Ποιος δεν άκουσε τον Νιλς Μούιζνιεκς;

Standard

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Φράνσις Μπέικον, "Σπουδή για ένα πορτρέτο του Βαν Γκογκ", 1957

Φράνσις Μπέικον, «Σπουδή για ένα πορτρέτο του Βαν Γκογκ», 1957

Οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες της Αυγής που διέτρεξαν τις εξήντα δύο σελίδες της Έκθεσης Μούιζνιεκς,[1] πιθανότατα βρήκαν εκεί πράγματα που ήδη ήξεραν. Οι πιο αυστηροί ίσως είδαν στα διάφορα «πρέπει» του επιτρόπου ένα ευχολόγιο, ακυρωμένο την ίδια κιόλας μέρα από τον θάνατο της Σάρας, σ’ ένα από τα χιλιάδες σπίτια δίχως ρεύμα. Κι όμως, παρά την (προφανή, αλλά δεδομένη) απουσία ριζοσπαστικής διάθεσης, παρά την «αποστασιοποίηση» του συντάκτη της, και παρά την απεύθυνση συστάσεων σε ώτα επιλεκτικά ακουόντων, η Έκθεση Μούιζνιεκς αποτελεί μια σημαντική παρέμβαση. Σκέφτομαι πέντε λόγους:

Πρώτον, γιατί όσο πειστικά κι αν εξηγεί η Αριστερά εντός (και κυρίως εκτός) ότι τα Μνημόνια έφεραν την Ελλάδα μπροστά σε μια σοβαρή ανθρωπιστική κρίση (βλ. και το πρόσφατο υπόμνημα του ΣΥΡΙΖΑ) [2] έχει πολλαπλάσια σημασία ο  ισχυρισμός της να τεκμηριώνεται από έναν οργανισμό με το κύρος του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έχει δε πολλαπλάσια σημασία, όταν ο Επίτροπος είναι ένας κεντροδεξιός λετονός τεχνοκράτης, που ωστόσο, σε αντίθεση με άλλους ευρωπαίους συναδέλφους του, δεν θεωρεί πρώτιστο μέλημά του να αβαντάρει τους κρατούντες (δείτε, αντιστικτικά, τα συγχαρητήρια της κ. Μάλμστρομ για την μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης…), αλλά, αντίθετα, να συμβάλει στην προστασία αυτών που πλήττονται από την πολιτική τους. Συνέχεια ανάγνωσης