Στα όπλα…

Standard

ΡΗΤΩΣ ΛΕΧΘΕΝΤΑ

του Παναγιώτη Παπίδα

Ζακ-Λουί Νταβίντ, «Ο όρκος του σφαιριστηρίου», 1791

Είχα μια τεράστια λαχτάρα να σας εξηγήσω για ποιο λόγο θα πρέπει να αντισταθούμε στην λαίλαιπα των καιρών, στην προσπάθεια των σημερινών αρχόντων να διαλύσουν  την κοινωνία μας, έτσι όπως την ξέρουμε, έτσι όπως τη φτιάξαμε με κόπους και αγώνες χρόνια τώρα. Μα έχουν ειπωθεί τόσα που οδηγούμαι στο (ασφαλές;) συμπέρασμα ότι απλώς θα σας κουράσω. Ας υποθέσω λοιπόν ότι ξέρετε γιατί… Οπότε ας δαπανήσω τις υπόλοιπες 800 λέξεις για να παραθέσω τους διάφορους τρόπους, κοινώς τα «όπλα», που έχουμε για να πετύχουμε τον σκοπό μας.

Ας μην απομακρυνθούμε πολύ από την σύγχρονη εποχή (τότες παλιά, με  καίριο ζήτημα τις μπανάνες και τη διαχείρισή τους, οι μέθοδοι ήταν κομματάκι διαφορετικές). Στην Γαλλική Επανάσταση, λοιπόν, μαθαίνω από τα χρονικά της εποχής ότι είχανε μαζέψει παλούκια και τσουγκράνες και λοιπά αιχμηρά αντικείμενα και κατευθύνθηκαν προς την Βαστίλη, όπου η φρουρά, ανέλπιδα, παραδόθηκε. Προηγήθηκε βέβαια ο όρκος του σφαιριστηρίου (αρκετά αστείο όνομα για να σηματοδοτήσει μια επανάσταση, αλλά ποιος ασχολείται με αστειότητες τέτοιες στιγμές;) που υπήρξε  το καθοριστικό όπλο, πολύ αποτελεσματικότερο από τα παλούκια και τις τσουγκράνες — οι οποίες, σημειωτέον, υπήρχαν όλες τις εποχές, αλλά δεν βοήθησαν ιδιαίτερα σε κάποια άλλη κοινωνική επανάσταση του μεγέθους και της σημασίας της Γαλλικής. Αυτός ο χαζοόρκος, μια δέσμευση που άλλοι θα θεωρούσαν μέχρι και γελοία, ήταν το όπλο –και μάλιστα τόσο το τσακμάκι όσο και η ίδια η γέμιση– που οδήγησε μέχρι την κατάληψη της Βαστίλης. Η συνέχεια είναι γνωστή. Η Γαλλία έκτοτε είναι μια δημοκρατική χώρα… Συνέχεια ανάγνωσης

«Η μουσική μας παιδεία, δόκτωρ»

Standard

Από το κόμιξ «Ιστορία του Rock and Roll» των S. Dutfoy, D. Farran και M. Sadler

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Πιάνω το νήμα από εκεί που το άφησε η τελευταία Αντικλίμακα: από τα τραγούδια. Αλλάζω όμως συχνότητα.

«Τα χειρότερα τραγούδια της δεκαετίας του ’80» ανακοίνωνε τις προάλλες μια εκπομπή σε έναν ραδιοσταθμό του συρμού. Ο παραγωγός μιλούσε με τη συνήθη ξενέρωτη και πάντα κεφάτη φωνή, με το επίπεδο εκείνο ύφος με το οποίο ακούς τα πιο ετερόκλητα πράγματα στο ραδιόφωνο, από τα νέα μέτρα της κυβέρνησης ως το θάνατο ή το γάμο κάποιου σταρ. Άκριτα. Το διασκέδαζε — και στην προκειμένη περίπτωση καλά έκανε, γιατί μόνο για γέλια ήταν τα τραγούδια της λίστας (από το περιοδικό Rolling Stone). Φαντάστηκα κάποιον παρόμοιο παραγωγό τη δεκαετία του ’80: με την ίδια κεφάτη φωνή θα αναμετέδιδε τα τραγούδια του Chris de Burgh, αυτά που τώρα συγκαταλέγονται στα χειρότερα της δεκαετίας τους. Άκριτα. Μπορεί να του άρεσαν κιόλας.

Τα λίγα που ξέρω για την ξένη μουσική τα έμαθα από δύο πηγές: από τις εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη και από το κόμιξ Ιστορία του Rock and Roll (των Serge Dutfoy, Dominique Farran και Michael Sadler, μετάφραση Ιζαμπέλλας Σασλόγλου, εκδόσεις Γράμματα, 1986). Για το βιβλίο δεν έχω να γράψω πολλά, όποιος θέλει να είναι στοιχειωδώς ενημερωμένος για τα βασικά πρέπει να το διαβάσει, είναι ένα πανέξυπνο και υπέροχο κόμιξ με τρομερό χιούμορ. Συνέχεια ανάγνωσης