Η «μάχη της μαντίλας»: Ρατσισμός σε προοδευτική συσκευασία

Standard

του Μιχάλη Βουρεκά

Et moi pour la juger qui suis-je?

(Aragon)

Η πρόσφατη νομοθεσία στη Γαλλία σχετικά με την απαγόρευση στους μαθητές να πηγαίνουν στο δημόσιο σχολείο φορώντας εμφανή θρησκευτικά σύμβολα, γνωστή και ως «νόμος κατά της μαντίλας», που ψηφίστηκε το 2004, αλλά και την απαγόρευση του νικάμπ (της μαντίλας που καλύπτει ολόκληρο σχεδόν το πρόσωπο και το σώμα) στους δημόσιους χώρους, που έγινε νόμος του κράτους φέτος, παρότι αφορά έναν πολύ περιορισμένο αριθμό προσώπων, προκάλεσε δυσανάλογα έντονες συζητήσεις.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένα θέμα τόσο μερικό ανέδειξε πολύ ευρύτερα ζητήματα, όπως η μετανάστευση, η εθνική ταυτότητα, η σχέση του κράτους με τη θρησκεία, η θέση των γυναικών στην κοινωνία, η σχέση της χώρας με το αποικιακό παρελθόν και το ιμπεριαλιστικό παρόν της. Ο δημόσιος διάλογος γύρω από το θέμα χαρακτηρίστηκε από μια πατερναλιστική και ευρωκεντρική νοοτροπία, που συχνά δεν έκρυβε το ρατσισμό της.

Ανομολόγητος σκοπός αυτής της νέας νομοθεσίας ήταν ο στιγματισμός ολόκληρης της μουσουλμανικής κοινότητας της Γαλλίας, καθώς η παρουσία της εμφανίστηκε σαν πηγή κινδύνων για την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα, κάτι που δικαιολογούσε κάθε προσπάθεια από την πλευρά του κράτους για περιορισμό και στενή επιτήρηση του «ισλαμικού κινδύνου», δηλαδή του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αυτό φαίνεται αφενός από το γεγονός ότι παρά τη διακηρυκτική απαγόρευση όλων των εμφανών θρησκευτικών συμβόλων, ο δημόσιος διάλογος στο σύνολό του, τόσο στα ΜΜΕ, όσο και στις προπαρασκευαστικές επιτροπές της Βουλής, περιορίστηκε αποκλειστικά στο θέμα της ισλαμικής μαντίλας και αφετέρου από τα αποτελέσματα της κυρίαρχης ρητορικής, που έδωσε ιδεολογική κάλυψη και απενοχοποίησε, μια σειρά από επιθέσεις και λεκτικές προσβολές σε γυναίκες που φορούσαν νικάμπ ή μαντίλα σε δημόσιους χώρο. Συνέχεια ανάγνωσης