Μεγαλείων οψώνια

Standard

Σημειώσεις περί δημόσιου χώρου

του Κώστα Σπαθαράκη

Όλοι αυτοί οι φρόνιμοι γέροι, οι πρόθυμοι συμβουλάτορες, οπού ονομάζονται κάπου και «κακών παρακλήτορες», […] συνηθροίζοντο συνήθως εις το μικρόν καφενείον του Σκαρτσοπούλου […]. Εκεί εύρισκαν πολλά εύκολα θύματα. […] Αν ήτον όμως κανείς πτωχός, τότε αλλοίμονό του. Του έδιδαν συμβουλάς, πολλάς συμβουλάς και νουθεσίας, πώς να είναι φιλόπονος (ο άνθρωπος συνέβαινε να μη ευρίσκη εργασίαν), πώς να είναι οικονόμος (δεν είχε τι να οικονομήση), και να μην είναι και μέθυσος (ο άνθρωπος δεν είχε πεντάραν διά να πίη ένα ποτήρι).

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Μεγαλείων οψώνια», Άπαντα (4.421)

Γιάννης Τσαρούχης, "Θεατρίνοι"

Κυκλοφορεί γύρω μας, με διάφορες εκδοχές και πρόσημα, η αντίληψη ότι τώρα που κατέρρευσε το πελατειακό κράτος, τώρα που διαλύονται με την έξωθεν πίεση οι τεμαχικές συμφωνίες με επιμέρους επαγγέλματα και κοινωνικές ομάδες, τώρα που σταματάει πια εκ των πραγμάτων η εξαγορά των συνειδήσεων και της ψήφου, έχει έρθει η ώρα των ιδεών, ότι γίνεται δηλαδή ξανά εφικτή η αμιγής ιδεολογική πάλη, που είχε νοθευτεί από τα μεμονωμένα «συμφέροντα» και είχε διαστραφεί από την παραγνώριση του γενικού καλού.

Βασικός φορέας αυτής της αντίληψης είναι βεβαίως αυτές οι ετερόκλιτες ομαδώσεις διανοουμένων κυρίως, που από τον Μάιο του 2010 προχώρησαν σε μια σειρά δημόσιες παρεμβάσεις υπέρ του μνημονίου, υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, υπέρ του Καμίνη, υπέρ του νόμου Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ, υπέρ της κυβέρνησης των αρίστων, και γενικώς υπέρ όλων των καλών πραγμάτων που εμποδίζονται από τα «συμφέροντα». Πέραν της φιλοδοξίας, βασικό κίνητρο τέτοιων παρεμβάσεων ήταν η καλόπιστη (σε βαθμό αφέλειας) αντίληψη ότι υπάρχει κοινωνικό ακροατήριο που περιμένει πολιτική καθοδήγηση από έγκριτους και σοβαρούς συνταγματολόγους, καλλιτέχνες, και πάει λέγοντας. Ήταν η αντίληψη πως, παρότι οι υλικοί όροι του δημόσιου χώρου καταστρέφονται, οι εφημερίδες φυτοζωούν, τα βιβλία πολτοποιούνται απούλητα, το ίντερνετ περνάει μια δύσκολη εφηβεία, ενώ αναγνώστες και ακροατές πνίγονται από τις βιοτικές μέριμνες, διανοίγεται πεδίο λαμπρό για τους αγνούς ιδεολόγους, που δεν ταυτίστηκαν με τα «συμφέροντα» και είναι οι αποκλειστικοί εκφραστές του γενικού καλού. Αυτή η γραφική αισιοδοξία σφράγισε εξαρχής όλες αυτές τις παρεμβάσεις και τους προσέδωσε τη χαρακτηριστική έπαρση και επιθετικότητα στο ύφος. Προβάλλεται λοιπόν η άποψη πως ο δημόσιος χώρος μπορεί κατά κάποιο τρόπο να αναγεννηθεί σήμερα, πιο καθαρός και αγνός από ό,τι υπήρξε σε όλη την επάρατο Μεταπολίτευση. Συνέχεια ανάγνωσης