Δευτέρα, σαν Κυριακή: «Να σε διώχνουν απ’ τη δουλειά είναι σαν κάταγμα»

Standard

ΑΝΤΙΚΛΙΜΑΚΑ

της Ιωάννας Μεϊτάνη

Ναυτεργάτες σε ναυπηγείο της Βαλτιμόρης, 1943. Φωτογραφία του Arthur S. Siegel (Πηγή: popartmachine.com)

«Τι μέρα είναι;» Ο Σάντα έχει χάσει τις μέρες. Γιατί είναι άνεργος. «Δευτέρα». Κι αυτό δεν του λέει τίποτα. Ούτε αρχή της εργάσιμης εβδομάδας, ούτε τσαγκαροδευτέρα, ούτε χτες ξενύχτησα και σήμερα θα σέρνομαι στη δουλειά. Δευτέρα, σαν Κυριακή, σαν Σάββατο, σαν Τετάρτη. Αράζει μαζί με τον Λίνο στα βράχια, στον ήλιο. Τον Λίνο, που βάφει τα μαλλιά του για να φαίνεται νεότερος όταν πάει για συνέντευξη για τη δουλειά που διάβασε στην αγγελία: «Zητούνται νέοι 20-35 ετών». Πενηντάρης αυτός, με δυο παιδιά, τι να κάνει, πάει.

«Με κοίταξε αμίλητος αλλά τα μάτια του έλεγαν έλεγαν έλεγαν. Πενηνταδυό χρονών εντάξει; Ο γιος φαντάρος η κόρη φοιτήτρια στο Ρέθυμνο. Η μάνα τους τετράωρα στου Σκλαβενίτη. Δάνεια κάρτες. Και τώρα μείναμε χωρίς δουλειά. Πενηνταδυό χρονών εντάξει. Και τώρα τι γίνεται; Τι κάνουμε τώρα. Μου λες;» (σ. 181).

Στις Δευτέρες με λιακάδα (Los lunes al sol) του Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα, έξι φίλοι έχουν απολυθεί από τα ναυπηγεία. Οι ήρωες στο βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου Κάτι θα γίνει, θα δεις (εκδόσεις Πόλις, 2010) είναι άνεργοι, απολυμένοι, συνταξιούχοι της πείνας από την Κοκκινιά, το Πέραμα, τον Κορυδαλλό, τα Καμίνια. Τους παίρνουν τα σπίτια οι τράπεζες, τους «πετάνε στο δρόμο σαν αποτσίγαρα» απ’ τη δουλειά, τους περιφρονούν.

«Πρέπει να απολύσουμε 80, αλλιώς θα κλείσουμε», μεταφέρει ο Σάντα τα λόγια του αφεντικού. Πρώτα απέλυσαν, μετά έκλεισαν και πούλησαν την επιχείρηση. Τώρα στα ναυπηγεία έχουν μείνει μονάχα τα πλοία σαν φαντάσματα, κι ο χαζούλης Μπίσκο με το σκύλο του. Ο Σάντα πάει καμιά φορά και περιφέρεται ανάμεσα στα άδεια κτήρια και τα καράβια που δεν θα επισκευαστούν ποτέ. Συνέχεια ανάγνωσης