Σκέψεις για τα περιφερειακά πανεπιστήμια

Standard

της Τόνιας Κιουσοπούλου

στη μνήμη του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Η δίκη του Γερμανού ιστορικού Χ. Ρίχτερ τελείωσε την προπροπερασμένη εβδομάδα με την αθώωσή του. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Τα εθνικής εμβέλειας ΜΜΕ, εφημερίδες και ιστοσελίδες, άλλωστε, αφιέρωσαν αρκετά άρθρα σε αυτή την ιστορία, που κλόνισε πολλά από όσα θεωρούσαμε αυτονόητα.

Μαρκ Σαγκάλ, «Πάνω από την πόλη», 1918

Μαρκ Σαγκάλ, «Πάνω από την πόλη», 1918

Η δημοσιότητα όμως που δόθηκε στη δίκη του Ρίχτερ αγνοεί μια διάσταση της υπόθεσης που τη ζουν καθημερινά όσοι και όσες εργαζόμαστε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στο Ρέθυμνο. Σε αυτήν τη διάσταση θέλω επιγραμματικά να σταθώ. Γιατί η υπόθεση Ρίχτερ αποκάλυψε ένα ρήγμα στις σχέσεις του Πανεπιστημίου με την τοπική κοινωνία: ακριβέστερα, ένα ρήγμα ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο και σε αυτούς που επιδιώκουν να την εκφράσουν. Χαρακτηριστικά, κρητική ηλεκτρονική εφημερίδα σε άρθρο της με τίτλο «Ποιος είναι ο ρόλος του Πανεπιστημίου;» σημείωνε: «Πότε θα καταλάβουν στο Πανεπιστήμιο Κρήτης ότι δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν ανεξάρτητα από την τοπική κοινωνία που τους φιλοξενεί, μία τοπική κοινωνία που με την προσφορά της πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αυτή που το εδραίωσε στο Ρέθυμνο και του δίνει σήμερα τη δυνατότητα να υπάρχει και να παράγει επιστημονικό έργο και επομένως οφείλει το ίδιο να αναδεικνύει και τον απαιτούμενο κοινωνικό του χαρακτήρα;» Συνέχεια ανάγνωσης

H συρρίκνωση των πανεπιστημίων: Μια πολιτική επιλογή

Standard

 του Γιώργου Αγγελόπουλου

Πωλ Ντελβώ, «Γυμνές αγκαλιασμένες γυναίκες», π. 1935

Τα ελληνικά πανεπιστήμια βρίσκονται σε πρωτοφανή φάση συρρίκνωσης. Οι δαπάνες για τα ΑΕΙ μειώθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια σε ποσοστό περίπου 50%, ποσοστό μεγαλύτερο από ό,τι σε κάθε άλλο υπουργείο! Οι διορισμοί μελών ΔΕΠ έχουν πρακτικά σταματήσει. Oι θέσεις συμβασιούχων διδασκόντων βαίνουν συνεχώς μειούμενες. Μέχρι το 2013 θα έχει συνταξιοδοτηθεί το 20% των μελών ΔΕΠ που υπηρετούσαν το 2008. Οι απολαβές του πρωτοδιοριζόμενου λέκτορα, σύμφωνα με τις εξαγγελίες, θα φτάσουν λίγο κάτω από τα 1.000 ευρώ, αρνητικό ρεκόρ σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Το υπάρχον κύμα μετανάστευσης των πανεπιστημιακών αναμένεται να ενταθεί, λόγω της αβεβαιότητας στη θεσμική λειτουργία των πανεπιστημίων αλλά και της απουσίας μιας στρατηγικής χρηματοδότησης της έρευνας.Οι εξελίξεις αυτές δεν συνιστούν απλώς το αποτέλεσμα συρρίκνωσης του κράτους στο πλαίσιο της συγκυρίας (Μνημόνιο, λιτότητα), αλλά συνειδητή επιλογή τμήματος των οικονομικών και πολιτικών ελίτ της χώρας. Η κατανόησή της απαιτεί τον αναστοχασμό των εξελίξεων από την ημέρα που ο Γ. Παπανδρέου, η Α. Διαμαντοπούλου και ομάδα συνεργατών τους βάζουν σε εφαρμογή τον «εκσυγχρονισμό» των ΑΕΙ. Κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής τους υπήρξε η αλαζονεία έναντι της ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και του ίδιου του πανεπιστημιακού θεσμού. Η τακτική αυτή τους αποξένωσε από τη συντριπτική πλειοψηφία της ακαδημαϊκής κοινότητας. Οι ελάχιστες συμμαχίες τους εντός των ΑΕΙ και η προσπάθεια ενίσχυσής τους από ορισμένους ακαδημαϊκούς της διασποράς των ΗΠΑ δεν στάθηκαν ικανές για να εφαρμοστεί ο Ν. 4009, παρά την ψήφιση του από το ΠΑΣΟΚ, τη Ν.Δ. και το ΛΑΟΣ. Βασικό μειονέκτημα των επιλογών τους ήταν ότι δεν προσπάθησαν να ανατρέψουν τις πολλές παθογένειες των ΑΕΙ. Τουναντίον, επιχείρησαν να βασιστούν σε αυτές για να κατεδαφίσουν συνολικά την ανώτατη εκπαίδευση, επιδιώκοντας να χτίσουν το απόλυτα ελεγχόμενο από ολιγομελείς ομάδες «εκσυγχρονισμένο πανεπιστήμιο». Ακόμα και οι ελάχιστες εξαγγελθείσες πρωτοβουλίες αντιμετώπισης κραυγαλέων θεσμικών παρεκτροπών έμειναν στα αζήτητα. Συνέχεια ανάγνωσης

Εργασία, κοινωνική προστασία και δημοκρατική αρχή

Standard

του Μανόλη Αγγελίδη

Roger de la Frasnaye, «Η κατάκτηση του αέρα», 1913

Πριν ακόμη εκδηλωθεί η κρίση στη σημερινή της μορφή, είχαν προβληθεί διάφοροι τόποι που συνέδεαν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας και τις κοινωνικές πολιτικές με αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς βεβαίως να διευκρινίζονται αυτά τα καθεστώτα. Έτσι, κάθε αναδιανεμητική πολιτική εθεωρείτο εξ ορισμού συνδεδεμένη με μορφές αναγκασμού. Αυτές οι πολιτικές θα έπρεπε να ανασταλούν για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε πολιτικές που ευνοούν τον ανταγωνισμό, ο οποίος περίπου αυτομάτως θα επέλυνε και τα ζητήματα της κοινωνικής προστασίας. Tαυτοχρόνως, στο εσωτερικό αυτών των τόπων διαπιστώνει κανείς την απώθηση των ζητημάτων σύνδεσης της κοινωνικής πολιτικής με τη δημοκρατική αρχή. Η δογματική προσήλωση σε αυτές τις αντιλήψεις και οι απόπειρες πραγματοποίησής τους σε πολιτικές οδήγησαν σε όσα βιώνουμε σήμερα: από τη μια μεριά, στην πλήρη αποσύνθεση των δικτύων κοινωνικής προστασίας και, από την άλλη μεριά, στην άσκηση πολιτικών δημευτικής φορολογίας των πολιτών.

Μια ορισμένη θεωρητική παράδοση της κοινωνικής πολιτικής έχει αναπτύξει μια αμιγώς εργαλειακή μεθοδολογία, η οποία αναπτύσσεται βάσει της σχέσης κόστους/οφέλους ως προς τα μέτρα κοινωνικής προστασίας που είναι δυνατόν να υιοθετηθούν έναντι των ασθενέστερων τάξεων. Αυτή η μεθοδολογία επιτρέπει και δικαιολογεί την προϊούσα συρρίκνωση των δικτύων προστασίας της κοινωνικής εργασίας, με πρώτα θύματα τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία, παιδεία κλπ. Ωστόσο, ένα άλλο θύμα αυτών των αντιλήψεων είναι η δημοκρατική αρχή κατά την εφαρμογή της, καθώς η συρρίκνωση των κοινωνικών πολιτικών συρρικνώνει ταυτοχρόνως και την αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί το υπόστρωμά τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Ζήτημα πολιτικής ανυπακοής στα πανεπιστήμια σήμερα

Standard

του Κώστα Σταμάτη

Λάιονελ Φάινινγκερ, «Άνθρωποι σε λίμνη, σχεδίασμα Β΄», 1949

Το τελευταίο διάστημα στα πανεπιστήμια της χώρας επιτροπές διορισμένες από την εκτελεστική εξουσία προσπαθούν να διοργανώσουν εκλογές για τα εσωτερικά μέλη των νέων Συμβουλίων διοίκησης, όπως προβλέπει ο Νόμος 4009/2011. Συγχρόνως, όμως, οι απόπειρες να διεξαχθεί πάση θυσία η εκλογική διαδικασία συναντούν σφοδρές και συλλογικές αντιδράσεις από πανεπιστημιακούς, φοιτητές και διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίες οδηγούν ενίοτε σε αναβολή της διαδικασίας.

 Εκλογική ατασθαλία του νόμου

 Τι είναι αυτά τα νέα Συμβούλια διοίκησης, τα οποία αφορά η εν λόγω εκλογική διαδικασία, δεν υπάρχει λόγος να υπενθυμίσουμε για πολλοστή φορά. Γενικώς, συνάπτονται με ένα ολιγαρχικό πρότυπο διοίκησης του Πανεπιστημίου, με βοηθούς εκπληρώσεως ανεξέλεγκτους κοσμήτορες των σχολών. Οι τελευταίοι δεν θα εκλέγονται εκ των κάτω, από αυτούς που πρόκειται να διοικήσουν, αλλά θα επιλέγονται εκ των άνω, από το Συμβούλιο. Εξάλλου, τα μισά μέλη του Συμβουλίου θα είναι εξωτερικά, από άσχετους ανθρώπους, που καμία οργανική ή λειτουργική σχέση δεν θα έχουν ως προς το Ίδρυμα το οποίο, παρά ταύτα, θα συγκυβερνήσουν! Κατ’ ουσίαν, λοιπόν, πρόκειται για ευρείας εκτάσεως νόθευση του αυτοδιοικήτου των ελληνικών Πανεπιστημίων. Με επιζήμιες επιπτώσεις, που αναμεταδίδονται περαιτέρω σε όλες τις εκφάνσεις του ακαδημαϊκού βίου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Ας προχωρήσουμε με μία μάλλον ευνόητη θέση. Κάθε διαδικασία εκλογής με ψηφοφορία δεν είναι απαραίτητα και δημοκρατικά νομιμοποιημένη. Εάν ήταν έτσι, τότε η εκλογή του Πάπα θα ήταν αυτόχρημα δημοκρατική. Συνέχεια ανάγνωσης

Αγωνιζόμαστε για ένα κούτελο καθαρό ή αγωνιζόμαστε για να νικήσουμε;

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Έργο του C. G. Van Beverloo Conreille

Ο νέος Νόμος 4009/11 για τα πανεπιστήμια, παρά τη σύμπραξη όλου του νεοφιλελεύθερου φάσματος και της ακροδεξιάς (δυστυχώς, και της καθοριστικής συνέργειας παλιών μας συντροφισσών και συντρόφων), βρίσκει απέναντί του τη συντριπτική πλειονότητα της πανεπιστημιακής κοινότητας και το σύνολο των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ΑΕΙ. Ωστόσο, οι κυβερνητικοί επίτροποι που διορίστηκαν στα Ιδρύματα από το Υπουργείο, παρά τη μοναξιά τους, επιμένουν να οργανώνουν την ολοκλήρωση της επιχειρούμενης θεσμικής εκτροπής. Ως τώρα, οι προθεσμίες που έθετε ο νόμος έχουν ήδη πάει περίπατο. Και, παρά την επιμονή και της απειλές που εκτοξεύει η κυρία υπουργός, βδομάδα την εβδομάδα, δεκαπενθήμερο το δεκαπενθήμερο, οι εκλογές αναβάλλονται. Θαυμάσια κατάσταση, θα έλεγε κανείς.

Θαυμάσια κατάσταση, όντως. Και, για να γίνει ακόμα καλύτερη, χρειάζεται να συνεχίσουμε με κάθε τρόπο την αντίθεσή μας στην εκλογή των Συμβουλίων. Είμαι πεισμένος πως, αν καταφέρουμε να μην γίνουν αυτές οι «εκλογές» επιστρατεύοντας όλα τα μέσα, το κράξιμο, τα επιχειρήματα ή τη ντροπή, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να πετύχουμε την αναστολή, το πάγωμα ή και την κατάργηση του Νόμου. Αυτή είναι η σημερινή συγκυρία και η σημερινή μάχη, που μπορεί να την κερδίσουμε. Τούτη η προοπτική, όμως, έχει μία βασική προϋπόθεση. Να κρατήσουμε αρραγές το μέτωπο των πανεπιστημιακών που, αριστεροί ή δεξιοί, συντηρητικοί ή ριζοσπάστες, θέλουν με κάθε κόστος να υπερασπιστούν τους όρους του επαγγέλματος και της αξιοπρέπειάς τους.

Στη σύγκρουση αυτή η Αριστερά, υπερβαίνοντας τα όρια των προγραμματικών της αμηχανιών, συνέβαλε καθοριστικά στο να καταστούν πλειοψηφικές οι ως χθες παρασιωπημένες ή και κακοποιημένες συνεκτικές αρχές της ακαδημαϊκότητας: Η ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία, η δημόσια ευθύνη έναντι του κοινού αγαθού και του αυτοδιοίκητου, οι καθοριστικές προϋποθέσεις του πανεπιστημιακού επαγγελματισμού, οι επιστημονικές προϋποθέσεις των τίτλων σπουδών που απονέμουν τα πανεπιστήμια.

Χρειάζεται να υπερασπιστούμε τα πολλά θετικά των ΑΕΙ, δίχως όμως να κρύβουμε τους σκελετούς στα ντουλάπια μας.  Μόνο έτσι, πιστεύω, μπορούμε να απευθυνθούμε ανοικτά και καθαρά στους συναδέλφους μας, να σπάσουμε τα κύματα την συκοφαντίας ή της απαξίωσης για να πείσουμε την κοινωνία. Μόνο έτσι, θέλω να πω, θα βρούμε τα επιχειρήματα για να ενθαρρύνουμε τους αναποφάσιστους, να θορυβήσουμε τους βολεμένους, να καταγγείλουμε τους εγκάθετους και να συμβαδίσουμε με τους μεγάλους αριθμούς των συναδέλφων που κρατούν το πανεπιστήμιο όρθιο (κι ας μην είναι φίλοι ή ομοϊδεάτες μας). Δύσκολο στοίχημα, μα ρεαλιστικό, κατά την εκτίμησή μου τουλάχιστον.

Οι αντιστάσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας εκφράζονται στην, όλο και πιο εύθραυστη είν’ αλήθεια, ομοφωνία των συλλογικών οργάνων. Εύθραυστη διότι οι πανεπιστημιακές διοικήσεις, πέρα από την αντίθεσή τους στον νόμο, υποχρεούνται να εξασφαλίσουν την, έστω και περικομμένη, ροή χρηματοδότησης των εργαστηρίων και των βιβλιοθηκών, των μεταπτυχιακών σπουδών και των ερευνητικών προγραμμάτων, των υποτροφιών, της σίτισης και της στέγασης των φοιτητών, των συγγραμμάτων, ακόμα και της καθαριότητας ή της θέρμανσης των πανεπιστημιακών χώρων.

Σήμερα η κυβέρνηση της νεοφιλελεύθερης συμμαχίας και της ακροδεξιάς, εκβιάζοντας πανεπιστήμια και πανεπιστημιακούς με την απειλή περικοπής ή και παγώματος των δημοσίων πόρων, έχει χαράξει μια τακτική όπου ο χρόνος πολλαπλασιάζει τις πιέσεις στους αντιπάλους. Κι έχει αφήσει την κυρία Διαμαντοπούλου να διαχειριστεί, παίζοντας με το στοίχημα της καριέρας της, την κρίση που δημιούργησε ο νέος νόμος.

Χρειαζόμαστε ένα μέτωπο πανεπιστημιακών για το πανεπιστήμιο, που να μην οδηγεί στην καταστροφή αλλά στην ανασυγκρότηση. Και στο οποίο έχουν τη θέση και την τιμή τους όσες και όσοι πιστεύουν και μάχονται για τις αρχές και τις αξίες του δημόσιου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου, πέρα από το παρελθόν, πέρα από τις ιδέες ή τις στοχεύσεις τους για το αύριο. Αν καταφέρουμε να κρατήσουμε ζωντανό και όρθιο το ελληνικό πανεπιστήμιο, ας μαλώσουμε αύριο για τις προοπτικές του. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κυρία Διαμαντοπούλου παίζει με τα μπουρλότα

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Ρενέ Μαγκρίτ, "Κικέρων", 1947

 Εδώ και καιρό, η υπουργός Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (και Εθνικής Παιδείας, παρεμπιπτόντως), η γαληνοτάτη κυρία Άννα Διαματοπούλου, καταγίνεται να πυρπολήσει τα πανεπιστήμια.

Δεν θα μιλήσω εδώ για τον ίδιο τον νόμο 4009/11.  Θα περιοριστώ μόνο στα «θερμά» φαινόμενα των ημερών μας, που έχουν να κάνουν με τις πραξικοπηματικές και άκρως παρα-θεσμικές μεθοδεύσεις για την εφαρμογή του. Ειδικότερα, θ’ αναφερθώ μόνο στην ένταση που έχει προκαλέσει ο, απευθείας διά της υπουργικής καμαρίλας, διορισμός πενταμελών επιτροπών που θα διοργανώσουν τις εκλογές για την ανάδειξη των «εσωτερικών» ανά ΑΕΙ μελών του Συμβουλίου. Η κατάσταση αυτή θυμίζει μπουρλότο  με αναμμένα τα φυτίλια.

Ξεκινώ με δυο σημεία που θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του αυτονόητου. 1. Κανείς δεν δικαιούται, επειδή έτσι του αρέσει, να καταλύει τις συνταγματικές εγγυήσεις για την πλήρη αυτοδιοίκηση του πανεπιστημίου. 2. Κανείς δεν δικαιούται, ως κρατικός εντεταλμένος,  να ασκεί διοικητικές πράξεις στο πανεπιστήμιο ενάντια στην εκφρασμένη συλλογική βούληση των θεσμικών οργάνων διοίκησης κι ενάντια στις κείμενες συνταγματικές διατάξεις. Συνέχεια ανάγνωσης

Το νέο νομικό πλαίσιο για την έρευνα

Standard

 Αναπαραγωγή του κυρίαρχου Παραδείγματος και κατακερματισμός

του Φάνη Παπαγεωργίου και του Νικόλα Βαγδούτη

Ραούλ Χάζουμαν, "Ο Τάτλιν μένει σπίτι"

Σκιαγραφώντας τον νόμο Διαμαντοπούλου, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές συνιστώσες όσον αφορά την έρευνα. Πρώτον, την οικονομική-εισπρακτική διάσταση: περικοπή των κονδυλίων έρευνας και  των υποτροφιών, επιβολή ή αυξήσεις διδάκτρων στα μεταπτυχιακά, άνοιγμα της ερευνητικής διαδικασίας στην αγορά για προσέλκυση επενδύσεων. Δεύτερον, αποκλειστικός προσανατολισμός προς την εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, αποσύνδεση από τη βασική έρευνα. Tρίτον, προσπάθεια οριοθέτησης κάθε επιστήμης εντός του κυρίαρχου Παραδείγματος, με τη θεσμοθέτηση μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια. Χωρίς να υποτιμάμε την πρώτη διάσταση, που παραδίδει την έρευνα στους ιδιώτες, επιβάλλει ταξικούς φραγμούς και δημιουργεί εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων, θα εστιαστούμε στις δύο άλλες συνιστώσες.

***

Ο νόμος θεσμοποιεί το άνοιγμα της έρευνας στην αγορά, ενώ η κρατική χρηματοδότηση  στοχοπροσηλώνεται στην «καινοτομία».[1] Αποτυπώνεται, δηλαδή, μια σαφής στροφή προς την εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, καθώς ως «καινοτομία» νοείται η εφαρμοσμένη έρευνα που κατατείνει σε υλικά και εμπορευματικώς εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα. Η έμφαση στην εμπειρική-εφαρμοσμένη έρευνα, όπως θα δείξουμε, συνδέεται άμεσα με την ιδεολογική κυριαρχία εντός του υπάρχοντος Παραδείγματος.

Στην εμπειρική-εφαρμοσμένη συνιστώσα κάθε επιστήμης υπεισέρχεται αναγκαστικά το ιδεολογικό στοιχείο (Μπαλτάς 2002)· ως εκ τούτου, η βάση των επιστημονικών διαμαχών έγκειται στο ιδεολογικό στοιχείο[2] και τη μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Το ιδεολογικό στοιχείο εμφιλοχωρεί ανανοηματοδοτώντας και ερμηνεύοντας υπάρχουσες έννοιες και θεωρίες, και νοηματοδοτώντας ταυτόχρονα ιδεολογικά σχήματα εν τη γενέσει τους, προσδίδοντάς τους ένα μανδύα θεωρίας. Παρενθετικά, πρέπει να σημειώσουμε πως η μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων έχει διαβαθμίσεις. Για παράδειγμα, στις ανθρωπιστικές επιστήμες και τα οικονομικά είναι σαφώς μεγαλύτερη από ό,τι στις θετικές επιστήμες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι διάφορες εκδοχές της έννοιας της αιτιότητας, τέκνο της μαθηματικοποίησης της οικονομικής θεωρίας ύστερα από την επικράτηση της νεοκλασικής σχολής. Η μαθηματικοποίηση αυτή προσπαθεί με στρεβλό τρόπο να άρει την μη οριστικότητα των αποτελεσμάτων. Αυτό γίνεται αντιληπτό αν συνυπολογίσουμε τον ρόλο της θεμελίωσης, της ακαδημαϊκής τεκμηρίωσης και της ηγεμονίας έτσι των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη βάση των διδαγμάτων της νεοκλασικής σχολής. Συνέχεια ανάγνωσης

Άλλα θέλω κι άλλα κάνω…

Standard

του Σταύρου Παναγιωτίδη

Χαρακτικό του Όττο Νίκελ, από το λεύκωμα "Πεπρωμένο" (1930)

Ο στίχος από το τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα αποδίδει εξαιρετικά την αναντιστοιχία ανάμεσα σε όσα εξαγγέλλει η κυβέρνηση ως στόχους για το πανεπιστήμιο και σε όσα θα αποτελέσουν τις συνέπειες του νέου νόμου. Η υπουργός υπόσχεται ένα πανεπιστήμιο χωρίς διαφθορά, με καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερο κύρος. Αυτό που τελικά θα φτιάξει είναι ένα πανεπιστήμιο περισσότερο διεφθαρμένο, πολύ χαμηλής ποιότητας και με κατακρημνισμένο κύρος.

Η «πάταξη» της διαφθοράς. Η κυβέρνηση βάζει μπροστά το «πιασάρικο» ζήτημα της διαφθοράς και υπόσχεται πως θα το αντιμετωπίσει μεταβιβάζοντας όλες τις εξουσίες από τη Σύγκλητο στο Συμβούλιο Διοίκησης. Ερώτημα πρώτο: Γιατί ένα σώμα 15 ανθρώπων, δηλαδή το Συμβούλιο, θεωρείται πως διαφθείρεται πιο δύσκολα από ένα σώμα 50 ή και 100 ανθρώπων, όπως η Σύγκλητος, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των φορέων του πανεπιστημίου; Ερώτημα δεύτερο: Τα μισά μέλη του Συμβουλίου θα είναι εξωτερικά, με στόχο να αποτελούν κατά βάση εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου, μέλη θεσμών που πρόσκεινται στην κυβέρνηση ή θα ελέγχονται από αυτήν, ακόμη και πολιτικά πρόσωπα. Πώς λοιπόν, φέρνοντας μέσα στα πανεπιστήμια τους ανθρώπους και τους θεσμούς που αποτελούν την ίδια τη διαπλοκή, αντιμετωπίζεις το πρόβλημα της διαφθοράς; Ερώτημα τρίτο:Στον νόμο δεν προβλέπεται το εκλογικό μέτρο, κι αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό για το ότι εκείνο που πραγματικά ενδιαφέρει τους συντάκτες του δεν είναι η εξάλειψη της διαφθοράς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ορθώς κείμενα: Αρνούμαι να συμβάλω ως πρόεδρος του Τμήματος στη διάλυσή του

Standard

του Νίκου Θεοτοκά

Προς: Τα μέλη της Γ.Σ. του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας

Κοινοποίηση: Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου

Αθήνα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

Με λύπη μου, σας παρακαλώ να δεχθείτε την παραίτησή μου από τη θέση του Προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.

Όλα αυτά τα χρόνια υπηρέτησα, ενίοτε καθ’ υπερβολή, τις αρχές του δημοσίου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου εντός των ορίων που έθετε η κείμενη νομοθεσία.

Ο Νόμος 4000 και 9 (που προέκυψε χωρίς κανέναν διάλογο με τα Ιδρύματα, ψηφίστηκε από τέσσερα κοινοβουλευτικά κόμματα  και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 195/06.09.2011) καταλύει, φοβάμαι, τη συνταγματική νομιμότητα, καταργεί τα συλλογικά όργανα και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ, χειραγωγεί την έρευνα και προσβάλλει την αξιοπρέπεια των πανεπιστημιακών λειτουργών. Αντί, δηλαδή, να διορθώνει τα πολλά κακώς κείμενα, καταστρέφει τον ίδιον τον πανεπιστημιακό θεσμό.

Ωστόσο, ό,τι και να λέω κι ό,τι και να φοβάμαι, όσο και να συντάσσομαι με όσες και όσους ζητούν την κατάργησή του, ο 4009 είναι πλέον νόμος του κράτους.

Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις και την υπ’ αρ. πρωτ. 106639/Β1 Εγκύκλιο του Ειδικού Γραμματέα Α.Ε. καθηγ. Β. Παπάζογλου, οι διοικήσεις των Τμημάτων (παρά τις ρητές διατάξεις οι οποίες τα καταργούν) θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως τα τέλη της τρέχουσας ακαδημαϊκής χρονιάς «μέχρι την έκδοση των Π.Δ. για την μετατροπή των υφιστάμενων Τμημάτων σε Προγράμματα Σπουδών».

Αρνούμαι να συμβάλω ως πρόεδρος του Τμήματος στη διάλυσή του. Αρνούμαι να υπογράψω τις διοικητικές πράξεις που διαλύουν το επιστημονικό περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών και των πτυχίων, που καταστρέφουν την οργανική σύνδεση της διδασκαλίας με την παραγωγή νέας γνώσης, που θέτουν σε «εργασιακή εφεδρεία» το ήδη αριθμητικά ελλιπές διοικητικό προσωπικό. Αρνούμαι να προωθήσω τις διαδικασίες που καταστρέφουν όσα, λίγα και σημαντικά, δημιουργήσαμε υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Αρνούμαι, τέλος, να αποδοκιμάσω έργοις (ως εκ της θεσμικής θέσης μου) τις δίκαιες αντιδράσεις των φοιτητών, ακόμη κι όταν συμβαίνει να μην συμμερίζομαι τις μορφές ή τα πεπραγμένα του αγώνα τους. Συνέχεια ανάγνωσης

Υπέρ καταλήψεων συνηγορία

Standard

Ανοιχτή επιστολή σε συναδέλφους και συναδέλφισσες

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

10 Οκτωβρίου 1979. Οι φοιτητές των κατειλημμένων σχολών διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας κατά του νόμου 815 (Αρχείο Παν. Δεληκάρη-Μ. Κατσίγερας, «Ελλάδα 20ός αιώνας. Οι φωτογραφίες», τόμ. Β΄: «1946-2000», Ποταμός, Αθήνα 2001)

Αγαπητέ μου  συνάδελφε,

Διάβασα με ενδιαφέρον το δημόσιο κείμενό σου, όπου, μαζί με άλλους συναδέλφους και συναδέλφισσες,  τασσόσασταν ενάντια στις καταλήψεις. Υπάρχουν πράγματα στα οποία  συμφωνούμε και πράγματα στα οποία διαφωνούμε. Δυστυχώς, για μένα, αυτά στα οποία συμφωνούμε είναι πολύ λίγα. Συμφωνούμε ότι οι καταλήψεις έχουν πολύ λίγο κόσμο. Διαφωνούμε όμως στο τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε αυτές. Ας αρχίσω με αυτά στα οποία διαφωνούμε.

Σκεφτόμουνα, διόλου τυχαίο, τις μέρες αυτές τον Μάη του ’68. Σήμερα τον δοξολογεί ολόκληρη η Αριστερά. Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να τον δοξολογούν και φιλελεύθεροι στοχαστές ή ακόμα και ακροδεξιοί, εντάσσοντάς τον βέβαια στη δική τους οπτική. Ξέρεις πόσες αστοχίες των φοιτητών υπήρχαν τις μέρες εκείνες. Επίτρεψε μου να ασχοληθώ με μία μόνον από αυτές. Όταν ο Κον-Μπεντίτ και η παρέα του βγήκαν από τη Σορβόννη τιμωρημένοι από το πειθαρχικό, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκαν οι συγκεντρωμένοι απ’ έξω φοιτητές ήταν να στήσουν οδοφράγματα. Το ίδιο έκαναν και τις επόμενες μέρες. Δεν υπήρχε πιο αλλόκοτο πράγμα από αυτό. Όταν οι πρόγονοι τους επαναστάτες του 1848 η αργότερα, το 1871, στη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, ύψωναν οδοφράγματα είχαν ως στόχο να εμποδίσουν τα άλογα των δυνάμεων καταστολής να τους προσεγγίσουν καθώς και τις σφαίρες που η τροχιά τους κινιόταν σε ευθεία γραμμή να τους πλήξουν. Το ’68 όμως η αστυνομία είχε αύρες στη διάθεση της και  ο στρατός τανκς  που κανένα οδόφραγμα δεν θα μπορούσε να τα σταματήσει, ενώ τα δακρυγόνα, έτσι όπως εκτοξεύονται, μπορούν να πλήξουν τους διαδηλωτές όσο ψηλό και να είναι το οδόφραγμα που έχουν σηκώσει. Επιπλέον, πολλές φορές στήνανε τα οδοφράγματα χωρίς να έχουν εξασφαλίσει πίσω τους δρόμους διαφυγής με αποτέλεσμα, μόλις η αστυνομία τα γκρέμιζε να τους λιανίζει με μια αγριότητα που ο μακαρίτης ο Ελεφάντης, αυτόπτης μάρτυρας, όταν τη συνέκρινε με αυτή των δικών μας, θεωρούσε τους Έλληνες συναδέλφους τους παιδιά της χορωδίας.

Απέναντι, λοιπόν, στους εξεγερμένους γάλλους φοιτητές του Μάη μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε δυο στάσεις. Η πρώτη είναι να  τους οικτίρεις για την αφέλειά  τους, η δεύτερη είναι να καταλάβεις ότι ακόμη και οι πιο πρωτοπόροι δεν ξεφεύγουν από ένα συλλογικό πολιτικό υποσυνείδητο που περιέχει μέσα του τις μνήμες επαναστατικών αναστατώσεων του παρελθόντος.

Πάμε στα δικά μας. Ας περιοριστώ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Εξάλλου, οι έλληνες φοιτητές δεν διαθέτουν τις «ευκολίες» των γάλλων συναδέλφων τους, δηλαδή,  τα ιστορικά έργα του Μαρξ, για να ταξιδέψουν στις  αναστατώσεις του πιο μακρινού  τους παρελθόντος. Για δες. Στη διάρκεια της χούντας, και η Νομική και το Πολυτεχνείο καταλήψεις ήταν.  Το 1979, ο «ελληνικός Μάης», με καταλήψεις ακύρωσε έναν ψηφισμένο νόμο, τον 815. Το 1990-1991 το πολυνομοσχέδιο του Κοντογιαννόπουλου, μετά από καταλήψεις και τη δολοφονία του Τεμπονέρα, αποσύρεται. Το 2006, το ΠΑΣΟΚ αναγκάζεται να αποσύρει την υποστήριξη του στη ΝΔ για κατάργηση του άρθρου 16, μετά από ένα μεγάλο κίνημα, όπου τον τόνο δίναν οι καταλήψεις. Και μην μου πεις, όπως μου έχεις ξαναπεί, αν το ΠΑΣΟΚ δεν  απέσυρε την υποστήριξή του, δεν θα γινόταν τίποτα. Γιατί θα σου ανταπαντήσω ότι αν δεν προηγούνταν οι ζυμώσεις και οι μετατοπίσεις που προκάλεσαν οι καταλήψεις, κανένα ΠΑΣΟΚ δεν θα απέσυρε τίποτα. Συνέχεια ανάγνωσης