Για την κομματικότητα της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη (ΔΝΛ): Ανακρίβειες και αποσιωπήσεις

Standard

(σχετικά με το άρθρο του Στ. Παναγιωτίδη «Ιστορία και προτιμήσεις. Το ζήτημα της αυτονομίας της Νεολαίας Λαμπράκη», «Ενθέματα», 4.8.2013. Απάντηση του Στ. Παναγιωτίδη,εδώ)

του Δημήτρη Παπανικολόπουλου και του Βασίλη Ρόγγα

DNL4

Ο Μίκης Θεοδωράκης στα Γιάννενα, στη Λέσχη Νεολαίας Λαμπράκη, σε προσυνεδριακή συγκέντρωση, Χειμώνας 1964. ΕΜΙΑΝ, Φωτογραφική Συλλογή Παναγιώτη Σταμάτη.

Πρώτον, δεν ισχύει ότι «ήδη από το 1963 […] η Νεολαία ΕΔΑ είχε αρχίσει να μαζικοποιείται έντονα». Η προσχώρηση των παράνομων Επονιτών το ’58 και οι προσχωρήσεις μελών μέχρι το ’63 δεν είναι τίποτα μπροστά στην οργανωτική έκρηξη μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη. Άλλωστε, η έκρηξη οφείλεται στην ίδρυση της Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης (ΔΚΝΓΛ), και όχι στη μαζικοποίηση της Ν. ΕΔΑ. Και, ως γνωστόν, η ΔΚΝΓΛ αφενός επέδειξε ευελιξία ως προς τον τύπο ένταξης, αφετέρου είχε διακηρύξει ότι δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Αυτή η αυτονομία υπήρξε καθοριστική ώστε να μαζικοποιηθεί η αριστερή νεολαία την οποία κληρονόμησε η ΔΝΛ με τη συγχώνευση Ν. ΕΔΑ και ΔΚΝΓΛ.

Δεύτερον, πράγματι «η πολιτική σύνδεση ΔΝΛ και ΕΔΑ ήταν απολύτως γνωστή». Τι σχέση έχει όμως με τη δυναμική και τη μαζικοποίηση, θετική ή αρνητική; Για να απαντήσουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το απόγειο της οργανωτικής ανάπτυξης της ΔΝΛ υπήρξε το ιδρυτικό Συνέδριο (Μάρτης ’65), και όχι κάποια στιγμή της μετέπειτα «κομματικής» της πορείας. Από τη στιγμή που ο Μίκης δήλωσε ρητά ότι ο ίδιος και οι Λαμπράκηδες είναι κομμουνιστές, αυτό στοίχισε στην Οργάνωση. Όχι μόνο το εκμεταλλεύθηκε δεόντως η Δεξιά και έκτοτε η καταστολή άρχισε να πλήττει παντοιοτρόπως τη ΔΝΛ, περιορίζοντας τη μαζικότητά της, αλλά και πολλοί νέοι δεν ήθελαν να ταυτιστούν με τέτοιο τρόπο. Όπως σημειώνει εξέχον στέλεχος της ΔΝΛ, «το άπλωμα αυτής της επιρροής νομίζω ότι το υπερεκτιμήσαμε ως κατάκτηση και περιουσιακό στοιχείο της Αριστεράς. Αυτή η Οργάνωση έγινε γρήγορα κομματική οργάνωση. Τα συνθήματά της δηλαδή δεν ανταποκρίνονταν σε αυτό που προσήλκυσε τα ευρύτερα στρώματα της νεολαίας. […] Δηλαδή ο άλλος δεν τον είχε κατακτήσει η υπόθεση να γίνει σοβιέτ η Ελλάδα. […] Ήταν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι άλλα πράγματα περιμένανε. […] και έρχεται και η πίεση από τον αντίπαλο που του δημιουργεί δυσκολία και σου λέει “εγώ τώρα τι δουλειά έχω εδώ;”»[1].

Συνέχεια ανάγνωσης

Όλες οι μέρες (πλέον) είναι του Αλέξη

Standard

του Μάνου Αυγερίδη

Αφίσα της Σταυρούλας Β. Οικονόμου για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Σάββατο βράδυ στη γειτονιά των Εξαρχείων. Δύο αστυνομικοί  «περιπολούν» την περιοχή, με όσα εισαγωγικά έχουν ανάγκη οι λέξεις όταν η πραγματικότητα τις ξεπερνά  — η ακριβέστερη διατύπωση πιθανώς είναι: «δυο μπάτσοι πουλάνε νταηλίκι, τραμπουκίζοντας τους περαστικούς»· «μπάτσοι διαλεχτοί που ψάχνουν πασαρέλα», όπως λέει το γνωστό τραγούδι. Κατεβαίνουν από το περιπολικό και κατευθύνονται πεζοί προς ένα τσούρμο εφήβων. Φωνές, σειρήνες και πυροβολισμοί μπλέκονται σε μια περίεργη (αν και όχι πρωτότυπη) σύνθεση, μακάβρια. Απομακρύνονται αργά, χωρις να κοιτάξουν πίσω. Μπαίνουν στο περιπολικό και φεύγουν.

Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί κείτεται νεκρό, δολοφονημένο. Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος το όνομά του, Αλέξης. Δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο μόνος που έχασε τη ζωή του από χέρι αστυνομικού στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Είχε προηγηθεί ο Ιάκωβος Kουμής, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, ο Μιχάλης Καλτεζάς, ο Νίκολας Τόντι και άλλοι, μετανάστες κυρίως, αλλά και Έλληνες, που δεν μάθαμε ποτέ ή δεν συγκρατήσαμε τα ονόματά τους. Κι ανάμεσά τους τα τόσα ακόμη κρούσματα και οι διαφορετικές μορφές καταστολής, βίας και αυθαιρεσίας που πληθαίνουν δημιουργώντας μια κανονικότητα· φέρνοντάς μας ξανά μπροστά στην κρίσιμη συζήτηση για την ύπαρξη και τον ρόλο της αστυνομίας, τον αυταρχισμό του κράτους, τα όρια αυτού που ονομάζουμε (καθ’ υπερβολή άραγε;) «δημοκρατία» και τους τρόπους αντίδρασης σε ό,τι συμβαίνει, τα δικά μας μέσα, τα ερωτήματα και τις απαντήσεις μας.

Αφίσα του Beekeeper για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, από την οποία μεθαύριο συμπληρώνονται τρία χρόνια, και τα γεγονότα που ακολούθησαν, υπήρξε αναμφισβήτητα ένα ορόσημο, συμβολικά και πραγματικά. Οι λέξεις «Δεκέμβρης» και «Δεκεμβριανά» ανασημασιοδοτήθηκαν, απέκτησαν μια δεύτερη ζωή που δεν αφορά ασφαλώς μόνο το στενά «κινηματικό» λεξιλόγιο. Πλέον πρέπει να διευκρινίζει κανείς για ποιόν Δεκέμβρη μιλάει· ενδεχομένως, μάλιστα, να είναι πια σχεδόν αδύνατη η μνημόνευση του ενός έξω απ’ το φίλτρο του άλλου.

 Από την άλλη μεριά, με αφορμή τον Δεκέμβρη άλλαξαν πολλά τόσο στον κινηματικό μας μικρόκοσμο όσο και στην κοινωνία ευρύτερα. Το μέγεθος της συμμετοχής στην αντίδραση που συνέγειρε το γεγονός είναι ενδεικτικό. Η δολοφονία του Αλέξη προκάλεσε σε μεγάλη έκταση μια κοινωνική δυναμική αντίστασης, οργής και αγανάκτησης. Ένα κομμάτι της νεολαίας πολιτικοποιήθηκε εκ των πραγμάτων βίαια, μπαίνοντας (άτσαλα ίσως, είναι αλήθεια) στον κινηματικό στίβο. Νέες συλλογικότητες δημιουργήθηκαν, πολιτικοϊδεολογικοί χώροι και νοοτροπίες ενισχύθηκαν ή αποδυναμώθηκαν, νέα μέσα ενημέρωσης, διάδοσης της πληροφορίας και συμμετοχής μπήκαν για τα καλά στη ζωή μας, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τις εν λόγω έννοιες. Η διαδικασία αυτή, που ούτως ή άλλως είναι διαρκής, δεν έχει ολοκληρωθεί και παραμένει ανοιχτή. Τροφοδοτήθηκε δε στη συνέχεια από τις μορφές (και το λεξιλόγιο) της κρίσης που άγγιξαν και συσπείρωσαν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης