Να ξανασκεφτούμε τον Άγγελο Ελεφάντη

Standard

ΠENTE ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Α. ΕΛΕΦΑΝΤΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑ

Μια συζήτηση με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά

με αφορμή την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς «Ένα κρασί για τον Άγγελο», την Τρίτη 4 Ιουνίου

επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος

Kυριάκος Κατζουράκης, «Ο αριστερός Αρχάγγελος», από τη σύνθεση «Τέμπλο», 1992-1994. Ο πίνακας κοσμεί το εξώφυλλο του τόμου «Για τον Άγγελο»,  που μόλις εξέδωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

K. Κατζουράκης, «Ο αριστερός Αρχάγγελος», από τη σύνθεση «Τέμπλο», 1992-1994.

Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν την Τετάρτη 29 Mαΐου από τον θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς  μας καλεί, μεθαύριο Τρίτη, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο, σε μια βραδιά με τίτλο «Ένα κρασί για τον Άγγελο», όπου θα συζητήσουμε για τον Άγγελο, τον Πολίτη και την πολιτική (προηγήθηκε, την Τρίτη 28.5, η εκδήλωση που οργάνωσε ο «Πουλαντζάς» μαζί με τους Φίλους του περιοδικού Ο Πολίτης στην Πάτρα, με πρωτοβουλία της Βαρβάρας Δεσποινιάδου, και ομιλητές τη Σία Αναγνωστοπούλου, τον Γιάννη Ζαρκάδη και τον Στρατή Μπουρνάζο). Την Τρίτη, «με τον τρόπο του Άγγελου Ελεφάντη», θα ανταμώσουμε, θα πιούμε, θα τραγουδήσουμε και θα μιλήσουμε. Επίσης, θα πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο Για τον Άγγελο. Στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, 1936-2008 (έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) μια συναγωγή κειμένων για τον Άγγελο και τον Πολίτη, γραμμένων λίγο μετά τον θάνατό του, το οποίο μόλις εκδόθηκε. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης μιλήσαμε με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά, διευθυντή και πρόεδρο αντίστοιχα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Τη συζήτηση την είχαμε προγραμματίσει να γίνει στο εντευκτήριον των «Ενθεμάτων» ή στον «Πουλαντζά». Πλην όμως, τελικά, διεξήχθη στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, όπου βρέθηκε ο Αριστείδης για εξετάσεις. Μάχιμος, στο κρεβάτι και τις πολυθρόνες του πόνου, συζήτησε με τον Χάρη — σε συνθήκες ελαφρώς διαφορετικές, είναι αλήθεια, από την αυλή της Κέκροπος, αλλά με ισοδύναμο πάθος και διάρκεια, όπως τότε.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Το πρώτο τεύχος του "Πολίτη", Μάης 1976

Το πρώτο τεύχος του «Πολίτη», Μάης 1976

Αριστείδης Μπαλτάς: Πέντε χρόνια απουσίας είναι πολλά – ιδίως όταν ο πολιτικός χρόνος είναι τόσο πυκνός, και γενικά, αλλά και ειδικότερα για την Αριστερά. Εγώ προσωπικά, αλλά και πολλοί άλλοι, είχαμε πολλές φορές το ερώτημα, στα χρόνια αυτά, τι θα έλεγε ο Άγγελος για το ένα ή το άλλο, πώς θα τοποθετούνταν στο δείνα, τι καινούργια ιδέα θα μας έφερνε. Σκεφτήκαμε να γίνει μια ανοιχτή κουβέντα επ’ αυτού. Όχι με τη μορφή της τυπικής επετειακής εκδήλωσης («τι σπουδαίος διανοούμενος ήταν» κλπ. κλπ.), αλλά με έναν τρόπο που του ταιριάζει – άρα με ένα κρασί. Το ξέρετε, οι πιο ενδιαφέρουσες και μακρές συζητήσεις με τον Άγγελο γίνονταν στο κρασί. Και ελπίζουμε ότι η εκδήλωση της Τρίτης θα πάρει και αυτό τον χαρακτήρα.

Χάρης Γολέμης: Ακόμα κι αν θα διαφωνούσαμε σε κρίσιμα θέματα, η παρουσία του σήμερα θα ήταν καθοριστική. Η συζήτηση μαζί του, ακόμα και οι καυγάδες, άνοιγαν δρόμους, ιδιαίτερα σε θέματα της στρατηγικής της Αριστεράς.

 Α. Μπαλτάς: Άνοιγε τη συζήτηση σε έναν ορίζοντα έλλογης συμφωνίας.

Χ. Γολέμης: Πολλές από τις σημαντικότερες συζητήσεις που έχουμε κάνει με τον Άγγελο ήταν τρώγοντας και πίνοντας. Είτε στον σπίτι του είτε στο εστιατόριο του «Τζάρου» στην Πλάκα είτε στο μέσα δωμάτιο των γραφείων του Πολίτη στη Ζωναρά είτε στα φεστιβάλ. Ο Άγγελος ήταν παρών σε όλα τα φεστιβάλ, από τα πρώτα της Αυγής-Θούριου μέχρι τα αντιρατσιστικά. Και δεν πήγαινε απλώς, αλλά έψηνε σουβλάκια, έκοβε αποδείξεις, έβγαζε τις μπύρες από τα βαρέλια.

Η εκδήλωση της Τρίτης είναι ένα πρώτο βήμα σε μια γενικότερη αποτίμηση του έργου του. Θυμίζω, εδώ, ότι ο Άγγελος Ελεφάντης υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς από την ίδρυσή του μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ήδη έχουμε κάνει κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις με τον Σπύρο Ασδραχά και τα ΑΣΚΙ, που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην οργάνωση ενός «συνεδρίου», όπου θα ερευνούσαμε και θα συζητούσαμε πιο επισταμένα την όλη πολιτική και πολιτισμική συνεισφορά του στην ελληνική Αριστερά αλλά και γενικότερα. Προς θεού, δεν έχουμε στο μυαλό μας ένα κλασικό πανεπιστημιακό συνέδριο! Όταν πέθανε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Άγγελος στην Αυγή τόνιζε την πολιτική παρέμβαση που έκανε με τα γραπτά του ο φίλος και σύντροφός του ως μαχητής της Αριστεράς, σαρκάζοντας εκείνους που ήθελαν να ασχοληθούν απλώς ακαδημαϊκά με το έργο του, στο πλαίσιο κάποιας έδρας… «πουλαντζολογίας». Δεν θα τιμούσαμε τη μνήμη του, λοιπόν, αν κι εμείς κάναμε ένα συνέδριο… «ελεφαντολογίας».

politis-61neo1Σε ποια λογική, λοιπόν, σήμερα, θα πούμε ότι πρέπει να ξαναδιαβάσουμε, οι αριστεροί, τον Ελεφάντη (όπως έγραφε ο Άγγελος για τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά), και ιδίως οι νεότεροι; Γιατί να ξαναδιαβάσουν τα κείμενα του Ελεφάντη, και γενικότερα τον Πολίτη;

Α. Μπαλτάς: Προτείνω να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, όπως λένε οι φυσικοί. Παίρνουμε το τεύχος 5, λ.χ., του Πολίτη, αφαιρούμε κάποια κείμενα και αναφορές στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα, πιθανόν και μερικά ονόματα πολύ αναγνωρίσιμα. Και το κυκλοφορούμε σαν τεύχος με κείμενα που γράφτηκαν σήμερα. Αν τα ξαναδιαβάσουμε χωρίς ημερομηνία και υπογραφές, θα δούμε πόσο δραστικά είναι σήμερα, θα ανακαλύψουμε στοιχεία διαχρονικότητας που τα έχει καλύψει η τύρβη. Σε αυτή τη λογική, λοιπόν, προφανώς να διαβάζουμε Ελεφάντη αλλά όχι για να κάνουμε διατριβές περί του έργου του. Στον Πολίτη, θα το θυμάστε, έλεγε, «δεν θέλουμε τα άρθρα που γράφονται για να γίνουν οι συγγραφείς τους επίκουροι».

Χ. Γολέμης: Πριν αναφερθούμε στις ιδεολογικές και πολιτικές τομές που έκανε με τη σκέψη του στην εποχή που έζησε, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε γιατί αποτελούν μέρος της ιστορίας της Αριστεράς του τόπου μας, υποστηρίζω ότι υπάρχει ένας βασικός λόγος για να διαβάζουν οι νεότεροι τα κείμενα του Ελεφάντη: να μάθουν πώς ένας αριστερός μπορεί να γράφει καλά, να γράφει κείμενα που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Και, επίσης, πώς μπορείς να είσαι συγκρουσιακός με έναν επιθετικά κόσμιο τρόπο. Τα γραφτά του είναι υπόδειγμα ευγενούς αλλά αμείλικτης πολεμικής — διακριτά από τις προσωπικές του σχέσεις, όπου πολλές φορές μπορούσε να είναι τραχύς, σκληρός. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολυκοσμία

Standard
1-kouzelis

Roger de La Fresnaye, «Οι λουόμενοι», 1912

του Μάκη Κουζέλη

Πολύς κόσμος στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ. Κανένας που γνωρίζει αυτό τον «χώρο» από παλιότερα δεν θα φανταζόταν ένα στάδιο γεμάτο συνέδρους! Δείχνει πώς άλλαξε ο «χώρος», πώς έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, πώς επανασύνδεσε απομακρυσμένους, πώς κινητοποίησε και πάλι όσους είχαν απογοητευτεί από το περιθώριο των μικρών ποσοστών, τι σήμανε η πειστική διεκδίκηση της εξουσίας για την Αριστερά, για τις δυνάμεις της εργασίας. Κανείς πράγματι δεν θα φανταζόταν πως στις πλαϊνές αίθουσες, εκεί όπου παλιότερα γίνονταν τα συνέδρια, τώρα με δυσκολία θα χωρούσαν οι «τάσεις» και οι «συνιστώσες».

Πολύς κόσμος παντού, σε μια πρωτοφανή για τη μετεμφυλιακή ελληνική Αριστερά ταυτόχρονη συνύπαρξη εργασιών συνδιάσκεψης, συνεδριάσεων οργάνων και ομάδων, συζητήσεων, «πηγαδιών» κάθε μεγέθους, σχολιασμών και αντιπαραθέσεων. Πολύς δραστήριος, προβληματισμένος αλλά και χαρούμενος κόσμος, κόσμος έτοιμος να δράσει, να συμβάλει, να συμμετάσχει, κόσμος εν αναμονή εξελίξεων, κόσμος που επιδιώκει και προετοιμάζει εξελίξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

Standard

Ο Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929. Μετά την απόλυση του πατέρα του, στελέχους του ΕΑΜ, από την Τράπεζα, για πολιτικούς λόγους, η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα. Περνάει στην Ιατρική, αλλά ξαναδίνει εξετάσεις και σπουδάζει χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου· απέκτησαν τρία παιδιά,  τον Νίκο, τη Λένα και την Έφη. Συνέχεια ανάγνωσης

Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια

Standard

του  Δημήτρη Σαραντάκου

Δημήτρης Σαραντάκος

Αρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη «αύρα», που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε «Πασιονάρια». Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε. […]

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης — του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: «του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου». […] Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμη Ηλία Αργυράκη (1929-2011)

Standard

του Χ. Γεωργούλα

 

 Με τον Ηλία  συναντηθήκαμε –τύχη αγαθή– τους πρώτους μήνες της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ήμασταν μια παρέα νέοι, σχεδόν παιδιά ακόμα –τουλάχιστον πολιτικά–, πικραμένα και μάλλον αμήχανα από την επικράτηση της χούντας και την αδυναμία της Αριστεράς να την αποτρέψει. Ο Ηλίας μάς μάζεψε σιγά σιγά γύρω του και χωρίς διδακτισμό μας βοήθησε να καταλάβουμε πως ούτε η δικτατορία ούτε η πτώση της θα μπορούσε να ήταν το «τέλος του κόσμου».

Ήταν τότε ένας ώριμος άντρας σαράντα περίπου ετών, Μακρονησιώτης, Αγιοστρατίτης, από μικρό παιδί στην Αντίσταση, στην περιοχή της Καλαμάτας, της γενέτειράς του, με πρόσβαρη ιστορία (έναν πατέρα εκτελεσμένο απ’ τους Γερμανούς κι έναν αδερφό εκτελεσμένο από Έλληνες), που δεν καταδέχτηκε όμως ποτέ να τη χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει μια θέση πιο πάνω από εμάς σε μια εξουσιαστική-καθοδηγητική ιεραρχία.

Ιστορώντας μας με τον πιο απλό τρόπο, δίχως στόμφο, υπερβολές ή υπεροψία, τα πάθη της δικής του γενιάς, της γενιάς της εθνικής και δημοκρατικής αντίστασης, μας έκανε να αντιληφθούμε ότι κι από τις πιο μεγάλες ήττες μπορεί να ξεπηδήσει η ελπίδα για ένα φωτεινό αύριο. Ότι κι από το πιο χαμηλό σημείο που βρίσκεσαι, με την πλάτη στο χώμα, μπορεί να δεις τις κορυφές της ανάτασης που ελπίζεις.

 Η απλή αλλά ζώσα μεταβίβαση της εμπειρίας τού απλού αγωνιστή της Αριστεράς, με την εξιστόρηση αλλά και με παραδείγματα ζωής, μας επέτρεπε να ανακαλύψουμε και να επιβεβαιώσουμε ότι τίποτα δεν είναι οριστικό εφόσον αγωνίζεσαι. Οι αφηγήσεις του από τη Μακρόνησο, τον Αϊ-Στράτη, τις άοκνες προσπάθειες να ξαναστηθούν στα πόδια τους οι σκληρά χτυπημένες απ’ τον Εμφύλιο και το μετεμφυλιακό καθεστώς δυνάμεις της Αριστεράς οικοδομούσαν μέσα μας την πεποίθηση ότι η αντίσταση σ’ αυτό που φαίνεται να είναι παντοτινό ή αήττητο είναι η μόνη νοητή στάση για όποιον επιθυμεί να ζήσει, κι όχι να επιβιώσει. Κι έκαναν τη χούντα να μοιάζει αυτό που ήταν: ένα επεισόδιο σε μια ιστορία που γράφουν οι άγνωστοι. Συνέχεια ανάγνωσης

Κώστας Θεοδοσίου, ο ΕAMίτης

Standard

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Τ’ απόφωνα του Κώστα μου φτάσανε με δυο μηνών καθυστέρηση ως τη στιγμή που γράφω. Δεν ήταν του γραπτού λόγου, κι έτσι δεν τον ξέρουν παρά όσοι τον γνώρισαν· ήταν αφηγητής. Ούτε ήταν δημόσιο πρόσωπο: δάσκαλος ήταν στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Πατρίδα του το Σκαμνέλι, Ζαγορήσιος λοιπόν και Ριζαρίτης. Δεν πέθανε νέος, αλλά αγγίζοντας τα 90. Όταν τον ρωτούσες σε ποιο κόμμα ήταν, απαντούσε: ΕΑΜίτης. Πέρασε από την Αντίσταση, αλλά επιβίωσε χωρίς κλυδωνισμούς. Ήταν πατριώτης και πίστευε και στους μύθους ακόμη της ιστορίας μας: τυπικός εκπρόσωπος της πατριωτικής εαμικής ώσμωσης, που είχε ως έδρασμα την αξιοπρέπεια, ατομική και συλλογική, και τη δικαιοσύνη.

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη, από παράνομο λεύκωμα, έκδοση ΕΛΑΣ-ΕΑΜ, 25 Μάρτη 1943

Είχε ωραία φωνή, έψελνε και τραγουδούσε δημοτικά κι αντάρτικα κι απ’όσο θυμάμαι ποτέ ρεμπέτικα.

Τον γνώρισα από τον Λέανδρο Βρανούση, συντοπίτη του. Τρώγαμε πού και πού (είμαστε στη δεκαετία του 1950) τα μεσημέρια συνήθως, σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια, δυο βήματα από την κάμαρη του Λέανδρου, γεμάτη βιβλία· κάπου εκεί κοντά ήταν και το «καμαρί», όπως το έλεγε, του Κώστα Κουλουφάκου. Από τους νεώτερους, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ο υποφαινόμενος και ίσως και ο ευφάνταστος ζωγράφος Θέμος Μάιπας, κι αυτός Ζαγορήσιος· καλή φωνή, τραγουδούσε κι αυτός βλάχικα τραγούδια, εκεί ή αλλού, ίσως αυτοσχεδιάζοντας. Ανάμεσα στους μεγαλύτερους, ο Βασίλης Σφυρόερας. Εκεί ακούγαμε την πλούσια κλίμακα της φωνής του Κώστα Θεοδοσίου: «Τούρκοι, βαστάτε τα’ άλογα / λίγο να ξανασάνω», κατσαντωνέικο τραγούδι και άλλα. Με τον Λέανδρο πηγαίναμε σε ένα υπόγειο της οδού Δώρου στην Ομόνοια, όπου έπαιζαν οι Χαλκιάδες — δεν έφτασα τον Φίλιππο Ρούντα· ερχόταν, αν δεν ξαστοχεύω, κι ο Κώστας. Όταν τέλειωναν ό,τι είχαν να πουν για τους σωφεραίους που σύχναζαν εκεί, έπαιζαν και για μας, το συντοπίτη τους δηλαδή Λέανδρο: ωραία ηπειρώτικα τραγούδια, όχι χορευτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ήρωας-αντιήρωας Λάκης Σάντας

Standard

του Θανάση Καλαφάτη

Πούθε κατάγεσαι μωρέ; Εδώθε…Σφακισάνος.

Α. Βαλαωρίτης, «Φωτεινός»

Αριστεροί Λευκαδίτες στρατιώτες και ναύτες στο «σύρμα» της Μακρονήσου, 1948. Στο μέσον, με τα ναυτικά, ο Απόστολος Σάντας.

Γεννημένος στη Πάτρα το 1922, με λευκαδίτικη καταγωγή από το χωριό Πηγαδισάνοι, στα όρια των πρώην δήμων Καρυάς και Σφακιωτών, ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας θα διαγράψει τη τροχιά ενός ήρωα-αντιήρωα, συμβολίζοντας την ασίγαστη αντίσταση του ελληνικού λαού σε κάθε ξενική επιβουλή, το ύφος και την αξιοπρέπεια του ενσυνείδητου αγωνιστή-πολίτη.

Μέσα στον καταιγιστικό στρόβιλο των στρατιωτικών, πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων των αρχών της δεκαετίας του 1940, ο Λάκης Σάντας, αφού κατεβάσει στις 30 Μαΐου 1941, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, τη γερμανική πολεμική σημαία από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με τους πρωτοπόρους νέους αριστερούς της Κατοχής — από την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ στην Αντίσταση στις πόλεις, στο βουνό και από εκεί στις φυλακές και την εξορία. Αφού έχει προηγηθεί η φυλάκισή του από τους Γερμανούς το 1942, στις Φυλακές Αβέρωφ, τα οδόσημα αυτής της πορείας είναι: ο αγώνας κατά της πολιτικής επιστράτευσης, η ένταξη στον ΕΛΑΣ και οι μάχες που ακολουθούν, η συμμετοχή του στη Μάχη της Αθήνας (Δεκεμβριανά), η φυλάκισή του στην Ψυτάλλεια, η εκτόπισή του στην Ικαρία και στη συνέχεια στο Μακρονήσι (Γ΄ Τάγμα Οπλιτών).

Αυτή η συμμετοχή του αφήνει βαθιά τραύματα στην ψυχή και στο σώμα. Ένα βλήμα στο αριστερό ημιθωράκιο, στη μάχη με τους Γερμανούς στο Λιδωρίκι το 1944, θα του προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους πνεύμονες, καθώς μένει σχεδόν με έναν πνεύμονα για την υπόλοιπη ζωή του και με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα. Η συμμετοχή του Λάκη Σάντα στην Εθνική Αντίσταση αποτελεί τη φυσική συνέπεια και την έμπρακτη απόδειξη των πατριωτικών αρχών του, που δεν την ξεχωρίζει, καθώς ο ίδιος υποστηρίζει, από τη συμβολή χιλιάδων άλλων μαχητών που αγωνίστηκαν με το όπλο στο χέρι για την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανο-Ιταλούς κατακτητές και την αυριανή ειρηνική και δημοκρατική προκοπή της. Η κριτική και ο πόνος δεν αφορούν την ίδια τη συμμετοχή, αλλά την εξέλιξη του όλου αγώνα: «αντί να χαρούμε την Λευτεριά μας, που με τόσες θυσίες αποκτήσαμε, βρεθήκαμε κυνηγημένοι, φυλακισμένοι και βασανισμένοι», γράφει. Τα ερωτήματα που ορθώνονται είναι πελώρια και αμείλικτα, για την τακτική και τα λάθη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από την Καζέρτα και τον Λίβανο ως την Βάρκιζα. Η ιστοριογραφία έχει δώσει τις δικές της απαντήσεις, αφήνοντας κατά μέρος την οδύνη και τον συγκλονισμό των απλών μαχητών, που έβλεπαν να διαψεύδονται τα όνειρά τους με τον χειρότερο τρόπο. Συνέχεια ανάγνωσης

Το πρώτο φως

Standard

  του Σπύρου Στ. Φίλιππα

Στον Άγγελο Σικελιανό

Λάκης Σάντας

Το βιoς για να κουρσέψουν άλλων τόπων

κινήσανε τα στίφη των βαρβάρων,

κι’ απάνω στις λατρείες των ανθρώπων

να μπήξουν τα κοντάρια των λαβάρων!

Ερήμωση και θάνατον απούθε

διαβαίνανε σκορπούσαν οι ναζήδες,

σταυρού αγκυλωτού σάβανο ολούθε…

Βουβές στο θρήνο σπάραζαν Πατρίδες!..

Και σαν της ανθρωπότητας το καίριο

να θέλησαν να δώσουνε το πλήγμα,

στο πλάι του Παρθενώνα στήσαν πλέριο

το λάβαρο, της «νίκης τους» το στίγμα!…

Μια νύχτα, κύμα αυθόρμητο, Ελλάδα,

μικρό της πολυκύμαντης πνοής σου,

ανάσταση και φλόγα στην Παλλάδα,

στα στήθεια τους το φέρανε δυo γυιοι σου!

Δεν ένοιωθαν του Κέρβερου τον τρόμο,

του βάραθρου που ξάνοιγ’ από κάτου,[1]

Βάδιζαν ορφικό, στον Άδη, δρόμο,

ανέγγιχτοι απ’ τη σκέψη του θανάτου!..

Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμες και άνθρωποι μιας σπουδαίας εποχής: η μαρτυρία του Λ. Σάντα

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

H γυναίκα του Λάκη Σάντα, Κλεοπάτρα Μαυροπούλου, μαζί με τη φίλη της Φιφή Πρωτογερέλη

Διαβάζοντας τη μαρτυρία Μια νύχτα στην Ακρόπολη… Μνήμες από μια σπουδαία εποχή του Λάκη Σάντα (εκδ. Βιβλιόραμα, 2010), ο αναγνώστης θα βρει πλήθος πληροφοριών, για πολλά, μικρά και μεγάλα: την καθημερινότητα του αντιστασιακού αγώνα στην Αθήνα, σκηνές από τον αγώνα στο βουνό, την επίταξη ενός γερμανικού καϊκιού στο Γαλαξίδι (που στη συνέχεια έγινε το πρώτο καράβι του ΕΛΑΝ, με επικεφαλής τον καπετάν Ζαχαριά), ρεαλιστικές σκηνές των Δεκεμβριανών, τον Μακαμπή και άλλους Εβραίους συναγωνιστές στον ΕΛΑΣ, το διάστημα του «λυκόφωτος» της ημινομιμότητας-ημιπαρανομίας από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου, τη μορφωτική δουλειά, τις διαλέξεις, τα μαθήματα, στους κόλπους των πολιτικών εξορίστων στην Ικαρία, τη βαρβαρότητα της Μακρονήσου.

Η αξία της μαρτυρίας του Λάκη Σάντα δεν προκύπτει μόνο από τις αφηγηματικές αρετές του, από το γεγονός ότι μας διηγείται, απλά, τίμια και με χάρη, την προσωπική του ιστορία. Αλλά και από το ότι η ιστορία τούτη δεν είναι μόνο η δική του ιστορία· είναι και η ιστορία χιλιάδων ανθρώπων στα χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου και του μετεμφυλίου· και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη μαρτυρία του να ξεφεύγει από την περιοχή του βιώματος και της λογοτεχνίας και να εισέρχεται ορμητικά στην επικράτεια της Ιστορίας. Συνέχεια ανάγνωσης

To «φονικό μοιραίο βόλι» του Θ. Λασκαρίδη, πρώτου αρχισυντάκτη του «Ριζοσπάστη»

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Νίκου Σαραντάκου

Όσοι παρακολουθούν τα γραπτά του Νίκου Σαραντάκου, έντυπα και ηλεκτρονικά, έχουν εικόνα  του εύρους και του βάθους όπου εκτείνεται η ερευνητική του σκαπάνη — από τη γλώσσα, τη φρασεολογία, την ετυμολογία και τη λεξικογραφία μέχρι την ιστορία, την ιστορία της λογοτεχνίας και της λογιοσύνης, την πολιτική. Η ακάματη δραστηριότητά του μας χαρίζει, αυτές τις μέρες,  έναν ακόμα ωραίο καρπό: «άπαντα τα δημοσιευμένα γραφτά» (αντιπολεμικά, ταξικά-κοινωνικά, αισθηματικά διηγήματα, αποσπάσματα από το χαμένο του μυθιστόρημα, καθώς και φιλολογικά κείμενα) του δημοσιογράφου Θεόδωρου Λασκαρίδη, του πρώτου γνωστού αρχισυντάκτη του Ριζοσπάστη, αλλά παντελώς άγνωστου σήμερα. Ζητήσαμε από τον Νίκο Σαραντάκο να μας παρουσιάσει, με ένα σημείωμά του, τη ζωή και το έργο του Θ. Λασκαρίδη.

Ο τόμος, με τίτλο Το φονικό μοιραίο βόλι θα κυκλοφορήσει τις αμέσως επόμενες μέρες από τις εκδόσεις διάπυροΝ της Θεσσαλονίκης· μια που ο οίκος είναι καινούργιος και ίσως σχετικά άγνωστος (όχι βέβαια όσο ο Λασκαρίδης) δίνουμε στοιχεία επικοινωνίας: www.diapyron.com, τηλ. 6937-160705 και 637-108881.

Στρ. Μπ.

Αφίσα της Κομιντέρν, 1920 (Συλλογή Α. Δάγκα-«Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα», τόμ. Β2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003)

Θεόδωρος Λασκαρίδης (1896-1921)

 Ο Θεόδωρος Λασκαρίδης γεννήθηκε το 1896 στη Βουλγαρία, στην Αγχίαλο (σήμερα Πομόριε), παραθαλάσσια πόλη με ακμαία ελληνική κοινότητα. Το 1906, με την καταστροφή της Αγχιάλου, η οικογένειά του τον στέλνει στην Πόλη να σπουδάσει. Τον Ιανουάριο του 1916, ενώ είναι φοιτητής στην Κωνσταντινούπολη, οι τουρκικές αρχές τον συλλαμβάνουν και τον στέλνουν στη Βουλγαρία, η οποία μόλις είχε μπει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο, στον τομέα του Καϊμακτσαλάν. Συμμετέχει στις πολύνεκρες μάχες που ακολουθούν τη σερβική επίθεση του Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1916 και κάποια στιγμή αυτομολεί στους Σέρβους. Παραμένει φυλακισμένος στο περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης και ύστερα στέλνεται, μαζί με άλλους έλληνες αυτόμολους του βουλγαρικού στρατού, στο στρατόπεδο της Μπάνιτσας (σήμερα Βεύη). Τον Νοέμβριο του 1917 δραπετεύει από το στρατόπεδο και κατεβαίνει στην Αθήνα. Στις αρχές του 1918 πιάνει δουλειά στον Ριζοσπάστη.

Γλωσσομαθής, καλλιεργημένος και ένθερμος σοσιαλιστής, ο Λασκαρίδης είναι παρών σε όλο το διάστημα του μετασχηματισμού του Ριζοσπάστη από αριστερή βενιζελική εφημερίδα σε σοσιαλιστική και μετά σε κομμουνιστική, πολύτιμο δεξί χέρι του διευθυντή Γιάννη Πετσόπουλου, ο οποίος μπαινοβγαίνει στις φυλακές. Όμως, οι ταλαιπωρίες του πολέμου στοίχισαν στον Λασκαρίδη βαριά νευρασθένεια. Σύμφωνα με μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν, περιστασιακά πάθαινε κρίσεις και η αυτοκτονία τού είχε γίνει έμμονη ιδέα· μάλιστα κουβαλούσε πάντοτε μαζί του μια επιστολή προς τις αρχές για να μην ενοχοποιηθεί άλλος για τον θάνατό του. Στις 22 Μαΐου 1919, το βράδυ, μέσα στα γραφεία του Ριζοσπάστη, αυτοπυροβολείται με περίστροφο στον κρόταφο. Θα επιζήσει, αλλά θα του μείνει μια βαθιά ουλή στο κεφάλι. Συνέχεια ανάγνωσης

Παντελής Βαηνάς: τραγική μορφή ή επαναστάτης διεθνιστής;

Standard

του Κωστα Αλεξίου

Ο Παντελής Βαηνάς, με τη στολή του ΔΣΕ

Στις 12 Ιουνίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατο του αντιστράτηγου του ΔΣΕ Παντελή Βαηνά. Η ιστορία του φαντάζει τραγική, ο ίδιος την αντιλαμβανόταν ως διεθνιστικό και πατριωτικό χρέος. Γεννήθηκε το 1924 στο χωριό Ασπρόγεια Φλώρινας, πολέμησε με αυταπάρνηση και ενθουσιασμό τον κατακτητή ,έφυγε από την Ελλάδα με τη λήξη του Εμφυλίου ως αντιστράτηγος του ΔΣΕ και πέθανε στη Σόφια ως αντιστράτηγος του Βουλγαρικού στρατού.

Τον Παντελή Βαηνά δεν τον μνημονεύει κανένας ιστορικός, τον «στολίζουν» με μίσος τα εθνικιστικά sites, δεν τον θυμήθηκαν ούτε οι σύντροφοί του στο ΚΚΕ. Τον θυμούνται όμως στις μαρτυρίες τους οι μαχητές του ΔΣΕ που επέζησαν και συνήθως διαβίωσαν στην «υπερωρία», τον θυμούνται οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του. Κανένας απ’ όσους τον γνώρισαν δεν τον κατηγόρησε ως Βούλγαρο, κανένας δεν μιλάει άσχημα γι’ αυτόν. Ο Βαηνάς είχε βαθειά πατριωτική συνείδηση και αγάπη για την Ελλάδα, είχε βαθειά γνώση και πίστη στις κομμουνιστικές ιδέες τις οποίες υποστήριζε μέχρι τον θάνατό του. Παρά την πικρία του και την αποστασιοποίησή του το 1958 από τα κομματικά πόστα, παρέμεινε πιστός στο ΚΚΕ. Στην 6η ολομέλεια της ΚΠΕ του ΚΚΕ το 1956 που καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη, βρέθηκε στο μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής του, όπως και χιλιάδες άλλοι κομμουνιστές. Με τον αρχηγό του ή με το κόμμα; Πώς να σταθεί απέναντι σε συμπολεμιστές του όπως ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Κώστας Κολιγιάννης και άλλοι; Προτίμησε τη σιωπή αλλά δεν προτίμησε την αποστράτευση, συνέχισε την ενεργό δράση ως μέλος της ΚΕ. Συνέχεια ανάγνωσης

To περιοδικό «Ο Πολίτης»: ένα εργαστήριο αριστερών ιδεών και αισθημάτων”

Standard

Συζητούν ο Διονύσης Καψάλης, ο Αριστείδης Μπαλτάς και ο Παντελής Μπουκάλας

Ο Άγγελος Ελεφάντης το 1976

Ο Πολίτης υπήρξε το επίκεντρο της διανοητικής και πολιτικής δραστηριότητας του Άγγελου Ελεφάντη, έργο ζωής, ταυτισμένο μαζί του, όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι και τον θάνατό του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ένα περιοδικό με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και καθοριστική επίδραση στο χώρο των αριστερών ιδεών. Τιμώντας τη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, καθώς στις 29 Μαΐου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατό του, ζητήσαμε από τον Διονύση Καψάλη, τον Αριστείδη Μπαλτά και τον Παντελή Μπουκάλα, τρεις ξεχωριστούς συνεργάτες του περιοδικού και στενά συνδεδεμένους με τον Άγγελο Ελεφάντη, να καταθέσουν τις σκέψεις τους, σε μια πρώτη προσπάθεια να προσεγγίσουμε τη διαδρομή, τη σημασία, τα χαρακτηριστικά αυτού του τόσο ιδιαίτερου περιοδικού. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση και τη συμβολή τους. Η συζήτηση έγινε στον πάντα φιλόξενο χώρο του αναγνωστηρίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

«Ε»

Παντελής Μπουκάλας: Είμαι σίγουρος ότι ο ίδιος ο Άγγελος Ελεφάντης δεν θα αποδεχόταν αυτό που έχει κατά κόρον γραφτεί και ακουστεί: «ο Πολίτης του Άγγελου». Θα προτιμούσε να πούμε «ο Άγγελος του Πολίτη». «Ο Πολίτης του Άγγελου» είναι σαν να θέτει εξαρχής τον Άγγελο σε ένα υπερεπίπεδο από το οποίο διαφεντεύει. Μπορεί να συνέβαινε στην πραγματικότητα αυτό, αλλά τουλάχιστον η εικόνα της συλλογικότητας υπήρχε. Μιλάμε λοιπόν για τον Άγγελο του Πολίτη, και το θέμα είναι ποιοι είμαστε εμείς που μιλάμε, πού μιλάμε, από ποια θέση μιλάμε. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω, εγώ τουλάχιστον, ότι δεν αισθάνομαι και δεν είμαι κληρονόμος των ιδεών του Ελεφάντη, γιατί ούτε ο ίδιος θα δεχόταν ότι απάρτισε ένα σύστημα ιδεών, το οποίο θα ήθελε να κληροδοτήσει. Περισσότερο θα ήθελε να πει ότι κληροδότησε ένα σύστημα αισθημάτων απέναντι στην Aριστερά, όχι ένα ολικό συγκεντρωτικό πράγμα που πρέπει εμείς ή ο οποιοσδήποτε να το συνεχίσουμε. Το λέω αυτό, για να μη δούμε πάλι γραμμένες τίποτα επιπολαιότητες για «τα ορφανά του Ελεφάντη». Ακόμη και αν εγώ αισθανόμουν τον Άγγελο σαν πνευματικό μου πατέρα, δεν θα μπορούσα να αυτοχαρακτηριστώ, και δεν θα δεχόταν να με χαρακτηρίσει οποιοσδήποτε άλλος, «ορφανό του Άγγελου». Είμαι ορφανός πολλών πατεράδων, όπως είμαστε όλοι μας ορφανοί πολλών πατεράδων, κι αυτό απορρέει και από τη συλλογικότητα του Πολίτη, από την ιδρυτική του συλλογικότητα, έστω και αν αυτή διασπάστηκε σχεδόν πριν εκδοθεί ο Πολίτης.

Αν θυμηθούμε ότι ήταν τρεις στην εκκίνησή του, η διάσπαση επήλθε πριν καν εκδοθεί το πρώτο τεύχος. Και επισημοποιήθηκε όταν εκδόθηκε το πρώτο τεύχος. Έμειναν οι δύο από τους «τρεις ιεράρχες», και σε πολύ λίγα τεύχη έφυγε και ο επόμενος. Οι «τρεις ιεράρχες» είναι ο Αντώνης Καρκαγιάννης, ο Δήμος Μαυρομμάτης και ο Άγγελος Ελεφάντης.

Η εκκίνηση του περιοδικού

Διονύσης Καψάλης: Θα προσπαθήσω να σας δώσω την ατμόσφαιρα της εποχής. Τον Αντώνη Καρκαγιάννη τον βλέπαμε σαν ένα γλυκύτατο αλλά λίγο απόμακρο προς εμάς κύριο της Αριστεράς. Ήταν ο εμπνευστής του Πολίτη — είχε βαφτίσει και είχε εμπνευστεί πολλά περιοδικά, το Αντί, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο, το Τώρα. Ήταν ένας άνθρωπος που γεννούσε ιδέες και γοήτευσε ανθρώπους. Ο Καρκαγιάννης και ο Μαυρομμάτης ήταν ηγετικές προσωπικότητες του λεγόμενου «Χάους», ένα ρευστό πολιτικό μόρφωμα που εμείς το βλέπαμε λίγο αφ’ υψηλού και με κάποια δόση αλαζονείας· δεν μπορούσαμε τότε να καταλάβουμε τι βάρος εμπειρίας σήκωναν αυτοί οι άνθρωποι. Σας θυμίζω ότι ο Ελεφάντης, μέσα στη δικτατορία, είχε γράψει ένα καταπληκτικό κείμενο στον Αγώνα, τχ. 2, «Μερικές απόψεις για το Χάος ή Το χάος μερικών απόψεων», όπου κι ένα προσφυέστατο μότο από τον Ησίοδο «ἐκ Χάεος δ’ Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο». Το κείμενο αυτό, όπως μάθαμε μετά, γεννήθηκε από μια συζήτηση του Άγγελου με τον Δήμο Μαυρομμάτη στο Παρίσι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μιχάλης Παπαγιαννάκης: Ευρωπαϊστής, αριστερός και δημοκράτης

Standard

Στις 26 Μαΐου συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον θάνατο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Τα «Ενθέματα» απευθύνθηκαν σε δυο ανθρώπους που τον γνώρισαν καλά, σε διαφορετικές εποχές, και συμπορεύτηκαν πολιτικά και ιδεολογικά μαζί του, τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο και τον Σταύρο Λιβαδά. Τους ζητήσαμε να αποτυπώσουν, όσο αυτό μπορεί να γίνει σε ένα σύντομο κείμενο, την προσφορά του Μιχάλη Παπαγιαννάκη στην Αριστερά, την πολιτική και στις ιδέες — εκείνο το τόσο ξεχωριστό που τον έκανε να λάμπει, πολιτικά και προσωπικά, και καθιστά την απώλειά του τόσο βαριά. Τους ευχαριστούμε θερμά για την ανταπόκρισή τους.

«Ε»

του Βασίλη Παναγιωτόπουλου

O Μιχάλης Παπαγιαννάκης διαμορφώθηκε πολιτικά στο προδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, στο κίνημα για το 15% και το 1-1-4 στην Αθήνα, πριν έρθει στο Παρίσι, όπου τον γνώρισα. Τα χρόνια του Παρισιού έπαιξαν βέβαια σημαντικό ρόλο στη ζωή του — άλλωστε είναι τα χρόνια που διεξάγεται και στη Γαλλία η μεγάλη συζήτηση για τον ευρωκομμουνισμό. Ο Παπαγιαννάκης είναι ένας άνθρωπος που αξιοποιεί συσσωρευτικά τα ερεθίσματά του: τις σπουδές του, τη γλωσσομάθειά του που του επιτρέπει να χρησιμοποιεί τη διεθνή βιβλιογραφία και να ενημερώνεται από τον διεθνή τύπο, την εξειδίκευσή του στην αγροτική οικονομία και τη δουλειά του στο Ινστιτούτο Αγρονομίας του Μονπελιέ, τη συμμετοχή του στη Δημοκρατική Άμυνα κ.ο.κ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μας λείπεις, Μιχάλη…

Standard

του Σταύρου Λιβαδά

Σκίτσο του Βαγγέλη Χερουβείμ, "Αυγή", 28.5.2009

Σε τρεις μέρες συμπληρώνεται ένας χρόνος από τον θάνατο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Ήταν 26 Μαΐου του 2009. Μέρα Μαγιού μας μίσεψε κι αυτός, όπως ένα χρόνο πριν, στις 28 Μαΐου του 2008, ο Άγγελος Ελεφάντης. Το ’χει ο Μάης, φαίνεται…

Η απώλεια

Πρόθεσή μου δεν είναι να επαναλάβω μια νεκρολογία, για τον Μιχάλη, όσο κι αν πιστεύω πως είναι σημαντικό να θυμόμαστε και να τιμούμε τους νεκρούς. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σημαντικά, δημόσια πρόσωπα. Γι’ αυτούς αρμόζει η τιμή για τα πιστεύω, τις πράξεις, τους αγώνες τους. Για μας, τους ζωντανούς, απομένει πολύτιμη η μνήμη, η διδαχή, το παράδειγμά τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΟΡΘΩΣ ΚΕΙΜΕΝΑ:

Standard

(αναδημοσίευση από την «Ελευθεροτυπία»)

της δημοσιογραφικής-ερευνητικής  ομάδας «Ο ιός»

[…] Το βασικό χαρακτηριστικό του Παπαγιαννάκη, έτσι όπως ξετυλίχτηκε η δράση του στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είναι η άρνησή του να ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής και η προθυμία του να συνταχθεί με όσους διώκονταν ή αδικούνταν από την κρατική αυθαιρεσία. Ήταν ο πρώτος που επιχείρησε –και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε– να αξιοποιήσει η ελληνική αριστερά ορισμένες πλευρές του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» και να δικαιωθούν μέσω Ευρώπης ομάδες και πολίτες που βρίσκονταν μέχρι τότε στο πολιτικό περιθώριο. Χαρακτηριστική είναι η καμπάνια στα τέλη του 1990 για την αναγνώριση του δικαιώματος των αντιρρησιών συνείδησης να αρνηθούν τη στράτευση και για τη θεσμοθέτηση εναλλακτικής θητείας. Τότε ακόμα κρατούνταν 420 θρησκευτικοί αρνητές στράτευσης στις στρατιωτικές φυλακές. Ο Παπαγιαννάκης μετέτρεψε σε ευρωπαϊκό το ζήτημα αυτό  […].

Συνέχεια ανάγνωσης

16.7.1959: Η απολογία του Αντώνη Καρκαγιάννη στο Στρατοδικείο Αθηνών

Standard

Πολλά γράφτηκαν και θα γραφτούν τις επόμενες μέρες για τον Αντώνη Καρκαγιάννη. Εμείς σήμερα  θυμίζουμε μια ξεχωριστή στιγμή από το παρελθόν του, που τείνει να ξεχαστεί: τη σύλληψη, την καταδίκη και την πολυετή φυλάκισή του ως κατασκόπου, από το Στρατοδικείο Αθηνών, το 1959. Ο Καρκαγιάννης συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1958, στην προσπάθειά του να διαφύγει στο εξωτερικό. Παραπέμφθηκε σε δίκη με τον αναγκαστικό νόμο  375/1936 «Περί κατασκοπείας». Κατηγορήθηκε, μαζί με τον Λ. Βουτσά, τον Θ. Ευθυμιάδη, τον Αντώνη Συγγελάκη, τον Γ. Τρικαλλινό, για «προσφορά εις κατασκοπείαν», ενώ άλλα στελέχη του ΚΚΕ, ανάμεσα στους οποίους και ο Μ. Γλέζος, για «παροχή βοηθείας» στους προηγούμενους. Το Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών καταδίκασε σε βαριές ποινές τους κατηγορούμενους (ισόβια τον Λ. Βουτσά και τον Γ. Τρικαλινό, 11 χρόνια κάθειρξη και 5 εκτόπιση τον Α. Συγγελάκη, 5 χρόνια φυλάκιση και 4 εκτόπιση τον Μ. Γλέζο και Ραγουζαρίδη). Ο Καρκαγιάννης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια κάθειρξη και πέντε χρόνια εκτόπιση. Αποφυλακίστηκε τον Μάιο του 1966.

Δημοσιεύουμε σήμερα την απολογία του Αντώνη Καρκαγιάννη στο Στρατοδικείο, όπως δημοσιεύτηκε στην Αυγή, στις 17 Ιουλίου 1959. Ευχαριστούμε θερμά τον Σπύρο Ι. Ασδραχά, ο οποίος μας υπέδειξε το κείμενο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πάνος Δημητρίου: μια διαδρομή συνυφασμένη με την πορεία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος τον 20ό αιώνα

Standard

του Ηλία Νικολακόπουλου

Βελιγράδι, Δεκέμβριος 1944. Αντιπροσωπεία της ΕΠΟΝ (Πάνος Δημητρίου, Λευτέρης Ελευθερίου, Χάρης Αντωνιάδης) στο ιστορικό φρούριο όπου είχε φυλακιστεί ο Ρήγας Βελεστινλής.

Αισθάνομαι ότι αποτελεί ιδιαίτερη τιμή η πρόσκληση  να μιλήσω για έναν άνθρωπο, η διαδρομή του οποίου συμπλέκεται και συμβαδίζει με την αντιφατική πολιτική διαδρομή του κομμουνιστικού κινήματος. Έχοντας βιώσει επί δεκαετίες όλες τις  ανατάσεις και όλες τις διαψεύσεις, μπορεί να επαναλάβει το στίχο του Ελυάρ: «Και αν ήταν να ξεκινήσω πάλι από την αρχή, θα ακολουθούσα ξανά τον ίδιο δρόμο». Βέβαια, με τον αναστοχασμό που προσφέρει σήμερα η ύστερη γνώση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο δημοσιογράφος Τάσος Δήμου: Ένας σπουδαίος αγωνιστής της δημοκρατίας

Standard

του Κώστα Παπαϊωάννου

Αθήνα, 14.11.1973,10.30 το πρωί: τα τανκς κατεβαίνουν στην Ομόνοια (Αρχείο Β. Καραμανώλη-Μ. Κατσίγερας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», εκδ. Ποταμός)

Ο αξέχαστος Τάσος Δήμου

Γεννήθηκε το 1924 στο Επταχώριο Καστοριάς, πρωτοδούλεψε ως δημοσιογράφος σε αντιστασιακά φύλλα της Κατοχής, το 1946 στον Ριζοσπάστη και από το 1952 στην Αυγή, στο εργατικό ρεπορτάζ, όπου έγινε ο κορυφαίος. Η χούντα τον βρήκε γραμματέα της Ενώσεως Συντακτών Αθηναϊκού Τύπου (ΕΣΑΤ) που είχε ιδρυθεί το 1935 και αριθμούσε 450 μέλη (το σύνολο των συντακτών των περιοδικών και μέρος των συντακτών των εφημερίδων: κάποιους που δεν έγραφε η ΕΣΗΕΑ λόγω «αριστερών φρονημάτων» και κάποιους που δεν ήθελαν να γραφτούν εκεί) και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων Τύπου Ελλάδος με συμμετοχή δημοσιογράφων (πλην ΕΣΗΕΑ), τυπογράφων, υπαλλήλων κλπ. (που ήταν προσωπικό δημιούργημά του), παραλίγο όμως να τον βρει… στη φυλακή!

Ήταν ο κύριος ομιλητής στη συγκέντρωση που οργάνωσε η Ομοσπονδία Τύπου στο Θέατρο Διάνα στις 20 Αυγούστου, μετά την οποία έγιναν εκτεταμένα επεισόδια στην Αθήνα, έδρασαν προβοκάτορες και απειλήθηκε στρατιωτική επέμβαση. Θεωρήθηκε… υποκινητής των επεισοδίων, (ίσως γιατί στην ομιλία του έλεγε ότι «χρέος μας είναι να υπερασπιστούμε τις Θερμοπύλες της Δημοκρατίας, να αποτρέψουμε την επερχόμενη δικτατορία που πρώτος στόχος της θα είναι ο Τύπος») και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλακή.

Συνέχεια ανάγνωσης