27 Ιανουαρίου, ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος

Standard

του Νίκου Φίλη

Η 27η Ιανουαρίου καθιερώθηκε διεθνώς ως Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, με ψήφισμα των Ηνωμένων Εθνών το 2005, εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε προηγηθεί, το 2002, ανάλογη απόφαση των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, με πρωτοβουλία των υπουργών Παιδείας.

Σκίτσο της τότε 14χρονης Helga Weissova, επιζήσασας του Ολοκαυτώματος. Κοιτώνας κοριτσιών

Σκίτσο της τότε 14χρονης Helga Weissova, επιζήσασας του Ολοκαυτώματος. Κοιτώνας κοριτσιών

Η ημερομηνία είναι συμβολική. Στις 27η Ιανουαρίου 1945 ο σοβιετικός στρατός έφθασε στο Άουσβιτς. Οι ελευθερωτές αντίκρισαν μονάχα 7-8.000, οι οποίοι ανέλπιστα είχαν επιζήσει, ενώ λίγες μέρες νωρίτερα το στρατόπεδο είχε εκκενωθεί από 58.000 κρατούμενους που σε μια πορεία θανάτου οδηγήθηκαν σε άλλα στρατόπεδα στο εσωτερικό της Γερμανίας. Την 27η Ιανουαρίου μνημονεύεται, λοιπόν, η απελευθέρωση του τόπου καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωσης όπου συντελέστηκε η δολοφονία σχεδόν 1.000.000 Εβραίων, αλλά και κομμουνιστών άλλων αντιφρονούντων, Τσιγγάνων, αιχμαλώτων πολέμου και ομοφυλοφίλων. Στο Άουσβιτς ΙΙ-Μπίρκεναου λειτούργησαν τεράστιοι θάλαμοι αερίων και κρεματόρια στα οποία, από το 1942 και μετά, εξοντώθηκαν Εβραίοι από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη και ανάμεσά τους, από την άνοιξη του 1943, οι Εβραίοι της Ελλάδας. Συνέχεια ανάγνωσης

O Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός -ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Standard

Χίτλερ και Μιχαλολιάκος: εκλεκτικές συγγένειες 

Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής  (εκδ. νήσος) με μεγάλη προσμονή,  καθώς είχα πρωτακούσει να μιλάει με (πολύ) καλά λόγια γι’ αυτό ο Μάκης Κουζέλης.  Όταν τέλειωσα το διάβασμα, το αποτέλεσμα είχε ξεπεράσει όλες τις προσδοκίες μου. Εκτός όλων των άλλων, η μελέτη της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη μας  ξαναθυμίζει πώς η θεωρία μπορεί να είναι εργαλείο (και όχι βαρίδι), πώς η επιστημονική μελέτη μπορεί να τροφοδοτεί (και να τροφοδοτείται από) την πολιτική σκέψη και δράση. Πολύ σημαντικό για την κατανόηση του λόγου της Χρυσής Αυγής και της στρατηγικής του, το βιβλίο αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες του λόγου αυτού, τους τρόπους που οργανώνεται και απευθύνεται στο κοινό του, συγκροτώντας το, την αγκίστρωσή του στην καθημερινότητα, τη ναζιστική γενεαλογία του αλλά και τα επίκοινα σημεία του με άλλους κυρίαρχους λόγους. Ανάγνωσμα λοιπόν απολύτως αναγκαίο, για αντιφασίστες και αντιφασίστριες, και όχι μόνο, διό και το συστήνω ενθέρμως. Δημοσιεύουμε, σήμερα, αποσπάσματα από το κομμάτι που αναφέρεται στη συγγένεια του λόγου του Ν. Μιχαλολιάκου με τον λόγο του Χίτλερ.

Στρ. Μπ.

της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη 

3-despoina

Αθήνα, 2015. Φωτογραφία του Τάκη Γέρου

Όταν γίνεται λόγος για «εκλεκτικές συγγένειες», προφανώς η παραπομπή αφορά τη χιτλερική ρητορική. Είναι μάλλον προφανές ότι όχι μόνο η δομή, τα θέματα, οι στρατηγικές και η φυσιογνωμία του λόγου της Χρυσής Αυγής είναι χιτλερικής προέλευσης, αλλά ακόμα και η ίδια η έμπνευση και θεωρητικοϊδεολογική καταγωγή τους. Θα μπορούσαμε, επομένως, να κατατάξουμε συνολικά τις συγκεκριμένες ομιλίες ως «είδος» ή τμήμα του σχετικού συστήματος λόγου και εξουσίας. Ωστόσο, πέρα από τη συνολική προσέγγιση, αλλά και την προηγούμενη αναφορά στις μιμήσεις και την υιοθέτηση από τη Χ.Α. ων καθαυτό χιτλερικών συνθημάτων, έχει σημασία να εντοπιστούν και να αναδειχτούν και οι έμμεσες, πλην σαφείς, αναφορές σε χιτλερικά κείμενα, και πιο συγκεκριμένα στον Αγώνα και στο Δεύτερο Βιβλίο. Συνέχεια ανάγνωσης

Τέχνη και Ναζισμός: «Ευθυγράμμιση», «εκφυλισμός» και αισθητικοποίηση του πολιτικού

Standard

 18 Ιουλίου 1937: Τα εγκαίνια του Οίκου της Γερμανικής Τέχνης

 της Πηνελόπης Πετσίνη

 4-pinelopi-5Στις 18 Ιουλίου 1937, ο Αδόλφος Χίτλερ εγκαινιάζει ένα από τα πιο μεγαλεπήβολα δείγματα του σχεδίου της ναζιστικής προπαγάνδας: τον Οίκο της Γερμανικής Τέχνης (Haus der Deutschen Kunst) στο Μόναχο. Μια μεγαλοπρεπής πομπή –απροσδιόριστο ανακάτεμα αρχαιοελληνικής, κλασικής και τευτονικής αισθητικής–, σκηνοθετημένη με την ίδια σχολαστικότητα που οργανώνονταν οι λαμπαδηδρομίες και τα συλλαλητήρια του ναζιστικού κόμματος κυριαρχεί στους δρόμους της πόλης για ώρες, καθώς το Ράιχ γιορτάζει «Δύο Χιλιάδες Χρόνια Γερμανικού Πολιτισμού». Κεντρική θέση σ’ αυτό το πολυδιαφημισμένο μαζικό θέαμα κατέχει η έκθεση Große Deutsche Kunstausstellung (Μεγάλη Γερμανική Τέχνη), μια μεγάλης κλίμακας παρουσίαση που στόχευε να επιβάλλει μια καθολική και έγκυρη «γερμανική» τέχνη, η προώθηση και επικράτηση της οποίας υπήρξαν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τον αποκλεισμό και τη δυσφήμηση του τότε πρωτοπόρου μοντερνισμού.

Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία, το ναζιστικό κόμμα χρησιμοποίησε όλα τα διαθέσιμα αισθητικά μέσα για να προβάλει την εικόνα του. Οι παρελάσεις, τα θεάματα, οι μαζικές συγκεντρώσεις και τα συλλαλητήρια του ναζιστικού κόμματος, που πρόβαλλαν με τεράστια επιτυχία οι προπαγανδιστικές ταινίες της Λένι Ρίφενσταλ, είναι παραδείγματα αυτής της νέας «μαζικής αισθητικής». Αντίστοιχη ήταν και η έμφαση που δόθηκε στην προώθηση παραδοσιακών πολιτιστικών αξιών και καλλιτεχνικών ειδών. Για την κυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ η καλλιέργεια των τεχνών είχε μεγαλύτερη και πιο διαρκή σημασία, ακόμα και από την ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών των ανθρώπων. Ο ίδιος ο Φύρερ δήλωσε χαρακτηριστικά το 1936 στη Νυρεμβέργη: «Η τέχνη είναι η μόνη πραγματικά διαχρονική επένδυση της ανθρώπινης εργασίας».

Adolf Wissel, «Οικογένεια αγροτών από το Κάλενμπεργκ» («Μεγάλη Γερμανική Τέχνη»)

Είχε προηγηθεί η ομιλία του στο συνέδριο του ναζιστικού κόμματος το 1934, όπου αποκάλεσε τους μοντερνιστές«βασικό κίνδυνο» για τον εθνικοσοσιαλισμό: «Αυτοί οι τσαρλατάνοι», είπε με έμφαση, «κάνουν λάθος αν νομίζουν ότι οι δημιουργοί του νέου Ράιχ είναι τόσο ηλίθιοι ή τόσο ανασφαλείς ώστε να σαστίζουν, πόσο μάλλον να εκφοβίζονται, από τις σαχλαμάρες τους. Θα δείτε ότι θα δημιουργήσουμε τα μεγαλύτερα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά έργα όλων των εποχών τα οποία θα τους ξεπεράσουν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ».

H εθνικοσοσιαλιστική ηγεσία έδωσε στις τέχνες προθεσμία τεσσάρων ετών, από την ανάληψη της εξουσίας το 1933 μέχρι το άνοιγμα του Οίκου της Γερμανικής Τέχνης το 1937, για να συμμορφωθούν. Στον πυρήνα των σαρωτικών αλλαγών που συνέβησαν στη Γερμανία βρισκόταν μια κυβερνητική εκστρατεία που αποκαλούνταν Gleichschaltung(κυριολεκτικά «συντονισμός» ή «προσαρμογή»), η ευθυγράμμιση δηλαδή των πολιτών, του κράτους, των πανεπιστημίων, των πολιτισμικών, κοινωνικών και κρατικών θεσμών με τις αρχές και τις πρακτικές του εθνικοσοσιαλισμού. Η «προσαρμογή» έλαβε χώρα με εντυπωσιακή ταχύτητα όχι μόνο μέσω της επιβολής αλλά και γιατί ένα συντριπτικό ποσοστό των Γερμανών έθεταν εαυτούς οικειοθελώς υπό την επιρροή των ναζιστικών πιστεύω, φαινόμενο που έγινε γνωστό ως Selbstgleichschaltung (αυτοπροσαρμογή). 

 Η «Εκφυλισμένη Τέχνη»: «Άρρωστοι» καλλιτέχνες και «παραμορφωμένη» πραγματικότητα

 4-pinelopi-4Μόλις το ναζιστικό Reichskulturkammer ανέλαβε τον έλεγχο της τέχνης, άρχισε να ξεφορτώνεται τις δημόσιες γερμανικές συλλογές μοντερνιστικών έργων και να τις αποθηκεύει στα τοπικά Schreckenskammern der Kunst –ήτοι «Επιμελητήρια της Τέχνης του Τρόμου»– που έστηνε ο Σύνδεσμος Αγώνα για τον Γερμανικό Πολιτισμό, μια ιδιαίτερα ενεργή ναζιστική οργάνωση που δημιούργησε ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ το 1929, με στόχο να χτυπήσει τις εβραϊκές-μπολσεβικικές επιρροές στην τέχνη. Οι διευθυντές μουσείων αναγκάστηκαν να οργανώνουν σε ολόκληρη τη Γερμανία μικρές εκθέσεις μοντέρνας τέχνης, με σκοπό τη δυσφήμησή της. Το καθεστώς είχε κάνει σαφείς τις προθέσεις του στο μανιφέστο των πέντε σημείων που δημοσιεύτηκε στην DeutscherKunstbericht(Γερμανική Επιθεώρηση Τέχνης) το 1933: έργα «μπολσεβίκικης» ή «κοσμοπολίτικης» φύσης να αφαιρεθούν από τα γερμανικά μουσεία και τις συλλογές και να καούν, οι διευθυντές μουσείων που σπατάλησαν δημόσια χρήματα σε «μη γερμανική» τέχνη να απολυθούν, να απογορευτούν οι αναφορές σε μαρξιστές ή μπολσεβίκους καλλιτέχνες, να μην ξαναχτιστούν κτίρια-κουτιά και να απομακρυνθούν αμέσως όλα τα απαράδεκτα δημόσια γλυπτά. Ταυτόχρονα, επεδίωξε να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη, ώστε να κερδίσει το «υγιές λαϊκό αίσθημα» ως νομιμοποίηση για τις πράξεις του. Συνέχεια ανάγνωσης

Σκοτεινές διαδρομές: φυλετισμός και ιδεολογία στην Ελλάδα

Standard

Με την ευκαιρία του συμποσίου στο Μουσείο Μπενάκη, 17-18 Ιανουαρίου

(το πρόγραμμα του συμποσίου, στο τέλος του ποστ)

Συνέντευξη της Έφης Αβδελά και του Ευγένιου Ματθιόπουλου

 Το περιοδικό Τα Ιστορικά ξεκίνησε τη διαδρομή τους το 1983, από τον εκδοτικό οίκο Μέλισσα, με ιδρυτές τον Γιώργο Ραγιά, τον Σπύρο Ι. Ασδραχά, τον Φίλιππο Ηλιού και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο. Πολύ γρήγορα κατοχυρώθηκε ως το έγκυρο περιοδικό που κυριάρχησε στις ελληνικές ιστορικές σπουδές, υπηρετώντας τον αρχικό στόχο του της θεματολογικής και μεθοδολογικής ανανέωσης, καθώς και της διεπιστημονικής προσέγγισης ζητημάτων με έμφαση στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Σήμερα, το περιοδικό εκδίδεται από τη Μέλισσα και το Μουσείο Μπενάκη (διεύθυνση: Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Άγγελος Δεληβορριάς, Βασίλης Παναγιωτόπουλος· γραμματεία σύνταξης: Δημήτρης Αρβανιτάκης, Πόπη Πολέμη).

Τα Ιστορικά γιορτάζουν τα τριάντα τους χρόνια, την επόμενη Παρασκευή και Σάββατο, στο Νέο Μουσείο Μπενάκη (οδός Πειραιώς) με τον καλύτερο τρόπο: με ένα σημαντικό, επιστημονικά αλλά και γενικότερα, συμπόσιο με τίτλο «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα, 19ος-20ός αιώνας», το οποίο συνδιοργανώνουν με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Με την ευκαιρία αυτή μιλήσαμε με την Έφη Αβδελά (ιστορικό, Πανεπιστήμιο Κρήτης) και τον Ευγένιο Ματθιόπουλο (ιστορικό της τέχνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης), μέλη της επιστημονικής επιτροπής του συμποσίου.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Aφίσα του «Neues Volk», μηνιαίου δελτίου της Υπηρεσίας Ρατσιστικής Πολιτικής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, 1938: «60.000 μάρκα κοστίζει στο λαό αυτό το άτομο, που πάσχει από κληρονομικό νόσημα, κατά τη διάρκεια της ζωής του. Συμπατριώτη, μην ξεχνάς, είναι και δικά σου χρήματα».

Aφίσα του «Neues Volk», μηνιαίου δελτίου της Υπηρεσίας Ρατσιστικής Πολιτικής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, 1938: «60.000 μάρκα κοστίζει στο λαό αυτό το άτομο, που πάσχει από κληρονομικό νόσημα, κατά τη διάρκεια της ζωής του. Συμπατριώτη, μην ξεχνάς, είναι και δικά σου χρήματα».

Το συμπόσιο έχει τίτλο «Προσλήψεις και χρήσεις των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα, 19ος-20ός αιώνας». Τι εννοούμε με τον όρο «φυλετικές θεωρίες»;

Ευγένιος Ματθιόπουλος: Mπορούμε να αποκαλέσουμε «φυλετικές» όσες θεωρίες χρησιμοποιούν ως κεντρική τους έννοια τη φυλή και τις συνακόλουθες διακρίσεις και ιεραρχήσεις, για να μελετήσουν την ύπαρξη και τη δραστηριότητα των ανθρώπων – είτε στο ιστορικό τους βάθος, είτε στην κοινωνική και ανθρωπολογική τους διάσταση. Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, πολύ γρήγορα, ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, χρησιμοποιείται από παλαιοανθρωπολόγους και ανθρωπολόγους, αλλά και ιστορικούς και αρχαιολόγους, για να ερμηνεύσουν, στο πεδίο του ο καθένας, τα δεδομένα. Και ως εξελικτικός ρατσισμός γίνεται σχήμα, τρόπος ερμηνείας. Η προβολή των βιολογικών διαφορών στις κοινωνικές σχέσεις και την ιστορία συγκροτεί αυτή τη λαθεμένη επιστημονική προσέγγιση, η οποία στη συνέχεια με την ευγονική και το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς κατέληξε σε μια ανείπωτη τραγωδία.

Ο νέγρος, ένα στάδιο μετά τον χιμπατζή. Στην κορυφή της «πυραμίδας», ο αρχαίος Έλλην. Από το «Indigenous Races of the Earth» του Josiah Clark Nott και του George Robins Gliddon (1857).

Ο νέγρος, ένα στάδιο μετά τον χιμπατζή. Στην κορυφή της «πυραμίδας», ο αρχαίος Έλλην. Από το «Indigenous Races of the Earth» του Josiah Clark Nott και του George Robins Gliddon (1857).

Και αυτή είναι μια τομή στην ιστορία της έννοιας της φυλής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως λέει ο Πατ Σίπμαν, η φυλή είναι μια «βρόμικη λέξη». Η ίδρυση της πολυεθνικής UNESCO, το 1945, στηρίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι οι άνθρωποι δεν διαχωρίζονται με βάση τη φυλή — και θέλει να το δείξει μέσω του προώθησης της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, της επιστήμης, της ειρήνης κ.ά. Με την ίδρυση ενός πολιτικού θεσμού, δηλαδή, έγινε προσπάθεια να επιλυθεί ένα σύνθετο επιστημονικό ζήτημα και να εξαλειφθούν οι φυλετικές προκαταλήψεις.

Έφη Αβδελά: Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο τίτλος του συμποσίου είναι πρωθύστερος, καθώς βασικό του ζητούμενο είναι να δούμε τι είναι οι φυλετικές θεωρίες και πώς διαμορφώνεται το περιεχόμενό τους στην Ελλάδα μέσα στον χρόνο. Ωστόσο, θέλαμε εξαρχής να εστιάσουμε στις βιολογικές εξηγήσεις του κοινωνικού. Βέβαια, από εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Μια προφανής απάντηση λέει ότι φυλετικές θεωρίες είναι αυτές που κατατάσσουν τους ανθρώπους σε ομοειδείς ιεραρχημένες κατηγορίες, τις «φυλές», με βάση σωματικά, «φυσικά» χαρακτηριστικά, τα οποία υποτίθεται ότι προσδιορίζουν τις πνευματικές και ψυχικές ικανότητες και το επίπεδο του πολιτισμού τους. Μια πιο ευρεία απάντηση θα έλεγε ότι φυλετική είναι κάθε θεωρία που επιχειρεί να εξηγήσει με βιολογικούς όρους την ανθρώπινη διαφορά.

Γρήγορα όμως γίνεται φανερό ότι οι απαντήσεις αυτές είναι εξαιρετικά μερικές, γιατί αφήνουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Από πότε μπορούμε να μιλάμε για φυλετισμό; Είναι σύμφυτος με τη νεωτερικότητα; Πώς συνδέεται με τον δαρβινισμό και τις κοινωνικές του εφαρμογές; Εμπλέκει αναγκαστικά τη βιολογία; Ποιες είναι οι σχέσεις του με την ευγονική; Οι ρατσιστικές θεωρίες του ναζισμού ήταν αναπόφευκτη συνέπειά του; Τα ερωτήματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Σήμερα οι μελετητές μιλούν για «φυλετισμούς» και συμφωνούν ότι οι φυλετικές θεωρίες αναπτύσσονται στον δυτικό κόσμο είναι πολλαπλές και διαφοροποιούνται στο χρόνο. Τον 19ο αιώνα συγκροτούνται στο πεδίο της επιστήμης και στα τέλη του συνδέονται με τον εξελικτισμό και τις θεωρίες της κληρονομικότητας. Αλλά, πάλι, όλα αυτά γενικεύουν ένα εξαιρετικά ρευστό και κυρίως ποικίλο τοπίο. Η αποκήρυξη του επιστημονικού φυλετισμού από την UNESCO μετά τον Πόλεμο δεν έλυσε το ζήτημα. Όπως θα φανεί και στο συμπόσιο, ο φυλετισμός συνέχισε την παρουσία του μέσα και έξω από την επιστήμη με άλλο περίβλημα και κάτω από άλλες λέξεις.

fyletismos-3Αν εξειδικεύσουμε το θέμα στην Ελλάδα, ποια είναι τα ίχνη των φυλετικών θεωριών στη χώρα μας; Σε ποιες κατευθύνσεις πρέπει να τα αναζητήσουμε και πώς διαπλέκονται με την κυρίαρχη ιδεολογία;

Έ. Αβδελά: Το θέμα είναι τεράστιο και στην ουσία ταυτίζεται με το αντικείμενο του συμποσίου. Από ό,τι δείχνουν τα θέματα των ανακοινώσεων, ανιχνεύεται παντού. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό πόσο παρούσες είναι οι φυλετικές θεωρίες τον ελληνικό 19ο και ιδίως τον 20ό αιώνα, καθώς και το πόσο δεν το έχουμε δει έως τώρα, δεν το έχουμε μελετήσει. Στον Μεσοπόλεμο συναντά κανείς αναφορές στη «φυλή» στα πιο αναπάντεχα κείμενα. Η συχνή χρήση του όρου μαρτυρά την επίδραση της γερμανικής εκπαίδευσης στους έλληνες διανοούμενους. Συγχρόνως ο όρος γίνεται κοινός τόπος και το πρόβλημα είναι να προσδιοριστούν τα πολλαπλά νοήματά του. Η ίδια λέξη σημαίνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι καθόλου δεν εξαφανίζονται οι αναφορές αυτές μετά τον Πόλεμο. Στα δικά μας, η προφανής διαπλοκή είναι με τον εθνικισμό. Η διαπλοκή αυτή γίνεται η επίσημη ιδεολογία για μια μεγάλη περίοδο – και δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς για τις μορφές που παίρνει σήμερα. Ο φυλετισμός διαπερνά επίσης τη συγκρότηση αρκετών επιστημονικών πειθαρχιών και όπως δείχνουν οι θεματικές του συνεδρίου ανιχνεύεται σε πολλές. Οι εκβολές του στην ελληνική πολιτική έχουν, θεωρώ, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δεν φαίνεται ότι αποκτούν ποτέ συνεκτικό περιεχόμενο, δεν γίνονται πολιτική πρακτική· παραμένουν περισσότερο υπόρρητες. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του συμποσίου, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να ιχνηλατήσουμε εξίσου τις διαδρομές μέσα από τις οποίες διαδόθηκαν οι φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα όσο και τους εγχώριους μετασχηματισμούς τους, τις προσαρμογές τους στα ελληνικά ζητούμενα. Συνέχεια ανάγνωσης

Η δίκη του Άιχμαν συνεχίζεται

Standard

Η «κοινοτοπία του κακού» και ο ναζισμός

της Άγκνες Χέλερ

Καθώς η 28η Οκτωβρίου αποκτά στις μέρες μας, αναπόφευκτα,  νέο αντιφασιστικό περιεχόμενο, αντί επετειακού άρθρου (καθώς μάλιστα η Αυγή προσφέρει σήμερα στους αναγνώστες το τρίτο κεφάλαιο της Επαγγελίας της αδύνατης επανάστασης του Α. Ελεφάντη, ενώ οι  «Αναγνώσεις» είναι ολόκληρες αφιερωμένες στην 28η Οκτωβρίου και τον φασισμό) δημοσιεύουμε ένα κείμενο της γνωστής ουγγαρέζας φιλοσόφου Άγκνες Χέλερ, που αναφέρεται στο μεγάλο θέμα  της «κοινοτοπίας του κακού» και του ναζισμού — συνεχίζοντας την προβληματική της Χάννα Άρεντ, διαφωνώντας μαζί της Το κείμενο (από το οποίο δημοσιεύουμε αποσπάσματα)   είναι η ανακοίνωση της Χέλερ στη συνδιάσκεψη  Άιχμαν που οργάνωσε το Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου  Έτβες Λόραντ της Βουδαπέστης μαζί με το ίδρυμα Mensch στις  15.4.2011· δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Μας το υπέδειξε ο Θανάσης Βακαλιός, ο οποίος και το μετέφρασε από τα ουγγρικά.

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Λούκας βαν Λέιντεν, «Τρίπτυχο της Δευτέρας Παρουσίας» (λεπτομέρεια), 1527

Λούκας βαν Λέιντεν, «Τρίπτυχο της Δευτέρας Παρουσίας» (λεπτομέρεια), 1527

Στα νιάτα μου είχα δημοσιεύσει ένα δοκίμιο με  τίτλο «Η δίκη της Νυρεμβέργης συνεχίζεται». Σήμερα, κι ενώ έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια, νομίζω ότι και η δίκη του Άιχμαν συνεχίζεται. Από τα πάμπολλα υβριστικά αντισημιτικά sms τα οποία λαμβάνω διαρκώς στο κινητό μου, ένα μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή: «Αν ο Χόρτυ σας γνώριζε, είναι βέβαιο ότι δεν θα σταματούσε τα τρένα! Και θα είχε δίκιο!». Προφανώς, ο αποστολέας του sms  δεν αρνείται το Ολοκαύτωμα. Η άποψή του μοιάζει με τη ρήση του Άιχμαν, που δημοσίευσε πρόσφατα το περιοδικό Der Spiegel. Σε μια συνέντευξή του στο Μπουένος Άιρες, ο Άιχμαν εξέφραζε τη λύπη του  που δεν τέλειωσε τη δουλειά του. Σήμερα, κι ενώ έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια, υπάρχουν  πολλοί που συμμερίζονται τη λύπη του Άιχμαν.

Το κακό και η Χάννα Άρεντ 

Αφετηρία για την αποτίμηση του φαινόμενου Άιχμαν από έναν φιλόσοφο  εξακολουθεί να είναι το βιβλίο της Χάννα Άρεντ Ο Άιχμαν στη Ιερουσαλήμ [μετ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες 2009], και η σφοδρή αντιπαράθεση που ακολούθησε, συμπεριλαμβανομένων και των απαντήσεων  της Άρεντ στα ερωτήματα του Samuel Grafton, καθώς και  η συνομιλίας της με τον Thilo Koch. Από την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου, δεν είχα καμιά αμφιβολία  ότι η Χάννα Άρεντ είχε παρερμηνεύσει την προσωπικότητα του Άιχμαν. Οι επικριτές της αναζήτησαν την πηγή αυτής της παρερμηνείας σε πολιτικούς λόγους. Χωρίς να  τους αρνούμαι, προτιμώ να αναζητήσω τους φιλοσοφικούς λόγους, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο σκεπτικό της Άρεντ. Το ζήτημα του κακού είναι ένα από τα βασικά φιλοσοφικά και θρησκειολογικά προβλήματα — ίσως και θεολογικό. Γενικά, υπάρχει κακό; Αν ναι, ποια είναι η σχέση ανάμεσα  στο κακό και τον κακοποιό; Μπορεί να γίνει λόγος για ριζικό ή απόλυτο κακό; Είναι αναγνωρίσιμο, και αν ναι, από τι; Είναι το κακό δαιμονικό; Τι σημαίνει η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής; Πότε έχουμε δικαίωμα επιλογής και πότε όχι; Αργότερα, η Άρεντ προσπάθησε να εξηγήσει γιατί είχε μιλήσει  για την κοινοτοπία του κακού. Αν κάτι είναι κοινότοπο, γράφει, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ασήμαντο. Χρησιμοποιώντας τη λέξη κοινότοπο, θέλησε να πει ότι το κακό δεν είναι δαιμονικό, ότι δεν υπάρχει σ’ αυτό μεγαλοσύνη, ότι μόνο στην πράξη του καλού μπορεί να υπάρξει μεγαλοσύνη.  Συνέχεια ανάγνωσης

Τσάπλιν και Μπρεχτ

Standard

του Κωστή Σκαλιόρα

 skalΣτη μνήμη του Κωστή Σκαλιόρα, που μας αποχαιρέτισε για πάντα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε σήμερα μια από τις επιφυλλίδες του. Είχε δημοσιευτεί στο Βήμα, στις 26 Νοεμβρίου 1972. Και από το μικρό αυτό κείμενο, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει, πιστεύουμε, την καλλιέργεια, το λαμπερό ύφος και το πνεύμα του Σκαλιόρα. Μιας σπουδαίας μορφής των γραμμάτων μας, μορφής σοβαρής, ευγενικής και μειλίχιας συνάμα, που αποτελούσε, όπως έγραψε ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «σημάδι ενός κόσμου που φεύγει: γαλήνια, αθόρυβα, μια και υπάρχουν και θάνατοι αθόρυβοι που ταιριάζουν σε ζωές που κύλισαν χωρίς κρότο, αλλά γεμάτες ουσιαστικό έργο».

Στρ. Μπ.

8BΒγαίνοντας πριν από λίγες μέρες από μια προβολή του Δικτάτορα αναζητούσα με στενοχώρια τις πιθανές αιτίες της απογοήτευσής μου. Θυμόμουν, βέβαια, ότι και την πρώτη φορά που είχα δει την ταινία, πριν από πολλά χρόνια, δεν σκέφτηκα να την τοποθετήσω στο ίδιο επίπεδο με τον Χρυσοθήρα ή το Τσίρκο. Ο θαυμασμός μου, ωστόσο, για τον Τσάπλιν υποδαύλιζε την ελπίδα μιας μεταστροφής — που δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί η νέα επαφή με το έργο επιβεβαίωσε την αρχική εντύπωση, ενισχύοντας μάλιστα την αίσθηση της πολιτικής του καχεξίας.

Σ’ αυτήν την τελευταία διαπίστωση υπήρχε ίσως μια προτροπή για ορισμένες συσχετίσεις. Έτσι έφτασα ν’ αναρωτηθώ, εντελώς φυσιολογικά, για τον ρόλο που μπορεί να είχε παίξει στην διαμόρφωση μιας τέτοιας αντίδρασης, η παρεμβολή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη –για μένα– προβολή του Δικτάτορα, μιας άλλης, πολιτικά δραστικότερης γελοιογράφησης του Χίτλερ. Εννοώ, φυσικά, την Αντιστάσιμη άνοδο του Αρτούρο Ούι.

Γραμμένο την ίδια περίπου εποχή που γυρίστηκε και η ταινία, το έργο του Μπρεχτ προοριζόταν κι αυτό για ένα κοινό που δεν γνώριζε από πρώτο χέρι την τυραννία του ναζισμού. Ο εξόριστος συγγραφέας ήθελε «να εξηγήσει στον καπιταλιστικό κόσμο την άνοδο του Χίτλερ». Υπολογίζοντας στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του μακρινού του θεατή, χρησιμοποιούσε την θεατρική παραβολή, μετατόπιζε την δράση στην Αμερική και μετέβαλε τα ηγετικά στελέχη του εθνικοσοσιαλισμού σε γκανγκστερική συμμορία. Συνέχεια ανάγνωσης

Το κομμένο σκοινί της εκπαίδευσης

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του  Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Έργο του Ρόυ Λιχτενστάιν, 1965

Έργο του Ρόυ Λιχτενστάιν, 1965

Αν κάτι ήταν πρωτόγνωρο, την προπερασμένη Τετάρτη και Πέμπτη στο αμφιθέατρο Αργυριάδη στα Προπύλαια, δεν ήταν η συνεύρεση και ο διάλογος, ούτε οι ιστορίες που ακούσαμε για τις δυσκολίες των καθηγητών στα σχολεία. Δεν ήταν οι σοκαριστικές αφηγήσεις τους για τις νεοναζιστικές ιδέες και στάσεις που επελαύνουν, τις απειλές που δέχονται, την αδιάφορη, ακόμη και εχθρική, στάση των ιθυνόντων απέναντι στις πρωτοβουλίες τους. Το πρωτόγνωρο δεν ήταν καν  η εντυπωσιακή συμμετοχή των εκπαιδευτικών, κατά εκατοντάδες, το μεσημέρι,  μετά από κάμποσες ώρες διδασκαλίας, και η παραμονή τους στο ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο έως το τέλος των εργασιών, αργά το βράδυ.

Το πρωτόγνωρο  και συγκλονιστικό, για όσους βρεθήκαμε εκεί, ήταν η βεβαιότητα ότι το σχολείο  λειτουργεί χάρη σ’ αυτούς τους ανθρώπους που δίνουν καθημερινά τη δική τους μάχη, παρακινημένοι από την αγάπη γι’ αυτό που κάνουν, για τους μαθητές και τις μαθήτριές τους. Μια μάχη που δίνουν τις περισσότερες φορές αβοήθητοι, αποκομμένοι από μια κοινωνία που μοιάζει να αδιαφορεί επί της ουσίας για το τι συμβαίνει στις τάξεις.

Αυτό το «κομμένο σκοινί» θελήσαμε να ξαναπιάσουμε, μιλώντας για τον φασισμό και τη διδασκαλία του στην εκπαίδευση, στο διήμερο που οργάνωσε, στις 13 και 14 Μαρτίου, ο Τομέας Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θέλαμε αφενός να διερευνήσουμε τρόπους με τους οποίους μελετάμε σήμερα ένα ιστορικό φαινόμενο που καθόρισε τον 20ό αιώνα, και  αφετέρου να συζητήσουμε για το πώς μιλάμε γι’ αυτό στο σχολείο, εντός της τάξης μα και στο προαύλιο: να δούμε την έλξη που ασκούν συχνά στους μαθητές οι νεοναζιστικές ιδέες, οι ρατσιστικές συμπεριφορές, η βία που τις συνοδεύει. Ιστορικοί, εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί, κοινωνικοί επιστήμονες ανταλλάξαμε, συχνά διαφωνώντας, σκέψεις και ερωτήματα σε έναν ανοιχτό διάλογο. Συνέχεια ανάγνωσης