Τα «αυτονόητα» και η σημασία τους

Standard

                                                 Η Χρυσή Αυγή έναντι του νόμου                                                 Η σημασία και οι συνέπειες της δίκης-4

της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη

Αν η δίκη του ηγετικού πυρήνα της Χρυσής Αυγής σηματοδοτεί μια νέα και κρίσιμη φάση στην πορεία της, πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για το αντιφασιστικό κίνημα και την κοινωνία συνολικά. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα οφείλουμε να δούμε τις εξελίξεις και του επόμενου διαστήματος, αν θέλουμε να προσεγγίζουμε το φαινόμενο του νεοναζισμού στη χώρα μας στα πολιτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενά του, στη διάσταση και στο βάθος που του αντιστοιχεί.

Η παραπομπή σε δίκη αποτέλεσε αυτή καθαυτή τεράστιο βήμα· κι όμως δεν ήταν παρά μια αυτονόητη εξέλιξη που όφειλε να είχε πραγματοποιηθεί χρόνια πριν. Να όμως που τα «αυτονόητα» δεν είναι και τόσο αυτονόητα, όταν πρόκειται για πολιτική.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν αντιστοιχεί σήμερα να εναποθέτουμε τις προσδοκίες μας σε ένα «δημοκρατικό τόξο» ενάντια στον φασισμό. Αν τα μάτια των πολιτικών και της δικαιοσύνης άνοιξαν μετά τον Παύλο Φύσσα, ενώ παρέμεναν κλειστά μπροστά στον Σαχζάτ Λουκμάν, στους Αιγύπτιους αλιεργάτες, στα μέλη του ΚΚΕ στο Πέραμα και σε δεκάδες άλλα εγκλήματα, μόνο με έναν τρόπο θα μπορέσουν να παραμείνουν ανοιχτά και κατά τη διάρκεια της δίκης: μέσα από την πολιτική και κοινωνική πίεση που το ίδιο το κίνημα χρειάζεται να δημιουργήσει, στην προσπάθειά του να πληροφορήσει, να πολιτικοποιήσει και να κοινωνικοποιήσει μια διαδικασία που οφείλει να είναι ανοιχτή σε όλη την κοινωνία, γιατί είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φασισμός επιστρέφει στην Ευρώπη

Standard

και σκέψεις για τον χαρακτήρα ενός διεθνούς αντιφασιστικού κινήματος

του Δημήτρη Κουσουρή

.Στο τέλος μιας μακράς περιόδου μετάβασης, που ξεκίνησε πριν από ένα τέταρτο του αιώνα με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, μπορούμε σήμερα να διακρίνουμε τα γνωρίσματα της ιστορικής περιόδου, να αποκαταστήσουμε τη διαλεκτική της διάρκειας και να αναγνωρίσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στην εποχή, την περίοδο και τη συγκυρία. Η περίοδος που άρχισε το 1989-1990 και παρουσιάστηκε ως το τέλος της Ιστορίας και  μη αναστρέψιμος θρίαμβος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έχει πια φτάσει στο τέρμα της. Από το 2001, ή σύμφωνα με άλλους το 2008,  έχουμε βρεθεί μέσα σε ένα από εκείνα τα «ενδιάμεσα διαστήματα», ανάμεσα σε ό,τι δεν υπάρχει πια και ό,τι δεν έχει γίνει ακόμα.[1]

Αφίσα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, 1936

Αφίσα του Γαλλικού Κομμουνιστικού
Κόμματος, 1936

Παρά τη βαθιά κρίση που γνωρίζει ο καπιταλισμός, την αστάθεια του παγκόσμιου συστήματος και των τοπικών ή περιφερειακών δομών κυριαρχίας, το οργανωμένο εργατικό κίνημα και οι άμεσοι ή έμμεσοι πολιτικοί εκφραστές του βρίσκονται διασκορπισμένοι, δίχως κατεύθυνση, ανίκανοι να επιδράσουν αποφασιστικά στον συσχετισμό δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις της αντεπανάστασης,[2] κάτω από διαφορετικά ονόματα και κοστούμια, κερδίζουν ολοένα και πιο γρήγορα έδαφος. Αργά αλλά σταθερά στην αρχή, παρακολουθήσαμε τις πρώτες συμμετοχές νεοφασιστών σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πρώτα το 1994 στην Ιταλία, γενέθλια γη του ιστορικού φασισμού, και έπειτα στην Αυστρία το 2000. Στη συνέχεια, είδαμε αυτή την εξέλιξη να επιταχύνεται, ιδίως από την κρίση του 2008 και μετά, με την εκλογική νίκη του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, τη ραγδαία άνοδο νεοφασιστικών και νεοναζιστικών οργανώσεων στην καινούργια περιφέρεια της ηπείρου, όπως και στην Ουγγαρία, την Ελλάδα, και πιο πρόσφατα στην Ουκρανία με τη συμμετοχή τους στην προσωρινή κυβέρνηση.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει, εδώ, πως η υπόθεση μιας σχέσης συνάφειας και συνέχειας ανάμεσα στη δημοκρατικά εκλεγμένη, πρώτη κυβέρνηση Μπερλουσκόνι (με τη συμμετοχή Φίνι και Μπόσι), και στους νεοφασίστες και νεοναζί του Svoboda και του Pravy Sektor περιέχει προφανείς αφαιρέσεις και απλουστεύσεις, συνιστώντας ένα αμάλγαμα που παραγνωρίζει ή αποσιωπά τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. Η αρχική  μου υπόθεσή, ωστόσο, είναι πως συσχετίζοντας ακριβώς την ανάπτυξη όλων αυτών των –εκ πρώτης όψεως– ανόμοιων μεταξύ τους κινημάτων και δυνάμεων, αποκτούμε μια συνολική εικόνα για τον χαρακτήρα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής. Μέχρι πρόσφατα, η εμμονή πολλών διανοουμένων και αγωνιστών της Αριστεράς στον ιστορικό φασισμό του Μεσοπολέμου και στις εκλεπτυσμένες κατηγοριοποιήσεις των διαφορετικών μορφών και παραλλαγών του υπήρξε χρήσιμη για να θυμόμαστε και να καταλαβαίνουμε τις τραγωδίες και τους ηρωισμούς του περασμένου αιώνα. Ωστόσο, αυτή η εμμονή λειτουργεί πλέον και ως παραμορφωτικός καθρέφτης, προκαλώντας ένα είδος συλλογικής μυωπίας –ή και τύφλωσης– απέναντι στην παράλληλη άνοδο των φασιστικών δυνάμεων σε διαφορετικά μέρη της γηραιάς ηπείρου.

Ασφαλώς, το Εθνικό Μέτωπο δεν γεννήθηκε από τις ίδιες συνθήκες, ούτε στηρίχθηκε στις παραδόσεις που διεκδικούν οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα, το Jobbik στην Ουγγαρία, το κόμμα της Προόδου στη Νορβηγία ή ακόμη το αυστριακό κόμμα της Ελευθερίας.[3] Όμως, είναι επίσης γεγονός πως, «λαϊκιστικές», «ξενοφοβικές», «εθνικιστικές» ή «νεοφασιστικές», οι παραλλαγές της ακροδεξιάς κερδίζουν έδαφος ταυτόχρονα. Η ευθύνη να ονομάσουμε και να αναχαιτίσουμε αυτή την αντιδραστική στροφή, που απειλεί να ενταφιάσει οριστικά τα κοινωνικά και δημοκρατικά κεκτημένα του εργατικού κινήματος, αποτελεί πλέον καθήκον πολύ πιο επείγον από το να την κατατάξουμε σύμφωνα με την τυπολογία του ιστορικού φασισμού. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα έγγραφο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αποκαλύπτει: Οι επαφές των ιταλών νεοφασιστών με τον Μακαρέζο και τον Λαδά

Standard

 «Όπως ακριβώς στην Ελλάδα»

του Κωστή Καρπόζηλου

 7-KARPOZILOS-bΤις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1971 ο Νικόλαος Μακαρέζος και ο Ιωάννης Λαδάς συνάντησαν έναν ενθουσιώδη ιταλό φίλο του ελληνικού δρόμου προς την αντιδημοκρατική εκτροπή. Δεν επρόκειτο για εθιμοτυπική ή διπλωματική επίσκεψη: ο ιταλός επισκέπτης έφτασε στην Αθήνα εκπροσωπώντας τη φασιστική οργάνωση Movimento Sociale Italiano (MSI), προκειμένου να ζητήσει τη συνδρομή του δικτατορικού καθεστώτος σε ένα σχέδιο γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην Ιταλία. Η παρασκηνιακή συνάντηση εγγράφεται στις πυκνές επαφές μεταξύ τμημάτων της στρατιωτικής δικτατορίας και του δυναμικού ιταλικού νεοφασιστικού κινήματος, που βασιζόταν σε ιδεολογικές ταυτίσεις και, κυρίως, στη διάθεση συντονισμού του αντικομμουνιστικού αγώνα. Το τελευταίο διάστημα το ζήτημα των διεθνών διασυνδέσεων του δικτατορικού καθεστώτος και ο ρόλος των ελληνικών φασιστικών κύκλων στην Ιταλία έχει αναδειχθεί μέσα από δημοσιεύματα που αναζητούν εκεί, μεταξύ άλλων, τις καταβολές των μεταπολιτευτικών μεταπλάσεων της ελληνικής άκρας Δεξιάς.1 Το ενδιαφέρον αυτό, που συνδέεται προφανώς με τις πολιτικές προκλήσεις του σήμερα, συμβάλλει ταυτόχρονα στη χαρτογράφηση ενός πεδίου που αντιμετωπιζόταν από την ελληνική ιστοριογραφία μάλλον με περισσή περιφρόνηση και αφελή καχυποψία: τη σημασία των μυστικών υπηρεσιών, τις γεωγραφικές εξακτινώσεις του αντικομμουνιστικού αγώνα, τα πολλαπλά νήματα που συνέδεαν τους εσωτερικούς μηχανισμούς της δικτατορίας με τις οργανώσεις του «ελεύθερου κόσμου».

Νικόλαος Μακαρέζος

Νικόλαος Μακαρέζος

Το περιεχόμενο της συνάντησης του Φεβρουαρίου του 1971 το αποκαλύπτει ένα πρόσφατα αποχαρακτηρισμένο έγγραφο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με ημερομηνία 19.2.1971 (Intelligence Information Cable-TDCS DB–315/00868–71). Αν και σημαντικές πληροφορίες παραμένουν διαβαθμισμένες –με κυριότερη ίσως το όνομα του ιταλού απεσταλμένου– το έγγραφο επιβεβαιώνει τον κομβικό ρόλο του Ιωάννη Λαδά στις δικτυώσεις μεταξύ δικτατορίας και ιταλών φασιστών, μαρτυρεί επαφές πέραν των μεταμφιεσμένων «πολιτιστικών ανταλλαγών» και καταδεικνύει την οικειότητα του ιταλικού νεοφασιστικού κινήματος με την ελληνική δικτατορία. Στη συνάντηση ο εκπρόσωπος του MSI ζήτησε την «έμμεση οικονομική» στήριξη για την εκδίπλωση ενός φιλόδοξου σχεδίου αποσταθεροποίησης: τους επόμενους μήνες το MSI σχεδίαζε να προχωρήσει σε βομβιστικές επιθέσεις στα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (στο Τορίνο, το Μιλάνο, την Μπολόνια, τη Ρώμη και αλλού)· η κίνηση αυτή θα οδηγούσε τους ιταλούς κομμουνιστές στους δρόμους, όπου θα τους ανέμεναν ετοιμοπόλεμες δυνάμεις του MSI, με στόχο την πρόκληση όσο το δυνατόν ευρύτερης αναταραχής· η κλιμάκωση των συγκρούσεων θα επέτρεπε σε φιλοφασιστικές δυνάμεις εντός του στρατεύματος να επέμβουν για την «αποκατάσταση της τάξης» αλά ελληνικά — πιο συνοπτικά, ελλείψει Ντε Γκωλ «που ξαναεπέβαλε [στη μετα-1968 Γαλλία] την πειθαρχία», οι Ιταλοί «θα πρέπει να στραφούν στο ελληνικό παράδειγμα». Συνέχεια ανάγνωσης

Αντιμέτωποι με τον νεοφασισμό σήμερα

Standard

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΒΙΑ

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, ώρα 19.30

Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-135)

Ομιλητές: Νίκος Γιαννόπουλος, Άρτεμις Καλοφύρη, Μάκης Κουζέλης, Νικόδημος Μάινα Κινύουα, Δημήτρης Χριστόπουλος

Το τελευταίο διάστημα, αισθανόμαστε καθημερινά ότι η δράση της Χρυσής Αυγής είναι πλέον ανεξέλεγκτη. Είναι σαφές ότι δεν πλήττει μόνο τους μετανάστες, τους ρομά, τους πολιτικούς αντιπάλους· πλήττει τη δημοκρατία, την κοινωνία, τον πολιτισμό και απειλεί –κι αυτό  δυστυχώς δεν είναι σχήμα λόγου– τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή μας. Η δράση αυτή, σε συνδυασμό με την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της Χρυσής Αυγής, την αυξημένη δημοσκοπική καταγραφή της, την αδράνεια, τουλάχιστον, των κρατικών αρχών, τη σιωπή μεγάλου μέρους του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου (για να μην αναφερθούμε σε περιπτώσεις άμεσης υποστήριξης από εφημερίδες όπως το Πρώτο Θέμα), συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό.

Με αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα, και θεωρώντας ότι η ανάγκη πλατιάς αντιφασιστικής δράσης αποτελεί άμεση προτεραιότητα, τα «Ενθέματα» της Αυγής, σας καλούμε στην εκδήλωση «Αντιμέτωποι με το νεοφασισμό σήμερα. Μια συζήτηση γα την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την έξαρση της ρατσιστικής βίας»,  που οργανώνουν μαζί με το περιοδικό Unfollow, την Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου, ώρα 19.30, στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-135). Θα μιλήσουν:

Νίκος Γιαννόπουλος, μέλος του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα

Άρτεμις Καλοφύρη, φιλόλογος, μέλος της Πρωτοβουλίας ενάντια στο φασισμό και τη ρατιστική βία

Μάκης Κουζέλης, καθηγητής κοινωνικής θεωρίας και κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Νικόδημος Μάινα Κινύουα, ΜΚΟ Asante

Δημήτρης Χριστόπουλος, πανεπιστημιακός μέλος του Συντονιστικού της Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας Συνέχεια ανάγνωσης