Λαμπριάτικη διασκέδασις

Standard

του Άγγελου Σημηριώτη

Ενδιαφέρουσες διασκεδάσεις

Μερικές φορές αρκεί κάτι το ελάχιστο για να πούμε ότι διασκεδάσαμε. Σ’ αυτό μπορούμε να συμπεριλάβουμε ακόμα και τη μέρα της Λαμπρής. Δεν χρειάζονται πακέτα διακοπών με ιδιαίτερες προσφορές, όπως έχουμε συνηθίσει τις τελευταίες δεκαετίες. Η συντροφιά αγαπημένων προσώπων, ένας περίπατος, κάτι που αποζητούσαμε από καιρό – μικρό αλλά ενδιαφέρον – μπορούν να προσφέρουν χαρά και να προσδώσουν τον ιδιαίτερο τόνο της περίπτωσης ή της μέρας.

Ένας περίπατος στο Κάστρο της Μυτιλήνης, τη Λαμπρή του 1915, αναγγέλλεται ως «Λαμπριάτικη διασκέδασις» του χρονογράφου Άγγελου Σημηριώτη και της οικογένειάς του· μόνο που η προσδοκία δεν αρκεί για να πραγματωθεί η επιθυμία και να επαναληφθεί το ωραίο του παρελθόντος. Τα όσα διαδραματίστηκαν δεν χαροποίησαν τους συμμετέχοντες, όμως έγιναν χρονογράφημα στην εφημερίδα Λέσβος, στις 25 Μαρτίου του 1915, και ενδιαφέρον ανάγνωσμα με πολλά στοιχεία, ακόμα και έναν αιώνα μετά.

Αριστείδης Καλάργαλης

 ***

Κωνσταντίνος Μαλέας -Κάστρο Μυτιληνης

Είχ’ ακούσει για το περυσινό ξεφάντωμα που έγινε τη μέρα της Λαμπρής στους διαφόρους λόχους στο Κάστρο. Κάποιοι που είχανε βρεθεί εδώ και ύστερα ήλθανε στη Σμύρνη όταν μας τα διηγούνταν έτρεχαν τα σάλια μας. Και είχα υποσχεθεί στη γυναίκα μου, αν ίσως κ’ είμαστε του χρόνου στη Μυτιλήνη να την πάγω να το ιδεί και ν’ αδειάσουμε μια μποτίλια μπύρα με τους στρατιώτες μας για την Πατρίδα.

Έτσι λοιπόν που λες, προχτές, ανήμερα του Πάσχα, πρωί-πρωί, απ’ την Επάνω Σκάλα που κάθομαι ξεκίνησα με τη γυναίκα μου, τα δυο μου τα μωρά και τη δούλα μου που σήκωνε το πιο μικρό, για το Κάστρο. Και για να τους σεργιανίσω καλλίτερα, μπήκαμε από την κάτω πόρτα του Κάστρου, εκείνη που βγάζει στο γιαλό της Επάνω Σκάλας. Συνέχεια ανάγνωσης

«Είμαστε σπίτι μας οπουδήποτε υπάρχουν αθώα θύματα» *

Standard

Μυτιλήνη, Γενάρης 2016

 της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου

Θα πάω ανάποδα. Είναι καλύτερα έτσι.

Μυτιλήνη, Γερνάρης 2016. Φωτογραφία της Ηλ. Αλεξανδροπούλου

Η Μυτιλήνη είναι, εδώ και μήνες, ένα μέρος που φτιάχνεται από καθαρή ζωή. Παίρνει τις αντιφάσεις και σου τις πετάει στη μούρη χωρίς δισταγμούς, ούτε τύψεις, ούτε τίποτα. Αυτό είναι η ζωή, και πάρε νάχεις. Έτσι λέει. Στη Μυτιλήνη το παρόν είναι τόσο παρόν που δεν ζηλεύει το μέλλον, δεν μπορεί να το φανταστεί, δεν προλαβαίνει, δεν ασχολείται καθόλου. Στη Μυτιλήνη η ζωή νικάει την πολιτική. Μέχρι σήμερα, και βλέπουμε. Γιατί είναι και τα ΦΕΚ που θα καταγράφουν τους εθελοντές· τα βλέπουμε. Έτσι δε λένε στην πόκα και σε άλλα τέτοια παιχνίδια της τύχης; «Τα βλέπω». Θα δούμε λοιπόν.

Η εξουσία ανακατεύει τη λάσπη. Στη Μυτιλήνη η εξουσία, όλες οι εξουσίες, ανακατεύουν πρώτα τον βυθό της θάλασσας και μετά ανακατεύουνε τη λάσπη από τη βροχή πάνω στα συρματοπλέγματα στη Μόρια, τη σκόνη από τα χαλίκια στα γραφεία των παραμάγαζων στο Καρά Τεπέ που πουλάνε τα εισιτήρια στους πρόσφυγες πάντα πιο ακριβά, λίγο πιο ακριβά, έτσι για την αλητεία, τη σκουριά στα κάγκελα στο κρατητήριο όπου κρατούνται ένας, δύο, τρεις διακινητές, πού τι θα γίνει μ’ αυτούς ρε παιδιά; Ε, τι να γίνει, τα γνωστά: θα δικαστούν, θα καταδικαστούν και σε λίγους μήνες θα είναι πάλι έξω, τη μυρωδιά από τα λεφτά που σκορπάει απλόχερα η σταρ των ΜΚΟ, το IRC, σε ολόκληρο το νησί και Μόλυβος, Μυτιλήνη, Εφταλού υποκλίνονται στο πέρασμά του… Και τη λάσπη στο μυαλό που έχουνε κάτι προύχοντες που κρατάνε πόστα χρόνια τώρα, πολλά χρόνια, σε ναυσιπλοΐες, τηλεοράσεις του Αιγαίου και ραδιόφωνα, κάτι άθλιοι που θα τους ξεχάσεις αμέσως. Συνέχεια ανάγνωσης

Περί πιστοποιήσεων ο λόγος

Standard

της Μυρτώς Μπολώτα 

Πλάτανος, Λέσβος. Φωτογραφία του Νίκου Μαλιάκου.

Πλάτανος, Λέσβος. Φωτογραφία του Νίκου Μαλιάκου.

Δεν θα ξεκινήσω απαριθμώντας τα προβλήματα. Μας πιέζουν όλους. Θα ξεκινήσω από τις χιλιάδες γυναίκες και άντρες που τα τελευταία χρόνια αποφάσισαν να βγουν μπροστά, συγκροτώντας τελικά ένα πολύμορφο και ζωηρό κίνημα αλληλεγγύης. Ενεπλάκησαν εν σώματι, διέθεσαν και εξακολουθούν να διαθέτουν το απόθεμα της ψυχής και του κουράγιου τους, δημιουργώντας μια καινοφανή και σπουδαία κοινωνική δυναμική. Και κυρίως μορφοποίησαν την ελπίδα ότι ενεργοποιούμενοι, οργανωνόμενοι, συμμετέχοντας, εφευρίσκοντας, παρεμβαίνοντας θα μπορέσουμε να αλλάξουμε την τροχιά στην οποία έχει μπει αυτή η μικρή γωνιά της Γης.

Πετύχαμε όμως και κάτι ακόμα, εξίσου σπουδαίο: με την ενεργό παρουσία μας να ανακόψουμε την επέλαση του εκφασισμού, είτε ως κοινωνικού αυτοματισμού είτε ως πολιτικής εκφοράς. Η έμπρακτη έκφραση της αλληλεγγύης από χιλιάδες πολίτες συνέβαλε στην υπαρκτή και υπάρχουσα ριζοσπαστικοποίηση σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Οι άγγελοι πρόσφυγες (1914, 1922 και 2015)

Standard

Περπατώντας το τελευταίο διάστημα στο λιμάνι της Μυτιλήνης, στην προκυμαία, στον Δημοτικό Κήπο νιώθεις την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Η αχλή του χρόνου όχι μόνο δεν έφυγε αλλά επιχρωματίστηκε. Χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από δω, με τα όνειρά τους σε τορβάδες τότε, σε σακίδια σήμερα. Οι παράγκες έγιναν σκηνές, το συσσίτιο σάντουιτς, οι ξύλινες βάρκες φουσκωτά. Και τότε, 1914 και 1922, και σήμερα, μένουν κάτω από τα δέντρα του Κήπου, απλώνουν κουβέρτες, στήνουν πρόχειρα καταλύματα, κάνουν τις χρειώδεις ανάγκες τους. Κατά τα δημοσιεύματα της εποχής ήταν εμπόδιο «εις την κυκλοφορίαν των αμαξών και των περιπατητών, και ποίον μόλυσμα εις τον καθαρόν αέρα του Κήπου». Σε πρόσφατη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου Λέσβου υπήρξε διαμαρτυρία ότι «δεν μπορούμε να πιούμε τον καφέ μας εκεί».

Μυτιλήνη, Σεπτέμβριος 1922, πρόσφυγες στο λιμάνι

Μυτιλήνη, Σεπτέμβριος 1922, πρόσφυγες στο λιμάνι

Ο Ντόρος Ντορής ήταν δάσκαλος και δημοσιογράφος, από τους βασικούς συντελεστές της Λεσβιακής Άνοιξης. Ήταν εκδότης της πρώτης εφημερίδας Ο Μυτιληνιός που κυκλοφόρησε στη Λέσβο το 1909. Ασπάστηκε τις σοσιαλιστικές ιδέες· ίσως γι’ αυτό κατηγορήθηκε για απροσάρμοστη συμπεριφορά ως δάσκαλος, δικάστηκε, αθωώθηκε και έφυγε από το νησί. Στα χρονογραφήματα και γενικότερα στα δημοσιεύματά του καταθέτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Πολλά από αυτά είχαν κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1916 δημοσιεύει, στην εφημερίδα Σάλπιγξ, το χρονογράφημα «Οι άγγελοι». Σ’ αυτό καταγράφει και σχολιάζει την προσφυγική εικόνα της πόλης, την οποία ζήσαμε και εμείς, οι νέοι Μυτιληνιοί, τούτο το καλοκαίρι.

Αριστείδης Καλάργαλης Συνέχεια ανάγνωσης

Παπα-Στρατής: Ο προστάτης-άγγελος των προσφύγων και κατατρεγμένων

Standard

Παπα-Στρατής Δήμου: In memoriam 

8-PAPASTRAATIS AΟ μυτιληνιός Παπα-Στρατής Δήμου, που χάσαμε σε ηλικία πενήντα εφτά χρονών την Τετάρτη, ήταν ένας άνθρωπος που το έργο του, για την υποδοχή, την ανακούφιση, τη στήριξη των μεταναστών και των προσφύγων δεν χωράει σε λόγια. Σαν αποχαιρετισμό, λοιπόν, παραθέτουμε σήμερα κάποια από τα δικά του λόγια, όπως τα κατέγραφε ο ίδιος στο facebook, τεκμήρια του ήθους και της φλόγας του, παράδειγμα ζωής για όλους και όλες μας, χριστιανούς και αλλόθρησκους, πιστούς και άπιστους.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

8-PAPASTRATIS-alloΟ δικός μου Θεός

Ο δικός μου Θεός, που εγώ πιστεύω, είναι θεός αγάπης, ειρήνης και συγχώρεσης. Δεν είναι ούτε ζηλόφθονος ούτε εκδικητικός, δεν έχει τα ανθρώπινα πάθη και δεν κρίνει από τη σιγουριά του καναπέ. Ο Θεός μου είναι αγάπη, και η αγάπη τα πάντα σκεπάζει, πάντα ελπίζει, τα πάντα υπομένει. Οι ακραίοι, οι φανατικοί κάθε θρησκείας είναι άνθρωποι που ουσιαστικά δεν πιστεύουν στον Θεό. Καλύπτονται πίσω από τη κάθε θρησκεία για να κάνουν τα εγκλήματά τους και να κερδίσουν δύναμη και πλούτο, καλυπτόμενοι και εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια και το θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου. Το ίδιο συμβαίνει με τον κάθε φανατικό ρατσιστή, τον άνθρωπο που πιστεύει σε κοινωνικές και φυλετικές διακρίσεις τον άνθρωπο που έχει μίσος και κακία στη καρδιά και που δεν έχει καμιά σχέση με τον θεό γιατί δεν έχει μάθει να αγαπά.

Το χαμόγελο στα πρόσωπα αυτών των παιδιών

Το χαμόγελο που θα δεις στα πρόσωπά αυτών των παιδιών είναι η άνοιξη στο χειμώνα της ζωής. Ο Παράδεισος του ανθρώπου στο πέρασμα στους δρόμους της αγάπης, η ελπίδα για το αύριο· και μας θυμίζει ότι ο κόσμος χρειάζεται ειρήνη και αγάπη και ότι πρέπει να δώσουμε αγώνα για τα αυτονόητα ιδανικά της ζωής του ανθρώπου. Είναι παιδιά πλασμένα κατά την εικόνα του Θεού, και πρέπει να τα δώσουμε ειρήνη και αγάπη, γιατί την αγάπη στο Θεό θα τη δώσουμε μέσα από την αγάπη μας στα παιδιά των δρόμων του πόλεμου και της προσφυγιάς.

Ένας μουσουλμάνος που ασπάστηκε έναν ορθόδοξο παπά

Μια από τις δυσκολότερες μέρες της ζωής μου ήταν η χθεσινή (22.5.2015) Βρεθήκαμε με τα μέλη της Αγκαλιάς να διαχειριστούμε και να απαλύνουμε το πόνο των μανάδων και των παιδιών του πολέμου. Περίπου στις 10 το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και μια τρεμάμενη γυναικεία φωνή, αφού ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση, με πληροφόρησε ότι τρεις γυναίκες με μικρά παιδιά, που οι δυο είναι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, έχουν κατασκηνώσει κάπου στην Καλλονή. Κατάλαβα αμέσως ότι ήταν από αυτούς που κατέβαιναν από το Αρκαλοχώρι που είχαν στρατοπεδεύσει και είχαν γνωρίσει την αγάπη και τη ζεστή αγκαλιά των κατοίκων του χωρίου. Αμέσως σηκώθηκα και κατευθύνθηκα στο μέρος που μου είπαν για να τις βρω, και ταυτόχρονα ενημέρωσα τα μέλη της Αγκαλιάς για το πρόβλημα, λέγοντας να φέρουν νερό γάλα τοστ κρουασάν χυμό για την πρώτη επαφή. Συνέχεια ανάγνωσης

Λέσβος: ημερολόγια αλληλεγγύης

Standard

Λέσβος: ημερολόγια αλληλεγγύης

Οι λέξεις είναι φτωχές για να περιγράψουν αυτό που γίνεται τους τελευταίους μήνες στη Μυτιλήνη, τη Σάμο, τη Λέρο, την Κω και τα άλλα νησιά: κάθε μέρα φτάνουν εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, πρόσφυγες, κυρίως από το Αφγανιστάν και τη Συρία, άνθρωποι κατατρεγμένοι και τσακισμένοι από τον πόλεμο, που αναζητούν σωτηρία για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Οι λέξεις είναι φτωχές για να περιγράψουν όχι μόνο την τραγωδία, αλλά και την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά. Γιατί, εκτός από το δράμα, τις τρομακτικές ελλείψεις των υποδομών, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, υπάρχει και μια άλλη όψη, φωτεινή, που δεν ξέρουμε καλά ή πολλές φορές την ξεχνάμε: κι αυτή είναι οι συμπολίτες μας, σε τούτα τα νησιά, που έχουν κινητοποιηθεί αγκαλιάζοντας τους πρόσφυγες. Η «Αγκαλιά» στην Καλλονή της Λέσβου είναι μια ΜΚΟ με σπουδαίο έργο στον τομέα αυτό. Οι άνθρωποί της, από το υστέρημα του χρόνου τους και το περίσσευμα της ψυχής τους, δίνουν καθημερινά τη μάχη της αλληλεγγύης και της αγάπης. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το «ημερολόγιο» (τις σημειώσεις που κρατάει κάθε βράδυ) ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς, ένας από τους πρωτεργάτες της «Αγκαλιάς». Γιατί μέσα από τις σελίδες αυτού του «ημερολογίου εκστρατείας» (μια διαρκής εκστρατεία που κρατάει χρόνια) αναδεικνύονται ο πόνος και η αγάπη, η δυσκολία και τα γέλιο, ο αγώνας και η φροντίδα — όλα μαζί. Και θα επανέλθουμε.

Στρ. Μπ. 

Γιώργος Τυρίκος-Εργάς

Μυτιλήνη, καλοκαίρι 2015. Φωτό: AFP (πηγή: www.middleeasteye.net)

Μυτιλήνη, καλοκαίρι 2015. Φωτό: AFP (πηγή: http://www.middleeasteye.net)

6.7.2015. Το βιβλιαράκι της μικρής Γκαρντένια. Το πρωί ταΐσαμε βιαστικά τους 30 περίπου ανθρώπους που διανυκτέρευσαν στην Καλλονή: είχαμε νέα από Μόλυβο πως έχουν έρθει περισσότεροι. Μέχρι το μεσημέρι, όπως μπόρεσε ο καθένας από τους βραδινούς είχε φύγει. Το απόγευμα ήρθαν τέσσερα παλικάρια από Αφγανιστάν. Κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν, είδαν γύρω τους: η «Αγκαλιά» ήταν σε κακά χάλια. Δεν προλαβαίναμε να καθαρίσουμε και φώναξα μια εθελόντρια μήπως μπορεί να βοηθήσει. Το απόγευμα με πήρε τηλέφωνο. Είχε πάει «Αγκαλιά» και τα είχε βρει όλα πεντακάθαρα. Οι τέσσερις με είχαν πάρει χαμπάρι πως είχα αγχωθεί και αποφάσισαν, δίχως να μου πουν κουβέντα, να αναλάβουν δράση μόλις έφυγα. Πρέπει να τους πήρε πάνω από τέσσερις ώρες γιατί τόσο καθαρή η «Αγκαλιά» δεν έχει υπάρξει ποτέ. Αυτό λοιπόν για όσους γκρινιάζουν πως οι πρόσφυγες δεν έχουν την κουλτούρα της καθαριότητας, ξεχνώντας το πόσο εύκολα ένας κυνηγημένος άνθρωπος γίνεται αγρίμι… […] Συνέχεια ανάγνωσης

Αμήν!…

Standard

του Στράτη Μυριβήλη

Από δεξιά: Στράτης Μυριβήλης, Νίκος Πασαλής (λόγιος), Μιχαήλ Φραγκίδης (βιβλιοδέτης Κόκκινων ιστοριών), Μυτιλήνη 1915. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περ. «Νέα Εστία», τχ. 1033, 15.7.1970, σ. 959.

Από δεξιά: Στράτης Μυριβήλης, Νίκος Πασαλής (λόγιος), Μιχαήλ Φραγκίδης (βιβλιοδέτης Κόκκινων ιστοριών), Μυτιλήνη 1915. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περ. «Νέα Εστία», τχ. 1033, 15.7.1970, σ. 959.

Προσφυγικά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς του 1915. Όλοι έχουμε πει τα κάλαντα όταν ήμασταν παιδιά. Βεβαίως, εκτός από τη διατήρηση του εθίμου, περιμέναμε και την οικονομική ενίσχυση από τους αφέντες του κάθε σπιτιού. Μόνο που μερικές φορές οι αφέντες ήταν σφιχτοχέρηδες και μεις τους αποπαίρναμε. Ένα τέτοιο καλάντισμα περιγράφει στο χρονογράφημά του «Αμήν!…» ο Στράτης Μυριβήλης, δημοσιευμένο στις 3 Ιανουαρίου 1915 στην εφημερίδα Σάλπιγξ της Λέσβου. Ο Μυριβήλης είναι, τότε, νεαρός δημοσιογράφος. Μόλις τον προηγούμενο Μάιο έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα, και τον Φεβρουάριο του 1915 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες. Την ίδια περίοδο στη Μυτιλήνη έχουν αφιχθεί οι μικρασιάτες πρόσφυγες του Πρώτου Διωγμού και προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν. Κάποιοι έφηβοι πρόσφυγες για να ενισχύσουν το ατομικό και οικογενειακό τους εισόδημα ψάλουν τα κάλαντα κάπου κοντά στο σπίτι του Μυριβήλη, στην παλιά γειτονιά της Επάνω Σκάλας. Την απροθυμία της σπιτονοικοκυράς να προσφέρει τον απαραίτητο οβολό παρουσιάζει ο χρονογράφος.

Αριστείδης Καλάργαλης

 

Μια παρέα εφήβων προσφύγων εσταμάτησε κάτω από ένα πλουσιόσπιτο της γειτονιάς μου και άρχισε να λέει τα κάλαντα, τη συνοδεία μιας θορυβώδους τραμπούκας. Η βροχή έπεφτε ψυχρή και επίμονη, και οι νεαροί ψάλτες είχανε τα μελανιασμένα χέρια χωμένα στις τσέπες, τα κασκέτα χωμένα ως τα αυτιά, και οι μύτες κοκκίνιζαν ως ρεπανάκια.

Αφού εξύμνησαν τα κάλλη της κυράς λιγνής, κυράς ψηλής, κυράς καμαροφρύδας, η οποία εντούτοις εις την πραγματικότητα παρουσίαζε σωματικήν διάπλασιν εντελώς αντίθετην προς την περιγραφήν των ωραίων στίχων, και αφού έκαναν τον ίδιον πανηγυρικόν και για την κόρη, την οποίαν παρέστησαν πεντάμορφην σαν βασιλοπούλαν των παραμυθιών, χωρίς το καημένο το κορίτσι να διαμαρτυρηθεί διά το κατάφωρον ψεύδος το οποίον επέρριπτον επί της ξυλοκοπτοειδούς σιλουέτας την οποίαν ο ειλικρινής καθρέπτης παρουσίαζεν επί τω αντικρύσματί της, ηυχήθησαν χρόνια πολλά και περίμεναν την πληρωμήν των διά τας μουσικάς ευχάς που εσκόρπισαν πλούσια επί του ευπορούντος σπιτιού.

Αλλά κανένα παράθυρο δεν άνοιξε, κανένα χέρι δεν εβγήκε, κανένα νόμισμα δεν εκρότησεν επάνω εις τις βρεγμένες πέτρες. Τότε ο τενόρος της παρέας εκραύγασε εις τον ανώτατον τόνον της φωνητικής του κλίμακος:

— Αϊ! και του χρόνου αφέντες!

Μα οι αφέντες πέρα βρέχει. Και ύστερα πιο μπάσος άνοιξε το πηγαδόστομά του και ολόλυξεν υποκώφως:

— Λέμε, και του χρόνου αφέντες!

Μα οι αφέντες χαμπάρι. Συνέχεια ανάγνωσης

Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό

Standard

του Ηλία Βενέζη

Ο Βενέζης (καθήμενος δεύτερος) με συναδέλφους τραπεζικούς, Μυτιλήνη 1927. Eφ. «Ταχυδρόμος», 1.1.1931

— Κύριε, θα είχατε την καλωσύνη…

— Ορίστε, κύριε.

— Θα μπορούσα να βρω ένα φαρμακείο…– πώς το λένε, πώς το λένε…

Τα μεγάλα, παιδιάτικα, εκφραστικά μάτια ψάχνουν τον αέρα να το βρουν.

— …Ένα φαρμακείο, να — όλο…πώς το λένε;… όλο ανοιχτό.

Απ’ τα πολλά καταλαβαίνω πως ζητείται ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Είναι βράδυ, επαύριον των Χριστουγέννων, η σκηνή στα «Ολύμπια».

— Τι θέλετε;

— Θάθελα… ένα ασπιρίνη. Μου πονεί το κεφάλι.

Στο τραπέζι μας, ένας φίλος έχει ασπιρίνη. Του δίνουμε μία.

— Ξένος είσθε, κύριε;

Υποθέτω πως θα πρόκειται για κανέναν βεριτάμπλ ρωμιό, που είνε ντυμένος κουστούμι σπορ, έχει συμπαθητικώτατη μορφή και μόλις ενθυμείται μεταξύ αγγλικής ή γαλλικής και ολίγην τινα ελληνική.

— Ξένος είσθε, κύριε;

— Ναι, είμαι Τούρκος κύριε.

— Α! Τούρκος!

Αναστάτωση στο τραπέζι μας. Τα μάτια ερευνούν ανήσυχα το φαινόμενον. (Άκου, Τούρκος!…λέει ένας σιγανά με δέος. Μωρέ και πού μοιάζει, Τούρκος; ψιθυρίζει ένας άλλος). Η συμπαθητική κυρία του γειτονικού τραπεζιού που ασχολείται με την ποίησιν, στηλώνει επί τω ακούσματι μια τόσο τρομαγμένη ματιά. Συνέχεια ανάγνωσης

Στις γειτονιές του κόσμου

Standard

ΚΟΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

του Αριστείδη Καλαργάλη

Τάφος άγνωστου μετανάστη, με τη φράση «Αφανός», που στη συνέχεια κάποιος, προσθέτοντας ένα γάμα, διόρθωσε σε «ΑφΓανός». Φωτογραφία του Μπάμπη Στυλιανίδη, 2007.

Στέκομαι πλάι στο άγαλμα της μικρασιάτισσας Μάνας, στην Επάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Τη γειτονιά των προσφύγων. Κοιτώ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Σφαλώ τα μάτια και βλέπω τα καΐκια και τις βάρκες κατάφορτα με πρόσφυγες του 1914, του 1922. Πολλές οι μάνες με τα παιδιά τους, γιατί οι άντρες έμειναν πίσω, είτε για να φροντίσουν την περιουσία, είτε απ’ το κυνηγητό και το λεπίδι. Στο γύρισμα της Ιστορίας δεν μπορείς να κάμεις σωστό υπολογισμό, να κρίνεις κατά πού πρέπει. Χωρίζεις την οικογένεια, τα υπάρχοντα. Κάποιοι να σωθούν, ώστε να βοηθήσουν, αν γίνει μπορετό τους άλλους. Αυτούς που μένουν πίσω και περιμένουν.

Στήθηκαν παράγκες και σκηνές, στις αυλές των σχολειών, στα τζαμιά, στις αλάνες. Φτιάχτηκαν υπαίθρια κουζινιά, στήθηκαν νοικοκυριά. Μια παράγκα ή ένα δωμάτιο έγινε το νέο σπίτι. Έπρεπε να τα χωρέσει όλα. Οι πιο τυχεροί εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των Τούρκων που έφυγαν. Ανταλλαγή ονομάστηκε. Λες κι επρόκειτο για ζώα ή για παιχνίδια παιδιών. Δημιουργήθηκαν συσσίτια, από Επιτροπές βοήθειας  ντόπιων, Συνδέσμους Κυριών, Συλλόγους παροχής εργασίας και υπηρεσιών. Δόθηκαν επιδόματα, αποζημιώσεις για να σταθούν στα πόδια τους οι πρόσφυγες. Συνέχεια ανάγνωσης