Να ξανασκεφτούμε τον Άγγελο Ελεφάντη

Standard

ΠENTE ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ Α. ΕΛΕΦΑΝΤΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑ

Μια συζήτηση με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά

με αφορμή την εκδήλωση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς «Ένα κρασί για τον Άγγελο», την Τρίτη 4 Ιουνίου

επιμέλεια: Στρατής Μπουρνάζος

Kυριάκος Κατζουράκης, «Ο αριστερός Αρχάγγελος», από τη σύνθεση «Τέμπλο», 1992-1994. Ο πίνακας κοσμεί το εξώφυλλο του τόμου «Για τον Άγγελο»,  που μόλις εξέδωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς

K. Κατζουράκης, «Ο αριστερός Αρχάγγελος», από τη σύνθεση «Τέμπλο», 1992-1994.

Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν την Τετάρτη 29 Mαΐου από τον θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς  μας καλεί, μεθαύριο Τρίτη, στην αυλή του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο, σε μια βραδιά με τίτλο «Ένα κρασί για τον Άγγελο», όπου θα συζητήσουμε για τον Άγγελο, τον Πολίτη και την πολιτική (προηγήθηκε, την Τρίτη 28.5, η εκδήλωση που οργάνωσε ο «Πουλαντζάς» μαζί με τους Φίλους του περιοδικού Ο Πολίτης στην Πάτρα, με πρωτοβουλία της Βαρβάρας Δεσποινιάδου, και ομιλητές τη Σία Αναγνωστοπούλου, τον Γιάννη Ζαρκάδη και τον Στρατή Μπουρνάζο). Την Τρίτη, «με τον τρόπο του Άγγελου Ελεφάντη», θα ανταμώσουμε, θα πιούμε, θα τραγουδήσουμε και θα μιλήσουμε. Επίσης, θα πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο Για τον Άγγελο. Στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, 1936-2008 (έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς) μια συναγωγή κειμένων για τον Άγγελο και τον Πολίτη, γραμμένων λίγο μετά τον θάνατό του, το οποίο μόλις εκδόθηκε. Με την ευκαιρία της εκδήλωσης μιλήσαμε με τον Χάρη Γολέμη και τον Αριστείδη Μπαλτά, διευθυντή και πρόεδρο αντίστοιχα του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Τη συζήτηση την είχαμε προγραμματίσει να γίνει στο εντευκτήριον των «Ενθεμάτων» ή στον «Πουλαντζά». Πλην όμως, τελικά, διεξήχθη στο Ευγενίδειο Θεραπευτήριο, όπου βρέθηκε ο Αριστείδης για εξετάσεις. Μάχιμος, στο κρεβάτι και τις πολυθρόνες του πόνου, συζήτησε με τον Χάρη — σε συνθήκες ελαφρώς διαφορετικές, είναι αλήθεια, από την αυλή της Κέκροπος, αλλά με ισοδύναμο πάθος και διάρκεια, όπως τότε.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

Το πρώτο τεύχος του "Πολίτη", Μάης 1976

Το πρώτο τεύχος του «Πολίτη», Μάης 1976

Αριστείδης Μπαλτάς: Πέντε χρόνια απουσίας είναι πολλά – ιδίως όταν ο πολιτικός χρόνος είναι τόσο πυκνός, και γενικά, αλλά και ειδικότερα για την Αριστερά. Εγώ προσωπικά, αλλά και πολλοί άλλοι, είχαμε πολλές φορές το ερώτημα, στα χρόνια αυτά, τι θα έλεγε ο Άγγελος για το ένα ή το άλλο, πώς θα τοποθετούνταν στο δείνα, τι καινούργια ιδέα θα μας έφερνε. Σκεφτήκαμε να γίνει μια ανοιχτή κουβέντα επ’ αυτού. Όχι με τη μορφή της τυπικής επετειακής εκδήλωσης («τι σπουδαίος διανοούμενος ήταν» κλπ. κλπ.), αλλά με έναν τρόπο που του ταιριάζει – άρα με ένα κρασί. Το ξέρετε, οι πιο ενδιαφέρουσες και μακρές συζητήσεις με τον Άγγελο γίνονταν στο κρασί. Και ελπίζουμε ότι η εκδήλωση της Τρίτης θα πάρει και αυτό τον χαρακτήρα.

Χάρης Γολέμης: Ακόμα κι αν θα διαφωνούσαμε σε κρίσιμα θέματα, η παρουσία του σήμερα θα ήταν καθοριστική. Η συζήτηση μαζί του, ακόμα και οι καυγάδες, άνοιγαν δρόμους, ιδιαίτερα σε θέματα της στρατηγικής της Αριστεράς.

 Α. Μπαλτάς: Άνοιγε τη συζήτηση σε έναν ορίζοντα έλλογης συμφωνίας.

Χ. Γολέμης: Πολλές από τις σημαντικότερες συζητήσεις που έχουμε κάνει με τον Άγγελο ήταν τρώγοντας και πίνοντας. Είτε στον σπίτι του είτε στο εστιατόριο του «Τζάρου» στην Πλάκα είτε στο μέσα δωμάτιο των γραφείων του Πολίτη στη Ζωναρά είτε στα φεστιβάλ. Ο Άγγελος ήταν παρών σε όλα τα φεστιβάλ, από τα πρώτα της Αυγής-Θούριου μέχρι τα αντιρατσιστικά. Και δεν πήγαινε απλώς, αλλά έψηνε σουβλάκια, έκοβε αποδείξεις, έβγαζε τις μπύρες από τα βαρέλια.

Η εκδήλωση της Τρίτης είναι ένα πρώτο βήμα σε μια γενικότερη αποτίμηση του έργου του. Θυμίζω, εδώ, ότι ο Άγγελος Ελεφάντης υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς από την ίδρυσή του μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ήδη έχουμε κάνει κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις με τον Σπύρο Ασδραχά και τα ΑΣΚΙ, που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην οργάνωση ενός «συνεδρίου», όπου θα ερευνούσαμε και θα συζητούσαμε πιο επισταμένα την όλη πολιτική και πολιτισμική συνεισφορά του στην ελληνική Αριστερά αλλά και γενικότερα. Προς θεού, δεν έχουμε στο μυαλό μας ένα κλασικό πανεπιστημιακό συνέδριο! Όταν πέθανε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Άγγελος στην Αυγή τόνιζε την πολιτική παρέμβαση που έκανε με τα γραπτά του ο φίλος και σύντροφός του ως μαχητής της Αριστεράς, σαρκάζοντας εκείνους που ήθελαν να ασχοληθούν απλώς ακαδημαϊκά με το έργο του, στο πλαίσιο κάποιας έδρας… «πουλαντζολογίας». Δεν θα τιμούσαμε τη μνήμη του, λοιπόν, αν κι εμείς κάναμε ένα συνέδριο… «ελεφαντολογίας».

politis-61neo1Σε ποια λογική, λοιπόν, σήμερα, θα πούμε ότι πρέπει να ξαναδιαβάσουμε, οι αριστεροί, τον Ελεφάντη (όπως έγραφε ο Άγγελος για τον Αλτουσέρ και τον Πουλαντζά), και ιδίως οι νεότεροι; Γιατί να ξαναδιαβάσουν τα κείμενα του Ελεφάντη, και γενικότερα τον Πολίτη;

Α. Μπαλτάς: Προτείνω να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, όπως λένε οι φυσικοί. Παίρνουμε το τεύχος 5, λ.χ., του Πολίτη, αφαιρούμε κάποια κείμενα και αναφορές στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα, πιθανόν και μερικά ονόματα πολύ αναγνωρίσιμα. Και το κυκλοφορούμε σαν τεύχος με κείμενα που γράφτηκαν σήμερα. Αν τα ξαναδιαβάσουμε χωρίς ημερομηνία και υπογραφές, θα δούμε πόσο δραστικά είναι σήμερα, θα ανακαλύψουμε στοιχεία διαχρονικότητας που τα έχει καλύψει η τύρβη. Σε αυτή τη λογική, λοιπόν, προφανώς να διαβάζουμε Ελεφάντη αλλά όχι για να κάνουμε διατριβές περί του έργου του. Στον Πολίτη, θα το θυμάστε, έλεγε, «δεν θέλουμε τα άρθρα που γράφονται για να γίνουν οι συγγραφείς τους επίκουροι».

Χ. Γολέμης: Πριν αναφερθούμε στις ιδεολογικές και πολιτικές τομές που έκανε με τη σκέψη του στην εποχή που έζησε, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε γιατί αποτελούν μέρος της ιστορίας της Αριστεράς του τόπου μας, υποστηρίζω ότι υπάρχει ένας βασικός λόγος για να διαβάζουν οι νεότεροι τα κείμενα του Ελεφάντη: να μάθουν πώς ένας αριστερός μπορεί να γράφει καλά, να γράφει κείμενα που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Και, επίσης, πώς μπορείς να είσαι συγκρουσιακός με έναν επιθετικά κόσμιο τρόπο. Τα γραφτά του είναι υπόδειγμα ευγενούς αλλά αμείλικτης πολεμικής — διακριτά από τις προσωπικές του σχέσεις, όπου πολλές φορές μπορούσε να είναι τραχύς, σκληρός. Συνέχεια ανάγνωσης

Πολυκοσμία

Standard
1-kouzelis

Roger de La Fresnaye, «Οι λουόμενοι», 1912

του Μάκη Κουζέλη

Πολύς κόσμος στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ. Κανένας που γνωρίζει αυτό τον «χώρο» από παλιότερα δεν θα φανταζόταν ένα στάδιο γεμάτο συνέδρους! Δείχνει πώς άλλαξε ο «χώρος», πώς έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, πώς επανασύνδεσε απομακρυσμένους, πώς κινητοποίησε και πάλι όσους είχαν απογοητευτεί από το περιθώριο των μικρών ποσοστών, τι σήμανε η πειστική διεκδίκηση της εξουσίας για την Αριστερά, για τις δυνάμεις της εργασίας. Κανείς πράγματι δεν θα φανταζόταν πως στις πλαϊνές αίθουσες, εκεί όπου παλιότερα γίνονταν τα συνέδρια, τώρα με δυσκολία θα χωρούσαν οι «τάσεις» και οι «συνιστώσες».

Πολύς κόσμος παντού, σε μια πρωτοφανή για τη μετεμφυλιακή ελληνική Αριστερά ταυτόχρονη συνύπαρξη εργασιών συνδιάσκεψης, συνεδριάσεων οργάνων και ομάδων, συζητήσεων, «πηγαδιών» κάθε μεγέθους, σχολιασμών και αντιπαραθέσεων. Πολύς δραστήριος, προβληματισμένος αλλά και χαρούμενος κόσμος, κόσμος έτοιμος να δράσει, να συμβάλει, να συμμετάσχει, κόσμος εν αναμονή εξελίξεων, κόσμος που επιδιώκει και προετοιμάζει εξελίξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

Standard

Ο Δημήτρης Σαραντάκος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1929. Μετά την απόλυση του πατέρα του, στελέχους του ΕΑΜ, από την Τράπεζα, για πολιτικούς λόγους, η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα. Περνάει στην Ιατρική, αλλά ξαναδίνει εξετάσεις και σπουδάζει χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου· απέκτησαν τρία παιδιά,  τον Νίκο, τη Λένα και την Έφη. Συνέχεια ανάγνωσης

Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια

Standard

του  Δημήτρη Σαραντάκου

Δημήτρης Σαραντάκος

Αρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη «αύρα», που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε «Πασιονάρια». Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε. […]

Τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και τα εργαστήρια της Αναλυτικής (της ποιοτικής ανάλυσης — του πρώτου έτους), γίνονταν σ’ ένα μικρό ισόγειο κτίριο, στην πλευρά της οδού Στουρνάρα, που εξωτερικά έμοιαζε με αποθήκη και εσωτερικά με κρατητήριο ή κάτι ανάλογο κι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με τα κομψά, αρχαιοπρεπή κτίρια του Πολυτεχνείου. Στο μικρό αμφιθέατρο και στο συνεχόμενο εργαστήριο της έδρας της Γενικής Χημείας, κουμάντο έκανε (όταν έλειπαν ο καθηγητής και ο επιμελητής φυσικά), ένας στεγνός, μονόφθαλμος κλητήρας, που οι σπουδαστές τον είχαν βγάλει Αζώρ, γιατί ήταν σωστό μαντρόσκυλο, δουλοπρεπής στους ανώτερους και άγριος στους σπουδαστές ή τους ξένους. Ήταν επίσης αρχηγός μιας οργάνωσης Χιτών στο Πολύγωνο. Στα επισκεπτήρια του, ένα από τα οποία είχε πέσει στα χέρια μας τυχαία, κάτω από τ’ όνομά του έγραφε αορίστως: «του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου». […] Συνέχεια ανάγνωσης

Μνήμη Ηλία Αργυράκη (1929-2011)

Standard

του Χ. Γεωργούλα

 

 Με τον Ηλία  συναντηθήκαμε –τύχη αγαθή– τους πρώτους μήνες της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ήμασταν μια παρέα νέοι, σχεδόν παιδιά ακόμα –τουλάχιστον πολιτικά–, πικραμένα και μάλλον αμήχανα από την επικράτηση της χούντας και την αδυναμία της Αριστεράς να την αποτρέψει. Ο Ηλίας μάς μάζεψε σιγά σιγά γύρω του και χωρίς διδακτισμό μας βοήθησε να καταλάβουμε πως ούτε η δικτατορία ούτε η πτώση της θα μπορούσε να ήταν το «τέλος του κόσμου».

Ήταν τότε ένας ώριμος άντρας σαράντα περίπου ετών, Μακρονησιώτης, Αγιοστρατίτης, από μικρό παιδί στην Αντίσταση, στην περιοχή της Καλαμάτας, της γενέτειράς του, με πρόσβαρη ιστορία (έναν πατέρα εκτελεσμένο απ’ τους Γερμανούς κι έναν αδερφό εκτελεσμένο από Έλληνες), που δεν καταδέχτηκε όμως ποτέ να τη χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει μια θέση πιο πάνω από εμάς σε μια εξουσιαστική-καθοδηγητική ιεραρχία.

Ιστορώντας μας με τον πιο απλό τρόπο, δίχως στόμφο, υπερβολές ή υπεροψία, τα πάθη της δικής του γενιάς, της γενιάς της εθνικής και δημοκρατικής αντίστασης, μας έκανε να αντιληφθούμε ότι κι από τις πιο μεγάλες ήττες μπορεί να ξεπηδήσει η ελπίδα για ένα φωτεινό αύριο. Ότι κι από το πιο χαμηλό σημείο που βρίσκεσαι, με την πλάτη στο χώμα, μπορεί να δεις τις κορυφές της ανάτασης που ελπίζεις.

 Η απλή αλλά ζώσα μεταβίβαση της εμπειρίας τού απλού αγωνιστή της Αριστεράς, με την εξιστόρηση αλλά και με παραδείγματα ζωής, μας επέτρεπε να ανακαλύψουμε και να επιβεβαιώσουμε ότι τίποτα δεν είναι οριστικό εφόσον αγωνίζεσαι. Οι αφηγήσεις του από τη Μακρόνησο, τον Αϊ-Στράτη, τις άοκνες προσπάθειες να ξαναστηθούν στα πόδια τους οι σκληρά χτυπημένες απ’ τον Εμφύλιο και το μετεμφυλιακό καθεστώς δυνάμεις της Αριστεράς οικοδομούσαν μέσα μας την πεποίθηση ότι η αντίσταση σ’ αυτό που φαίνεται να είναι παντοτινό ή αήττητο είναι η μόνη νοητή στάση για όποιον επιθυμεί να ζήσει, κι όχι να επιβιώσει. Κι έκαναν τη χούντα να μοιάζει αυτό που ήταν: ένα επεισόδιο σε μια ιστορία που γράφουν οι άγνωστοι. Συνέχεια ανάγνωσης

Κώστας Θεοδοσίου, ο ΕAMίτης

Standard

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Τ’ απόφωνα του Κώστα μου φτάσανε με δυο μηνών καθυστέρηση ως τη στιγμή που γράφω. Δεν ήταν του γραπτού λόγου, κι έτσι δεν τον ξέρουν παρά όσοι τον γνώρισαν· ήταν αφηγητής. Ούτε ήταν δημόσιο πρόσωπο: δάσκαλος ήταν στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Πατρίδα του το Σκαμνέλι, Ζαγορήσιος λοιπόν και Ριζαρίτης. Δεν πέθανε νέος, αλλά αγγίζοντας τα 90. Όταν τον ρωτούσες σε ποιο κόμμα ήταν, απαντούσε: ΕΑΜίτης. Πέρασε από την Αντίσταση, αλλά επιβίωσε χωρίς κλυδωνισμούς. Ήταν πατριώτης και πίστευε και στους μύθους ακόμη της ιστορίας μας: τυπικός εκπρόσωπος της πατριωτικής εαμικής ώσμωσης, που είχε ως έδρασμα την αξιοπρέπεια, ατομική και συλλογική, και τη δικαιοσύνη.

Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη, από παράνομο λεύκωμα, έκδοση ΕΛΑΣ-ΕΑΜ, 25 Μάρτη 1943

Είχε ωραία φωνή, έψελνε και τραγουδούσε δημοτικά κι αντάρτικα κι απ’όσο θυμάμαι ποτέ ρεμπέτικα.

Τον γνώρισα από τον Λέανδρο Βρανούση, συντοπίτη του. Τρώγαμε πού και πού (είμαστε στη δεκαετία του 1950) τα μεσημέρια συνήθως, σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια, δυο βήματα από την κάμαρη του Λέανδρου, γεμάτη βιβλία· κάπου εκεί κοντά ήταν και το «καμαρί», όπως το έλεγε, του Κώστα Κουλουφάκου. Από τους νεώτερους, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ο υποφαινόμενος και ίσως και ο ευφάνταστος ζωγράφος Θέμος Μάιπας, κι αυτός Ζαγορήσιος· καλή φωνή, τραγουδούσε κι αυτός βλάχικα τραγούδια, εκεί ή αλλού, ίσως αυτοσχεδιάζοντας. Ανάμεσα στους μεγαλύτερους, ο Βασίλης Σφυρόερας. Εκεί ακούγαμε την πλούσια κλίμακα της φωνής του Κώστα Θεοδοσίου: «Τούρκοι, βαστάτε τα’ άλογα / λίγο να ξανασάνω», κατσαντωνέικο τραγούδι και άλλα. Με τον Λέανδρο πηγαίναμε σε ένα υπόγειο της οδού Δώρου στην Ομόνοια, όπου έπαιζαν οι Χαλκιάδες — δεν έφτασα τον Φίλιππο Ρούντα· ερχόταν, αν δεν ξαστοχεύω, κι ο Κώστας. Όταν τέλειωναν ό,τι είχαν να πουν για τους σωφεραίους που σύχναζαν εκεί, έπαιζαν και για μας, το συντοπίτη τους δηλαδή Λέανδρο: ωραία ηπειρώτικα τραγούδια, όχι χορευτικά. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο ήρωας-αντιήρωας Λάκης Σάντας

Standard

του Θανάση Καλαφάτη

Πούθε κατάγεσαι μωρέ; Εδώθε…Σφακισάνος.

Α. Βαλαωρίτης, «Φωτεινός»

Αριστεροί Λευκαδίτες στρατιώτες και ναύτες στο «σύρμα» της Μακρονήσου, 1948. Στο μέσον, με τα ναυτικά, ο Απόστολος Σάντας.

Γεννημένος στη Πάτρα το 1922, με λευκαδίτικη καταγωγή από το χωριό Πηγαδισάνοι, στα όρια των πρώην δήμων Καρυάς και Σφακιωτών, ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας θα διαγράψει τη τροχιά ενός ήρωα-αντιήρωα, συμβολίζοντας την ασίγαστη αντίσταση του ελληνικού λαού σε κάθε ξενική επιβουλή, το ύφος και την αξιοπρέπεια του ενσυνείδητου αγωνιστή-πολίτη.

Μέσα στον καταιγιστικό στρόβιλο των στρατιωτικών, πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων των αρχών της δεκαετίας του 1940, ο Λάκης Σάντας, αφού κατεβάσει στις 30 Μαΐου 1941, μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, τη γερμανική πολεμική σημαία από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με τους πρωτοπόρους νέους αριστερούς της Κατοχής — από την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ στην Αντίσταση στις πόλεις, στο βουνό και από εκεί στις φυλακές και την εξορία. Αφού έχει προηγηθεί η φυλάκισή του από τους Γερμανούς το 1942, στις Φυλακές Αβέρωφ, τα οδόσημα αυτής της πορείας είναι: ο αγώνας κατά της πολιτικής επιστράτευσης, η ένταξη στον ΕΛΑΣ και οι μάχες που ακολουθούν, η συμμετοχή του στη Μάχη της Αθήνας (Δεκεμβριανά), η φυλάκισή του στην Ψυτάλλεια, η εκτόπισή του στην Ικαρία και στη συνέχεια στο Μακρονήσι (Γ΄ Τάγμα Οπλιτών).

Αυτή η συμμετοχή του αφήνει βαθιά τραύματα στην ψυχή και στο σώμα. Ένα βλήμα στο αριστερό ημιθωράκιο, στη μάχη με τους Γερμανούς στο Λιδωρίκι το 1944, θα του προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους πνεύμονες, καθώς μένει σχεδόν με έναν πνεύμονα για την υπόλοιπη ζωή του και με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα. Η συμμετοχή του Λάκη Σάντα στην Εθνική Αντίσταση αποτελεί τη φυσική συνέπεια και την έμπρακτη απόδειξη των πατριωτικών αρχών του, που δεν την ξεχωρίζει, καθώς ο ίδιος υποστηρίζει, από τη συμβολή χιλιάδων άλλων μαχητών που αγωνίστηκαν με το όπλο στο χέρι για την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανο-Ιταλούς κατακτητές και την αυριανή ειρηνική και δημοκρατική προκοπή της. Η κριτική και ο πόνος δεν αφορούν την ίδια τη συμμετοχή, αλλά την εξέλιξη του όλου αγώνα: «αντί να χαρούμε την Λευτεριά μας, που με τόσες θυσίες αποκτήσαμε, βρεθήκαμε κυνηγημένοι, φυλακισμένοι και βασανισμένοι», γράφει. Τα ερωτήματα που ορθώνονται είναι πελώρια και αμείλικτα, για την τακτική και τα λάθη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από την Καζέρτα και τον Λίβανο ως την Βάρκιζα. Η ιστοριογραφία έχει δώσει τις δικές της απαντήσεις, αφήνοντας κατά μέρος την οδύνη και τον συγκλονισμό των απλών μαχητών, που έβλεπαν να διαψεύδονται τα όνειρά τους με τον χειρότερο τρόπο. Συνέχεια ανάγνωσης