλον δεν λάθεψαν οι γνωστικοί αρχαίοι που μια από τις μυθολογικές τους αφηγήσεις για τη χαμένη αθανασία τη συνάρτησαν με μια τρίχα στην κεφαλή του Πτερέλαου· εύκολο ήταν να κοπεί, εύκολο να γυρίσει ο άνθρωπος στη θνητότητά του, σε ένα «εκεί» που σε θέτει εντός χρόνου, στη μνήμη των περιλειπομένων, πλην εκτός κόσμου. Συνέχεια ανάγνωσης

Lutto (Πένθος)

Standard

του Παύλου Κρέμου

Γνωρίζουμε τον Παύλο Κρέμο με πολλές ιδιότητες: καλό φίλο και σύντροφο, παθιασμένο συζητητή, αγωνιστή δοσμένο ψυχή τε και σώματι στην υπόθεση της ανανεωτικής Αριστεράς, ιδρυτή του Χώρου Τέχνης «Εύμαρος» (που εδώ και λίγους μήνες επαναλειτουργεί, διανύοντας μια δεύτερη άνοιξη). Με τη συλλογή διηγημάτων Fin de siècle όμως, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, ανακαλύψαμε ένα ακόμα χάρισμά του: του διηγηματογράφου. Τα έντεκα κείμενα του τόμου, αυτοβιογραφικά ως επί το πολύ, ξεκινούν από την Κατοχή και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με τα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα και της Ιταλίας να κυριαρχούν. Και πιστεύω ότι αυτό που τα κάνει ξεχωριστά –πέρα από τις αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα, που ξέρει να γράφει (όπως και να λέει) ωραία τις ιστορίες του–, είναι το πάθος που περικλείουν, ένα πάθος για τη ζωή, την πολιτική, την Αριστερά, τους ανθρώπους, διασώζοντας στιγμές αληθινές, και γι’ αυτό τόσο δυνατές.

Από το Fin de siècle, με το οποίο εγκαινιάζονται οι εκδόσεις του Εύμαρου (υπεύθυνος: Πέτρος Κακολύρης), δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο διήγημα. Είχε πρωτοδημοσιευθεί στον Πολίτη (τχ. 150, Δεκέμβριος 2006). Τα σκίτσα του Χρήστου Πικριδά προέρχονται από τον τόμο, όπου σχολιάζουν και ζωντανεύουν, με το γνώριμο στοχαστικό και λιτό τρόπο του σκιτσογράφου, τα διηγήματα του Κρέμου.

Στρ. Μπ.

 

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

In memoriam για έναν νεκρό πενήντα δύο χρόνια μετά το θάνατό του

Αφιερώνεται στην Ειρήνη Ιωάννοβιτς,

που μου έδειξε πώς να ανασυντάσσω το παρελθόν μου

 και να ελπίζω για το μέλλον μου

Στο κέντρο της Αθήνας, Αιόλου και Αγίου Μάρκου, βρίσκεται η εκκλησία που την αποκαλούν Χρυσοσπηλιώτισσα. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι απροσδιόριστος, αποπνέει όμως μια βαθιά ιεροσύνη και ίσως λίγη θλίψη. Είτε αν κοντοσταθείς απλώς να την κοιτάξεις είτε αν, ως πιστός, θελήσεις να προσκυνήσεις είτε ακόμη κι αν προσπεράσεις, απλός διαβάτης που τρέχει στις δουλειές του, δεν μπορεί, κάτι μέσα στην ψυχή σου θα σκιρτήσει. Το παραδέχονται αυτό όλοι οι Αθηναίοι που ρώτησα.

Ο γύρω τόπος είναι άχρονος. Αναλλοίωτος, παρά τις ωραιοποιήσεις που επιδιώκει στο οδόστρωμα η εκάστοτε δημοτική αρχή. Γιατί είναι τόπος μνήμης και συγκέντρωσης ανθρώπων αενάως, πολύ πριν από το 1836, όταν ο καλός αρχιτέκτονας Κλεάνθης φρόντισε για την ανοικοδόμηση του ναού, έως το 1944, οπότε λαμβάνει χώρα η μικρή μας ιστορία. Έως και σήμερα, που τα βήματά μου μ’ έφεραν εδώ όπου στάθηκα για να ξαποστάσω και να συλλογιστώ, μήπως βοηθηθώ και τακτοποιήσω τις δικές μου αναμνήσεις, απόγονος εγώ μιας οικογένειας που κατά τον Πόλεμο κατοικούσε πολύ κοντά, επί της οδού Αιόλου.

Πίσω στον Δεκέμβρη του ’44, λοιπόν. Από την Πεντέλη έχει κατεβάσει παγετό, τα μαγκάλια όμως είναι ακόμα παροπλισμένα και τα σώματα ταλαιπωρημένα, χορτάτος δεν είναι κανείς, η φυματίωση καραδοκεί πανταχού παρούσα κι αρχίζει να χασκογελά μαζί με το βορινό αγέρι, το παρελθόν πονάει και το μέλλον διαρκεί πολύ. Όμως, αν και όλα είναι τόσο εύθραυστα, υπάρχει ελπίδα. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου υπόσχεται ένα καλύτερο αύριο για όλους, η τεράστια εαμική παράταξη που με αντιφάσεις και αντιθέσεις παλεύει να διασφαλίσει τις κατακτήσεις του λαού μετέχει στην κυβέρνηση. Νικητές του πολέμου που τελειώνει είμαστε, άλλωστε. Εαμίτες και Σύμμαχοι. Δημοκράτες, κομμουνιστές, ακόμη και φιλοβασιλικοί.

Μπορούμε να συνυπάρξουμε. Πριν από λίγες μέρες η Αθήνα γιόρτασε την Απελευθέρωση.

Σκίτσο του Χρήστου Πικριδά

Είμαστε στην αρχή των «Δεκεμβριανών», όπως μάθαμε να τα λέμε μετά, κάποιου μήνα που μάλλον θα ’πρεπε να σβηστεί από τη συγκεκριμένη χρονιά, έτσι ηχούσε ο λόγος των μεγαλύτερων στ’ αυτιά της δικής μου παιδικής ηλικίας, δεκαπέντε με είκοσι χρόνια αρ­γότερα. Ήταν ο μήνας «που άρχισαν τα κομμουνιστοσυμμοριτικά εγκλήματα», όπως μας νουθετούσε ο θεολόγος και φανατικός Ζωίτης Βάρτσος στα Θρησκευτικά. Εποχή μεγάλης συμφοράς και διχασμού, για την οποία καλύτερα να μην ομιλούμε, μας προέτρεπαν οι συντηρητικοί κεντρώοι, αλλά τελείως σκοτεινή και ακατανόητη εποχή για εμάς, παιδιά αριστερών μαχητών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που ενώ οφείλαμε να είμαστε περήφανοι για τους γονείς μας και να χαιρόμαστε που η Ελλάδα μας είχε λευτερωθεί από τη ναζιστική Κατοχή, με μεγάλη αντιθέτως σπουδή αυτοί μας επέβαλλαν το νόμο της σιωπής εξοβελίζοντας τον Δεκέμβρη στον απαγορευμένο κόσμο της λήθης. Θες από το φόβο του μετεμφυλιακού μακελειού και των διώξεων που επέβαλλαν οι νικητές για τουλάχιστον μία τριακονταετία, θες από αμηχανία για το ότι τελικώς δεν έγινε δυνατόν η παράταξή μας να υπάρξει ειρηνικά στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Κάτι μπερδεμένα ακούγαμε μόνον για τον Δεκέμβρη. Κάτι που στην καλύτερη περίπτωση, μέσω διφορούμενων σημασιοδοτήσεων και αυτοσαρκασμού, να μας κινούσε αργότερα την περιέργεια: Μαθαίναμε το τραγουδάκι «Μας πήραν την Αθήνα… νανούμ νανούμ νανούμ, μονάχα για ένα μήνα…». Οι Εγγλέζοι την πήραν!; Μα γιατί; Οι Εγγλέζοι ήταν δικοί μας σύμμαχοι. Ακούγαμε ότι κάποιος Σκόμπυ, Άγγλος σύμμαχος κι αυτός, όχι ναζιφασίστας, δηλαδή από τους «καλούς», σαν τον Τζων Γουέην και το καστ του, που τους θαυμάζαμε στον κινηματογράφο του ’6ο στη «Μεγαλύτερη μέρα του πολέμου» να εφορμούν στις ακτές της Νορμανδίας και με καπνισμένα πρόσωπα να φέρνουν από τη Δύση, μαζί με τον αέρα της νίκης επί του φασισμού, το όνειρο μιας δημοκρατικής εποχής ευημερίας και πανανθρώπινης ευτυχίας. Αυτός ο Σκόμπυ όμως που έκανε απόβαση στον Πειραιά… Κύριε ελέησον! Δεν κόμισε γλαύ­κας παρά «ήρθε με αεροπλάνα και ρουκετοβόλα, μέσα στην Αθήνα να τα κάψει όλα… μόνο το Κολωνάκι να το αφήσει, γιατί το βράδυ εκεί θα κατουρήσει…», όπως έλεγε το σατιρικό τραγουδάκι σε ρυθμό φοξ-τροτ. Και επίσης ακούγαμε, αλλά βλέπαμε και με τα ίδια μας τα μάτια, ότι όχι οι ήρωες μα οι συνεργάτες των Γερμανών και οι δωσίλογοι, αυτοαποκαλούμενοι έκτοτε εθνικόφρονες, είχαν το πάνω χέρι, γι’ αυτό μόκο… Ηθικώς ο Εφιάλτης μπορεί να είναι καταδικασμένος στις συνειδήσεις μας, αδιαλείπτως από την Αρχαιότητα, αλλά καλού κακού ας μην θεωρηθεί ότι κάτι υπονοείται για συγχρόνους μας.

Χρειάστηκε να περάσει μισός αιώνας για ν’ ανοίξουν οι ιστορικοί το κουτί της Πανδώρας και ν’ αρχίσει δειλά δειλά «ο Δεκέμβρης» να αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι «Ψηφίδες» του Δημήτρη Σκουλίδη

Standard

Οι Ψηφίδες του Δημήτρη Σκουλίδη, κρύβουν, στη μικρή και απέριττη φόρμα τους, έναν μεγάλο πλούτο. Πλούτο συναισθηματικό, γλωσσικό, αναμνήσεων, μα κυρίως πλούτο ανθρώπινο. Λιτές, ουσιαστικές και καίριες, όπως και ο δημιουργός τους. Όσοι ξέρουν, έστω και λίγο, αυτόν τον σπουδαίο και ευγενή  άνθρωπο της Αριστεράς δεν θα ξαφνιαστούν· οι υπόλοιποι θα τον ανακαλύψουν μέσα από τις σελίδες των Ψηφίδων. Οι Ψηφίδες («ανεπίδοτες επιστολές» σε φίλους, παρακαλεί να θεωρηθούν ο συγγραφέας), που κυκλοφορούν τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εξάντας, αφιερωμένες στη μνήμη του Μανόλη Αναγνωστάκη, χωρίζονται σε εφτά ενότητες: Ερεθίσματα για συλλογισμούς, Ερανισμοί Α΄ και Β΄, Σχεδιάσματα δοκιμίων, Μαρτυρίες, Αλησμόνητοι, Ποιήματα (ούτως ειπείν). Προδημοσιεύουμε σήμερα λίγα αποσπάσματα με την προτροπή στον Δ. Σκουλίδη να μας χαρίσει και άλλα γραφτά, όπως την ιστορία της «Σερραίας», για την οποία, όπως λέει, επιμένει αδελφικός φίλος.

Στρ. Μπ.

Ψηφίδες

του Δημήτρη Σκουλίδη

ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥΣ

Αγώνες παλιοί, τελειωμένοι, νικηφόροι ή μη. Φράσεις ακυρωμένες από το Χρόνο, μη αντιπροσωπευτικές των τότε συμβάντων. Άνθρωποι θυσιασμένοι, ξεχασμένοι, άνθρωποι απλώς…

***

Λέξεις κι άλλες λέξεις, λέξεις ερημικές και ακατοίκητες…

***

Ορυμαγδός λέξεων. Δεινοπαθούν οι έννοιες

***

Θηρευτής εμπειριών. Ντιλετάντης…

***

Νεκρός με αναστολή

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ροδόπολη Σερρών

Η έκβαση του εμφύλιου πολέμου είχε ήδη κριθεί.

Όμως η διαταγή προς τους διοικητές των εγκαταστημένων σε κωμοπόλεις και χωριά ορεινών περιοχών μονάδων ζητούσε την εκκαθάριση των μετόπισθεν.

Στη Ροδόπολη Σερρών από πολύ καιρό δεν είχε μείνει ίχνος αριστερού. Άλλοι στο βουνό, άλλοι στη Μακρόνησο, άλλοι «ανανήψαντες» Μακρονησιώτες στον Γράμμο, «μαχητές» του Εθνικού Στρατού και άλλοι στη φυλακή.

Αλλά η διαταγή ήταν διαταγή και έπρεπε να υπάρξει αναφορά εκτέλεσης…

Γείτονες ανύπαρκτων αριστερών, μακρινοί συγγενείς τους, ο υπαρχηγός της γερμανόδουλης κατοχικής ΠΑΟ του Κιλκίς, ο Σοφουλικός φιλελεύθερος σταθμάρχης Εμμανουηλίδης και άλλοι πολλοί, βασανιζόμενοι με μεθόδους απερίγραπτης φρίκης (ακόμη και για την εποχή εκείνη) «ομολογούσαν» καθ’ υπαγόρευσιν βλακών, αν όχι ηλιθίων, «ανακριτών». Χαρακτηριστική περίπτωση: ο στρατιώτης Βασίλης Διπλός «ομολόγησε» ότι αμέσως το βραδινό σιωπητήριο περνούσε τα σύρματα του Στρατοπέδου, πήγαινε στη Σόφια, απ’ όπου έπαιρνε «οδηγίες και ντιρεκτίβες», στο δεν πρωινό προσκλητήριο δήλωνε παρών… Συνέχεια ανάγνωσης

Η βοή του πολέμου

Standard

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

 

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς στην πρώτη δημοτικού

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται, την Πέμπτη, από την 28η Οκτωβρίου 1940. Με την ευκαιρία αυτή, αξιοποιώντας μια ιδέα του Σπύρου Ι. Ασδραχά, ζητήσαμε από έξι εκλεκτούς φίλους των «Ενθεμάτων», παιδιά όλοι και όλες τότε, να μας πουν πώς θυμούνται την πρώτη εκείνη μέρα του πολέμου. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση. Τα κείμενά τους, τα οποία ακολουθούν, πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία, αποτελούν μαρτυρικές ψηφίδες που μας διασώζουν την αίσθηση εκείνης της μοναδικής μέρας. Μια αίσθηση που συμπυκνώνει πολλά συναισθήματα (το ξάφνιασμα, τον φόβο, την αναστάτωση, την έξαψη, τη θλίψη κ.ά.) μέσα από το φίλτρο του ανυποψίαστου παιδικού βλέμματος, όπως αναδύεται αλλά και αναπλάθεται σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά.

«Ε»

Λίγους μήνες πριν είχαμε αλλάξει σπίτι: ένας ψηλοτάβανος όροφος με ευρύχωρα δωμάτια, όπου χάνονταν τα έπιπλα και μια μεγάλη ταράτσα με ανοιχτή θέα στο Ιόνιο. Λευκάδα 1940. Η μάνα μου είχε σχεδιάσει να πάει στην Αθήνα να ξεγεννήσει το μακαρίτη αδερφό μου, το Γιώργο, γιατί με μένα είχε δύσκολη γέννα στο πατρικό της στο Αργοστόλι, αρχές Μαγιού του 1933.

Πρωί στις 28 του Οκτώβρη είχαμε βγει στην ταράτσα, όταν φάνηκαν στον ουρανό αεροπλάνα προς την Πρέβεζα. «Θα βομβαρδίσουν» λέει η μάνα μου και πριν αποσώσει το λόγο της, πάνω στο βομβ…, αρχίζει στην Πρέβεζα καταγισμός βομβών και οβίδων από τα αντιαεροπορικά. Ήταν ο πόλεμος.

Δεν θυμάμαι τη συνέχεια, θυμάμαι μόνο ακόμη ζωηρά ότι φύγαμε από την πόλη της Λευκάδας και περάσαμε απέναντι στο Ξηρόμερο, στην Περατιά, για να εγκατασταθούμε στο γονικό του πατέρα μου που το κρατούσε μόνη και χηρεμένη από καιρό η βάβω μου, από χρόνια στα μαύρα για το χαμό του δευτερότοκού της, του Γιώργου, που όπως τον παπούλη μου, τον Σπύρο, δεν γνώρισα παρά από μεγεθυμένες φωτογραφίες, περασμένες με το μολύβι. Στη σύντομη διαδρομή Λευκάδα-Πειρατιά με το μονόξυλο προσπαθούσα να διαβάσω κάτι από το «Όταν ήμουν δάσκαλος» του Κονδυλάκη.

Η αναθύμηση υποδεικνύει τα κενά της μνήμης, κυριολεκτικότερα ό,τι τότε δεν έκανε εντύπωση. Εκ των υστέρων θυμάμαι μια από τις συνέπειες του πολέμου και της φυγής που είχε προκαλέσει: την πλησμονή ανθρώπων σε στενό στεγασμένο χώρο, το «ανθρωπομάνι» του σπιτιού. Το δικό μας σπίτι δεν ήταν τεράστιο: μαζί με το «αβέρτο» τέσσερα δωμάτια στο ανώι και δυο στο κατώι, ο ένας χώρος αποθηκευτικός κι ο άλλος κατοικήσιμος με πατημένη γη αντί για πλακόστρωτο ή σανιδένιο πάτωμα. Σ’ αυτούς τους πέντε χώρους στεγαστήκαμε δεκατέσσερα άτομα, τα δύο νήπια, τα έξη πρωτοξάδερφα. Αναλογίζομαι ότι πολύ πριν από τον πόλεμο στους ίδιους χώρους είχε στεγαστεί μια εφταμελής οικογένεια, η παπουδική μου — ίσως και κανένας σέμπρος, πιθανόν με τη φαμίλια του. Η φαμίλια του σπιτιού σκόρπισε με τους γάμους· ο πόλεμος τη συνένωσε μερικώς, αλλά εγώ είχα συνηθίσει σε μικρή φαμίλια, πατέρας, μάνα κι εγώ κι ένα ακόμη πρόσωπο.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Αι ημέτεραι δυνάμεις…»

Standard

του Βασίλη Κρεμμυδά

 

Εκείνο το πρωινό ήμουν πέντε ετών και 32 ημερών· δηλαδή, δεν πήγαινα ακόμη σχολείο. Στο σπίτι έβλεπα τον πατέρα μου να ετοιμάζεται να «φύγει» — πού θα πήγαινε άραγε; θα το μάθαινα αργότερα την ίδια εκείνη πρώτη ημέρα του «γεγονότος». Για την ώρα άκουγα τις καμπάνες να χτυπούν σάμπως κάπου να έπιασε πυρκαγιά και να τρέξουν, ήξερα, οι μεγάλοι με τα μπουγέλα να τη σβήσουν. Ραδιόφωνο στο σπίτι δεν είχαμε· στη γειτονιά όμως όσα υπήρχαν πρόσεξα –και το θυμάμαι– να ακούγονται πολύ δυνατά.

Ακολούθησα τον πατέρα μου ως το τραίνο. Καθοδόν  άκουσα καθαρά από ένα ραδιόφωνο: «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» και μετά εμβατήρια. Θυμάμαι άραγε τη φράση; όχι ακριβώς! σιγά μην καταλάβαινα τι εννοούσαν, σιγά μην καταλάβαινα από καθαρεύουσα. Θυμάμαι ήχους, τόνους· μπόρεσα έτσι να κάνω την «ανασύσταση» του ακούσματος αργότερα που καταλάβαινα.

Στο σταθμό κόσμος πολύς· άντρες που έφευγαν και γυναίκες που έκλαιγαν. Εκεί, θυμάμαι, άκουσα κι άλλη μια «άγνωστη λέξη»· πόλεμος — πώς καταλαβαίνω σ’ αυτήν την ηλικία μου, τότε, τι σημαίνουν όλ’ αυτά; Άκουσα και το όνομα Μεταξάς· το έπιασα αμέσως αυτό γιατί το είχα ξανακούσει — κανένα χρόνο πριν, λιγότερο-περισσότερο, είχε έρθει στο μέρος μου και με είχε πάει ο πατέρας μου να τον δούμε.

Το τραίνο σφύριξε κι έφυγε — κρέμονταν κι απέξω επιβάτες. Πήγα προς την πλατεία με γειτονόπουλά μου. Ακούγαμε: «ο Γιάννης πήγε στον πόλεμο», «ο Μήτσος πήγε στον πόλεμο», «αχ, Γιώργαινά μου, πήγε ο έρμος στον πόλεμο, τι να κάνει;». Μου έμεινε· «πήγε στον πόλεμο». Πήγαινες τότε στον πόλεμο. Τελευταία, ο πόλεμος καλοσύνεψε και δε μας κουράζει να πηγαίνουμε, έρχεται εκείνος κατακέφαλα!

Αγριεμένος ήταν ο κόσμος. Αχ και βαχ. Είχαν μείνει πίσω γυναικόπαιδα, απροστάτευτα, και ηλικιωμένοι. «Δόσμου ένα δίφραγκο, παππού, να πάρω κάστανα», λέω στο γερο-Βασίλη τον Κρεμμυδά λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου. «Τράβ’ από δω ρε, πήγανε στον πόλεμο οι καστανάδες!» Ντράπηκα κιόλας· γιατί να μην είχα σκεφτεί ότι κι εκείνοι θα πήγαν!

 


28η Οκτωβρίου 1940

Standard


της Μαρίας Ηλιού

 

Οι γονείς της Μαρίας Ηλιού, Γιώργιος και Μαρία Παπαγιάννη, 28.10.1940

Τον Οκτώβρη του 1940, μπήκα, με μια μέρα διαφορά, στη δευτέρα Δημοτικού και στα εφτά μου χρόνια.

Εκείνο το πρωί δεν είχα πάει ακόμα σχολείο. Ακούγοντας αλαλαγμούς, φασαρία, τραγούδια, ζητωκραυγές, έτρεξα στο παράθυρο: γεμάτος ο δρόμος μας από παιδιά του Γυμνασίου. Ο μαθητόκοσμος κύλαγε από τις ανοιχτές πόρτες της αυλής του σχολείου, ενός επιβλητικού κτιρίου (είναι το σημερινό δημαρχείο της Βέροιας), που αντικρίζαμε κοιτάζοντας από το παράθυρο της κάμαράς μου. Μαθητικά κασκέτα πετιούνταν στον αέρα, ίσως να χτυπούσαν και οι καμπάνες. Κάτι πολύ σοβαρό, σίγουρα, συνέβαινε.

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα του καθιστικού και μπήκε αναπάντεχα ο μπαμπάς που έφευγε πάντα νωρίς για το Σύνταγμά του και γύριζε, με ακρίβεια χρονόμετρου, την ώρα που είχε στρωθεί το μεσημεριανό τραπέζι. Η μαμά, στο σπίτι, κλαμένη. Κοιτάχτηκαν αμίλητοι και εξαφανίστηκαν σε ένα από τα δωμάτια.

Ο ξάδερφός μου ο Νάσος, δύο χρόνια μεγαλύτερός μου, που είχε έρθει με τη μητέρα του να μείνουν για λίγο μαζί μας, με τράβηξε από το χέρι: «Πάμε στον κήπο, θα σου πω». «Ο θείος Γιώργος ήρθε να πει στη μαμά σου πως έχουμε πόλεμο. Θα φύγει για το μέτωπο. Κι εμείς πρέπει να κάνουμε ακόμη περισσότερες ασκήσεις, για να είμαστε έτοιμοι, όταν έρθει η ώρα να καλέσουν και τη δική μας κλάση». Συμφώνησα. Πάντα συμφωνούσα με τον Νάσο.

Ο κτηνίατρος Γιώργος Παπαγιάννης στην εκστρατεία της Αλβανίας, Γενάρης 1941

Για τον ξάδερφό μου, τα κορίτσια ήταν δεύτερης κατηγορίας όντα, με τα οποία δεν έπαιζες παρά μόνο αν ήσουν αναγκασμένος και με τους δικούς σου όρους, όπως, απαρέγκλιτα, να πάρουν ανδρικό ψευδώνυμο. Μόλις τέθηκε το θέμα, αυτοστιγμεί άλλαξα όνομα και φύλο: Μάριος. Και ποιο το καλύτερο παιχνίδι μας; Μα, φυσικά, ο «στρατός», τον οποίο αποτελούσε ένα πλασματικό και κυμαινόμενου μεγέθους Σώμα, με χειροπιαστούς το στρατιώτη Μάριο και τον επικεφαλής αξιωματικό Νάσο. (Όταν πολύ γρήγορα ξαναβρεθήκαμε στην Αθήνα προστέθηκε και ο στρατιώτης Ιωάννης — η πεντάχρονη ξαδερφούλα μας Νανά). Οι κούκλες μου παραμερίστηκαν περιφρονητικά. Το ίδιο και τα παλιά φιγουρίνια της μαμάς, που έδιναν ευκαιρίες για χαρτοκοπτική και συλλογές από ωραίες κυρίες. Αραίωσαν και οι παρέες με τις φιλενάδες — ήταν όλες τους κορίτσια! Και δώστου στρατιωτικές ασκήσεις και έφοδοι εναντίον του εχθρού, που οχυρωνόταν πίσω από τα φυτά του κήπου ή τα έπιπλα του σαλονιού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το πρώτο θύμα του πολέμου

Standard

 

του Παναγώτη Σκούφη

 

Το Γυμνάσιο στη Μεσσήνη (Νησί). Από το βιβλίο του Παναγιώτη Σκούφη «Αναμνήσεις από το Νησί», Σύλλογος Απανταχού Νησιωτών «Ο Πάμισος»-Φιλιππότης, Αθήνα 2003

Από τον Σεπτέμβρη του 1937, που, εντεκάχρονος, μπήκα στο εξατάξιο Γυμνάσιο της Μεσσήνης –Νησί τη λέγαμε και την λέμε εμείς την Μεσσήνη– μέχρι τις 28 Οκτωβρίου 1940, το τελετουργικό ήτανε κάθε πρωί το ίδιο. Οχτώ η ώρα, στοιχημένοι κατά τάξεις, μπρος από το κτίριο του Γυμνασίου, μπροστά μας οι καθηγητές σε παράταξη και ο Γυμνασιάρχης να καλεί έναν μαθητή της ΣΤ΄ να πει την προσευχή. Ψέλναμε μετά τον Εθνικό Ύμνο, τα δύο πρώτα τετράστιχα μόνο, και μπαίναμε στις τάξεις μας. Πειθαρχούσαμε σε μια επανάληψη, σε μια ρουτίνα, ελάχιστα συμμετείχαμε στο τελετουργικά, πληκτικά επαναλαμβανόμενο για τρία χρόνια.

Εκείνο το πρωινό, παραταχτήκαμε όπως πάντα, μπρος από το Γυμνάσιο. Πρωί-πρωί οι εφημεριδοπώλες της μικρής μας πόλης έτρεχαν στις πλατείες και στις γειτονιές, με μια στοίβα εφημερίδες παραμάσκαλα και διαλαλούσαν, λες και επρόκειτο για εξαιρετικό εμπόρευμα: «Έκτακτο παράρτημα! Ο πόλεμος εκηρύχθη! Εφημερίδεεες! Έκτακτο παράρτημα!». Οι καθηγητές, σκυθρωποί κι αμίλητοι. Εμείς, αμήχανοι κι ανίκανοι να εκτιμήσουμε τι σήμαινε η κραυγή «Ο πόλεμος εκηρύχθη!». Ήτανε ένα κρύο πρωινό και στην ατμόσφαιρα και προπαντός στις καρδιές. Το τελετουργικό επαναλήφθηκε σαν ξόδι σε κηδεία.

Μπήκαμε στις αίθουσες για μάθημα. Το μάθημα δεν ξεκίνησε. Σε λίγο πέρασε ο κλητήρας και είπε: «Να βγούνε οι μαθητές στο προαύλιο, κατά τάξεις στη γραμμή, θα τους μιλήσει ο κύριος Γυμνασιάρχης».

«Το Υπουργείο διέταξε να διακοπούν τα μαθήματα σ’ όλη την Ελλάδα. Πηγαίνετε να πάρετε τα πράγματά σας και να πάτε στα σπίτια σας και στα χωριά σας», είπε εκείνος.

Αμίλητοι μπήκαμε και βγήκαμε από τις τάξεις μας και ξεκινήσαμε για τα χωριά μας. Αισθανθήκαμε ένα απόλυτο κενό. Περπατάγαμε μηχανικά. Μόλις είχαμε κλείσει την παιδική ηλικία και ένας φόβος εγκαταστάθηκε μέσα μας ότι δεν θα ζήσουμε εφηβεία, θα περάσουμε κατευθείαν στην ώριμη ανδρική ηλικία, αντικαθιστώντας τους άνδρες που φεύγανε για το μέτωπο. Τα διατάγματα της επιστράτευσης τηλεγραφήθηκαν σ’ όλη την επικράτεια και οι ηλικίες των εφέδρων που εκαλούντο επήγαιναν με κάθε μέσο στους στρατώνες.

Οι γυναίκες κλαίγανε. Μανάδες, αδερφάδες, σύζυγοι, απαρηγόρητες. Οι άνδρες τραγουδάγανε. Λες και πηγαίνανε σε πανηγύρι. Από τις σπάνιες στιγμές του ελληνικού λαού. Το 1821 και το 1940, ο λαός υψώθηκε σε ιστορικό μέγεθος αιώνων, στρατευμένος εθελοντικά σε μια ιδέα πλατιά όσο ο κόσμος και αιώνια, στην ιδέα της Ελευθερίας. Η ιδέα της Πατρίδας, η ιδέα της Ελευθερίας τον γέμισε οργή για το άδικο της απρόκλητης επίθεσης, τον όπλισε με πείσμα για αγώνα μέχρι τέλους. Και βγήκε νικητής. Και το 1821 και στον πόλεμο του 1940 και στη συνέχειά του κατά την Κατοχή ώς το 1944. Τέσσερα χρόνια, από τον Οκτώβρη του 1940 ως τον Οκτώβρη του 1944 έδινε με πείσμα και αυταπάρνηση καθημερινές μάχες και νίκησε σ’ όλες. Και τους επιτιθέμενους και τους κατακτητές.

Γύρισα στο χωριό μου. Σαράντα σπίτια, διακόσιες ψυχές. Τσοπάνηδες και γεωργοί οι χωριάτες. Ψυχοκόρες και ψυχογιοί τα παιδιά που περισσεύανε και δεν μπορούσαν οι γονείς να τα θρέψουν. Ο Κώστας του Πανάγου ήτανε χωροφύλακας στην Καλαμάτα. Εκείνες τις μέρες περάσανε χαμηλά στον ουρανό του χωριού ιταλικά βομβαρδιστικά. Βγήκε η Πανάγαινα στη σκάλα, μόλις άκουσε τον θόρυβο, ρώτησε τον παπά, που πέρναγε να πάει για τον όρθρο στην εκκλησιά: «Τι είναι και πού πάνε, δέσποτα, αυτά;». «Πάνε να βομβαρδίσουνε την Καλαμάτα», της είπε ο παπάς. «Παναγιά μου Παρθένα! Πάει το παιδί μου! Πάει ο Κώστας μου», και έπεσε ξερή στα σκαλοπάτια. Ανακοπή καρδιάς. Το πρώτο θύμα του πολέμου στο χωριό μου. Ίσως και όλης της Ελλάδας.

Να τα ξαναπώ λοιπόν

Standard

του Χριστόφορου Μηλιώνη

Αθήνα, 28 Οκτωβρίου 1940

Να τα ξαναπώ λοιπόν άλλη μια φορά:

Εμένα τέτοιες μέρες αλαφιάζεται η μνήμη μου. Μην ανησυχείτε και δεν πρόκειται να σας μιλήσω για ηρωισμούς και τα παρόμοια, για όλα εκείνα που συμπυκνώθηκαν στη φράση «Έπος της Αλβανίας» και τα συμπράγκαλά του: δοξολογίες και λογύδρια, παρελάσεις και τραγούδια της Βέμπο, που τ’ ακούνε οι νέοι στην «ΤV» ή στο ραδιόφωνο και σπεύδουν να πατήσουν το κουμπί. Κι εξάλλου τα «παιδιά της Ελλάδας» –εκείνα με τις μακριές χλαίνες, τις λασπωμένες, και τις γκέτες που σβαρνίζονταν– τέλειωσαν ένας ένας. Μάλλον με χαμηλωμένα μάτια. Κι ούτε θα σας μιλήσω για τον Μπενίτο Μουσολίνι, που έβγαινε στον εξώστη του Παλάτσο Βενέτσια και σηκώνοντας το τερατώδες πηγούνι απειλούσε: «Θα τσακίσω τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας!». Τώρα το Παλάτσο Βενέτσια το λένε RAI-UNO, RAI- DUE, RAI-TRE…. Κι ούτε για κείνο το ανεκδιήγητο έκτυπό του θα σας μιλήσω, που είπε ή δεν είπε το Όχι.

Εμένα τέτοιες μέρες ο νους μου φεύγει εκεί ψηλά στα δάση με τις βελανιδιές και τις καστανιές, με τις γραβιές και τα ντούσκα, που αυτή την εποχή αλλάζουν χρώματα. Εκεί στον Καλαμά, στον Αώο και στα Ριζά της Νεμέρτσικας, στον Κασιδιάρη, στη Μουργκάνα, στην Κακαβιά, στην Πωγωνιανή και στη Βήσσανη. Στο Καλπάκι με το Ηρώο –ο θεός να το κάνει– και τις πανάθλιες προτομές που στήθηκαν στη θέση του τσιμεντένιου αετού με την επιγραφή. Ως εδώ έφτασαν οι γενναίες λεγεώνες του Μουσολίνι.

Ως εδώ και πολύ ήταν. Ούτε βήμα παραπέρα. Βγήκαν από τα σπίτια τους οι Δολιανίτες, αντίκρυ κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πίσω από τους οβορούς.΄Ηταν σαν ένα θέατρο. Κι ύστερα άρχισαν να χειροκροτούν, να φωνάζουν και να χτυπούν τις καμπάνες.

Εδώ λοιπόν άρχισε το μεγάλο δράμα, το δεκαετές, το τριακονταετές, το πεντηκονταετές και βλέπουμε.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ό,τι δεν σβήστηκε από τη μνήμη

Standard

 

της Αικατερίνης Ασδραχά

 

Η Αικατερίνη Ασδραχά (στο κέντρο), 1940, με συμμαθήτριές της

…Η άλλη μου πρώτη θύμηση είναι από την πρώτη μέρα του πολέμου: 28 Οκτωβρίου 1940. Στη Νέα Σμύρνη, 40 Εκκλησιών 5, στο σπίτι μας, το σπίτι μου το αγαπημένο που ξανάρχεται τόσο συχνά στα όνειρά μου και που δεν υπάρχει πια. Το έκαναν πολυκατοικία, σκοτώνοντας τον τόπο της μνήμης μου. Φαίνεται πως θα τρόμαξα από τους ήχους της σειρήνας· στεκόμουν ανάμεσα στην κουζίνα και στην τραπεζαρία. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και η κοπέλα μας σκούπιζε με μια χαμηλή σκούπα. Στεκόμουν εκεί ανάμεσα και ρωτούσα (τον πατέρα μου; τη μάνα μου;) τι συμβαίνει. Το πρώτο άγγιγμα του πολέμου. Όλων αυτών που θάρχονταν ύστερα.

Το σχολείο μας, του Ξενόπουλου, στον ίδιο δρόμο με το σπίτι μας, έκλεισε και κάναμε μάθημα 3-4 παιδιά με τη δασκάλα. Είχαμε κι άλλες; Δεν θυμάμαι. Τη δικιά μας  πάντως τη λέγαν Γεωργία και έχω μια φωτογραφία της μαζί με άλλα τρία κορίτσια, εγώ με φιόγκους στις κοτσίδες, γύρω από ένα τραπέζι, όταν κάναμε μάθημα.

Μ’ αυτή την Γεωργία έπαθα την πλάκα μου. Πριν πολλά χρόνια, μια μέρα που ήμουν στο σπίτι της συμμαθήτριάς μου της Αλεξάνδρας, στο Σούνιο, ήρθε ένα νεαρό ζευγάρι φίλων και μέσα στην κουβέντα αποδείχτηκε ότι η κοπέλα ήταν εγγονή της Γεωργίας (!!). Στη  φωτογραφία η Γεωργία δείχνει τόσο γελαστή και καλή…

Στο μεταξύ ο πατέρας μου είχε φύγει, αξιωματικός της διαχειρίσεως, στη Λάρισα. Τέλειωσε ο πόλεμος και δεν ερχότανε. Η μάνα μου έκλαιγε συνέχεια· καθόταν πάνω στο ντιβάνι κι έκλαιγε, ήταν σίγουρη πως είχε σκοτωθεί.

Εμάς, εμένα και την μικρότερη αδελφή μου, μας είχε αναλάβει η αγαπημένη μου γιαγιά, που έμενε στο κάτω πάτωμα (το σπίτι μας ήταν διώροφο). Ήταν Κατοχή. Οι Γερμανοί είχαν ένα αρχηγείο τους στον επάνω δρόμο από τον δικό μας. Θυμάμαι αμυδρά κάτι συρματοπλέγματα κι έναν ουρανό σκοτεινό σα να μην έβγαινε ποτέ ο ήλιος.

Συνέχεια ανάγνωσης